Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2015

"Φαμιλιάλ" της Στέργιας Κάββαλου

Το "Φαμιλιάλ" είναι η πρώτη προσπάθεια για το ΣτίγμαΛόγου να κολυμπήσει στα ταραγμένα νερά της ελληνικής πρόζας του σήμερα. Η συγκεκριμένη συλλογή διηγημάτων είναι η προσωπική μου επιλογή για να αρχίσει αυτή η καινούρια ενότητα επειδή λειτουργεί ιδιαίτερα καλά τόσο σε τεχνικό όσο και σε αισθητικό επίπεδο. Δεκαοχτώ κείμενα με ευρεία θεματική, χωρίς επαναλήψεις, ούτε καν μοτίβων, σε στιβαρή γραφή και με δεδομένο ειδικό βάρος, τα διηγήματα που απαρτίζουν το Φαμιλιάλ ξεπερνούν τον ύφαλο της αποσπασματικότητας για να δημιουργήσουν τελικά ένα ενιαίο σύνολο.

Είναι γεγονός ότι το διήγημα ως είδος και μόνο είναι πιο εύπλαστο: η περιορισμένη του έκταση δίνει στην συγγραφέα την δυνατότητα του αιφνιδιασμού, κάτι που έλάχιστοι μπορούν να πετύχουν σε εκτενέστερη πρόζα. Ελάχιστοι και όλοι πεθαμένοι... Το «Morning glory» είναι ένα εξαιρετικό κείμενο από κάθε πλευρά: τόσο τεχνική (που καλώς ή κακώς είναι αυτή που επιφυλάσσει και τις συχνότερες απογοητεύσεις) όσο και συγκινησιακή: σε μια θεματική που έχει ένα αναμφισβήτητο συναισθηματικό φορτίο (η ζωή των νεο-αστέγων στην εποχή της κρίσης), η Στέργια Κάββαλου βγαίνει από την πεπατημένη της εύκολης εμπλοκής και δείχνει το θάρρος της σκέψης της και της γραφής της. Δικαίως υποθέτω, γιατί υποψιάζεται ότι και τα δυο αξίζουν:

(...) 
Κι εμείς, χωρίς πρόθυμους συγγενείς, γκρεμιστήκαμε στην άσφαλτο.

Αύριο μπορεί να μας βρουν ξενώνα. Αύριο μπορεί να μπούμε σε λυόμενο. Αύριο μπορεί να έχω ξανά ωράριο εργασίας. Αύριο μπορεί και πάλι τα παιδιά μου να με φωνάξουν «μπαμπά», ίσως και «πατέρα», αφήνοντας το «Νικολάκη» να το πάρει η λάσπη του δρόμου, όπως παίρνει το βάρος και τα κρίματα κάθε διαβάτη.
(...)

Ο Σάββας βοήθησε την Αλίκη να φορέσει την τσάντα της, η Στέλλα τους έβαλε από ένα κουλούρι στο στόμα και αποκαμωμένη από την αναζήτησή της κύκλωσε το αυτοσχέδιο σπίτι μας με φρέσκα χαρτόνια, να μην την ενοχλεί η ποδοπατημένη κίνηση και τα φριχτά μάτια των αγνώστων, και ξάπλωσε να κοιμηθεί. Τη φίλησα στο μέτωπο και πήγα για το μεροκάματο. Σήμερα.


Η συγγραφέας έχει έναν όμορφο και ταυτόχρονα αποτελεσματικό τρόπο να πλησιάζει μεταξύ τους τα διάφορα άκρα, και δεν διστάζει να αλλάξει οπτικές γωνίες και ηλικίες παρατήρησης. Παρατηρεί τα συμβαίνοντα της ενήλικης ζωής με παιδικά μάτια, παρακολουθεί τους μεγάλους που θυμάται αλλά και τον ενήλικα εαυτό με τον οποίο ζει, να κινούνται σε παράλληλες μοναχικές πορείες και επιχειρεί να ανατρέψει χρόνους, χώρους και κανόνες με σκοπό να καταλάβει όσα παραμένουν πεισματικά αδιαφανή.

(...)
Δεν πρόλαβα να κάνω ότι τον μαλώνω και μου άστραψε το πιο άδικο χαστούκι του πλανήτη. Το μυαλό μου έκανε πέντε κωλοτούμπες, τα δόντια μου μάτωσαν στα σιδεράκια και η κομμένη μου ανάσα μού χλόμιασε ακόμη και τα δάχτυλά μου. Και τότε τα κατάλαβα όλα.

Ο θάνατος είναι ένας κύριος απότομος και σοβαρός που χαμπάρι δεν παίρνει από αστεία. Κύριος που μετακομίζει από το πεθαμένο σώμα σε εκείνους που μένουν πίσω και τους κάνει κουβάρια με βαριά χέρια και άλυτες φωνές. Ορκίζομαι ποτέ να μην τον αφήσω να μετακομίσει μέσα μου. Ζωή σ’αυτούς.
(...)


Το «Καρμαζέλ», το «drowned world», το «δύο φορές θάνατος», το «τσαφ-τσουφ» είναι ίσως κάποια από τα λιγότερο ενδιαφέροντα κείμενα, εσωστρεφή, κλεισμένα σε μια βαριά ατμόσφαιρα από την οποία δεν δραπετεύει ούτε ο αναγνώστης, ούτε η συγγραφέας. Ιδιαίτερα σ’αυτά, η Στέργια Κάββαλου δείχνει να γράφει περισσότερο με την καρδιά και λιγότερο με την λογική της, αναρωτιέμαι τι θα προέκυπτε αν υπήρχε αυτή η ισορροπία.

Η φωνή της είναι αναγνωρίσιμη χωρίς να επαναλαμβάνεται. Αντίθετα, σε κάθε διήγημα παίρνει και διαφορετικά χρώματα και παίζει με τις αποστάσεις: του χώρου, του χρόνου, της ανάμνησης. Πότε πλησιάζει για να ακουστεί καθαρά και πότε απομακρύνεται σαν ψίθυρος, στο Φαμιλιάλ ο αφηγητής είναι αεκίνητος και συνομιλεί με όλους. Αυτή η συλλογή είναι τελικά μια υπόθεση οικογενειακή αν και με την ευρεία έννοια, αυτή της συνύπαρξης με τους ίδιους συγκεκριμένους ανθρώπους, γονείς, παππούδες φίλους, αλλά και με αναμνήσεις, ξεχασμένους εραστές και ξεχασμένους εαυτούς, αφημένους σε άλλες πόλεις να περιμένουν.


Κρις Λιβανίου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου