Κυριακή, 29 Μαρτίου 2015

"Ελεύθερη πτώση" του Χάρη Μελιτά

Έχει ειπωθεί για τον Χάρη Μελιτά ότι γράφει καλή ποίηση με σκοπό και στόχο, που αντιπροσωπεύει αληθινά τον δημιουργό της - κάτι που σπάνια συναντάμε σε μια εποχή όπου η έννοια «δημιουργός» υποφέρει από κρίση ταυτότητας.

Θα προσέθετα σε αυτό το σχόλιο ότι ο Χάρης Μελιτάς έχει την αξιοζήλευτη ικανότητα σε κάθε συλλογή να πραγματεύεται διαφορετικό θέμα, αλλάζοντας απλά το σημείο εστίασής του. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μην εγκλωβίζεται σε μια μανιέρα, αλλά να απλώνει τις δυνατότητες της τεχνικής του με χαρακτηριστική άνεση, συνεχώς διευρύνοντάς τις. Έτσι, στην Ελεύθερη πτώση ο Μελιτάς αναμετριέται με την επικαιρότητα και διερωτάται για τη θέση και την πράξη του ατόμου σε σχέση με αυτήν.

Οδυνηρά οικείος σε κάποια σημεία, ανακλητικός ζητημάτων που έχουν απασχολήσει όλους μας (βλ. για παράδειγμα τα ποιήματα "Au bord de l’ eau", "Το δόγμα του σοκ" και "Εν μεγάλη γερμανική αποικία, 2014 μΧ."), τον παρακολουθούμε να τα σχολιάζει με πικρία και σαρκασμό, μέσα από μοτίβα της καθημερινότητας που αφυπνίζουν και προβληματίζουν τον αναγνώστη.

Όμως βασικός σκοπός του Μελιτά δεν είναι να προβληματίσει. Αν ήταν, δεν θα υιοθετούσε τον απαλό τρόπο που είναι χαρακτηριστικός της ποίησής του και που ενδεχομένως κρύβει μια διάθεση να προστατεύσει τον αναγνώστη. Επιδίωξή του είναι να βάλει τα χέρια του «επί των τύπων των ήλων», να παρατηρήσει και να αναλύσει τα γεγονότα που τον βομβαρδίζουν, όπως όλους μας, γεγονότα που συχνά νιώθει να τον υπερβαίνουν, σπρώχνοντάς τον σε ελεύθερη πτώση. Και αυτό το καταφέρνει χωρίς να γίνεται ποτέ αυτοαναφορικός, κρατώντας τον στίχο του ανοικτό και αποστασιοποιημένο από τα δήθεν, με βλέμμα σταθερά και αδιαπραγμάτευτα προσηλωμένο στην πραγματικότητα. Οδηγείται έτσι σε καίριες διαπιστώσεις, τις οποίες διατυπώνει με απλά μέσα, χωρίς τίποτε περιττό ή βαρύ.

Όπως σε κάθε συλλογή, κάποια ποιήματα είναι λιγότερο σθεναρά από άλλα, όμως συνολικά πρόκειται για μια ποίηση ουσιαστική, γραμμένη με εξαιρετικό ρυθμό και στηριγμένη σε γερές βάσεις.

Χριστίνα Λιναρδάκη



ΥΓ. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στη Λέσχη Ανάγνωσης Μαρτίου 2015 του vakxikon.gr

Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2015

Φάκελος "Λαοί στο περιθώριο - Η ποίηση των γειτόνων" Σταθμός πρώτος Τουρκία





Suat Taşer
 Ετούτη η ανάρτηση αποτελεί συνέχεια προηγούμενης ανάρτησής μας για την ποίηση στη γείτονα χώρα. Ολοκληρώνουμε έτσι, με αυτό το β΄ μέρος της ανθολογίας μας, την πρώτη «στάση» στο ενδιαφέρον ταξίδι-περιήγησή μας, την Τουρκία. 



TΟ ΓΑΛΑΖΙΟ ΠΟΥΛΟΒΕΡ
Neşe Yaşin

Μενεξελιά ήταν τα βουνά
και καταπράσινοι οι μπαξέδες
ήταν και δυο φανταράκια
που τους έστησαν αντιμέτωπους
με το αυτόματο στο χέρι
το όπλο ξέρασε φωτιά
o ένας είχε σκοτωθεί
ο άλλος ζούσε
- Εγώ πέθανα στη μάχη
Ήμουνα 20 χρονών
Μανούλα μου
αυτός που με σκότωσε
είχε την ίδια μ’ εμένα ηλικία
και μου ‘μοιαζε
κι εκείνου η μάνα
θα σου ‘μοιαζε το δίχως άλλο.

Είχε μια μάνα ο πεθαμένος εκείνος φαντάρος
καθόταν η γυναίκα στο κατώφλι του σπιτιού της
ένα πουλόβερ του γιου της έπλεκε
έπλεκε ένα πουλόβερ από γαλάζιο μαλλί
όμορφα πήγαινε το χρώμα στο μελαμψό παιδί της
όμως ο πόλεμος
με ολοπόρφυρη φορεσιά
είχε ντύσει το γιο της
δεν το ‘ξερε αυτό η δόλια η μανούλα
γι’ αυτό και δε θρηνούσε
κατάμονη έπλεκε το πουλόβερ
το πουλόβερ το ‘πλεκε κατάμονη.

Ανάμεσα σ’ αυτούς που αντάμωναν τους αιχμαλώτους
μια μάνα μαυρομαντιλούσα
ρωτούσε ολοένα
«Μην είδατε το γιο μου, το γιόκα μου»
τα παιδιά πέφταν στις αγκαλιές των πατεράδων με τη γενειάδα
και οι γυναίκες τ’ αγκάλιαζαν και τα φιλούσαν
μια μάνα μαυρομαντιλούσα
ολοένα ρωτούσε
«Μην είδατε το γιο μου, τον κανακάρη μου»
- «Ήτανε μαυρομάτης-»
«Μην είδατε το γιο μου, το σπλάχνο μου»
«Είχε καρδιά μάλαμα».
«Δεν τον είδαμε»
«Δεν τον είδαμε»
«Δεν τον είδαμε»
Τον είδε όμως η μαύρη γης
Τον είδαν τα μυρμήγκια, τα σκουλήκια
Τον είδαν και τ’ αστέρια
«Δεν τον είδαμε»
«Δεν τον είδαμε»
«Δεν τον είδαμε»
σωριάστηκε η μάνα
ανάμεσα στους άδειους κάλυκες από σφαίρες.

Ένα γαλάζιο πουλόβερ
στεκόταν στην άκρη του κρεβατιού
και πρόσμενε
κρύωνε το γαλάζιο πουλοβεράκι
όπως θα κρύωνε άνθρωπος χωρίς πουλόβερ
έτσι κρύωνε κι αυτό
γιατί δεν είχε τον άνθρωπό του.

Νεσέ Γιασίν

ΝΕΣΕ ΓΙΑΣΙΝ: Τουρκοκύπρια ποιήτρια. Γεννήθηκε το 1959 στην Κύπρο. Ο πατέρας της είναι ο συγγραφέας και ποιητής Οζκέρ Γιασίν και ο αδελφός της ο διακεκριμένος ποιητής Μεχμέτ Γιασίν. Σπούδασε κοινωνιολογία και σήμερα διδάσκει Τουρκικές Σπουδές στο πανεπιστήμιο της Κύπρου. Είναι ακτιβίστρια ειρήνης από πολύ νεαρή ηλικία. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί σε 20 γλώσσες και δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και ανθολογίες. Έχει λάβει πολλές διακρίσεις και βραβεία.



ΣΥΝΥΠΑΡΞΗ

Είσαι το μικρό μου που τ’ αποθύμησα πολύ
πώς έτσι βράδιασε δίχως να πάρω είδηση
μην την ξυπνάς τη λάμπα μας άστην να κοιμηθεί

Είδες πάλι πώς σαν αίμα κόκκινο τα γαρούφαλα
σαν το γάλα άσπρο ένα φως ξεχύθηκε από το γείτονα στις ντάλιες
στην καρδιά μας μια φούχτα νερό μια φέτα ψωμί
και σαν το στάρι λιχνίζονται τ’ αστέρια π’ ανατέλλουν

Πώς γίνεσαι έτσι όμορφη όταν απ’ το φεγγάρι το πρόσωπό σου φωτιστεί
πώς σαν το ποτάμι τα μάτια σου τρεμοπαίζουν
ξέρεις τον τόπο απ’ όπου άρχισε ο έρωτάς μας
στα παιδικά μας που περάσαμε χρόνια στα πάρκα και στα τραμ
ευτυχία είναι τα ίδια να μας αρέσουν και ν’ αγαπάμε πράματα
να γελάμε και για την ίδια να κλαίμε αιτία
ένα εισιτήριο του σινεμά γράμμα και τηλεφώνημα
και τα πρώτα φώτα της πολιτείας που ξαφνικά ανάβουν

Όλα σωπαίνουν στις προχωρημένες της νύχτας ώρες
αν προσέξουμε μπορούμε της ανθρώπινης καρδιάς τον χτύπο
ν’ αφουγκραστούμε
στ’ αλήθεια αυτοί οι άνθρωποι τι αγαπητά που είναι πλάσματα
πώς καταφέρνουν και ζουν ανάμεσα στις θανατηφόρες μάχες
ένα τραγούδι μας έρχεται ανάμεσα από τα φύλλα
ένα τραγούδι ανθρωπιάς ειρήνης και αγάπης
κείνη τη στιγμή λαμποκοπάει μες στην καρδιά μας τ’ αστέρι
τους λεύτερους ανθρώπους σκεφτόμαστε κείνη τη στιγμή

Είσαι το μικρό μου που τ’ αποθύμησα πολύ
χαρούμενη σαν τ’ αστέρια νάναι η ζωή μας
κι όταν οι ώρες διαβαίνουν στο προσκέφαλό μας
έρχονται σιγά σιγά τα καράβια με τούλινα ιστία.

Αττίλα Ιλχάν

ΑΤΤΙΛΑ ΙΛΧΑΝ: Γεννήθηκε το 1925 στη Μαινεμένη της Ιωνίας. Μαθητής της β΄ τάξης λυκείου της Σμύρνης το 1941, αποβλήθηκε για τις επαναστατικές του ιδέες και δικάστηκε, μα αθωώθηκε. Ένα διάστημα παρακολούθησε μαθήματα στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Πόλης. Από το 1948 έως το 1968 έγραψε έξι ποιητικές συλλογές.



ΑΙΜΑ ΚΑΙ ΛΟΥΛΟΥΔΙ

Θέλω ν’ αναστήσω ένα λουλούδι
Τον ήλιο να σκεπάσει το φύλλωμά του
Και τα αδούλωτα παιδιά να κοιμηθούν
Στο μυρωμένο του ίσκιο
Ένα λουλούδι
Ν΄αναστήσω
Στην αναίμαχτη
Πέρα μεριά
Του κόσμου.

Ερτζουμέντ Μπεχζάτ

ΕΡΤΖΟΥΜΕΝΤ ΜΠΕΧΖΑΤ: Γεννήθηκε στην Πόλη το 1903. Έγραψε επτά ποιητικές συλλογές.



ΝΑ ΚΛΑΨΕΙ Ο ΓΑΛΑΖΙΟΣ ΔΟΥΝΑΒΗΣ

Χορέψαμε στους γάμους πιασμένοι απ’ τους ώμους
Τους νεκρούς μας θάψαμε μαζί
Τον ίδιο παρακαλούσαμε Θεό
Στην εκκλησιά εσείς στο τζαμί εμείς
Πλάι πλάι μεγάλωσαν τα παιδιά μας
Δεν κοιτάξαμε ο ένας τον άλλον με μάτι φθονερό

Και για σας και για μας
Ο Γαλάζιος κυλούσε Δούναβης

Αδέρφια μου είναι δουλειά των σκυλιών που βρίσκονται στην εξουσία
Των σκυλιών της εξουσίας είναι η δουλειά αυτή
Όλοι οι πόλεμοι είναι δουλειά δική τους
Εκείνοι κάνουν τους λαούς οχτρούς μεταξύ τους
Φαρμάκι βάζουν στο φαΐ μας
Γκρεμίζουν χωριά και πολιτείες

Και για σας και για μας
Ο Δούναβης μαυρίζει

Γεια σας γειτόνοι
Μπάρμπα Στέφανε που δε σκύβεις το κεφάλι
Γεια σου οργανοπαίχτη Γιάννη, όμορφη Ελένη
Χέρσα γη που σε κάναμε εύφορη
Δώστε προσοχή
Και στα βλαστάρια που φυτέψαμε
Γεια σας γειτόνοι

Και για σας και για μας
Ο Γαλάζιος Δούναβης να κλάψει

Μεχμέτ Μπασαράν

ΜΕΧΜΕΤ ΜΠΑΣΑΡΑΝ: Ποιητής και διηγηματογράφος. Γεννήθηκε το 1926 στο Λουλεμπουργκάζ της Ανατολικής Θράκης. Χρημάτισε δημοδιδάσκαλος. Απότ ο 1953 έως το 1969 κυκλοφόρησαν πέντε ποιητικές συλλογές του.



ΨΩΜΙ ΚΙ ΑΣΤΕΡΙΑ

Στο γόνατό μου ψωμί
Τ’ αστέρια μακριά, πολύ μακριά
Τρώγω ψωμί κοιτάζοντας τ’ αστέρια.
Μη ρωτάτε πόσο αφαιρέθηκα,
Καμιά φορά τα χάνω
Και τρώγω αστέρια.

Οκτάι Ριφάτ


ΤΟ ΠΟΤΗΡΙ

Εδώ είναι ψαράδικη ταβέρνα
Όλα γύρω μαβιά
Τι λογής καπηλειό είναι τούτο, Αποστόλη
Στο πιάτο μου ένα σύννεφο
Ένα κομμάτι ουρανός στο ποτήρι μου.

Οκτάι Ριφάτ

ΟΚΤΑΪ ΡΙΦΑΤ: Ο Οκτάι Ριφάτ γεννήθηκε το 1914 στην Τραπεζούντα. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Παρίσι. Άρχισε τη σταδιοδρομία του σαν δημόσιος υπάλληλος και συνέχισε σαν δικηγόρος. Συνεργάστηκε με προοδευτικά λογοτεχνικά περιοδικά. Έγραψε και θεατρικά έργα. Από το 1941 έως το 1966 έγραψε εννέα ποιητικές συλλογές.



ΟΙ ΑΝΕΜΟΙ ΜΟΥ ΜΙΛΑΝΕ

Εγώ ήμουνα ένας αιχμάλωτος πολέμου
Αγαπούσα τα σύννεφα, αγαπούσα τη λευτεριά
Αγαπούσα τους ανθρώπους, αγαπούσα τη ζωή
Μια νύχτα άδειασαν τα σύννεφα από τα μάτια μου.

Μη λέτε καθόλου ψέματα
Δεν μπορώ κι εγώ το ψέμα να το πω.
Κι εγώ διάφανα, ολοκάθαρα
Αστραφτερά φωνάζω:
Φτάνει πια το δόλωμα στ’ αγκίστρι
Που την καρδιά χλευάζει
Σταματήστε πια σαν τις δεκάρες να μας σκορπάτε.

Μάτια έχω, βλέπω:
Μισόγυμνους, ολόγυμνους
Η γη γιομάτη πεθαμένους
Σφιχταγκαλιασμένοι οι νεκροί
Άμαχοι, φαντάροι, γέροι, πεθαμένοι
Οι πεθαμένοι βρωμάνε βρωμάνε
Γιομάτοι αηδία.

Έχω γλώσσα, μιλάω:
Το κάτω μου σαγόνι
Και τα μάτια μου ίσως θα πάρουν
Επειδή ζητούσα να ζήσω και λεύτερος να μείνω
Και ίσως ένα πρωινό
Λίγο πριν ξημερώσει
Το άγαλμά μου να στηθεί
Σε μια αγχόνη.

Τζαχίτ Ιργκάτ

ΤΖΑΧΙΤ ΙΡΓΚΑΤ: Γεννήθηκε στο Λουλέμπουργκαζ της Θράκης το 1915 και πέθανε το 1971 στην Πόλη. Έκανε θεατρικές σπουδές στο Εθνικό Ωδείο της Άγκυρας. Έπαιξε σε πολλά θεατρικά έργα και ταινίες. Διώχτηκε για τις επαναστατικές του ιδέες. Από το 1945 έως το 1969 έγραψε τέσσερεις ποιητικές συλλογές.



Ο ΦΟΒΟΣ

Καταντήσαμε να φοβόμαστε τον ίσκιο μας
να φοβόμαστε να χαιρετάμε, να ονειρευόμαστε,
τον ταχυδρόμο που χτυπάει την πόρτα μας,
το ζητιάνο, το μωρό στην κούνια του,
το λουλούδι μας στη γλάστρα,
το είδωλό μας στον καθρέφτη.

Τελειώνει η μέρα, ατέλειωτος ο φόβος
σταματάει η βροχή, ο φόβος ασταμάτητος,
κοιμάται η θάλασσα, τ’ αστέρια σβήνουν
πάνε κι έρχονται τα σύννεφα
ο φόβος έρχεται δε φεύγει.

Σουάτ Τάσερ

ΣΟΥΑΤ ΤΑΣΕΡ: Ο Σουάτ Τάσερ γεννήθηκε το 1919 στην Πόλη. Το 1945 αποφοίτησε από την Ανώτατη Σχολή του Εθνικού Ωδείου της Άγκυρας. Από τότε μέλος του θιάσου του Εθνικού Θεάτρου της Τουρκίας. Γράφει κριτική θεάτρου σε προοδευτικά περιοδικά όπου δημοσιεύτηκαν και ποιήματά του. Από το 1942 έως το 1970 έγραψε οκτώ ποιητικές συλλογές.



(Μετάφραση και επιμέλεια: Έρμος Αργαίος
Επιλογή: Χριστίνα Λιναρδάκη για το στίγμαΛόγου)


Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2015

"Σουίνγκ με τ' αστρα" του Αντώνη Τσόκου


Νύχτα καλοκαιρινή

Νύχτα καλοκαιρινή. Γέλια της πόλης. Φεγγάρι που περίσσεψε από χθες. Τ’άστρα στωμένα στην ταράτσα. Στα σύρματα μια κάλτσα κόκκινη ακροβατεί λησμονημένη. Το ταίρι της ίσως να μην το ξαναδεί. Λάμπες παλιές, ζημιογόνες, απειλούν γη και ουρανό. Παράφωνα μωρά θρηνούν το καλοκαίρι. Ζάρια βουτούν σε ξύλινο κουτί. Μπουκάλια άδεια περιεχομένου κατρακυλούν την κατηφόρα. Στο πικάπ η βελόνα υγρά χαράζει τις καλοκαιρινές ανάσες. Ο έρωτας, ξαπλωμένος στο τσιμεντένιο πεζούλι, απολαμβάνει κόπους μιας ζωής. «Tu vuo’ fa’ l’americano, mericano, mericano…»



Είναι προφανές ότι, εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον, η συλλογή του Αντώνη Τσόκου Σουίνγκ με τ’άστρα δεν δείχνει να έχει τα στοιχεία μιας κλασσικής ποιητικής συλλογής. Αποτελείται από σαράντα τέσσερα ποιήματα που... δείχνουν όπως αυτό που υπάρχει στην αρχή του θέματος: μοιάζουν με πεζά. Σύντομα στην συντριπτική τους πλειοψηφία, χωρίς να ακολουθούν τους λίγο πολύ κλασσικούς κανόνες στιχουργικής, εμφανίζονται σαν πραγματικοί χαμαιλέοντες και διαγράφουν μια καθόλα παράδοξη και αιρετική πορεία.

Η συζήτηση για το κατά πόσο ένα ποίημα οφείλει να...μοιάζει με τέτοιο είναι μεγάλη και περίπλοκη, δεν θα καταπιαστώ μ’αυτήν εδώ αφενός γιατί οι γνώσεις μου είναι στην καλύτερη περίπτωση ανεπαρκείς, και αφετέρου επειδή έτσι κι αλλιώς τα όρια είναι ασαφή. Θα προτιμήσω να κοιτάξω προσεκτικά αυτή τη συλλογή που κινείται σε ενδιάμεσες καταστάσεις και τοποθετείται συνειδητά εκτός πεπατημένης, για να δω αν το εγχείρημα του ποιητή πετυχαίνει τελικά να αποδώσει τα ζητούμενα.

Η πρώτη ανάγνωση δείχνει ένα σύνολο κειμένων με έντονα τα χαρακτηριστικά του παραμυθιού: ένας κόσμος υπερρεαλισμού και μυθικών συνδυασμών (νοηματικών και λεκτικών εξίσου) τίθεται στην διάθεση του αναγνώστη, για να τον εξερευνήσει και να δει αν μπορεί να αποτελέσει μέρος του. Ο ποιητής είναι σταθερά παρών στα κείμενά του στο πρώτο ενικό, συνδιαλέγεται με άλλους και περιγράφει καταστάσεις και εικόνες, μπερδεύει τα όρια του χώρου και του χρόνου για να καταλήξει τελικά μέρος ενός σύμπαντος ταυτόχρονα αγωνιώδους φαντασίας και ασφαλούς διαδρομής από και προς τον εαυτό του. Πρόκειται για έναν ποιητή/αφηγητή, και άρα εικονοπλάστη και παραμυθά, που δείχνει στον αναγνώστη δρόμους εκτός του αναμενόμενου τόσο στυλιστικά όσο και εννοιολογικά με μέσο μια ποίηση που δείχνει να μην υπακούει σε κανόνες. Τουλάχιστον στους κλασσικούς.

Προσωπικά βρίσκω ενδιαφέρουσα την απόπειρα να εναταχθεί ο ποιητικός λόγος σε μια εικόνα πρόζας: εκεί που η πρώτη ματιά αποκαλύπτει ένα πεζό κείμενο, η καθεαυτή ουσία του κινείται σε καθαρά ποιητικούς δρόμους. Τα ρήματα δεν είναι το θεμελιώδες συστατικό, οι εικόνες διαδέχονται η μία την άλλη χωρίς τη δέσμευση του γραμμικού χρόνου, με άλλα λόγια είναι μια ποίηση καμουφλαρισμένη σε πρόζα και αυτό έχει μια παραδοξότητα: αναρωτιέται κανείς για την επί της ουσίας χρηστικότητά του, χωρίς παρόλα αυτά να υποτιμά την πρωτοτυπία:

Πικρές αγγελίες


(...)
Έμπειρος γραφέας αναλαμβάνει: κοντέματα και μακρέματα κοφτερών ποιημάτων. Μεταποιήσεις φθαρμένων κειμένων και επιδιορθώσεις των καταστροφικών τους νοημάτων. Δέχεται παραγγελίες στα μέτρα των σκέψεών σας.

(...)
Ευρύχωρο παραμύθι. Με θέα στην παιδική φαντασία. Διαθέτει: Τρεις κακούς ήρωες, δυο όμορφες νεράιδες, πέντε ξωτικά κι έναν αναποφάσιστο πρίγκιπα. Ιδανικό για ηλικιωμένους.

(...) 

Χαρίζονται: Πέντε νεογέννητα όνειρα, λόγω αδυναμίας εκπλήρωσής τους. Αποκλειστικά για ονειροπόλους.

Ο ρεαλισμός που εδραιώνει το Εγώ (είτε μόνο του, είτε σε διάλογο με το Εσύ) ως βασικός άξονας παρατήρησης είναι μόνο κατ’επίφαση, η αλήθεια είναι ότι ο ποιητής δημιουργεί ερεθίσματα στις πέντε αισθήσεις: πότε στην όραση (έντονη παρουσία χρωμάτων, αντιθέσεων στις λέξεις και στο νόημα), πότε στην όσφρηση, πότε στην ακοή. Σ’αυτούς τους ιδιόρρυθμους στίχους, κρυμμένους σε προτάσεις, επιχειρείται η δημιουργία ένος σύμπαντος ποιητικού και συγκινησιακού από την αρχή, και αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο στην δουλειά του Αντώνη Τσόκου. Δεν στερείται λεξιλογικού πλούτου, ούτε πρωτοτυπίας στους συνδυασμούς των παραδόξων που συνθέτουν αυτή τη συλλογή, ούτε του λείπει το θάρρος να φέρει κοντά στοιχεία που εκ πρώτης όψεως δεν συμπορεύονται, συμβαίνει όμως σε κάποιες περιπτώσεις ο στόχος να μην είναι σαφής και το στίγμα να χάνεται. Τα ποιήματα της συλλογής αυτής έχουν την αρετή να κάνουν τον αναγνώστη να ονειρεύεται κάτι που δεν έχει ξαναδεί ούτε ξανακούσει, και κάποιες στιγμές γίνονται αφορμή για ένα πραγματικό ταξίδι στο άγνωστο. Και δεδομένου ότι αυτή είναι η πρώτη ποιητική συλλογή του Αντώνη Τσόκου, θα ήταν ενδιαφέρον να δούμε ποια θα είναι η εξέλιξη αυτής της ιδιότυπης ματιάς πάνω στην πραγματικότητα.


                                                                                                                           Κρις Λιβανίου


Μερικά ποιήματα που τράβηξαν την προσοχή μου:

Αν...

Μυρίζει η νύχτα υγρασία και καπνό. Στάχτη από τα «αν» που κάπνιζες για χρόνια. Δυο γράμματα έκαναν στέκι τους τ’ανήσυχά σου βράδια. Σκάβουν στο χθες, γδέρνουν το τώρα. Φέγγουν παράνομα, εκεί που δεν θα ξημερώσει. Συνωμοσία με αγέννητες στιγμές. Κομμάτια νάρκης, δάκρυα, χαμένος χρόνος. Όλα στο πάτωμα, ανακατεμένα. Σβήνεις το τελευταίο «αν» και πας να ζήσεις.


Παραισθήσεις


Απόψε θα πεθάνω ξανά. Με την αλήθεια που δεν μπόρεσα ποτέ να ξεστομίσω σκουριασμένη στα χείλη. Μέχρι το τέλος της ημέρας θ’αντέξω να μη σ’αγαπώ. Μετά αναλαμβάνει το αψέντι. Μια παραίσθηση για κάθε ψέμα που φοβήθηκα να κάψω. Στις στάμπες των φιλιών σου θέλω να βρω κουράγιο ν’απολογηθώ. Για τις βραδιές που διαπέρασαν τα τσαλακωμένα μου σεντόνια. Για τα λευκάνθεμα καραβάκια που βούλιαξαν στης λήθης τη ρουτίνα... Πέντε λεπτά πριν πεθάνεις, δεν υπόσχεσαι, πράττεις. Απόψε, πριν χαθώ παντοτινά, θα σκορπίσω στα κύματα τις στάχτες που κύλισαν από το φόρεμά σου...

Κυριακή, 22 Μαρτίου 2015

Ο αρχαίος λυρικός ποιητής Ανακρέων

«Μεγάλω δηύτέ μ’ Έρως έκοψεν ώστε χαλκεύς
πελέκει, χειμερίη δ’ έλουσεν εν χαράδρη.»


Ο ποιητής Ανακρέων (572-485 π.Χ.), από τους κορυφαίους της μονωδικής συμποσιακής Λυρικής ποίησης, γεννήθηκε στην Τέω της Ιωνίας. Αργότερα έζησε στα Άβδηρα της Θράκης, εξ αιτίας της κατάκτησης της πόλης του από τους Πέρσες. Η φήμη του τον έφερε στις αυλές των ηγεμόνων, της Σάμου Πολυκράτη, του Πεισιστρατίδη Ιππία της Αθήνας, ίσως για ένα διάστημα των Αλευβάδων της Θεσσαλίας και τέλος στους αριστοκρατικούς κύκλους της κλασικής Αθήνας. Παρεξηγημένους από τους μεταγενέστερους σαν ένας μέθυσος αυλικός στιχοπλόκος υμνωδός του κρασιού και του ερωτισμού.

Οι Αλεξανδρινοί όμως φιλόλογοι τον θεωρούν δάσκαλο του μέτρου και τον κατατάσσουν στον κανόνα των «9 λυρικών ποιητών» δηλαδή μαζί με την Σαπφώ, τον Αλκαίο, τον Πίνδαρο κ.ά.. Το φιλολογικό ενδιαφέρον για την Λυρική ποίηση ουδέποτε εξέλιπε κατά την πορεία του ιστορικού χρόνου. Η εποχή της αναγέννησης αναζωπυρώνει το ενδιαφέρον γύρω από αυτό το ποιητικό είδος, επειδή η Λυρική ποίηση αποτελεί σταθμό στην εξέλιξη του Ευρωπαϊκού πνεύματος. Ποίηση υποκειμενική, τοποθετεί το πρόσωπο στο κέντρο του ιστορικού γίγνεσθαι, καθώς υπήρξε η θεματική στροφή από την ηρωϊκή εποχή στην καθημερινή ζωή του ανθρώπου, η οποία τώρα αποκτά αξία. Οι λυρικοί ποιητές προμηνύουν τον άνθρωπο – πολίτη που γεννά την επιστήμη, το θέατρο και την δημοκρατία. Από τα ενδιαφέροντα των φιλολόγων και ποιητών των νεώτερων χρόνων δεν θα απουσιάσει ο Ανακρέων ή τα «Ανακρεόντεια», της Παλατινής Ανθολογίας.

Η Αλεξάνδρα Ροζοκόκη, συγγραφέας αυτού του βιβλίου, με την πλούσια ευρωπαϊκή βιβλιογραφία της μας κατατοπίζει γύρω από την επίδραση του Ανακρέοντα στους νεώτερους στοχαστές. Το κέντρισμα, όπως αναφέρει, είναι μία γαλλική μετάφραση σε έντυπη μορφή του Η. Stefanus το 1554, την διαδέχονται και άλλες μεταφράσεις ποιητών, όπως και του Γκαίτε, οδηγώντας στο λογοτεχνικό ρεύμα του «Ανακρεοντισμού» του 18ου αιώνα, το οποίο επηρέασε και την ελληνική προσολωμική ποίηση (Αθ. Χριστόπουλος, Βηλαράς, Μάτεσης).

Η ελληνική βιβλιογραφία για τον αρχαίο λυρικό Ανακρέοντα είναι μάλλον πενιχρή. Δεν απουσιάζουν μεταφράσεις σπουδαίων φιλολόγων (Ανδ. Λευτάκης, Γ. Δάλλας, Σκιαδάς) ή ακόμη και ερμηνείες ταλαντούχων τραγουδιστών (Βασ. Λέκας). Μία αυτοτελής επιστημονική έρευνα με πλούσια στοιχεία για τον ποιητή από την Κέω της Ιωνίας, κατά τις τελευταίες τουλάχιστον δεκαετίες δεν κυκλοφορούσε. Το κενό αυτό θα καλύψει το «Κέντρο Ερεύνης της Ελληνικής και Λατινικής γραμματείας» της Ακαδημίας Αθηνών με την μελέτη «ΑΝΑΚΡΕΩΝ» (εισαγωγή, κείμενο, μετάφραση, σχόλια) της Αλεξάνδρας Ροζοκόκη, φιλολόγου – ερευνήτριας, στο ανωτέρω τμήμα του ανωτάτου αυτού επιστημονικού ιδρύματος της χώρας μας. Η Α.Ρ. μας είναι γνωστή και από την παλαιότερη εργασία της «ΙΩΝ» του Πλάτωνα (εκδόσεις Επικαιρότητα). Κατέθεσε ύστερα από κοπιώδη επιστημονική έρευνα αυτό το κατατοπιστικό ογκώδες βιβλίο.

Αυτό μαρτυρεί η πλούσια βιβλιογραφία της που μας θυμίζει έναν άτλαντα των ευρωπαϊκών πανεπιστημίων, καθώς και τα τελευταία ευρήματα της παπυρολογίας. Στηρίχθηκε πρωτίστως στην έκδοση (1962) του Ιταλού φιλολόγου Bruno Gentili, «αυθεντίας» στην ποίηση του Ανακρέοντα, στις εκδόσεις των D. Page (Οξφόρδη 1962), C. M. Bowra (Οξφόρδη 1967) για τους αρχαίους λυρικούς, καθώς και στον αρχαίο γραμματικό Αθήναιο. Δεν απευθύνεται μονάχα στους μυημένους της αρχαιοελληνικής ποίησης, αλλά και σε ένα απαιτητικό κοινό, που τώρα τελευταία αυξάνεται, το οποίο θαυμάζει τους αρχαίους λυρικούς ποιητές. Έδωσε μεγάλη προσοχή στο σχολιασμό των στίχων του Ανακρέοντα, όσους διασώζονται μέχρι σήμερα στο αυθεντικό τους κείμενο. Ο σχολιασμός των στίχων ακολουθεί την μέθοδο της ερευνήτριας, «Παράδοση κειμένου», «Μέτρον» και «Σχόλια». Η παράδοση κειμένου περιλαμβάνει τις πηγές προέλευσης, την γνησιότητα και τις τυχόν προσθήκες με την πάροδο του χρόνου. Το «Μέτρον» τα διάφορα μέτρα που επιλέγει με επιτυχία ο ποιητής από την Τέω της Μ. Ασίας. Οι επιδράσεις του από τους Αιολείς ποιητές αλλά και από τους Ίωνες περισσότερο, καθιέρωσαν το «ανακλώμενο Ιωνικό δίμετρο» ή το «Ανακρεόντειο». Για αυτή την δεξιοτεχνία και την ευφυΐα, ο Πλάτων τον αποκαλεί σοφό ποιητή. Τα σχόλια στις λέξεις είναι πυκνά, καλύπτουν 120 σελίδες του έργου. Εκ πρώτης όψεως θα ενόμιζε κανείς ότι πρόκειται για αναφορές και υπομνήματα προς εντυπωσιασμό των ειδικών.

Μία προσεκτική ανάγνωση της ερμηνείας των λέξεων με την απλή και ρέουσα γλώσσα, την εξονυχιστική έρευνα για την καταγωγή και την χρήση των λέξεων στην ποίηση του Ανακρέοντα, με οδηγό αρχαίους ποιητές, φιλοσόφους, λογογράφους και κορυφαίους ερευνητές ευρωπαϊκών πανεπιστημίων, είναι προτερήματα που εξοικειώνουν τον αναγνώστη με την ποίηση του Ανακρέοντα, κεντρίζοντας την επιθυμία του να την διαβάσει στο αρχαίο της κείμενο. Η Αλεξάνδρα Ροζοκόκη στις πολυάριθμες σελίδες των σχολίων δεν συμφωνεί πάντα με τις γνώμες των παλαιοτέρων, εκθέτει όταν κρίνει σωστό και την δική της άποψη.

Όσον αφορά την μετάφραση των διασωθέντων μελικών αλμάτων, των ελεγειακών ποιημάτων, των επιγραμμάτων και αυτών που λέγονται «Αβέβαια», αυτή αποδίδεται με μεγάλη προσοχή στις έννοιες των λέξεων και σε σεβασμό στο πνεύμα του αρχαίου ποιητή.

Η νεοελληνική απόδοση επιβεβαιώνει ότι και η λυρική ποίηση του Ανακρέοντα είναι ένα τραγούδι υψηλής ποιότητας, που ο δημιουργός του ήταν άνθρωπος με παιδεία και γνώση, με σκέψη απαλλαγμένη από τους φόβους και τις προκαταλήψεις. Αναζητεί την αλήθεια, υμνεί την ζωή μαζί με τα πάθη του έρωτα. Ποιήματα με αναλλοίωτη μουσική γλώσσα που διασώζονται ανά τους αιώνες για να μας θυμίζουν ότι ο Διόνυσος, η Αφροδίτη, η οινοποσία, ο Έρωτας είναι τα μυστικά της ζωής, της ιδιοσυγκρασίας αλλά και της φιλοσοφίας του σημερινού Έλληνα. Μιας φιλοσοφίας που αντικρίζει τη ζωή με τις χαρές και τις λύπες αισιόδοξα, οδηγώντας σε μια «νηφάλια ευδαιμονία» όπου ο έρωτας με καταλύτη το κρασί γίνεται η αντίρροπη δύναμη της θλίψης, του φόβου και της υποταγής του θανάτου. Αυτό μαρτυρεί και η απόδοση (αρ. 12) του μελικού άσματος του Ανακρέοντα:
«Εμπρός ξανά, με τόσο
πάταγο και ξεφωνητά
ας μην επιδιδόμαστε
να μεθοκοπούμε όπως οι Σκύθες,
αλλά να πίνουμε λίγο-λίγο με τη συνοδεία
ωραίων ύμνων»


Η ποίηση του Ανακρέοντα ανακαλύπτει την συνέχειά της σε αρκετούς στίχους των μεγάλων της νεοελληνικής ποίησης συμπεριλαμβανομένου και του δημοτικού τραγουδιού. Οι αποδόσεις των στίχων (42) και (51):
«Γλυκόλαλο, χαριτωμένο χελιδόνι»
μας θυμίζουν δημοτικά τραγούδια της αγάπης ή παινέματα της κόρης όταν πλένει τα ρούχα της. Οι στίχοι (188) και (189) των επιγραμμάτων με την άψογη απόδοση, τα οποία υμνούν τον αγαπητό Αγάθωνα των Αβδήρων που νέος έπεσε στον πόλεμο ή τον γενναίο Τιμόκριτο που ο Άρης του στέρησε τα νιάτα, μας παραπέμπουν στα επιτάφια επιγράμματα του Αλεξανδρινού Καβάφη. Αρκετοί είναι οι στίχοι της μετάφρασης που μας δηλώνουν ότι ο Ανακρέων συνεχίζεται στη ποιητική συλλογή «Λυρικός βίος» του Αγγ. Σικελιανού ή στα ποιήματα του Παλαμά όπως «το πιοτό και το ποτήρι», ο οποίος αρκετές φορές αναφέρει τον Ανακρέοντα ή τα «Ανακρεόντεια».

Ένα χαρακτηριστικό των ποιημάτων του Ανακρέοντα αλλά και των άλλων της λυρικής ποίησης είναι η εικόνα της γυναίκας που εν μέρει αλλάζει, εν αντιθέσει με την επική ποίηση (ηρωική, διδακτική), όπου η γυναίκα αποτελεί μέσον για την διαιώνιση του ανθρώπινου γένους, τεκνοποιεί υγιείς απογόνους, κατά προτίμηση αρρενωπούς άνδρες. Η γυναίκα στον Ανακρέοντα είναι γυναίκα σε περίοδο ειρηνικών χρόνων, σε συμπόσια ανερχόμενων νεοαριστοκρατών, όπου υμνείται ο έρωτας και η νεότητα. Ο πολεμιστής-ποιητής, ο αοιδός των βασιλικών ανακτόρων έκλεισε τον κύκλο του. Ο Ανακρέων είναι «νεωτερικός» για την εποχή του, όπως και άλλοι ομότεχνοί του. Χωρίς να έχει απαλλαγεί από την ανδροκρατική αντίληψη εξυμνεί με ευαισθησία την ομορφιά της νεαρής γυναίκας, αντικειμένου ερωτικής επιθυμίας που είναι ατίθαση και απρόσιτη. Ο άνδρας ως επιδέξιος εραστής θα την τιθασεύσει και θα την μυήσει ερωτικά. Ένα δείγμα αυτής της αλλαγής είναι το άσμα (αρθ. 76):
«Θρακιώτικο πουλάρι,
τι με λοξοκοιτάς, και μ’ αποφεύγεις;»


Στίχοι γεμάτοι συμβολισμούς και υπαινιγμούς, με τους οποίους κατά την συγγραφέα του βιβλίου ο ποιητής περνά το μήνυμα μέσα από μίαν ανάλαφρη ατμόσφαιρα που δημιουργεί το συμπόσιο. Γεμάτοι συμβολισμούς και μηνύματα είναι και οι στίχοι (αριθ. 13) για την νεαρή και ακατάδεκτη αρχοντοπούλα από την Λέσβο. Όπως βλέπουμε στα ποιήματα του Ανακρέοντα, ο έρωτας είναι αδιάκριτος για άντρες και γυναίκες. Οι στίχοι του εξυμνούν την ομορφιά του Βάθυλου την κόμη του Σμερδία ή του Κλεοβούλου, τα ωραία σώματα του Μεγιστή και του Ερξίωνα. Νέοι ευνοημένοι από τις μούσες και τους θεούς του έρωτα που έχουν ερωτικούς αντίζηλους ισχυρούς άντρες της εποχής.

Η Αλεξάνδρα Ροζοκόκη με την επιστημονική της μέθοδο ανέσκαψε και έφερε στο φως σπάνια στοιχεία που διεσώθηκαν για το έργο του αρχαίου λυρικού. Συνενώνοντάς τα με επιμέλεια αναστήλωσε την τέχνη τον Ανακρέοντα. Απέφυγε μία «λογοτεχνίζουσα» μετάφραση, έχοντας πλήρη επίγνωση ότι μεταφράζει ένα φιλόσοφο-ποιητή, γιατί η λυρική ποίηση της εποχής είναι στενά συνδεδεμένη με την προσωκρατική φιλοσοφία και με το λόγο της εκπαιδεύει την κοινωνία, εν αντιθέσει με τον σημερινό λυρισμό, που χαρακτηρίζεται σαν μία καθαρά ατομική υπόθεση. Μας παρέδωσε έναν Ανακρέοντα κοσμικό, κοσμοπολίτη και πολυταξιδεμένο ποιητή, με στενούς δεσμούς με τους ισχυρούς του αρχαίου κόσμου. Ένα έργο-κτήμα για τις μελλοντικές γενιές των ερευνητών.


Λουκάς Θεοχαρόπουλος

Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2015

Φάκελος «Λαοί στο περιθώριο – Η ποίηση των γειτόνων»

Ναζίμ Χικμέτ
Το στίγμαΛόγου ανοίγει νέο φάκελο για την ποίηση γειτονικών λαών.

Αν καταφέρουμε να αφήσουμε κατά μέρος εθνικές στρατηγικές, αμυντικές στάσεις, επιθετικές προκλήσεις και τα όμοια, αυτό που μένει είναι να δούμε ότι στη ρίζα των πραγμάτων, στην καθημερινότητα δηλαδή δύο λαών, οι καρδιές χτυπούν με τον ίδιο τρόπο. Μένει επίσης να συνειδητοποιήσουμε ότι ο μοναδικός δρόμος προς την ειρήνη είναι να γνωρίσουμε τους γείτονες λαούς και πως το καλύτερο μέσο για να το κάνουμε αυτό είναι προφανώς η ποίησή τους.

Πρώτος σταθμός του ταξιδιού μας λοιπόν η Βαλκανική Τουρκία. Η σύγχρονη τουρκική προοδευτική ποίηση, στρατευμένη στη συντριπτική της πλειοψηφία, έχει δεχθεί καθοριστικές επιδράσεις από τους σοσιαλιστές γείτονές της και δεν είναι παράδοξο που κινείται μέσα στα πλαίσια και τα ποιοτικά μέτρα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Αφοπλιστική, συγκινητική, συχνά αιφνιδιαστική για μας τους Έλληνες, μέρες που έρχονται ιδίως, η προοδευτική τουρκική ποίηση υμνεί την αδελφικότητα των λαών και μιλά για την ουτοπία της ειρηνικής συνύπαρξης σε έναν επιθετικό και ανταγωνιστικό σύγχρονο κόσμο.




ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟΥΡΚΟΥΣ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΕΣ

Όταν σε πιάσει ο καημός του γυρισμού σου στην πατρίδα
καταλαβαίνεις πως είσαι με τον Έλληνα αδερφός
κι όταν ακούς ένα ρωμέικο τραγούδι βλέπε
της Πόλης το παιδί στην ξενιτιά

στα τούρκικα βρίσαμε τη μεγάλη καρδιά
γίναμε φονιάδες μαχαιροβγάλτες
μα πάλι μέσα μας φωλιάζει η αγάπη
κρυμμένη για τέτοιες μέρες της ειρήνης

ας μην είναι από την ίδια τη γενιά
το αίμα που στις φλέβες μας κυλάει
μέσα μας αυτός ο τρελοαγέρας
τον ίδιο παίζει σκοπό

μ’ αυτή την απλοχέρα τη βροχή
μ’ αυτόν τον ήλιο το ζεστό
απ’ την ψυχή μας ανοιξιάτικη νεροποντή ξεσπαάει
στις αγκαλιές γιομίζει αγαθά

απ’ το νερό αυτό η δοκιμή και για τους δυο αμαρτία
νόστιμο σαν όλα τα πιοτά
από μιας χώρας τον καρπό αποσταγμένο
η κακία μας είναι ένα ποτό

ανάμεσά μας μια γαλάζια μαγεία
μια θάλασσα ζεστή
η μια της ακρογιαλιά πιο όμορφη από την άλλη
είμαστε δυο έθνη

με μας θ’ αναστηθεί μια μέρα
του Αιγαίου ο χρυσός αιώνας
το ίδιο και η παλιά εστία
απ’ την πυρά της που αύριο θ’ ανάψει

ένα γέλιο αρχικά στ΄αυτιά σου θα ηχήσει
ύστερα τα νόστιμα τύρκικα του ρωμιού
εκείνος για το Βόσπορο μιλάει
εσύ θυμάσαι το ρακί

Καταλαβαίνεις πως είσαι αδερφός με το Ρωμιό
όταν σε πιάσει ο καημός του γυρισμού σου στην πατρίδα

Λονδίνο 1947
Μπουλέντ Ετζεβίτ



ΝΑ ΔΩΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

Να δώσουμε τον κόσμο στα παιδιά τουλάχιστον για μια μέρα
Σαν χρυσοπλούμιστο μπαλόνι να τους δώσουμε να παίξουν
να παίξουν λέγοντας τραγούδια ανάμεσα στ’ αστέρια
να δώσουμε τον κόσμο στα παιδιά
σαν ένα μεγάλο μήλο να τους δώσουμε σαν ένα ζεστούτσικο καρβέλι

τουλάχιστον για μια μέρα να χορτάσουν
τον κόσμο να δώσουμε στα παιδιά
και για μια μέρα ο κόσμος να μάθει τι θα πει αδερφοσύνη
τα παιδιά θα πάρουν απ’ τα χέρια μας τον κόσμο
απέθαντα θα φυτέψουν δέντρα.

Ναζίμ Χικμέτ


ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ: Ένας από τους μεγαλύτερους σύγχρονους ποιητές του κόσμου, γεννήθηκε το 1902 στη Θεσσαλονίκη. Καταγόταν από πλούσια αστική οικογένεια: ο πατέρας του ήταν ανώτερος υπάλληλος του Υπουργείου Εξωτερικών της Τουρκίας και ο παππούς του είχε τον τίτλο του πασά. Ο Χικμέτ τελείωσε τη Ναυτική Σχολή Δοκίμων στην Πόλη, αλλά δεν ακολούθησε το στρατιωτικό επάγγελμα. Το 1921 πήγε στη Μικρασία όπου δίδαξε ως δάσκαλος και την ίδια χρονιά έφυγε κρυφά για τη Σοβιετική Ένωση όπου φοίτησε στο Παν/μιο της Μόσχας. Εκεί γνωρίστηκε με τον Μαγιακόφσκι. Το 1924 επέστρεψε στην Πόλη, όπου έμαθε ότι είχε δικαστεί ερήμην για τα επαναστατικά ποιήματά του, και ξανάφυγε στη Σοβιετική Ένωση. Στην Τουρκία ξαναγύρισε ύστερα από αμνήστευσή του, όμως μπαινόβγαινε στις φυλακές μέχρι το 1950. Εκτός από ποιήματα έγραψε θεατρικά έργα, μυθιστορήματα και παραμύθια για παιδιά. Μέγας δάσκαλος της τουρκικής προοδευτικής ποίηση, ο Ναζίμ Χικμέτ δημιούργησε σχολή και πολλοί νέοι Τούρκοι ποιητές ακολούθησαν τα χνάρια του.



ΚΑΠΟΙΑ ΕΠΟΧΗ

Ύστερα απ’ αυτό
ούτε κανόνια,
ούτε σφαίρες,
ούτε τανκς.

Ούτε πια εκείνος ο άτιμος εχτρός.
Ούτε ένα κομμάτι ήλιος,
ούτε ένα ποτήρι νερό,
ούτε γέλιο,
ούτε μιλιά.

Πάνω στο δρόμο στέκεται ένα δέντρο,
ο ίσκιος του έπεσε καταγής,
κρέμονται τα κλαριά του.

Είσαι κι εσύ
δίχως χέρια,
δίχως πόδια,
τόσος δα.
Σκόρπια δίπλα σου τα τσιγάρα.
Κι όμως λίγο πιο μπροστά,
ολόρθος περπατούσες.

Βραδυάζει,
σώπασαν τα κανόνια.
Φοβήθηκε ο εχτρός.
Κάπως ξεθάρρεψε,
απίθανο του φάνηκε,
να πεθάνει σαν κι εσένα,
και κάπως αστείο.

Από πάνω σου τώρα ξαφνικά
πλάι-πλάι με τα πουλιά
θα περάσει ένα σύννεφο.
Σε λίγο θα βραχεί και το χορτάρι.

Κάποτε στα περασμένα,
αυτό που τόσο λαχταρούσες,
ήταν να δροσίζει το πρόσωπό σου η βροχή.

Α. Καντίρ

Α. ΚΑΝΤΙΡ: Εξέχουσα μορφή της τουρκικής προοδευτικής διανόησης, γεννήθηκε στην Πόλη το 1917. Φοίτησε σε διάφορες στρατιωτικές σχολές. Σπουδαστής στο τελευταίο έτος της Σχολής Πολέμου, συνελήφθη μαζί με τον φίλο του Ναζίμ Χικμέτ με την κατηγορία ότι διαδίδει ανατρεπτικές ιδέες στο στράτευμα και καταδικάστηκε σε φυλάκιση δέκα μηνών. Το 1941 παρακολούθησε μαθήματα στη Νομιχή Σχολή, δουλεύοντας παράλληλα ως διορθωτής σε εφημερίδες. Το 1943 εξορίστηκε εξαιτίας μιας ποιητικής συλλογής του. Το 1958 με τη συνεργασία του Αζρά Ερχάτ μετέφρασε την Ιλιάδα και το 1970 την Οδύσσεια. Από το 1943 έως το 1968 έγραψε τέσσερεις ποιητικές συλλογές.



ΟΠΟΥ ΚΑΙ ΝΑΝΑΙ ΜΙΑ ΜΕΡΑ
(απόσπασμα)

Μακραίνουν τα γένια μου, αγαπάω αυτή την κοπέλα
Μια Κυριακή, μιαν ηλιόλουστη Κυριακή, πώς πλημμυράει από αγάπη η καρδιά μου στους ανθρώπους
Ένα παιδί κοιτάζει απ’ το παράθυρο, ένα παιδί με ονειροπόλα μεγάλα μάτια
Κοιτάζει το παιδί που μοιάζει στις φωτογραφίες των παιδικών χρόνων του Λερμοντώφ
Γράφω ποιήματα στη γραφομηχανή, ανησυχώ για τις εφημερίδες, ακούω το κελάηδημα των πουλιών
Είμαι ένας ταπεινός ποιητής, αγαπημένη μου, όλα μου φαίνονται ωραία
Έτσι μούρχεται να κλάψω βλέποντας άνθρωπο του λαού
Κοιτάζω τ΄αυτιά του, το σβέρκο του, το μπόι του, τα μάτια του, τα φρύδια του, το πρόσωπό του που μορφάζει
Και καθώς μιλάω για το λαό, για το παιδί, με πιάνει ένα κλάμα
Σιχαίνομαι όλους τους εγωιστές ποιητές, ακόμα πάω και ψωνίζω πορτοκάλια
Σιχαίνομαι τους πολυλογάδες, τους στενόκαρδους, αυτούς που κοιτάζουν τον εαυτούλη τους
Σιχαίνομαι τους βιβλιοφάγους κι ύστερα τους συχωράω
Ποιος ξέρει τι μπορεί να συμβεί ύστερα από τις μεγάλες χειμωνιάτικες νύχτες
Ύστερα από τις μακρινές χειμωνιάτικες νύχτες των παραμυθιών.

Ατάολ Μπεχράμογλου

ΑΤΑΟΛ ΜΠΕΧΡΑΜΟΓΛΟΥ: Γεννήθηκε στην Πόλη το 1942. Πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Άγκυρας, μεταφραστής ρωσικής λογοτεχνίας. Από το 1965 έως το 1976 έγραψε τέσσερις ποιητικές συλλογές.



Ο ΦΟΒΟΣ

Καταντήσαμε να φοβόμαστε τον ίσκιο μας
να φοβόμαστε να χαιρετάμε, να ονειρευόμαστε,
τον ταχυδρόμο που χτυπάει την πόρτα μας,
το ζητιάνο, το μωρό στην κούνια του,
το λουλούδι μας στη γλάστρα,
το είδωλό μας στον καθρέφτη.

Τελειώνει η μέρα, ατέλειωτος ο φόβος
σταματάει η βροχή, ο φόβος ασταμάτητος,
κοιμάται η θάλασσα, τ' αστέρια σβήνουν
πάνε κι έρχονται τα σύννεφα
ο φόβος έρχεται δεν φεύγει.

Σουάτ Τάσερ

ΣΟΥΑΤ ΤΑΣΕΡ: Γεννήθηκε το 1919 στην Πόλη. Το 1945 αποφοίτησε από την Ανώτατη Σχολή του Εθνικού Ωδείου της Άγκυρας. Ήταν μέλος του θιάσου του Εθνικού Θεάτρου της Τουρκίας. Από το 1942 έως το 1970 έγραψε οκτώ ποιητικές συλλογές.



ΨΩΜΙ ΚΙ ΑΣΤΕΡΙΑ

Στο γόνατό μου ψωμί
Τ' αστέρια μακριά, πολύ μακριά
Τρώγω ψωμί κοιτάζοντας τ' αστέρια.
Μη ρωτάτε πόσο αφαιρέθηκα,
Καμιά φορά τα χάνω
Και τρώγω αστέρια.

Οκτάι Ριφάτ


ΤΟ ΠΟΤΗΡΙ

Εδώ είναι ψαράδικη ταβέρνα
Όλα γύρω μαβιά
Τι λογής καπηλειό είναι τούτο, Αποστόλη
Στο πιάτο μου ένα σύγνεφο
Ένα κομμάτι ουρανός στο ποτήρι μου.

Οκτάι Ριφάτ

ΟΚΤΑΙ ΡΙΦΑΤ: Γεννήθηκε το 1914 στην Τραπεζούντα. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες στο Παρίσι. Άρχισε τη σταδιοδρομία του σαν δημόσιος υπάλληλος και συνέχισε σαν δικηγόρος. Έγραψε και θεατρικά έργα. Από το 1941 έως το 1966 δημοσίευσε εννέα ποιητικές συλλογές.

* Όλα τα ποιήματα της ανάρτησης είναι σε μετάφραση του Έρμου Αργαίου. (Πηγή: "Ανθολογία τουρκικής προοδευτικής ποίησης", εκδ. Αλφειός, 1981).

***Συνεχίζεται

ΥΓ. Μέρα που είναι σήμερα (εαρινή ισημερία, δηλ. επίσημη αρχή της άνοιξης), δείτε και μια παλαιότερη ανάρτηση για την άνοιξη στην ποίηση.

Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2015

"Φαμιλιάλ" της Στέργιας Κάββαλου

Το "Φαμιλιάλ" είναι η πρώτη προσπάθεια για το ΣτίγμαΛόγου να κολυμπήσει στα ταραγμένα νερά της ελληνικής πρόζας του σήμερα. Η συγκεκριμένη συλλογή διηγημάτων είναι η προσωπική μου επιλογή για να αρχίσει αυτή η καινούρια ενότητα επειδή λειτουργεί ιδιαίτερα καλά τόσο σε τεχνικό όσο και σε αισθητικό επίπεδο. Δεκαοχτώ κείμενα με ευρεία θεματική, χωρίς επαναλήψεις, ούτε καν μοτίβων, σε στιβαρή γραφή και με δεδομένο ειδικό βάρος, τα διηγήματα που απαρτίζουν το Φαμιλιάλ ξεπερνούν τον ύφαλο της αποσπασματικότητας για να δημιουργήσουν τελικά ένα ενιαίο σύνολο.

Είναι γεγονός ότι το διήγημα ως είδος και μόνο είναι πιο εύπλαστο: η περιορισμένη του έκταση δίνει στην συγγραφέα την δυνατότητα του αιφνιδιασμού, κάτι που έλάχιστοι μπορούν να πετύχουν σε εκτενέστερη πρόζα. Ελάχιστοι και όλοι πεθαμένοι... Το «Morning glory» είναι ένα εξαιρετικό κείμενο από κάθε πλευρά: τόσο τεχνική (που καλώς ή κακώς είναι αυτή που επιφυλάσσει και τις συχνότερες απογοητεύσεις) όσο και συγκινησιακή: σε μια θεματική που έχει ένα αναμφισβήτητο συναισθηματικό φορτίο (η ζωή των νεο-αστέγων στην εποχή της κρίσης), η Στέργια Κάββαλου βγαίνει από την πεπατημένη της εύκολης εμπλοκής και δείχνει το θάρρος της σκέψης της και της γραφής της. Δικαίως υποθέτω, γιατί υποψιάζεται ότι και τα δυο αξίζουν:

(...) 
Κι εμείς, χωρίς πρόθυμους συγγενείς, γκρεμιστήκαμε στην άσφαλτο.

Αύριο μπορεί να μας βρουν ξενώνα. Αύριο μπορεί να μπούμε σε λυόμενο. Αύριο μπορεί να έχω ξανά ωράριο εργασίας. Αύριο μπορεί και πάλι τα παιδιά μου να με φωνάξουν «μπαμπά», ίσως και «πατέρα», αφήνοντας το «Νικολάκη» να το πάρει η λάσπη του δρόμου, όπως παίρνει το βάρος και τα κρίματα κάθε διαβάτη.
(...)

Ο Σάββας βοήθησε την Αλίκη να φορέσει την τσάντα της, η Στέλλα τους έβαλε από ένα κουλούρι στο στόμα και αποκαμωμένη από την αναζήτησή της κύκλωσε το αυτοσχέδιο σπίτι μας με φρέσκα χαρτόνια, να μην την ενοχλεί η ποδοπατημένη κίνηση και τα φριχτά μάτια των αγνώστων, και ξάπλωσε να κοιμηθεί. Τη φίλησα στο μέτωπο και πήγα για το μεροκάματο. Σήμερα.


Η συγγραφέας έχει έναν όμορφο και ταυτόχρονα αποτελεσματικό τρόπο να πλησιάζει μεταξύ τους τα διάφορα άκρα, και δεν διστάζει να αλλάξει οπτικές γωνίες και ηλικίες παρατήρησης. Παρατηρεί τα συμβαίνοντα της ενήλικης ζωής με παιδικά μάτια, παρακολουθεί τους μεγάλους που θυμάται αλλά και τον ενήλικα εαυτό με τον οποίο ζει, να κινούνται σε παράλληλες μοναχικές πορείες και επιχειρεί να ανατρέψει χρόνους, χώρους και κανόνες με σκοπό να καταλάβει όσα παραμένουν πεισματικά αδιαφανή.

(...)
Δεν πρόλαβα να κάνω ότι τον μαλώνω και μου άστραψε το πιο άδικο χαστούκι του πλανήτη. Το μυαλό μου έκανε πέντε κωλοτούμπες, τα δόντια μου μάτωσαν στα σιδεράκια και η κομμένη μου ανάσα μού χλόμιασε ακόμη και τα δάχτυλά μου. Και τότε τα κατάλαβα όλα.

Ο θάνατος είναι ένας κύριος απότομος και σοβαρός που χαμπάρι δεν παίρνει από αστεία. Κύριος που μετακομίζει από το πεθαμένο σώμα σε εκείνους που μένουν πίσω και τους κάνει κουβάρια με βαριά χέρια και άλυτες φωνές. Ορκίζομαι ποτέ να μην τον αφήσω να μετακομίσει μέσα μου. Ζωή σ’αυτούς.
(...)


Το «Καρμαζέλ», το «drowned world», το «δύο φορές θάνατος», το «τσαφ-τσουφ» είναι ίσως κάποια από τα λιγότερο ενδιαφέροντα κείμενα, εσωστρεφή, κλεισμένα σε μια βαριά ατμόσφαιρα από την οποία δεν δραπετεύει ούτε ο αναγνώστης, ούτε η συγγραφέας. Ιδιαίτερα σ’αυτά, η Στέργια Κάββαλου δείχνει να γράφει περισσότερο με την καρδιά και λιγότερο με την λογική της, αναρωτιέμαι τι θα προέκυπτε αν υπήρχε αυτή η ισορροπία.

Η φωνή της είναι αναγνωρίσιμη χωρίς να επαναλαμβάνεται. Αντίθετα, σε κάθε διήγημα παίρνει και διαφορετικά χρώματα και παίζει με τις αποστάσεις: του χώρου, του χρόνου, της ανάμνησης. Πότε πλησιάζει για να ακουστεί καθαρά και πότε απομακρύνεται σαν ψίθυρος, στο Φαμιλιάλ ο αφηγητής είναι αεκίνητος και συνομιλεί με όλους. Αυτή η συλλογή είναι τελικά μια υπόθεση οικογενειακή αν και με την ευρεία έννοια, αυτή της συνύπαρξης με τους ίδιους συγκεκριμένους ανθρώπους, γονείς, παππούδες φίλους, αλλά και με αναμνήσεις, ξεχασμένους εραστές και ξεχασμένους εαυτούς, αφημένους σε άλλες πόλεις να περιμένουν.


Κρις Λιβανίου

Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2015

Φάκελος φουτουρισμός - Ο Μαρινέττι και ο Μαγιακόφσκι

Το στίγμαΛόγου ολοκληρώνει σήμερα το αφιέρωμα στον φουτουρισμό, το κίνημα που προκάλεσε πολλές συζητήσεις και αντιδράσεις κατά το πρώτο ήμισυ του 20ού αιώνα. Το αφιέρωμα βασίστη,ε κυρίως σε κείμενα που είχαν φιλοξενηθεί στο λογοτεχνικό περιοδικό Ομπρέλα, όπως αυτό του Stanley Mitchel που κλείνει το αφιέρωμα:


Στη Ρωσία διάφορες καλλιτεχνικές ομάδες τάχθηκαν με το μέρος της επανάστασης. Είναι αλήθεια ότι ο Φουτουρισμός ήταν η πιο θορυβώδης ανάμεσά τους, αλλά μόνο μετά την επανάσταση, όταν οι περισσότερες από αυτές είχαν διαλυθεί. Επιπλέον, όποια κι αν ήταν η δύναμη και η σφαίρα των δραστηριοτήτων της Ρωσικής λογοτεχνία και της τέχνης στον 19ο αιώνα, σε σχέση με την κοινωνική τους θέση δεν μπορούν να συγκριθούν με την τεράστια και τόσο παλιά πολιτιστική κληρονομιά της Ιταλίας. Ενάντια στην παλιά τέχνη των μνημείων και των μουσείων, ο Μαρινέττι διακήρυξε μια νέα τέχνη που στηριζόταν στην τεχνολογία. Η Ιταλική Αναγέννηση είχε καταφέρει να λύσει το πρόβλημα της σχέσης ανάμεσα στην τέχνη και την τεχνολογία μ'  έναν πιο αναλογικό και αρμονικό τρόπο (προοπτική και ζωγραφική, μηχανολογία και αρχιτεκτονική). Η κατάσταση στην Ιταλία του Μαρινέττι ήταν πολύ περισσότερο προβληματική: η κοινωνική οπισθοδρομικότητα και η καλλιτεχνική στασιμότητα από τη μια μεριά, οι πρωτοφανείς δυνατότητες των νέων δυνάμεων της παραγωγής από την άλλη. Για τον Μαρινέττι, ο ανθρωπισμός της Αναγέννησης (για να μην αναφέρουμε και τον καθολικισμό) ήταν ασυμβίβαστος με τη σύγχρονη τεχνολογία. Έτσι, λοιπόν, έφτιαξε τα σύγχρονα σλόγκαν του που ο Ιταλικός φασισμός δεν άργησε να εκμεταλλευθεί, καταστρέφοντας έτσι όχι τόσο πολύ το παρελθόν της Ιταλίας όσο τις πόλεις και τους πληθυσμούς χωρών που ήσαν πιο οπισθοδρομικές.

Για τον Μπένγιαμιν, ωστόσο, το σημαντικό με τον Μαρινέττι δεν είναι η αντίληψη του για τη συμμαχία της τεχνολογίας με το φασισμό, αλλά η δική του εκτίμηση για τις αλλαγές στον τρόπο αντίληψης που επέφεραν η νέα τεχνολογία και η ανάγκη να ικανοποιηθούν οι νέες αυτές δυνάμεις καλλιτεχνικά. Ανάμεσα στην επίγνωση του Μαρινέττι και την ιδεολογική εκμετάλλευση της υπάρχει μια λεπτή διαχωριστική γραμμή. Αν υπονοείται κάποιο νόημα στην επίγνωση αυτή, είναι σίγουρα επαναστατικό, με τη γενική έννοια ότι επιθυμεί μια επείγουσα και ριζοσπαστική αλλαγή. Ένα άλλο φανερό νόημα εμφανίζεται από την άλλη μεριά της γραμμής, που αγκαλιάζει την καταστροφή, την καταπίεση και το μηδενισμό.

Ο Μαγιακόφσκι, αντίθετα από τον Μαρινέττι, συνδυάζει, αν και άνισα, μια επαναστατική μορφή μ' ένα επαναστατικό περιεχόμενο. Αντίθετα προς την Ιταλία, η Ρωσία πέτυχε τη σοσιαλιστική επανάσταση. Από την άλλη μεριά, ο Ρώσικος Φουτουρισμός ποτέ δεν ήταν, παρά μόνο μετά το μετασχηματισμό του, όταν ο Μαγιακόφσκι ίδρυσε το Λεφ, ένα πολιτικό κίνημα. Αν προσέξουμε το αρχικό Ρωσικό φουτουριστικό μανιφέστο "Χαστούκι στο γούστο του κοινού", αυτό που μας εντυπωσιάζει είναι το αποκλειστικό του ενδιαφέρον για την ποιητική, αυτό που οι συντάκτες του ονόμασαν "αυτάρκης (εγωκεντρική) λέξη". Οι Ρώσοι φουτουριστές κήρυξαν πόλεμο μόνο στους Ρώσους συγγραφείς του παρελθόντος: "Ας πετάξουμε τον Πούσκιν, τον Ντοστογιέφσκι, τον Τολστόι, κλπ. κλπ. πέρα και μακριά από το Σύγχρονο Ατμόπλοιο". Με μια αγνότητα σχεδόν, ενδιαφέρθηκαν για τα ποιητικά μέσα της παραγωγής ανεξάρτητα από ιδεολογικές συνεπαγωγές. Κάτω απ' αυτή την άποψη συμμετείχαν στο γενικό ενθουσιασμό για το νεωτερισμό που, παράλληλα με το σωστό Φουτουρισμό μέσα στο Φορμαλισμό, αυτή την πιο υπέροχη και σημαίνουσα σχολή της λογοτεχνικής κριτικής του 20ού αιώνα και, σίγουρα, ένα από τα πιο παράξενα προϊόντα της Ρωσικής επαναστατικής εποχής. [...]

Το έργο της ποίησης είναι λοιπόν να βοηθήσει στον εφοδιασμό του πλανήτη μας με νέα ζωή. Όταν η ζωή θα έχει ξαναφτιαχτεί το τραγούδι μπορεί ν' αρχίσει πάλι. Αυτή είναι η πολιτικοποίηση της τέχνης από τον Μαγιακόφσκι. Η ποίηση που αντλεί τις εικόνες και τις δυνάμεις της από τις νέες πόλεις και τις κατασκευές των κτιρίων δεν θα τραγουδάει πια τα παλιά λυρικά θέματα, αλλά θα διαφεντεύει τις εσωτερικές δυνάμεις των ανθρώπων μ' έναν επαναστατικό τρόπο. Να λοιπόν που ο Φουτουρισμός μπαίνει πάλι στα δικά του χωράφια σ' ένα σοσιαλιστικό πλαίσιο. Θα μπορούσε κάποιος να προτείνει ότι ο Μαγιακόφσκι και ο Στάλιν συνδέονται στον ίδιο βαθμό που συνδέονται ο Μαρινέττι με τον Μουσολίνι, διότι ο Στάλιν όχι μόνο διασφάλισε τη φήμη του Μαγιακόφσκι σαν ένας μεταθανάτιος δαφνοστεφής ποιητής, αλλά επίσης, μ' έναν χαρακτηριστικά Μαγιακοφσκικό τρόπο, περιέγραψε τον ποιητή σαν έναν "μηχανικό της ανθρώπινης ψυχής" (αν και ο Στάλιν με τη λέξη "μηχανικός" σίγουρα εννοούσε κάτι πολύ πιο στενά πραγματικό και ωφελιμιστικό απ' ότι θα είχε επιδιώξει ο Μαγιακόφσκι). [...]

Σε προηγούμενες εποχές η σχέση ανάμεσα στη μορφή και την ιδεολογία ήταν πολύ πιο απλή. Δεν είναι δύσκολο, για παράδειγμα, να μεταφέρουμε ένα τωρινό παράδειγμα ιδεολογικών αντιθέτων mutatis mutandis στην εποχή του Ρομαντισμού και να μιλήσουμε για έναν επαναστατικό καλλιτέχνη ενάντια σ' έναν αντιδραστικό, ας πούμε τον Blake ή τον Shelley ενάντια στον Coleridge ή τον Wordsworth.

Καταρχήν διαφέρουν στη συμπεριφορά και το στιλ. Μετά, μοιράζονται ένα ορισμένο απόθεμα εικόνων και ποιητικών εκφράσεων μαζί με μια γενική εχθρότητα απέναντι στον ματεριαλισμό και τον ρασιοναλισμό του 18ου αιώνα. Αυτό που στερούνται, όμως, είτε από κοινού είτε χωριστά, είναι η αντιληψιακή διάρθρωση (αν και αυτό ισχύει λιγότερο για τις τέχνες εκείνες που είναι σε μικρότερο βαθμό ιδεολογικές, όπως ο ιμπρεσιονισμός του Τάρνερ ή η επανάσταση που προκάλεσε ο Μπετόβεν στην ενορχήστρωση). Είναι ακριβώς η αντιληψιακή επανάσταση αυτή που έχει δημιουργήσει ένα νέο πολυσύνθετο, όπου η μορφή δεν είναι πια η λιγότερο ή περισσότερο απλή έκφραση του περιεχομένου και η τεχνική απλώς ένα βοηθητικό εργαλείο, αλλά η μορφή, το περιεχόμενο και η τεχνική έχουν αμοιβαία σχέση που, πολύ συχνά, είναι ασύμμετρη. Η ασυμμετρία αυτή καταγράφει την αύξηση των μέσων της καλλιτεχνικής παραγωγής πάνω και πέρα από τις παραδοσιακές σχέσεις ανάμεσα στη μορφή και το περιεχόμενο.

Stanley Mitchel
Μετάφραση: Μάκης Μωραΐτης



Τετάρτη, 11 Μαρτίου 2015

Η εξέλιξη της γυναικείας φιγούρας από τα ακριτικά στα κλέφτικα θέματα

Μιαν κόρη κορασώθηκε στον πόλεμο να πάη
και σφιχτανεμπουκώνεται και βγαίνει στ’ άλογό τζη,
δίδει βιτσά του μαύρου τζη στον κάμπο κατεβαίνει.
Χίλιους κόβει στον εμπασμό, στο έβγα δυο χιλιάδες
και στον καλό τζη γυρισμό μηδέ ‘το μηδ’ εφάνη.
Σαρακηνός τήνε θωρεί από το μεροβίγλι.
- « Γυναίκας είν’ ο πόλεμος, και ‘ς τσ’άντρες χόχλους κάνει
γυναίκας είν’ ο πόλεμος, κι άντρες μη φοβηθήτε».
Δίδει του μαύρου τζη βιτσά στον Ψηλορείτη πάει.
- « Άγιε Ψηλορείτη μου, σώσε με των κουρσάρω
να φέρ’ οκάδες το κερί και με τ’ ασκιά το λάδι,
με τα καραβοκάτεργα τ’ αρσενικό λιβάνι».
Το μάρμαρο ‘νεκούφωσε κ’ εμπήκεν από κάτω,
Όντε την ώρα ‘κεινηγιά εφτάσαν οι κουρσάροι.
- « Άγιε Ψηλορείτη μας, δείξε μας το κοράσο
το έμπα κάνομε χρυσό, το έβγα σ’ ασημένιο,
κι απάνω το καμπαναργιό ασήμι κουκλωμένο».
Και με τ’ αχείλι ν-του ΄λεγε: δεν είδα ‘γω κοράσο
και με το χέρι ν-του ‘δειχνε στο μάρμαρο ‘ποκάτω.
Το μάρμαρο ‘νεκούφωσε κ’ εβγήκε ν-από κάτω
κ’ εγύρισ’ ανατολικά και διπλοκαταράται.
- « Άγιε Ψηλορείτη μου, και να γοργοχαλάσεις
το έμπα σου, το έβγα σου, σταλίστρα των προβάτω
κι απάνω στο καμπαναργιό η κοίτη τω γ-κοράκω».[1]

Αυτό είναι ένα ακριτικό θέμα που, πράγμα σπάνιο, δίνει πρωταγωνιστικό ρόλο σε μια γυναικεία μορφή. Η κοπέλα παραμένει ανώνυμη, και ο ποιητής εστιάζει μόνο στο νεαρόν της ηλικίας της και προφανώς στο γεγονός ότι πηγαίνει να πολεμήσει, το οποίο είναι και το θέμα του τραγουδιού. Παραθέτω το κείμενο ολόκληρο και όχι μόνο το απόσπασμα που με ενδιαφέρει για να φανεί ολοκληρωμένη η αντίληψη του ποιητή. Η γυναίκα εδώ λοιπόν δεν έχει όνομα, είναι το «κοράσιο», σε άλλες περιπτώσεις η «Κόρη αντρειωμένη» (υπάρχει μάλιστα ένα ολόκληρο σύνολο τραγουδιών με αυτό το θέμα), η «Ρωμιοπούλα», ή η «λυγερή», πάντως όνομα δεν έχει. Πρέπει να περάσουν κάποιοι αιώνες λαϊκής δημιουργίας και να φτάσουμε στα Κλέφτικα, για να δούμε καταλυτικές αλλάγες σε ό,τι αφορά την παρουσία και τον ρόλο της γυναίκας στην δημοτική ποίηση.

Είναι γεγονός ότι με το πέρασμα του χρόνου το εν λόγω λογοτεχνικό είδος εμπλουτίστηκε και διαφοροποιήθηκε αισθητά, χωρίς βέβαια αυτό να αναιρεί την βαθιά διαχρονικότητά του. Όταν εμφανίζονται και καλλιεργούνται τα κλέφτικα, βρισκόμαστε ήδη στην σύγχρονη νεοελληνική ιστορία, και οι αλλαγές τόσο σε πολιτικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο είναι προ πολλού εδραιωμένες. Η γυναικεία παρουσία στα κλέφτικα τραγούδια αποκτά μια ξεκάθαρη ταυτότητα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται: έχει οικογενειακές και γεωγραφικές ρίζες (αναφέρονται ο τόπος καταγωγής της και σε κάποιες περιπτώσεις η προ του γάμου της οικογένεια), έχει παρελθόν και συγκεκριμένο παρόν που για πρώτη φορά επιχειρεί να αλλάξει: στα κλέφτικα, η γυναίκα αποκτά για πρώτη φορά στιβαρή οντότητα.

Η Κόρη Αντρειωμένη των ακριτικών καταλήγει να χάσει την μάχη παρά την γενναιότητα και τις πολεμικές της ικανότητες επειδή δεν μάχεται μόνο τον εχθρό αλλά κυρίως το καλά εγκαθιδρυμένο αντρικό κατεστημένο... το οποίο εξακολουθεί αναμφισβήτητα να ισχύει και στα κλέφτικα, μόνο που οι συνθήκες έχουν αλλάξει εκ βάθρων. Η γυναίκα εδώ αποτελεί ισχυρό στήριγμα του άντρα της τόσο στην καθημερινή ζωή την οποία πρέπει να εξασφαλίσει μόνη δεδομένου ότι ο αρματωλός/κλέφτης είναι στα βουνά, όσο και στη μάχη κι εκεί το θάρρος της βρίσκει νόημα και σκοπό: τον κοινό σκόπο του συνόλου. Στα κλέφτικά η γυναίκα συνεχίζει να αποκαλείται με το όνομα του συζύγου της αλλά αυτό που συντελείται για πρώτη φορά στην νεοελληνική λογοτεχνία είναι ότι τελικά πετυχαίνει να αυτοπροσδιοριστεί σε συνάρτηση με τις πράξεις της στο κατ’εξοχήν αντρικό σύμπαν: αυτό της μάχης.

Παρόλο που ο οποιοσδήποτε «φεμινιστικός» υπαινιγμός θα ήταν τουλάχιστον αναχρονιστικός και αναμφίβολα ανεπίκαιρος, είναι γεγονός ότι ο δημοτικός ποιητής δεν διστάζει να εξάρει την γενναιότητα και την αυτοθυσία των γυναικών στο πόλεμο και να αποδώσει τα εύσημα εκεί που τα οφείλει. Η διαφορά ανάμεσα στην γυναικεία φιγούρα στην Κόρη αντρειωμένη και στα κλέφτικα είναι ότι στην πρώτη περίπτωση η γυναίκα παρουσιάζεται από τον ποιητή ως αποκομμένη από την οικογενειακή δομή και «τιμωρείται» για την παραβίαση ενός κατεστημένου, ενώ στην δεύτερη αντιμετωπίζεται σχεδόν ως ένα «οριακά» ισότιμο στήριγμα του άντρα, όσο αξύμωρο και αν ακούγεται αυτό.

Η Κόρη αντρειωμένη, παρόλες τις καλές της προθέσεις, ό,τι κάνει το κάνει με φόντο την προσωπική της, καθόλα ατομική επανάσταση, την δική της «χειραφέτηση» θα λέγαμε σήμερα. Είναι λοιπόν αναμενόμενο η προσπάθειά της να είναι καταδικασμένη και μάλιστα με μεγάλο πορσωπικό κόστος: η θεότητα της αρνείται την βοήθειά της και καταλήγει στα χέρια του εχθρού. Η Δέσπω, ή η Τζαβέλλαινα από την άλλη μεριά, δεν έχει ατομική ατζέντα παρά μόνο συλλογικό σκοπό, και η γενναιότητά της υπηρετεί το κοινωνικό σύνολο, την ομάδα. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο το γεγονός ότι ο δημοτικός ποιητής αναγνωρίζει την αξία και την προσφορά της με την ισχυρή αίσθηση δικαιοσύνης που τον χαρακτηρίζει.

Η χρονική απόσταση ανάμεσα στους δύο αυτούς τύπους γυναικείας παρουσίας επιτρέπει να δει κανείς το εύρος και την δυναμική της εξέλιξης της λαϊκής φιλοσοφίας, και την καθόλα εντυπωσιακή πλαστικότητα της δημοτικής σκέψης. Ο ποιητής είναι ευαίσθητος στις μεταβολές κάθε κοινωνικής συμπεριφοράς και αποδίδει τις όποιες διακυμάνσεις και τις όποιες αλλαγές τόσο στο φαντασιακό όσο και στην καθημερινότητα ένος ολόκληρου έθνους. Η κοινωνία αποδομείται και ανασυντάσσεται, οι ρόλοι των ανθρώπων αναθεωρούνται και προσαρμόζονται στην νέα τάξη και η δημοτική ποίηση είναι ένας καθρέπτης για όλα αυτά, που ακόμα και αν δεν είναι ιστορικά ακριβής, είναι σίγουρα μια οπτική που ενώνει ολόκληρο το κοινωνικό σύνολο.

Αχός βαρύς ακούεται, πολλά τουφέκια πέφτουν.
Μήνα σε γάμο ρίχνονται, μήνα σε χαροκόπι;
Ουδέ σε γάμο ρίχνονται, ουδέ σε χαροκόπι,
η Δέσπω[2] κάμνει πόλεμο με νύφες και μ’αγγόνια.
Αρβανιτιά την πλάκωσε στου Δημουλά τον πύργο.
- Γιώργαινα, ρίξε τ’άρματα, δεν είν’εδώ το Σούλι.
Εδώ είσαι σκλάβα του πασά, σκλάβα των Αρβανίτων.
- Το Σούλι κι αν προσκύνησε κι αν τούρκεψεν η Κιάφα,
η Δέσπω αφέντες Λιάπηδες δεν έκαμε, δεν κάνει!
Δαυλί στο χέρι άρπαξε, κόρες και νύφες κράζει:
«Σκλάβες Τουρκών μη ζήσωμε! Παιδιά, μαζί μ’ ελάτε!»
Και τα φυσέκια άναψε κι όλοι φωτιά γενήκαν![3] 


Κρις Λιβανίου



[1] Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια (εκλογή), εκδ. Ακαδημία Αθηνών, σελ 3-4.

[2] Η Δέσπω, σύζυγος του Γιωργάκη Μπότση, (...) έφυγε από το Σούλι μετά την παράδοση της 12 Δεκεμβρίου 1803 και με άλλους μαζί έφτασαν στο χωριό Ρηνιάσσα, ανάμεσα Πρέβεζα και Άρτα. Εκεί κατέφθασαν Αλβανοί και σκότωναν και αιχμαλώτιζαν. Η Δέσπω με θυγατέρες, νύφες, εγγονές και εγγόνους, κλείστηκε στον πύργο του Δημουλά και πολεμούσαν τους Αλβανούς. Όταν είδαν ότι ήταν μάταιος πλέον ο αγώνας, μάζεψαν όση πυρίτιδα τους είχε απομείνει, έβαλαν φωτιά και κάηκαν.
in. Δημήτριος Πετρόπουλος, Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια Α’, εκδ. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα, σελ. 192-193.

[3]σελ. 193.


Κυριακή, 8 Μαρτίου 2015

"Με ύφος Ινδιάνου" του Κυριάκου Συφιλτζόγλου


Όλοι έχουμε δει γουέστερν. Σ’ αυτά, οι Ινδιάνοι έχουν ένα μακάριο ύφος που δεν διαταράσσεται ούτε στην πιο άγρια μάχη. Φαίνονται πάντα ψύχραιμοι και απαθείς, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν παρατηρούν τα πάντα και δεν μετέχουν ενεργά στην ψυχή του κόσμου γύρω τους. Με τέτοιο ύφος, με ύφος Ινδιάνου, ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου γράφει τη νέα ποιητική του συλλογή, διατηρώντας αμείωτη τη δυναμική που είχε αναπτύξει στις προηγούμενες δύο. Γράφει σε στιλ που πιστεύω ότι είναι δηλωτικό μιας πολλά υποσχόμενης τάσης στη σύγχρονη ποίηση, καθώς δεν είναι ο μόνος που το υιοθετεί (βλ. Στίγκα, Ζησάκη, Πέτρου), είναι όμως από τους πιο επιτυχημένους: στο έργο του πυκνά νοήματα, απλές καθημερινές λέξεις, ωραίοι μα αναπάντεχοι συνδυασμοί νοημάτων μας ξανασυστήνουν τον κόσμο μέσα από μια διαφορετική οπτική γωνία.

Σημαντικά μειωμένο σε πλήθος ποιημάτων (μόλις 18) συγκριτικά με την αμέσως προηγούμενη συλλογή του «Μισές αλήθειες», το «Με ύφος Ινδιάνου» βασίζεται στον τρόπο που μας έχει δείξει ξανά ο ποιητής, έναν τρόπο ο οποίος παράγει με ασφάλεια αποτελέσματα που ταράζουν και προβληματίζουν τον αναγνώστη: ενώ αφηγείται κάτι, παρεμβάλλει παρενθεντικά άλλες, απροσδόκητες εικόνες ή διαπιστώσεις, δείχνοντας το βάθος της ινδιάνικης και μη σοφίας του. Είναι κάτι που ο Συφιλτζόγλου το κάνει με άνεση, αποδεικνύοντας ότι το απροσδόκητο είναι απόλυτα συνυφασμένο με την πραγματικότητα και γι’ αυτό εντέλει οικείο.

Σε αυτή τη συλλογή, ο Συφιλτζόγλου προβληματίζεται πιο έντονα για το θέμα του θανάτου και του χρόνου απ’ ό,τι στο παρελθόν, της τρωτότητας επομένως που επιβάλλεται από εσωτερικά κατά κύριο λόγο αίτια. Και πιο τρωτός απ’ όλους είναι φυσικά ο ποιητής, μόνο που περιφέροντας τη δική του τρωτότητα έτσι απροσχημάτιστα, μας κάνει να φοβόμαστε κάπως λιγότερο τη δική μας.

Παράλληλα, μας ταξιδεύει σε χώρες του κόσμου ή προσφωνεί ξένα ονόματα. Κι όμως τα όσα περιγράφει θα μπορούσαν να αφορούν εμάς και τα ονόματα που προσφωνεί να ήταν τα δικά μας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, μέσα από τα ποιήματά του γινόμαστε πολίτες του κόσμου, αλλά όχι θεωρητικά, με έναν καίριο και ουσιαστικό τρόπο, διαπιστώνοντας ότι τα πάθη του ανθρώπου είναι τα ίδια παντού. Ο πόνος και η αγωνία τελικά είναι απόλυτα μεγέθη. Το ίδιο και η ποίηση.

Χριστίνα Λιναρδάκη


Σημ.: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στη Λέσχη Ανάγνωσης Φεβρουαρίου 2015 του vakxikon.gr


Ακολουθούν μερικά ποιήματα από τη συλλογή:


Συνοριακή γραμμή

σκοτάδι απ' τη μια
σκοτάδι απ' την άλλη
στο ενδιάμεσο λίγο λευκό

όταν πέφτει η στάθμη του νερού
τα φτυάρια κάνουν καλά τη δουλειά τους

στη μεθόριο υπάρχει πάντα εξοικείωση

- η λέξη "νηπενθή"
δεν έχει νόημα

κάτι αθόρυβο ευδοκιμεί εδώ
σαν να μην έγινε η πράξη

ένα αεράκι αγκαλιάζει
τα πλευρά
πριν σκεπαστούν
με χώμα

και σε ρωτώ

η ιστορία είναι ροή
ή μόνο οι στιγμές της;
- κάποιοι τις ονομάζουν
φλεγμονές



Το τελευταίο όνειρο του Σεβάτ

με τα βήματα του αστροναύτη
έρχομαι κοντά σου
με ρωτάς αν ερεθίζεται η βαρύτητα
σου δείχνω τις πυραμίδες

η απλή αριθμητική της αγάπης
είναι σαν μια Αιγύπτια μαθήτρια
- λίγοι ωμόπλινθοι κάνουν έναν τοίχο
το πάθος πάλι είναι σαν το ψωμί
τα υλικά, οι αναλογίες και
υψηλή θερμοκρασία

τα πνεύματα χτυπάν το τύμπανο τ' ουρανού
με ρωτάς αν βρέχει
- με ύφος Ινδιάνου
επιστρέφω στη
χάρτινη σκηνή μου

από 'κει σου απαντώ
με σήματα καπνού



Μεταναστευτικά πουλιά
πάσχει είπαν η χώρα
από αιμορραγική νόσο

αδύνατη άνοιξη
και πονοκέφαλος
- εξάνθημα η φιλοξενία

μια νύμφη του κακού καιρού
από τη Σενεγάλη
κοιμήθηκε στα Αντικύθηρα

είναι και ο ύπνος
μια άμυνα απέναντι στο δρόμο

το περιβάλλον
δεν είναι και τόσο φυσικό
ανώριμα θηλαστικά
ανώριμα θηλάζουν

τι κι αν είμαστε
οι καλύτεροι ξενιστές

το φταίξιμο
θα πέφτει πάντα
σ' έναν
κοκκινο
            λαίμη

Παρασκευή, 6 Μαρτίου 2015

Η υποψία των πραγμάτων



Η ποίηση είναι παιδί της ομίχλης. Όπου οι όγκοι ξεπηδούν 
μετέωροι. Είναι παιδί της νύχτας. Όπου το μαύρο 
περιγράφει. Είναι παιδί της αμφιβολίας, όπου ο ποιητής 
διαρκώς υπαινίσσεται.


Η ποίηση είναι ανεκπλήρωτος πόθος. Η αναζήτηση του άλλου, του πέρα από μας, του άλλου τρόπου, του άλλου χρόνου.

Δε γεννήθηκε πριν ή μετά. Ενδυναμούμενη μέσα από τους αιώνες, σηματοδοτεί την πορεία εκείνων που έρχονται. Δεν αντανακλά, απλώς, μια εποχή, ετοιμάζει και μια άλλη.

Υπάρχει παντού. Στο υπέροχο αόριστο, στα παιχνίδια των ψευδαισθήσεων, στα συντρίμμια του κόσμου, στα ρημαγμένα ένστικτα, στην υποδόρια ταραχή του απρόσμενου που ακτινοβολεί ή περιβάλλεται από μυστηριώδεις ίσκιους, στα αινίγματα που γίνονται παράθυρα, στα όνειρα που περιέχουν το σπέρμα της ζωής και του θανάτου.

Έρχεται, σε χτυπάει, σε ζεσταίνει, σε δροσίζει ή σε κρυώνει και πάντοτε φεύγει.

Η γλώσσα της είναι η γλώσσα στην απολύτως αναγκαία μορφή της. Η μόνη φυσική και ασύλληπτη γλώσσα, η καθολική ομιλία της τέχνης, η μητρική όλων των ανθρώπων.

Αίμα καθαρό, ζεστό και πορφυρό κυκλοφορεί στις φλέβες της, με ιδιότητες φωτός. Αίμα ενός άλλου πνεύματος, φυλαγμένο για μια ζωή, πέρα από τη ζωή.

Έχει τη δύναμη της ανάγκης, τη δύναμη της πείνας. Κανείς δε θα μάθει ποτέ το βάθος και το πλάτος της ενέργειάς της.

Για να την πλησιάσουμε δε χρειαζόμαστε μεθόδους, αλλά ψυχικές και πνευματικές διεργασίες.

Ρωτάει διαρκώς: ζείς;

Διατείνεται. Απευθύνεται. Παρεκκλίνει ή παρεκτρέπεται. Τον περισσότερο καιρό ερωτεύεται παράφορα. Ολόγυρά της αποκόμματα, χάρτες, βιβλία, παραμύθια, αφορισμοί, ρούχα παλιά και άδεια μπουκάλια. Η περιέργειά της δε στερεύει ποτέ. Μέσα της ξεπηδούν συνεχώς σμήνη καινούριων ερωτημάτων. Η έμπνευσή της, όποια κι αν είναι, γεννιέται από ένα ατέλειωτο «δε γνωρίζω».

Είναι το φτερούγισμα. Το παιγνιώδες. Η φλόγα. Η ρήξη. Το διαρκές ξεγύμνωμα. Ο θερμός υδράργυρος. Η ρωγμή. Ο πόρος. Το δαιδαλώδες. Το κενό. Η εσχατιά του σύμπαντος. Ο καρπός του πόνου, της γνώσης του πόνου. Ό,τι έχει να πει το λέει μόνη της. Ολομόναχη. Με το λόγο της να υπερθερμαίνεται πάντα και να λάμπει.

Είναι άσκηση ελευθερίας επί χάρτου. Ελευθερώνει, μετατρέποντας το αίμα της σε ιριδισμούς της αλήθειας.

Επικοινωνεί. Επιστολές στέλνει και ψάχνει να βρει παραλήπτες.

Μόνο ό,τι παραμένει υπεσχημένο, επιθυμητό, αναζητούμενο, αποτελεί το άλας της.

Βρίσκεται σε απηνή διωγμό καταδικασμένη στη χλεύη εκείνων που φυλλομετρούν λογισμικά τεφτέρια και κυνηγούν χρηματιστηριακούς δείκτες. Όταν αισθάνεται πετριά δε χάνει την αίσθηση της τρυφερότητας. Βάζει τα ιώδια και τις γάζες στη διαπασών και τυλίγει με μουσική της πληγές της. Όταν δυο πλευρές συγκρούονται, εκείνη διαλέγει το μέρος της τρίτης.

Χωρίς αινίγματα δε θα υπήρχε, θα ήταν στατική. Τα αινίγματα δίνουν κίνηση και ελπίδα, σημασία στα πρόσωπα και στα πράγματα του κόσμου της.

Ένα ψιλόβροχο την σιγοντάρει.

Όταν ξέρεις να την ακούς, σου χαρίζει παφλασμούς κυμάτων. Έχει τη δική της φωνή, το δικό της χαρακτηριστικό ήχο.

Το μαράζι είναι αδελφάκι της. Το σαράκι επίσης.

Δίνει ρυθμό στην αλήθεια.

Ταξιδεύει ξεφλουδίζοντας την κοινή αυταπάτη, για να φανεί πού και πώς κρύβεται η απάτη του κόσμου.

Αναπληρώνει την απουσία για να την υπογραμμίσει ακόμα πιο πολύ. Αυτό που λείπει, θα λείπει πάντα.

Δημιουργεί έναν κόσμο σημαίνοντα και ουδέποτε σημαινόμενο. Όταν η άγνοια προσπαθεί να συσκοτίσει και η επιλογή να αποκρύψει, κρατάει την καθημερινή πραγματικότητα στο φως της σωστής κατεύθυνσης και την αποκαλύπτει σαν αμφισβήτηση.

Κάθε τι ανούσιο και πληκτικό παίρνει υπόσταση μέσα της. Εκεί, μέσα της, η στιγμή αναλώνεται, γεννιέται και πεθαίνει. Ζωή και θάνατος είναι οι δυο όψεις της ίδιας στιγμής.

Εκεί που δεν υπάρχει ψυχή, τη δημιουργεί. Εκεί που υπάρχει, τη στηρίζει.

Ξέρει καλά, πολύ καλά, ότι όλα μπορούν ακόμη να ειπωθούν, να απογειωθούν. Όλα μπορούν να γίνουν πιο ανάλαφρα και να πετάξουν.

Κανείς δεν μπορεί να εισχωρήσει στο σύμπαν της.

Στην εποχή μας της πνευματικής και κοινωνικής σύγχυσης, όπου όλα ή σχεδόν όλα είναι εξαργυρώσιμα, όπου δεσπόζουν το ειδικό και το μερικό και συνακόλουθα και το μέτριο, είναι η μοναδική καθαρτήρια δύναμη.

Χωρίς το φως της, τι άλλο θα απέμεινε για τον άνθρωπο από μια χρονικότητα έρημη;

Δημήτρης Α. Δημητριάδης

Τετάρτη, 4 Μαρτίου 2015

"Madre Dolorosa" της Σόνιας Ζαχαράτου

Το πρώτο σημείο που πρέπει να αναφερθεί σχετικά με το Madre Dolorosa της Σόνιας Ζαχαράτου είναι ότι δεν πρόκειται για μια ποιητική συλλογή αλλά για ένα μόνο ποίημα: το γεγονός αυτό είναι αρκετό για να τραβήξει την περιέργεια αφενός, και να θέσει τις βάσεις για ένα ορισμένο... κλίμα αφετέρου. Χωρίς τίτλο και σχεδόν χωρίς ενδιάμεσα διαχωριστικά, στα μάτια του αναγνώστη παρουσιάζεται σαν να γράφτηκε αλλά και να διαβάζεται με μια ανάσα.

Συνειδητά εκτός ενός αναγνωρίσιμου πλαισίου και ενός όποιου ρεαλισμού, αυτή η ποίηση είναι μια φωτογραφία σκέψεων, και το εννοώ αυτό κυριολεκτικά. Η ποιήτρια αποτυπώνει το πέρασμα των λέξεων και το περίγραμμα των αισθήσεων μέσα από τη συνειδητή σκέψη, το ακουμπάει μπροστά στον αναγνώστη για να το δει και το κάνει αυτό με μια αθωότητα, μια διακριτικότητα θα έλεγε κανείς, που ελαφραίνει το κλίμα και δίνει αμεσότητα στο κείμενο χωρίς να του αφαιρεί τίποτα από το ειδικό του βάρος.

Ένα ακόμα ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι υπάρχει ένας ήρωας, σχεδόν μυθιστορηματικός: ένας άντρας που διανύει ή έστω που επιχειρεί να καλύψει μια απόσταση, η οποία όμως εκτείνεται σε περισσότερα από ένα επίπεδα. Η ποιήτρια είναι σαν να παρακολουθεί από κοντά αυτή την ανδρική παρουσία και να καταγράφει μία-μία κάθε της κίνηση και κάθε σκέψη. Όπως συχνά οι σκέψεις δεν συνδέονται άμεσα μεταξύ τους, ειδικά οι υποσυνείδητες, έτσι και το κείμενο της Σόνιας Ζαχαράτου είναι μια ποίηση σε staccato, φράσεις κομμένες, σχεδόν απομονωμένες που όμως βρίσκουν τη θέση τους σε ένα  απολύτως αρμονικό, τελικά, σύνολο.

Οι καταιγιστικές επαναλήψεις λέξεων παράγουν χωρίς αμφιβολία ένα αγωνιώδες κείμενο, είναι σαν ο ήρωας να αναμασά τις σκέψεις του, τον φόβο και τον πανικό του: το άκουσμα ξανά και ξανά της ίδιας λέξης πετυχαίνει να «σπάσει» τον χωρόχρονο σε κομμάτια, να αναγκάσει τον χρόνο να κινείται σημειωτόν σε μια απόπειρα του ήρωα να τον εξημερώσει, να αντιμετωπίσει την απώλεια σε ένα μετριασμένα εχθρικό περιβάλλον. Εκτός από την τεχνική των επαναλήψεων, η τόσο μικρή παρουσία ρημάτων ενισχύει αυτή την αγωνιώδη αίσθηση του σταματημένου χρόνου, τόσο για το ποιητικό υποκείμενο όσο και για τον αναγνώστη.

Το Madre Dolorosa είναι αναμφισβήτητα ένα ποιητικό κείμενο για τον έρωτα. Φοβάμαι όμως ότι είναι μια ποίηση που, παρόλη την αξία της, δεν κάνει ανοίγματα στον Άλλον, ούτε και στον έξω κόσμο. Πώς να βυθιστεί ο αναγνώστης μέσα της όταν όλες οι δίοδοι είναι... ιδιωτικής διέλευσης και όλες οι σκέψεις, οι φόβοι, τα συναισθήματα, είναι κλειδωμένα στο τρίτο ενικό...; Το θέμα μου δεν είναι αν πρόκειται για καλή ποίηση, γιατί αυτό σίγουρα ισχύει: η γραφή είναι ενδιαφέρουσα, η δομή πρωτότυπη και με το παραπάνω, η συναισθηματική ένταση σωστά ισορροπημένη. Όταν όμως ο στίχος είναι τόσο εσωστρεφής, τόσο προσωπικός, σαν να απευθύνεται αποκλειστικά στον δημιουργό και το alter ego του, πώς θα επιτευχθεί η σύζευξη με τον αναγνώστη, ώστε το συγκινησιακό ρεύμα να λειτουργήσει απρόσκοπτα...;

Ο στίχος της Σόνιας Ζαχαράτου είναι σαν μια κάμερα στο εσωτερικό του κεφαλιού ενός υποκειμένου: οι εικόνες που αποτυπώνει είναι υψηλής ευκρίνειας και συχνά-πυκνά βαθειάς βιαιότητας. Άλλωστε, όλα ξεκινούν από μια φωτογραφία, ένα αντικείμενο που παράγει ένα κυκεώνα.

Ως ιχνογραφία σκέψεων, το Madre Dolorosa είναι ένας ποιητικός λόγος με ένταση και θάρρος από την αρχή μέχρι το τέλος, και αυτό είναι τελικά ένα κερδισμένο στοίχημα. 


Κρις Λιβανίου

Παραθέτω κάποια αποσπάσματα που μου άρεσαν ιδιαίτερα:

(...)

Για να μαλακώσει την κατάρα της ξηρασίας εντός του,
Για να πετύχει ευκρινέστερες αναγνώσεις του χθες,
Γιατί, τότε,
Τότε δεν υπήρχε για εκείνον τίποτ’άλλο γύρω,
Τότε για εκείνον μονάχα εκείνη υπήρχε,
Εκείνη ήταν για εκείνον παντού,
Εκείνη σε ολόκληρο το συννεφιασμένο τοπίο,
Εκείνη σε ολόκληρο το μέσα των ματιών του,
Σε ολόκληρο το μέσα της σαρκός του,
Σε ολόκληρο το μέσα των αισθήσεών του,
και του μέλλοντός του,
Εκείνη,
Ο έρωτας,
Εκείνη,
Εμβληματική,
Ακατανίκητη,
Αναντικατάστατη,

(...)

Τα πρόσωπά τους που, λίγο πριν, πολύ κοντά είχαν έρθει,
Πολύ κοντά, πολύ κοντά,
Σταυροβελονιές τα βλέμματα,
Πλεγμένο υφάδι οι ανάσες τους,
Αρώματα συγχωνευμένα ο χώρος ανάμεσα στα χείλη τους,
Υφασμένοι, κεντημένοι,
Ολομέταξοι και μοσχοβολημένοι,
Συγκλονισμένος αυτός,
Ναι,
Αιωρούμενος από μακαριότητα,
Ναι,
Στα ευδαίμονα άδυτά του ανυποψίαστα παραδομένος,
Ναι,
Ανυποψίαστα,

(...)

Να κλώθει εντός του την επανάληψη της ευτυχίας,
Να κλώθει θαρραλέα, πεισματικά,
Και πάλι, πάλι, πάλι, πάλι, πάλι, πάλι,
Να επιμένει ηρωικά,
Και να μονολογεί αυτό το πάλι, πάλι, πάλι που θα ερχόταν
και θα ξαναερχόταν,
Πιέζοντας τον εαυτό του να καταπνίξει τον ρομαντισμό του,
Την ευσυγκινησία του,
Τη δραματικότητά του,
Να καταπνίξει τον φόβο της απόρριψης, τον ξαφνικό φόβο του μη αύριο,
Το φόβο της ανυπαρξίας του κοινού χρόνου,
Το φόβο του άλλου χρόνου, του απέναντι,
του εχθρού χρόνου, της παγωνιάς, του χάρου,
Το φόβο του εαυτού,
Του εαυτού,
Να καταπνίξει τον τρόμο, τη φρίκη του,
Ασυμβίβαστος,

(...)

Αλλά,
Η κόπωση της ημέρας,
Η κόπωση της ημέρας και τα τόσα πολλά που εκείνος
μόλις πριν λίγο,
Μόλις πριν λίγο ήθελε να της τάξει και δεν πρόλαβε,
Τη ζωή του ήθελε να της τάξει και δεν πρόλαβε,
Να δώσει, να χτίσει, να χαρίσει, να μην πάρει τίποτα πίσω,
Να εγκαταλειφθεί στη βούλησή της,
Να παραδώσει το σώμα του στο σφαγείο της,
Να το προσφέρει στο βωμό της,
Στον αιμομικτικό αύλακα του θυσιαστηρίου να χυθεί,
Πορφυρός,
Ιφιγένεια για να φουσκώνουν εσαεί τα πανιά του έρωτος,
-Εξ αγχιστείας αυτός-,
Να αναληφθεί,
Αλλά,
Η κόπωση της ημέρας σφράγιζε τα χείλη του και
τα ερωτήματα έστεκαν πρησμένα, παραμορφωμένα,
Δαγκωμένα λόγια, ακατανόητα στην εκφορά τους,
Θρύψαλα από φωνήεντα και σύμφωνα,
Ανεμογκάστρι από αλφάβητο κονιοποιημένο,
Κουρνιαχτός,
Βου, γου, λου, μα, πφ, α, ωωω, τς, κτου, πτου, χι,
Χαμένοι ήχοι,
Χαμένος κόπος,
Χαμένος χρόνος,
Η κόπωση της ημέρας,
Και τα σύννεφα και το σούρουπο που τελείωνε,
Παφλασμοί ανείπωτων λέξεων, αγέννητου λόγου,

Madre Dolorosa - απαγγελία από την Καρυοφυλιά Καραμπέτη