Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου 2015

"μ_other poem" του Βασίλη Αμανατίδη

Για το μ_other poem του Βασίλη Αμανατίδη γράφτηκαν και θα γράφονται -του το εύχομαι και το ελπίζω- πολλά. Και δικαίως. Είναι από τα βιβλία που σε κάθε σελίδα του καταφάσκει μέσα σου η ποίηση, μία ποίηση που δεν θέλεις να τελειώσει και ας σε γκρεμίζει. Σε κάθε σελίδα.

Μ_other poem, λοιπόν. Ήδη ο τίτλος από μόνος του λέει αρκετά: αξίζει, πρώτα απ' όλα, να προσέξουμε τη λέξη “μάνα” που πάει να γραφτεί -την παύλα ας την δούμε σαν το σημείο που αναβοσβήνει στον υπολογιστή καθώς εκκρεμεί η συνέχεια της λέξης, εκκρεμότητα που ενέχει ασφαλώς αγωνία με την επίμονη ρυθμικότητα του κέρσορα στο κενό- και ήδη στην αρχή της ακόμη ακυρώνεται. Βλέπουμε τον ποιητή να μαγκώνεται: γυρίζει το πληκτρολόγιο στα αγγλικά, σε μία γλώσσα λιγότερο φορτισμένη, εικάζω, για εκείνον συγκινησιακά, και προσθέτει το θανατερό “other”, με μία διάθεση σοβαρού παιγνίου : αυτό που θα διαβάσουμε, λέει, είναι το ποίημα μίας άγνωστης μητέρας, ένας λόγος μόνο, ομολογεί ο ποιητής, που ξέρει τα όριά του ως προς τη δυνατότητα να φθάσει την αλήθεια (έστω και τη δική του) ή να οδηγήσει στην κάθαρση, πολύ περισσότερο δε όταν είναι μονόλογος και άρα, από τη φύση του, σε μεγάλο βαθμό υποκειμενικός (ποιου είναι τελικά ο μονόλογος είναι ένα ωραίο θέμα που μπορεί να ιδωθεί με τους φακούς των πολιτισμικών σπουδών δίνοντας κάποια ωραία συμπεράσματα πάνω σε θέματα αφήγησης/ υποκειμενικότητας/ ταυτότητας).

Το μ_other poem είναι ένα συνθετικό ποίημα, σπόνδυλοι σε μια τσακισμένη σπονδυλική στήλη από ένα χέρι που την διηγείται, ψηλαφίζει το τραύμα, ζητά λόγο για ό,τι την τσάκισε. Κάθε ποίημα είναι και ένα βήμα πιο κοντά προς το οικογενειακό έγκλημα όπου κυριαρχεί η (μητρική) φιγούρα η οποία, έχοντας σκοτώσει τους υπόλοιπους, έχει απομείνει μόνη, ραγισμένη μπροστά από το μεγάλο μυστικό, σαν τη φωτογραφία του εξωφύλλου.

Στα βήματα αυτά, βήματα αλλοπαρμένα από τον πόνο, τη μνήμη και τη λήθη, τα μάτια των άλλων και την προσωπική οπτική, την ενοχή, τη φούρια του “να το βγάλεις επιτέλους από μέσα σου” και να λυτρωθείς, βλέπει αμέσως κανείς μία από τις μεγάλες αρετές του Αμανατίδη, να συγχρωτίζει πετυχημένα το λόγο του άντρα με το λόγο του αγοριού, προσπαθώντας να ανακτήσει την πρόσβαση στην παιδική ελαφρότητα ή αντίστροφα να ενηλικιωθεί, βγάζοντας στο φως και αναμετρούμενος με τους δαίμονες των παιδικών του χρόνων. * Στο πρώτο ποίημα, ο Αμανατίδης, θεατρικός συγγραφέας (ή σκηνοθέτης) και ήρωας μαζί, θεατής και θέαμα, μπαίνει στα σκηνικά/ κόσμο μέσα από την μητέρα/ μήτρα. Αναγνωρίζει τον τόπο της (στο δεύτερο ποίημα της συλλογής) που γίνεται τόπος του (η πολυκατοικία της διευρυμένης οικογένειας) κι ύστερα η κάμερα προχωρά προς τα μέσα, στο σπίτι του, χρόνια μετά. Στο τρίτο ποίημα βλέπει τα μέλη της (μας τα συστήνει σα να έχει παγώσει την εικόνα ή σαν τα ίδια να στέκονται ακίνητα περιμένοντας το νεύμα του για να ξεκινήσει η δράση και να αρχίσουν να μπαίνουν στα σκηνικά τα χρώματα), βλέπει τον ίδιο ανάμεσά τους, κι έπειτα εστιάζει στη μητέρα (από το τέταρτο ποίημα, κατά βάση, και μετά). Επίμονα εστιάζει σ' εκείνη, λες και προσπαθεί με την εστίαση να την φέρει σε δύσκολη θέση, στη θέση να ομολογήσει το έγκλημα. Η μητέρα, ωστόσο, δεν ομολογεί, μένει πάντα στην απροσπέλαστη σιωπή της (σε αυτήν επανέρχεται συχνά ο ποιητής, βλέπε ενδεικτικά τα ποιήματα “υπεροχή: το αίνιγμα”, “ο άλαλος ρόλος”), ένα αίνιγμα -λες πολιτικό- που μέσα στην απροσδιοριστία του διαχέει την ενοχή στα υπόλοιπα μέλη. Μέσα από την ενοχή που τροφοδοτεί με τη σιωπή η μητέρα, τελικά εδραιώνει την εξουσία της.

Η μητριαρχία λοιπόν, στο επίκεντρο και η καταδυνάστευση των μελών της που δεν μπορούν να αντισταθούν. Και δεν μπορούν να αντισταθούν αφενός γιατί η αρχή/ μητέρα δεν αναλαμβάνει ποτέ την ευθύνη (της), ενώ, αφετέρου, η εξουσία της είναι μη χειροπιαστή (τα λίγα απτά ίχνη της είναι με επιμέλεια πλεγμένα λευκά και κυκλώνουν, σαν τα σεμέν το σπίτι, βλ. το ποίημα “αθωότητα”). Η αναμέτρηση με το αόρατο, λοιπόν, και το άλεκτο της μητέρας, όπως πολεμάει κανείς ένα φάντασμα, έναν αόρατο -σχεδόν- εχθρό. Το σπίτι το οποίο κληροδοτήθηκε στη μητέρα και από το οποίο ο πατέρας -αποσυρμένος- μπορεί ανά πάσα στιγμή να εκδιωχθεί, όταν απειλεί την εξουσία της μητέρας. Ο πατέρας που στο εξής, με την απειλή αυτής της εκδίωξης και τη συνεχή επιστροφή του στην εξουσία που τον αποδυναμώνει, δεν ορθώνει ανάστημα ποτέ: από παιδί της μητέρας του γίνεται παιδί της γυναίκας του (βλέπε την τέταρτη υποσημείωση του ποιητή στο έκτο ποίημα), ακυρώνοντας κάθε ελπίδα των αγοριών για κατάλυση της μητριαρχίας. Τα παιδιά και η κατάρρευση του πατέρα- ήρωα, και η δυναστεία της μητέρας που ζει μέσα από αυτά: πάντα να αγωνιά, να προστατεύει, να προλαβαίνει- μην αφήνοντας χώρο να αναλάβουν την ευθύνη τους, φαινόμενο τόσο οικείο στην ελληνική κοινωνία και όμως ελάχιστα, νομίζω, δοσμένο στη σύγχρονη ποίησή μας με αυτό τον συστηματικό και ανοιχτό τρόπο του Αμανατίδη (συστηματικό με την έννοια ότι η οικογένεια και η μητέρα αποτελούν κεντρικό άξονα του βιβλίου (και των επιμέρους ποιημάτων) και ανοιχτό, με την έννοια ότι βασίζεται στην κυριολεξία και την αυτοβιογραφία, χωρίς μάσκες/alter egos, σύμβολα και μεταφορές που απαλύνουν, ενδεχομένως, το βίωμα: ο ποιητής είναι αποφασισμένος να λογαριαστεί μαζί του μια και καλή).

Αλλά δεν είναι μόνο η μητέρα (η άλλη, η άγνωστη), είναι και όσα υπόρρητα υπάρχουν πίσω της που φωτίζει ο ποιητής: είναι η βαθιά συντηρητική -αν και μονίμως σύγχρονη- κοινωνία που πιέζει για γάμο (τη λειτουργικότητα του οποίου όμως σπανίως είναι διατεθειμένη να ελέγξει σοβαρά από μέσα), δίνει (και δείχνει την) εξουσία με την προίκα, φοβάται την ομοφυλοφιλία, αλλά και να πει τα πράγματα με το όνομά τους γενικότερα. Είναι η πολλαπλότητα και οι σύγχυση των ρόλων της γυναίκας που την οδηγούν στην κατάρρευση, η δύσκολη σχέση με το σώμα της και τη σεξουαλικότητα (η μητέρα ακροβατεί συνεχώς ανάμεσα στην ανορεξία (ποίημα δεκαέξι) και τη βουλιμία (ποίημα οκτώ), τη δύναμη (την ασκεί στον άντρα της αποφασίζοντας για -στην πραγματικότητα αρνούμενη- τις ερωτικές επαφές μαζί του) και την υποταγή (υποτάσσεται σε αυτό που θεωρεί διαστροφή για τις ανάγκες της γονιμοποίησης), την υγεία (την οποία φαίνεται να μη θέλει και να μη συγχωρεί, βλ. ποίημα είκοσι επτά) και τη διαταραχή (οι βιολογικές ανάγκες βλέπονται από εκείνην ως κάτι που είναι παρά φύσιν, βλέπε ποιήματα δεκαέξι, δεκαεφτά, δεκαοχτώ), την παιδικότητα/άφυλη κατάσταση -η μητέρα λαχταρά να ξαναγίνει κοριτσάκι, πιθανόν και για να απαλλαγεί από το βάρος του φύλου της, βλ. το ενδέκατο ποίημα της συλλογής- και την προχωρημένη ηλικία/ θηλυκότητα σε κατάσταση, στα μάτια της ενδεχομένως, εκφυλισμού), που φέρει τα σημάδια σαφώς της εθνικότητας, της τάξης, της θρησκείας (για την ακρίβεια, της θρησκοληψίας- θρησκευτικά συμφραζόμενα δεν λείπουν από το λόγο της μητέρας, είναι ωστόσο αυτά τα πολύ γνωστά, λόγου χάριν η Σταύρωση, που μαρτυρούν μία εξωτερική, τυπολατρική, σχέση με τη θρησκεία), της δικής της οικογένειας (σημάδια ορατά και στο σώμα της γλώσσας της, βλ. μέσα σε άλλα το ποίημα “είπε” και την αντιφατικότητα των μηνυμάτων της μητέρας στο γιο).

Από την άλλη πλευρά, δεν είναι μόνο ο πατέρας/ εραστής/ σύζυγος/ άνδρας και η ακύρωσή του, στην παραδοσιακή/πατριαρχική αναπαράστασή του τουλάχιστον, αλλά και η αγωνία του φύλου του, η αγωνία του ρόλου και της ταυτότητάς του που καίει τον ποιητή. Γνωρίζοντας καλά πως με την πρότερη υποταγή του στην μητρική εξουσία (εξουσία και οικονομική: ο ποιητής δε θα παρέβλεπε και αυτό) και τη διαμόρφωσή του μέσα από αυτήν (εξουσία η οποία εκτός των άλλων αντανακλά κι ενισχύει κι όλους τους φορείς που πρώτα εξουσίασαν και διαμόρφωσαν τη μητέρα του), βρίσκεται σε μία καμπή στην οποία πρέπει να δει ποιος έγινε κι ίσως με καλύτερη διατύπωση: ποιος έμεινε:

Μητέρα, έλα, πες μου, εγώ τι είμαι; 
Ένας παντοτινά αγνός άνους αμνός 
φωτοστεφανωμένος την κύκλια 
αδιάγνωστη διαστροφή σου.

Προστάτεψέ με από κάθε μου ύπαρξη. 
Απομείωνέ μου κάθε μου χρήση. Εγώ, ο χρηστός σου, εσύ 
τα Χρήματα, εσύ ο Χρόνος, εσύ ο Χώρος. 
Ω, συμπαντική μητέρα αργυρώνυμη- αθώα

διαστρεμμένη

(“εγώ ΙV”)

Στο σημείο αυτό έχουμε μία κορύφωση. Ο ποιητής για πρώτη φορά δείχνει να κατορθώνει, μετά από πολλές παραχωρήσεις από μέρους του και πολλαπλές ακυρώσεις/φιμώσεις, να βρει χώρο και να αρθρώσει λόγο, αν όχι απολύτως δικό του (ή όχι ακόμα τουλάχιστον), οπωσδήποτε ωστόσο για εκείνον. Μετά την πρώτη, δειλή διεκδίκηση άρθρωσης λόγου του ποιήματος πέντε (που φαίνεται από τη μικρότερη γραμματοσειρά που επιλέγει εκεί ο ποιητής και από την τοποθέτηση του ποιήματος κάτω στη σελίδα- αν και δεξιά, κάτι το οποίο, αν πιστέψουμε τους γραφολόγους, δείχνει κίνηση προς το μέλλον, σε αντίθεση με την ιστορία της οικογένειας/ μητέρας που στοιχίζεται κατά βάση αριστερά) και τις πιο γενναίες (ψηλά αυτή τη φορά στη σελίδα και με μεγαλύτερη γραμματοσειρά) απόπειρες των ποιημάτων δεκατρία και εικοσιένα, έρχεται η ώρα στο ποίημα τριανταδύο να εκφράσει την εμπειρία του εαυτού του, το θυμό του (αν και όχι τόσο θυμωμένα όσο θα ήθελε, βλέπε τη σημείωση του ποιήματος: “όχι -ούτε αυτό φτάνει- έλα – κι άλλο- πιο θυμωμένο ποίημα"). Από το ποίημα αυτό και πέρα, ο ποιητής ενεργοποιείται, θυμώνει, παραπονιέται, κρίνει, επαναδιαπραγματεύεται, διορθώνει, κατηγορεί αντί να κατηγορείται- αν και από κάτω αυτοκατηγορείται, με τον ύπουλο τρόπο που έρχονται οι αυτομομφές, σαν επίμονες υποσημειώσεις ή υστερόγραφα. Τα πρόσωπα ζητούν καθορισμό πια κάτω από ένα (νέο;) φως, ο πέλεκυς ζητά θύτες και θύματα, ενόχους κι αθώους, συμμάχους κι αντιπάλους, κι εν τέλει, νικητές και χαμένους.

Τα ερωτήματα ποτέ δε σταματούν: “ποιος ξέρει;” ρωτά ο ποιητής και το ερώτημα διακλαδίζεται κι οι απολήξεις του απλώνονται και σβήνονται κι, ωστόσο, επιμένουν: πάντα θα επιμένουν, αφού στο βάθος όλοι μας είμαστε ένοχοι ήδη από τη γέννησή μας, αφού επάνω μας διαπράττεται το έγκλημα κι εμάς πρϋποθέτει- να το αρνηθεί κανείς είναι προσποίηση:

Και σου τα λέω αυτά (εγώ) ο εκτός τόπου το ωσεί απόν λειτούργημά σου. 
Που αν δεν ήσουνα εσύ εγώ θα ήμουν ο κανείς;
 το ο μη γένοιτο ατόπημα και επ' ουδενί αποίημά σου.

Κι ούτε θα ήμουν καν εδώ για να 'χω σώμα στόμα τρόπο 
απ' όπου στο παντού τού εδώ σου να μιλώ

(“προσποιητής”)


Αυτή η επίγνωση είναι που επιτρέπει στον ποιητή να πει αυτό το καθόλου ανώδυνο:

Και ας πάμε επιτέλους παρακάτω. Άλλο τώρα, άλλο ποίημα
γιατί, μετά από ένα τέτοιο ποίημα μόνο έτοιμος μπορεί να βγει κανείς.

Κλείνοντας, θα ήθελα να πω πως πρόκειται για σπουδαίο έργο, αναμφισβήτητα το ωριμότερο του ποιητή ως τώρα, ένα έργο το οποίο είναι, από φιλολογική σκοπιά τουλάχιστον, ανοιχτό στον αναγνώστη (τα γλωσσικά και μορφικά παιγνίδια είναι καίρια και μετρημένα, τα διαβάσματα που διαμόρφωσαν τον ποιητή κι αν δεν τα ξέρεις, δε σου στερούν την εμπειρία του πάθους- με την έννοια του να πάσχει κανείς): ο ποιητής σε αυτό το έργο, τελικά, ρίχνει τους άσους από το μανίκι του, γιατί όταν το μανίκι φλέγεται, δεν έχεις περιθώριο για την -κακώς νοούμενη- τσαχπινιά.

Βάγια Κάλφα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου