Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου 2015

Ακρίτες και Κλέφτες: ένας μύθος που μεταλλάσσεται

Ακρίτας
Πολεμιστές και οι δύο, ο Ακρίτης και ο Κλέφτης αποτελούν τους δυο στρατιωτικούς πυλώνες στην δημώδη ποίηση. Και ενώ ο Ακρίτης σηματοδοτεί τα αρχικά στάδια μιας γεωπολιτικής ταυτότητας που αφήνει σταδιακά πίσω της τη βυζαντινή αυτοκρατορία, ο Κλέφτης είναι θα λέγαμε η πιο πρόσφατη και ως εκ τούτου η πιο εξελιγμένη μορφή του προστάτη του έθνους, ελληνικού πια, και οριακά σύγχρονου.

Μελετώντας τα ακριτικά τραγούδια και την σημειολογία τους και συγκρίνοντάς τα με τα μεταγενέστερα κλέφτικα, βλέπει κανείς την ξεκάθαρη εξελικτική πορεία που διέγραψε η νεοελληνική λαϊκή φιλοσοφία σε ένα διάστημα που εκτείνεται σε εννέα αιώνες. Η δημοτική σκέψη οφείλει την εντυπωσιακή διάρκειά της στο χρόνο στο ότι μεταξύ άλλων ουδέποτε απέτυχε στο να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα όπως αυτά παρουσιάζονταν στο πέρασμα των αιώνων. Επέδειξε μια αξιοσημείωτη προσαρμοστικότητα όχι μόνο στις διαφορές κοινωνικοπολιτικής ιδιοσυγκρασίας αλλά κυρίως στο εκάστοτε ιστορικό status quo.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ανάγκη για την παρουσία ηρωικών μορφών είναι μια σταθερή πραγματικότητα καθ’όλη την διάρκεια των δημοτικών τραγουδιών. Οι ήρωες όμως, όσο και να αποτελούν ένα κομβικό σημείο στην μελέτη των κειμένων, δεν έπαψαν να εξελίσσονται, να αλλάζουν και να γίνονται τελικά ο καθρέπφτης μιας κοινωνίας που αναμφισβήτητα μεταλάσσεται κι αυτή. Ο Διγενής Ακρίτας, ο υπερφυσικά ρωμαλέος, ο ατρόμητος μπροστά στην θέα των αμέτρητων εχθρών, ο ήρωας των ξακουστών κατορθωμάτων, ο μοναχικός υπερασπιστής των συνόρων της πάλαι ποτέ ένδοξης βυζαντινής αυτοκρατορίας, δίνει σταδιακά την θέση του σε ένα νέο τύπο ήρωα, καθώς οι άνθρωποι και τα δεδομένα αλλάζουν.

Τα ακριτικά τραγούδια έχουν ένα βασικό και συχνά μοναδικό άξονα: τα ανδραγαθήματα του ήρωα που αναφέρονται με όλες τις μυθολογικές τους λεπτομέρειες. Ο Διγενής αντιμετωπίζει τόσο αιμοσταγείς εχθρούς όσο και τρομακτικά θηρία, πάντοτε με την ίδια δύναμη και με τη νίκη στο τέλος πάντα εξασφαλισμένη... με μόνο μια εξαίρεση: τον αγώνα του εναντίον του Χάρου. Η προσωπική και κοινωνική του ζωή, τοποθετημένη στην καλύτερη περίπτωση σε δεύτερο πλάνο, περιορίζεται στη ύπαρξη συζύγου και στην απουσία παιδιών: ο Διγενής υπάρχει στο νεοελληνικό φαντασιακό μόνο υπό την ιδιότητά του ως σουρεαλιστικός ήρωας μιας ουσιαστικά παρωχημένης έννοιας κράτους. Η ριζικά εγωκεντρική διάσταση του ατόμου, ο ναρκισσισμός του πολλές φορές (η μετριοφροσύνη δεν είναι ένα από τα δυνατά σημεία της προσωπικότητάς του) και η απουσία κάποιου ανώτερου ιδεώδους, τον καθιστούν ένα πρόσωπο χωρίς εθνική συνείδηση. Άλλωστε, οι διάφορες εικασίες του δημοτικού ποιητή σχετικά με την καταγωγή του (πότε είναι γιος Έλληνα και Σαρακινής, πότε Έλληνα και Εβραίας) μόνο τυχαίες δεν είναι, ούτε, βέβαια, άμοιρες συμβολισμών.

Το προφίλ του Κλέφτη, από την άλλη μεριά, δείχνει μια σαφή στροφή και μια εκ βάθρων αλλαγή στην προσέγγιση της έννοιας του ήρωα. Η Άλωση της Πόλης από τους Τούρκους και η νέα πραγματικότητα που εγκαθιδρύθηκε από το σημείο εκείνο και μετά, δημιούργησε τις κατάλληλες συνθήκες για την εμφάνιση ένος νέου ηρωικού μοντέλου, συμβατού με την νέα πραγματικότητα. Ο Κλέφτης στα δημοτικά τραγούδια (και όχι γενικά ως ιστορική οντότητα) έχει ένα θεμελιώδες χαρακτηριστικό: το κίνητρο για εθνική ανεξαρτησία. Εκεί που ο ακριτικός ήρωας είχε σαν μόνιμο μέλημα το ατομικό του περίγραμμα, ο Κλέφτης είναι ξεκάθαρα το φερέφωνο μιας ολόκληρης κοινωνικής ομάδας, απολύτως υπαρκτής και με ξεκάθαρα χαρακτηριστικά. Είναι ένας άντρας όπως όλοι οι άλλοι του χωριού, με αναμενόμενη δύναμη αλλά δυσανάλογη γενναιότητα και αυτοθυσία, με σαφή αίσθηση του κινδύνου αλλά με την αποφασιστικότητα να νικήσει τον εχθρό ή να πεθάνει προσπαθώντας, και με το ιδανικό της ατομικής αλλά και συνολικής ελευθερίας πάνω από οποιοδήποτε προσωπικό συμφέρον. Ο λόγος που ο Κλέφτης παρουσιάζει αυτά τα χαρακτηριστικά στη δημοτική ποίηση είναι επειδή αυτό είναι είναι ο νέος τύπος ήρωα που μπορεί να ανταποκριθεί στις νέες προκλήσεις.

Το κοινό σημείο του Κλέφτη και του Ακρίτη είναι ότι έχουν και οι δύο μια ξεκάθαρα οριοθετημένη ατομικότητα. Ξεκάθαρη, αλλά όχι ίδια: η ονομασία «Ακρίτης» είναι περισσότερο ένα σύμβολο ενώ ο κλέφτης είναι πραγματικό ιστορικό πρόσωπο, με οικογένεια, καταγωγή, με παρελθόν και με ελπίδα για ένα μέλλον. Ο Κλέφτης έχει ρίζες, ο ποιητής αναφέρει την γυναίκα του με το όνομά της, τα παιδιά του, τον τόπο του: είναι ένα μέλος της ευρύτερης κοινωνικής ομάδας έστω και περιθωριοποιημένο, έχει μια συγκεκριμένη ταυτότητα και ανήκει στην ίδια πραγματικότητα με τους υπόλοιπους χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το στοιχείο της υπερβολής και της μυθοπλασίας είναι εντελώς απόν από την αφήγηση. Η διαρκής επαφή του με τη φύση, η ζωή του στα βουνά και η αυτοτέλεια της καθημερινότητάς του τον διαφοροποιούν από τον ακριτικό τύπο ήρωα και αποδεικνύουν ταυτόχρονα την εξέλιξη μιας λαϊκής σκέψης που δεν χάνει την πλαστικότητά της.

Το στοιχείο όμως που σηματοδοτεί την πραγματική και ουσιαστική διαφοροποίηση του ηρωικού μοντέλου στο νεοελληνικό φαντασιακό είναι ακόμα μια φορά η θεματική του θανάτου. Στα ακριτικά τραγούδια, ο Διγενής διέπει βίο ένδοξο, διανθισμένο με μεγαλειώδη κατορθώματα, κατατροπώνει τους εχθρούς και τους ανταγωνιστές, αντιμετωπίζει με επιτυχία τα αγριότερα των θηρίων, και στο τέλος πεθαίνει θάνατο κοινού θνητού. Ο Χάρος με τον ένα ή τον άλλο τρόπο (υπάρχουν παραλλαγές του θέματος του Θανάτου του Διγενή, κυρίως κυπριακές, όπου η νίκη του Χάρου απέναντι στον Διγενή στην ύστατη μάχη είναι αποτέλεσμα δόλιας θεϊκής παρέμβασης υπέρ του) καταφέρνει ό,τι και με τους υπόλοιπους, λιγότερο ηρωικούς ανθρώπους: παίρνει την ψυχή του Διγενή και το σώμα του καταλήγει στο χώμα. Χους ην και είς χουν απελεύσει. 
Κλέφτης

Ο Κλέφτης, από την άλλη μεριά, ο θνητός, κουρασμένος, αδικημένος και σκλαβωμένος άνθρωπος, ο φοβισμένος αλλά έτοιμος για όλα αφού γι αυτόν η ελευθερία δεν έχει τίμημα, απολαμβάνει όχι τάφο, όχι κοινό θάνατο, λησμονιά και παγωμένη γη, αλλά κιβούρι: ο λαϊκός ποιητής του αναγνωρίζει το ύστατο δικαίωμα, το προνόμιο να νικήσει συμβολικά την φρίκη του θανάτου. Ο Κλέφτης όταν πεθάνει, δεν θάβεται στη γη όπως οι άλλοι ήρωες πριν από αυτόν, αλλά σε ένα μνήμα στην επιφάνειά της, με παράθυρο για να βλέπει την άνοιξη και να ακούει τα πουλιά, αλλά και για να ρίχνει με το τουφέκι του εναντίον των εχθρών, συνεχίζοντας έτσι ό,τι έκανε και όσο ήταν εν ζωή. Ο ποιητής του αναγνωρίζει μια προσφορά πέραν οποιασδήποτε άλλης επειδή αυτή τελικά αφορά στο σύνολο, στην κοινωνική ομάδα. Στο πέρασμα των αιώνων η κοινωνική συνείδηση αναπτύσσεται και εδραιώνεται ως η μόνη πραγματικότητα που έχει σημασία και τα δημοτικά τραγούδια δεν θα μπορούσαν παρά να είναι ο καθρέφτης αυτής της στροφής από το ατομικό στοιχείο στο συνολικό.

Ο ήλιος εβασίλευε κι ο Δήμος διατάζει:
«Σύρτε, παιδιά μου, στο νερό, ψωμί να φατ’ απόψε
κ’εσύ, Λαμπράκη μ’ ανιψιέ, κάθου εδώ κοντά μου
να! τ’άρματά μου φόρεσε, να είσαι καπετάνος
κ’εσείς, παιδιά μου, πάρετε το έρημο σπαθί μου
πράσινα κόψετε κλαδιά, στρώστε μου να καθήσω,
και φέρτε τον πνευματικό να με ξομολογήση,
να τον ειπώ τα κρίματα, όσα ‘χω καμωμένα.
Τριάντα χρόνι’ αρματωλός κ’είκοσι έχω κλέφτης
και τώρα μ’ ήρθε θάνατος και θέλω να πεθάνω.
Κάμετε το κιβούρι μου, πλατύ, ψηλό να γένη,
να στεκ’ ορθός να πολεμώ και δίπλα να γεμίζω,
κι από το μέρος το δεξί αφήστε παραθύρι,
τα χελιδόνια νά’ρχωνται, την άνοιξη να φέρουν,
και τα αηδόνια τον καλό Μάη να με μαθαίνουν».[1]

Κρις Λιβανίου




[1] Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια (εκλογή), εκδ. Ακαδημία Αθηνών, σελ.282.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου