Πέμπτη, 5 Φεβρουαρίου 2015

"Μισές αλήθειες" του Κυριάκου Συφιλτζόγλου

Αν οι λέξεις είναι το όχημα της ποίησης και το όχημα δημιουργεί την πρώτη εικόνα, τι εντύπωση δίνει άραγε ένας ποιητής που μεταχειρίζεται λέξεις καθημερινές, απλές, άμεσες; Που τολμά να γράφει ποίηση χωρίς να χρησιμοποιεί βαρύγδουπα και πολυποίκιλτα επίθετα; Που αφήνει τον Χο Τσι Μινχ να ξεχορταριάσει τη λέξη «ακράδαντα»; Που με αυτόν τον τρόπο παράγει ειλικρίνεια και ταυτόχρονα ένα αποτέλεσμα αμιγώς ποιητικό; Προφανώς την καλύτερη. Γι’ αυτό και δεν είναι τυχαίο που, δύο χρόνια μετά την έκδοση της τελευταίας του συλλογής « Μισές αλήθειες», ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου εξακολουθεί να συζητείται και που οι πιο αξιόλογοι σύγχρονοι ποιητές ορκίζονται στο όνομά του.

Καθόλου άδικα, οφείλω να ομολογήσω. Δεν πάει πολύς καιρός που διάβασα τις «Μισές αλήθειες», αφού λίγες μέρες νωρίτερα είχα φάει κατσάδα, όταν σε σχετική ερώτηση παραδέχτηκα ότι δεν τον γνωρίζω. Και ορθώς με κατσάδιασαν, γιατί πράγματι ο Συφιλτζόγλου αξίζει και είναι άδικο να μην είναι περισσότερο γνωστός. Είναι σπάνιο να καταφέρνει ένας ποιητής με τα πρώτα κιόλας ποιήματα της συλλογής του, κάτι που για άλλους μένει όνειρο απατηλό ακόμη και μετά από τόνους μελάνι: να κερδίσει τον αναγνώστη. Τον κερδίζει, επειδή του δίνει τον τρόπο να καταλάβει την αλήθεια της εμπειρίας που διαβάζει και να την ενστερνιστεί. Κι ας είναι αυτή η αλήθεια μισή, όπως ευθαρσώς δηλώνει στον τίτλο.

Γιατί είναι όμως μισή; Ας παρακολουθήσουμε λίγο το ποιητικό υποκείμενο. Δίνει την εντύπωση ότι διαρκώς ονειροπολεί. Είτε χαζεύοντας το πορτοκαλί φανάρι και περνώντας το για ηλιοβασίλεμα είτε επειδή το στενεύει η σκιά του με αποτέλεσμα να τίθεται αυτόματα εκτός θέματος. Η αλήθεια που αφηγείται είναι πάντοτε ατόφια αλλά μισή, αφού η άλλη μισή εσωτερικεύεται και δεν αποκαλύπτεται ποτέ. Καταλαβαίνουμε αμέσως ότι συντελείται πολλή εσωτερική διεργασία: «Εδώ ο τόπος βράζει», μας λέει, και ο τόπος βέβαια είναι πάντα εσωτερικός – ορίζεται μάλιστα από «διαφορετικές εκδοχές της ίδιας ευθείας». 

Πολλές φορές οι στίχοι του Συφιλτζόγλου έχουν την ποιότητα και τη βαρύτητα του αποφθέγματος, έτσι όπως συμπυκνώνουν σοφία («ένα δύσβατο ‘ώσπου’ στοίχειωνε την πορεία μας»), χωρίς όμως να γίνονται ποτέ δυσνόητοι. Ίσα-ίσα, ο ποιητής χρησιμοποιεί τους μετασχηματισμούς του άριστα (π.χ. «κομματιασμένη θάλασσα/από κύματα όλο νεύρα»), για να δηλώσει την κατάσταση του υποκειμένου ή την περίσταση. Ενδιαφέρουσα λέξη αυτή, η περίσταση, επαναλαμβάνεται κάμποσες φορές στα ποιήματά του. Ο ποιητής, αν και αναμφισβήτητα ρεαλιστής, αποφεύγει να καταθέσει ρεαλιστικά την εμπειρία από την περίσταση, προσφεύγοντας σε μια αμφισημία που υποκρύπτει ειρωνική διάθεση. Είναι ο παρατηρητής που θα μιλήσει για την εμπειρία, έχοντας ξεμοντάρει τα εξαρτήματά της και έχοντάς τα στη συνέχεια ξαναμοντάρει με έναν τρόπο εντελώς απροσδόκητο, ταράζοντας και προβληματίζοντας με το αποτέλεσμα. 

Πρώτη φορά μου συμβαίνει να μη μου φτάνει μια συλλογή, να θέλω να διαβάσω κι άλλο. Κι όμως, 28 ποιήματα είναι ένας ικανός αριθμός. Όταν ωστόσο ο αναγνώστης πηγαίνει από το ένα στο άλλο τόσο φυσικά, ακολουθώντας τόσο απρόσκοπτα τη ροή και η ροή τού κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον, η μετάβαση γίνεται αβίαστα, γίνεται ένα ταξίδι ελκυστικό που εύχεται να μην τελειώσει.

Η ποίηση του Συφιλτζόγλου είναι μια ποίηση με παλμό και νεύρο, σύγχρονη και ευαίσθητη. Μια ποίηση που προκύπτει από έναν άνθρωπο με σάρκα και οστά, με πάθη και αναστολές, κάποιον σαν κι εμάς, δικό μας. Και αυτό την κάνει δέκα φορές πιο ακαταμάχητη.


Χριστίνα Λιναρδάκη


Σημ. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο τεύχος 28 (Δεκέμβριος 2014) του vakxikon.gr. Στο ίδιο τεύχος δημοσιεύονται το κείμενο της ομιλίας μου στην εκδήλωση " Η ποίηση στα χρόνια του διαδικτύου", αδημοσίευτο ποίημά μου και η μετάφρασή μου τριών ποιημάτων της Αρίστης Τρεντέλ.

Ας δούμε και δύο ποιήματα από τις "Μισές αλήθειες":

13.

ασύρματο δίκτυο
σ' ένα ημιυπόγειο της Τριανδρίας
όλοι οι φίλοι σε ζελατίνα
όλοι στα χέρια τους κρατάν μωρά
και τα μωρά
γλυκό κουταλιού ή ασπιρίνη

γιατί τάχα πάνε τοίχο τοίχο
από δρόμο σε παράδρομο
-Αγίου Δημητρίου Μητροπόλεως
Πλάτωνος Λασάνη-

αγνώριστες τσιχλόφουσκες πεζοδρομίου

όλοι περάσανε με κόκκινο
και σώθηκαν
κι εγώ ξεχάστηκα
νομίζοντας ηλιοβασίλεμα
το πορτοκαλί



23.

εδώ ο τόπος βράζει
τα κυπαρίσσια είναι
για τους ιδιοτελείς
ψηλόλιγνοι με πυκνά φρύδια
η πυροσβεστική φωλιά
για άστεγα χελιδόνια
ένας πλακούντας
σαν πορθμείο δηλαδή
η εσωτερική ζωή και
τα κοινωνικά συμβόλαια
καμένα χαρτιά
πώς να το πεις αλλιώς;
αίτημα ή εξήγηση;
οι λέξεις ή οι σκέψεις
σαν πεταμένα λεφτά;
ανεξόφλητοι λογαριασμοί
και υπερημερία
στο τσίγκινο τραπεζάκι
ένας χαρτοκόπτης

           του πέφτουν

                   τα σάλια


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου