Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2015

Η γυναίκα στα ακριτικά δημοτικά τραγούδια - η θέση της, ο ρόλος της, η συνολική σημασία

Παρόλο που για λόγους επιστημονικής ακρίβειας δεν επιχειρούμε να χρονολογήσουμε τα δημοτικά τραγούδια στο σύνολό τους, είναι γεγονός ότι τα ακριτικά είναι από εκείνα των οποίων οι ρίζες χάνονται μέσα στο χρόνο. Πρώτο υλικό μελέτης και παρατήρησης, είναι μια κατηγορία που παρέχει μεγάλο αριθμό πληροφοριών τόσο λογοτεχνικά όσο και κοινωνιολογικά.

Το πρώτο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι το τρίπτυχο σύζυγος-παιδιά-οικογένεια δεν συναντάται. Όταν στις μετέπειτα εποχές βλέπουμε την γυναίκα ως κατ’εξοχήν ενσάρκωση της σταθερότητας, της οικογένειας και τελικά της έννοιας του ανήκειν, στα ακριτικά τραγούδια όλο αυτό το κοινωνικό status quo είναι στα σπάργανα και η θέση της ίδιας της γυναίκας κατά κάποιο τρόπο... περιστασιακή. Με δεδομένο το γεγονός ότι στα ακριτικά τραγούδια το πρωταρχικό θέμα είναι το μεγαλείο του πολεμιστή και τα κατορθώματά του, η γυναίκα δεν κατέχει συγκεκριμένο περίγραμμα, ούτε σαφή ρόλο, αλλά υπάρχει περισσότερο σαν ένα επιπλέον στοιχείο –συχνά «περιουσιακό»- του ήρωα.

Ο δευτερεύων ρόλος της γυναίκας σ’αυτή την κατηγορία των δημοτικών τραγουδιών τοποθετεί τις κοινωνικές σχέσεις σε ένα θα λέγαμε προ-οικογενειακό στάδιο. Ενώ στα ιστορικά, στα κλέφτικα, στα μοιρολόγια κυρίως, ακόμα και στα σατιρικά τραγούδια έχουμε την εικόνα μιας καθόλα κατασταλαγμένης οικογενειακής δομής με την ενεργή και εμφανή παρουσία της συζύγου και των παιδιών, στα ακριτικά οι διαπροσωπικές σχέσεις όπως διαφαίνονται να είναι σε πρώιμα εξελικτικά στάδια. Η έμφαση δίνεται στα πολεμικά επιτεύγματα, στην ανδρεία και την ρώμη του ήρωα, στοιχεία δηλαδή που τον τοποθετούν κατ’εξοχήν εκτός οικογενειακής εστίας: πρόκειται δηλαδή για μια ποίηση με μοναδικό άξονα τον ίδιο, η γυναίκα-σύντροφος δεν έχει ακόμα αποκτήσει τα χαρακτηριστικά στοιχεία εκείνα που θα της δώσουν αργότερα το προφίλ μιας ισχυρής παρουσίας.

Τρόπαιο αλλά και μοχλός πίεσης στον ακριτικό ήρωα από τους εχθρούς του, η γυναίκα δεν στερείται μόνο άποψης αλλά και ενός ορισμένου λειτουργικού, καθημερινού ρόλου. Συχνά η ύπαρξή της αποτελεί και την μόνη αδυναμία ενός κατά τα άλλα αήττητου ήρωα: οι εχθροί του την απαγάγουν για να την χρησιμοποιήσουν ως τρόπαιο εκθέτοντας έτσι την ευάλωτη πλευρά του. Δεν είναι βέβαια απορίας άξιον το γεγονός ότι η γυναίκα στην βυζαντινή και μετάβυζαντινή εποχή δεν διαθέτει ούτε κατά προσέγγιση προσωπικό περίγραμμα, τα ακριτικά τραγούδια απλώς αντικατοπτρίζουν μια πραγματικότητα στέρεα εδραιωμένη. Το ενδιαφέρον είναι στην σύγκριση ανάμεσα στην γυναίκα του Διγενή, ουσιαστικά ανύπαρκτη, με την γυναίκα που συναντάμε στα μοιρολόγια και ακόμα περισσότερο στα κλέφτικα, μια γυναίκα με ισχυρή προσωπικότητα – τουλάχιστον όσο της επιτρέπουν οι συνθήκες -, ενεργή παρουσία και ονοματεπώνυμο, έστω κι αν αυτό είναι του άντρα τους. Το προφίλ της γυναίκας στην ακριτική δημοτική ποίηση είναι η αφετηρία για αυτό που εκείνη θα εξελιχθεί στην πορεία των αιώνων που θα ακολουθήσουν, είναι αυτό που θα δώσει την θέση του στην μετέπειτα σύντροφο, που ακόμα και χωρίς να είναι ισότιμη με τον άντρα– πώς θα μπορούσε άλλωστε, καταλήγει να αποτελέσει τον πυλώνα μιας ποίησης θεμελιωμένης στην αξία της οικογένειας και της ομάδας.

Η νεοελληνική λαϊκή συνείδηση χτίστηκε αργά και σταδιακά στο βάθος των αιώνων με την γυναίκα να εξελίσσεται σε μια μορφή ήρωα που ακόμα και αν στέκεται σε δεύτερο πλάνο, αναμφισβήτητα οριοθέτησε αλλαγές, ισχυροποίησε κοινωνικές συμπεριφορές και εδραίωσε το αξιακό σύστημα που διέπει την δημοτική ποίηση σε όλη της την έκταση. 



Κάτω στα ρούσια χώματα και σε βαθύ λιβάδι
εκεί σπέρνει ο Διγενής με τ’ ώριον του ζευγάρι.
Φακήν και ρόβην έσπερνε, ταήν του ζευγαριού του
Πουλάκιν πήγεν κ’ ήκατσεν στην όσκερην τ’αλέτρου.
- «Εσύ σπέρνεις, βρε Διγενή, μα την καλή σου ‘κλέψαν».
- «Αν την εκλέψανε εχτές, να πά’ να την γυρεύω,
Αν την εκλέψαν σήμερα να κάμω την σποριά μου».
- «Εγώ σου λέω, Διγενή, πως την καλή σου ‘κλέψαν».
Και το ζευγάριν ‘νέφηκε, στον στάβλον του πηγαίνει,
παίρνει τ’αργυροκλείδια του, τον στάβλον ξεκλειδώνει.
Τους στάβλους εξεκλείδωσε, τους μαύρους ενερώτα.
Όσοι μαύροι τον είδανε αίμαν εκατουρούσαν,
όσοι τον εκαλόδανε έπεσαν κ’ εψοφούσαν.[1] (...)




                                                                                                                                      Κρις Λιβανίου


[1] Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια (εκλογή), εκδ. Ακαδημία Αθηνών, σελ.32.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου