Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2015

Ακρίτες, άκρα, ακρότητες

Η κατηγορία των ακριτικών τραγουδιών αποτελεί μία από τις πλέον ενδιαφέρουσες, μεταξύ άλλων επειδή για πολλά χρόνια προσεγγιζόταν από τους μελετητές με μόνο άξονα την ιστορικότητα. Είναι γεγονός ότι τα ακριτικά τραγούδια είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με ένα συγκεκριμένο ιστορικό και κοινωνικό status: ο Ακρίτης, ή ακριβέστερα οι Ακρίτες, αποτέλεσαν χωρίς αμφιβολία τους θεματοφύλακες ένος κρατικού μηχανισμού μοναδικού στο είδος του, ο οποίος διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη δομή του δυτικού κόσμου όπως τον αντιλαμβανόμαστε σήμερα.

Στη φωνή του δημοτικού ποιητή ο Ακρίτης, είτε ο Διγενής, είτε κάποιος άλλος, έχει έναν συγκεκριμένο ρόλο: αποτελεί και χρησιμεύει ως παράδειγμα προς μίμηση. Έχει όνομα, είναι ο Διγενής Ακρίτας, ο Γιάννης, ο Κωνσταντίνος ή ακόμα ο Αρμούρης, όμως πρόκειται για μια φιγούρα χωρίς την παραμικρή εξατομίκευση, είναι διαφορετικοί άνθρωποι αλλά παραμένουν ο ίδιος ήρωας. Ο Ακρίτης των δημοτικών τραγουδιών είναι φτιαγμένος από τη στόφα του μύθου, γι αυτό και τα διάφορα μαγικά και υπερρεαλιστικά στοιχεία που τον χαρακτηρίζουν δεν έρχονται σε ρήξη, ούτε καν σε αντίθεση με τη γνωστή προσήλωση του ποιητή στην πραγματικότητα. Πρόκειται για ένα τύπο ανθρώπου, ένα οριοθετημένο είδος ήρωα με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά όπως για παράδειγμα το μεγάλο ύψος, η υπερφυσική δύναμη, η παντελής απουσία φόβου: δεν είναι ο αγωνιστής που συναντάμε στα κλέφτικα («Του Ζίδρου», «Του Χρίστου Μιλιόνη» κ.α.), ούτε ο ενεργός μάρτυρας κοινωνικοπολιτικών ανακατατάξεων των ιστορικών τραγουδιών («Της Αγιάς Σοφιάς», «Της Τραπεζούντος» κ.α.). Οι Ακρίτες στα δημοτικά τραγούδια είναι λιγότερο υπαρκτά πρόσωπα και περισσότερο στάση ζωής, αίσθηση καθήκοντος, αποστολή και χρέος απέναντι στην βυζαντινή αυτοκρατορία.

Ο Διγενής, το Ξάντινον (συγκεκομμένος τύπος του ονόματος Κωνσταντίνος – Κωνστάντινον – Κστάντινον – Ξάντινον στην ποντιακή διάλεκτο), είναι πλάσμα των άκρων τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά: η υπερβολή που διέπει αυτή την κατηγορία τραγουδιών δεν είναι κατ’επίφαση, ο άνθρωπος που απεικονίζουν είναι όντως ένα τέρας σωματικά αλλά και ψυχολογικά και συναισθηματικά. Ο Διγενής που δεν φοβάται τον Χάρο και τα βάζει μαζί του ίσοις όροις (τουλάχιστον μέχρι ενός σημείου), είναι ο ίδιος άνθρωπος που σκοτώνει την γυναίκα του λίγο πριν τον θάνατό του, επειδή εκείνη παραδέχτηκε ότι όταν χηρέψει θα παντρευτεί έναν άλλον, τον πρώτο της έρωτα, είναι ένα φαντασιακό ον που έχει πλήρως ενστερνιστεί και καθυποτάξει ακραίες αντιδράσεις.

Τα τραγούδια που εξιστορούν τα γεγονότα και τα κατορθώματα του Ακρίτα αποδίδουν την ανοίκεια, τη σχεδόν τρομακτική διάσταση στον χαρακτήρα του: πρόκειται για έναν ήρωα – σύμβολο γενναιότητας αλλά και υπερβολής, ανυπέρβλητης σωματικής ρώμης αλλά και συναισθηματικής ανεπάρκειας, έναν ήρωα εξ ορισμού ανέντακτου στην όποια καθημερινότητα. Η προσωπικότητα του Ακρίτη κινείται στα όρια, ακριβώς όπως και η αποστολή στην οποία έχει αφιερώσει τη ζωή του, την πραγματική και την μυθοπλασμένη.

Ο Διγενής ψυχομαχεί κι η γη τόνε τρομάσσει,
βροντά κι αστράφτει ο ουρανός και σειέτ’ο απάνω κόσμος,
κι ο κάτω κόσμος άνοιξε και τρίζουν τα θεμέλια,
κι η πλάκα τον ανατριχιά πώς θα τόνε σκεπάση,
πώς θα σκεπάση τον αητό, τση γης τον αντρειωμένο.
Σπίτι δεν τον εσκέπαζε, σπήλιο δεν τον εχώρει,
τα όρη εδιασκέλιζε, βουνού κορφές επήδα,
χαράκι αμαδολόγαγε και ριζιμιά ξεκούνιε
στο βιτσιμά πιανε πουλιά, στο πέταμα γεράκια,
στο γλάκιο κ’ εις το πήδημα τα λάφια και τ’αγρίμια.
Ζηλεύγει ο Χάρος με χωσιά μακρά τόνε βιγλίζει,
κ’ ελάβωσέ του την καρδιά και την ψυχή του πήρε.[1]

Ο Διγενής ψυχομαχεί κι η γη τόνε τρομάσσει,
κι η πλάκα τον ανατριχιά, που θα τόνε σκεπάση.
Και τση καλής του φώνιαξε να πα τήνε ρωτήξη:
- Αν αποθάνω, βρε καλή, ποιόν άντρα θε να πάρης;
- Αν αποθάνης, Διγενή, τα μαύρα θε να βάλω,
να τρώη σένα η μαύρη γη κι εμέ τα μαύρα ρούχα.
Μα κείνος δεντς επίστεψε, πάλι ξαναρωτά την:
- Αν αποθάνω, βρε καλή, ποιόν άντρα θε να πάρης;
- Αν αποθάνης, Δηγενή, τα μαύρα θα φορέσω,
να τρώη σένα η μαύρη γη κι εμέ τα μαύρα ρούχα.
Μα πάλι δεν τς επίστεψε και τρις ξαναρωτά τη:
- Αν αποθάνω, βρε καλή, ποιόν άντρα θε να πάρης;
- Αν αποθάνης, Διγενή, τον άρχο θε να πάρω,
οπού ‘ν’ η πρώτη μου χαρά, το πρώτο μου καμάρι!
‘Πού τα μαλλιά την άρπαξε, τρεις γύρους και τση κάνει.
«Αφησ’με, σκύλε Διγενη, να πω ένα τραγούδι:
Τρεις αδερφίδες ήμεσταν κι οι τρεις αδικοπήγαν,
η μια επήγε από φωτιά κι η γι-άλλη από πηγάιδι,
κι εγώ το κακορίζικο στου Διγενή τα χέρια!
Έπαρε, πέρδικα, πλουμί, και συ, τρυγόνα, πάσο,
και συ το σφακολούλουδο, πάρε την κοκκινάδα,
και συ βρουλιά, κομποβρουλιά, έπαρε τα μαλλιά μου,
να μην τα πάρη θηλυκό, νά’χη τα βάσανά μου!»[2]

Κρις Λιβανίου




[1] Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια (εκλογή), εκδ. Ακαδημία Αθηνών, σελ.42.
[2] Σελ. 24-25.

3 σχόλια:

  1. Ευχαριστώ πολύ, το ακριτικό τραγούδι είναι πράγματι ένα θέμα ευρύτερο από όσο θα περίμενε κανείς.

    ΑπάντησηΔιαγραφή