Παρασκευή, 16 Ιανουαρίου 2015

Κώστας Μόντης (1914-2004) - Παρά λίγο 100 χρόνια από τη γέννησή του


Η Κυπριακή Δημοκρατία τίμησε επάξια το 2014 τα 100 χρόνια από τη γέννηση ενός μεγάλου ποιητή της ελληνικής γλώσσας, αλλά και ενός γνήσιου τέκνου της, του Κώστα Μόντη.

Ο Μόντης γεννήθηκε το 1914 στην κατεχόμενη σήμερα πόλη της Αμμοχώστου. Τόσο η ζωή του όσο και το έργο του είναι στενά δεμένα με την αγαπημένη του μεγαλόνησο, την Κύπρο, όπως μαρτυρούν και οι τίτλοι των ποιητικών του συλλογών: «Εν Λευκωσία τη…» «Και τότ’ εν εναλίη Κύπρω», «Κύπρος εν Αυλίδι», «Κύπρια ειδώλια», «Εξ ιμερτής Κύπρου». Ο μεγάλος ποιητής της ελληνικής γλώσσας έχει τεράστιο, ποσοτικά αλλά και ποιοτικά, ποιητικό και πεζογραφικό έργο.

Κατά τον κορυφαίο δοκιμιογράφο και γνώστη των μυστικών της Κυπριακής λογοτεχνίας, πανεπιστημιακό Γ. Π. Σαββίδη: «Τα 'Γράμματα στη Μητέρα' αποτελούν μίαν από τις πιο αποκαλυπτικές και συνάμα νικηφόρες μαρτυρίες που διαθέτει η νεώτερη ευρωπαϊκή τέχνη μετά την μουσική του Μπαχ, για τον καθημερινό αγώνα του συνειδητού τεχνίτη να δώσει θετικό νόημα και νέα μορφή, στη διασπαστική, ασυνάρτητη εποχή μας, που σωστά ονομάσθηκε εποχή της ασυνέχειας ή καλύτερα αιώνας της διάσπασης του ατόμου».

Ο Γ.Π. Σαββίδης αναφέρει ακόμη για τον Κύπριο ποιητή: «Απεκάλεσα τον Μόντη Σωκρατικό ποιητή. Η ενδιάθετη ροπή του να ποιεί όχι λόγους αλλά μύθους, ο διαλεκτικός διδακτισμός του, η εικονοκλαστική ευλάβειά του, η ειρωνική αμφισβήτηση κάθε λογής ευθυμοφροσύνης, ο νηφάλιος αισθησιασμός του, ο συνειδητός τοπικισμός του, δύσκολα συμβιβάζονται με τις καθιερωμένες προδιαγραφές μας για κοινωνική αναγνώριση».

Ο Κ. Μόντης ξεκινά τη λογοτεχνική του διαδρομή αρχικά ως πεζογράφος. Αργότερα, το 1958, εκδίδει δύο ποιητικές συλλογές. Με την ποιητική του συλλογή «Στιγμές» ανοίγει ένα διαφορετικό, πρωτότυπο τρόπο έκφρασης, τον οποίο είχε προαναγγείλει ήδη στις προηγούμενες συλλογές του. Οι «Στιγμές» αποτελούν όχι μόνο σταθμό για την ποιητική εξέλιξη του Κ. Μόντη, αλλά θα επηρεάσουν καθοριστικά την ποίηση αρκετών νεώτερων ομοτέχνων του. Είναι το ακαριαίο, στιγμιαίο ποίημα, το ποίημα του ενός, δύο τριών στίχων, κάποιες φορές άτιτλο, άλλες με τίτλο μεγαλύτερο σε έκταση από το ίδιο το ποίημα. Είναι αυτούσια, ολοκληρωμένα ποιήματα, στα οποία έχει αφαιρεθεί όλο το περίβλημα, όλος ο περίγυρος και απομένει ο πυρήνας. Όπως τονίζει ο Κύπριος λογοτέχνης Ανδρέας Παστελλάς: «Ο Ποιητής με το ακαριαίο και συνοπτικό αυτό είδος της στιγμής, όπως η στιγμιαία λάμψη του φωτογραφικού φλας, για να χρησιμοποιήσουμε μια όχι και τόσο δόκιμη παρομοίωση για θέματα της ποίησης, φωτίζει μια απειροελάχιστη φάση της τρέχουσας πραγματικότητας ρίχνει μέσα μας έναν ενεργοποιό ερεθισμό ή άλλοτε μια ουσία με διάρκεια αντιστρόφως ανάλογη ή δυσανάλογη προς το λεκτικό της μέγεθος. Ή όπως εξομολογείται ο ίδιος ο ποιητής: «Προσπάθησα να δίνω τον πυρήνα του ποιήματος και να αφήνω τον αναγνώστη να βρίσκει τα σκαλιά που οδηγούν στον πυρήνα και τα σκαλιά που οδηγούν πέρα από τον πυρήνα. Και όπως καταλαβαίνετε τα σκαλιά είναι διαφορετικά από κάθε αναγνώστη».


Όπου δεν πέφτει φως είναι σκοτάδι,
μα όπου δεν πέφτει σκοτάδι δεν είναι φως.

***

Γιατί τόσα μνημεία στον Άγνωστο Στρατιώτη
κι ούτ’ ένα στον Άγνωστο Άνθρωπο;
εμείς πού θα βάνουμε τα στεφάνια μας,

***

Περίεργο πράμα, το χωριό ήταν στη θέση του.

***

Σκέψου πως δε μας έμεινε άλλο όνειρο
παρά να βγούμε από μια πόρτα.

***

Αν είναι για μας όλη αυτή η άνοιξη
είναι σπάταλη


Ας επιμείνουμε στην ποιητική του σύνθεση «Γράμματα στη Μητέρα», η οποία όπως προαναφέραμε χαρακτηρίζεται από τους κριτικούς των έργων του Μόντη ως το κορυφαίο ποιητικό του επίτευγμα. Πρόκειται για τρεις εκτενέστατες ποιητικές συνθέσεις που απευθύνονται σαν επιστολές σε ένα συμβολικό πρόσωπο, τη Μητέρα. Η Μητέρα στην περίπτωση του Κ. Μόντη δεν είναι η σολωμική μητέρα στις διάφορες ταυτίσεις της με την ελευθερία, που με βία μετράει τη γη ή με την πατρίδα Ελλάδα, μεγαλόψυχη στον πόνο και την δόξα. Η Μητέρα του Κύπριου ποιητή είναι το διαχρονικό, οικουμενικό, σύμβολο της ιδεατής καταφυγής, σε στιγμές ταραχής και έσχατης δοκιμασίας.

Τα «Γράμματα στη Μητέρα» δεν είναι οι κραυγές του ποιητή σε στιγμές υπαρξιακής αγωνίας, αλλά η πληγωμένη κραυγή μιας συλλογικής αγωνίας και διαμαρτυρίας που γράφτηκαν το 1965, σε στιγμές καθοριστικές για την νεώτερη κυπριακή ιστορία. Μόλις είχαν κοπάσει οι αιματηρές διακοινοτικές συγκρούσεις στην μεγαλόνησο, ο ανελέητος βομβαρδισμός από την τουρκική αεροπορία των χωριών της Τηλλυρίας και η πρώτη απειλή της τουρκικής εισβολής. Το 1972, εν μέσω της δίνης του διχασμού της κυπριακής κοινωνίας. Ένας διχασμός που προμηνύει τα δεινά που θα επακολουθήσουν. Το 1980 σε μια Κύπρο με το 40% του εδάφους της υπό κατοχή.

Ο ποιητής αισθάνεται το καθήκον να αποκαλύψει όλα όσα πλημμυρίζουν και κεντρίζουν την ψυχή του και απευθύνεται προς τη Μητέρα, γιατί μονάχα αυτή δύναται να τον κατανοήσει. Σκέψεις, αισθήματα, φόβοι, αγωνίες για τους κινδύνους που απειλούν την Κύπρο, αναμνήσεις, προβληματισμοί, διάψευση, διαμαρτυρία, θλίψη, ανθρώπινα δεινά, υπαρξιακές ανησυχίες για τη μοίρα του ανθρώπου, όλα αυτά «συμμείγνυνται» κατά την έκφρασή του.

Στο τριπλό αυτό γράμμα, το οποίο καταλογίζεται και ως ενιαία ποιητική σύνθεση, ξεχωρίζουμε τρεις άξονες: (α) τον προσωπικό-αυτοβιογραφικό, στον οποίο κυριαρχούν οι δεσμοί με τον γενέθλιο τόπο, οι οικογενειακές τραγωδίες και τα προσωπικά αδιέξοδα, (β) το φυλετικό με τις ιστορικές περιπέτειες, την τραγωδία του νησιού του και (γ) τον οικουμενικό, όπου αποτυπώνεται το δράμα και η αγωνία όλου του πλανήτη-γη. Ο ποιητής απλώνει τα μάτια του από την Κύπρο, από τις ατομικές και εθνικές περιπέτειες, έως το Βιετνάμ, τη Σομαλία, την Τσεχοσλοβακία. Ο πλανήτης δεν παρατηρεί μονάχα, αλλά και προλέγει. Είναι θαυμάσια η ενορατική και διαισθητική δύναμη του ποιητή. Είναι πικρός ο καημός του Κ. Μόντη για την έλλειψη αναγνώρισης, όμως αυτό το κενό αντισταθμίζεται και αποζημιώνεται πλουσιοπάροχα, από την υπερηφάνεια της ελληνικής μας ιδιοπροσωπείας. Αυτό ισχύει για όλους τους Έλληνες ποιητές, ακόμη περισσότερο ισχύει για εκείνη τη μακρινή «επαρχία» του ελληνισμού, την «μακαρία γη της Κύπρου» κατά τον Κωστή Παλαμά.


ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΙΗΤΕΣ

Ελάχιστοι μας διαβάζουν,
ελάχιστοι ξέρουν τη γλώσσα μας,
μένουμε αδικαίωτοι και αχειροκρότητοι
σ’ αυτή την μακρινή γωνιά,
όμως αντισταθμίζει που γράφουμε ελληνικά.


Ο Κ. Μόντης ασφαλώς δεν είναι «ιστορικός ποιητής», με την έννοια που είναι ο Καβάφης ή πολιτικός ποιητής, με τη στενή σημασία του «στρατευμένου ποιητή» μιας ιδεολογίας, όπως συμβαίνει με τον Γ. Ρίτσο και άλλους μεταπολεμικούς Έλληνες ποιητές. Παρ’ όλα αυτά, ο Μόντης έχει οξεία ιστορική κοινωνική και κατ’ επέκταση πολιτική συνείδηση. Αυτό μαρτυρεί η προσεκτική ανάγνωση του βιογραφικού σχεδιάσματος για τον Κύπριο ποιητή από τη Δώρα Μυλωνά-Πιερή, αλλά και από συμπεράσματα από τις προσωπικές του συνεντεύξεις, όπως στο περιοδικό «Διαβάζω» (1985).

Ας θυμηθούμε την κοινωνική του ευαισθησία για τους αγώνες των εργατών μεταλλείων της Κύπρου στα προπολεμικά χρόνια ή για τους Έλληνες πρόσφυγες στην Κύπρο στα σκληρά χρόνια της κατοχής και τα ποιήματά του για τη ζωή του πολιτικών προσφύγων του ελληνικού εμφύλιου πολέμου που ζούσαν στις χώρες της Ανατ. Ευρώπης. Αλλά και τη συμμετοχή στους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες της ιδιαίτερης πατρίδας του. Μαθητής γυμνασίου συμμετέχει ενεργά στην εξέγερση των Κυπρίων κατά των Άγγλων αποικιοκρατών τον Οκτώβριο του 1931. Αργότερα παίζει ενεργό ρόλο, ως πολιτικός καθηγητής στο αντιαποικιακό αγώνα της ΕΟΚΑ (1955-59), την «Κυπριακή Επανάσταση», όπως αποκαλούσε τον αγώνα για την αυτοδιάθεση – Ένωση της Κύπρου. Σταχυολογούμε ποιήματά του που αναφέρονται στην κυπριακή εξέγερση κατά των Άγγλων κατακτητών.


ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Ευτυχώς που το αίμα δεν παίρνει οδηγίες απ’ το
μυαλό.
Ευτυχώς που μονάχα με την καρδιά έχει να κάνει
που η καρδιά το κινεί.
Γιατί ποιος ξέρει τι τσιγκουνιές εκείνο θα μας έκανε.
Τι υπολογισμούς τις πιο κρίσιμες στιγμές.
Όταν θα ’πρεπε οπωσδήποτε να θάβουμε την άσφαλτο
όταν θα ’πρεπε οπωσδήποτε να πιτσιλίσουμε
τους τοίχους κόκκινους.

ΕΓΓΛΕΖΙΚΑ ΚΡΑΤΗΤΗΡΙΑ

Τι όμορφο που ’σαι, φεγγάρι μου,
έξω απ’ τα συρματοπλέγματα
χωρίς φρουρούς δεξιά και αριστερά!


ΕΝΩΣΗ

Μας πρόδωσαν τους πόθους μας και τ’ αγάλματα
Άδεια τα χέρια κι οι καρδιές.
Μας έμειναν μονάχα κάτι αγάλματα
Από τα πρόσφατα συμβάντα τα καυτά
ίσως εκτός χρόνου αυτά.


ΕΥΑΓΟΡΑΣ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΔΗΣ

Όταν διάβασα την ιστορία σου
το βράδυ είχα πυρετό.

Ούτε βέβαια πρέπει να ξεχάσουμε το μείζον γεγονός-τομή της τουρκικής εισβολής το 1974, γεγονός κοσμογονικό για την ιστορική πορεία της Κύπρου, το οποίο όπως λέγει και ο ίδιος «κόβει τον χρόνο στα δύο και μεταβάλλει εντός» του, όπως και τη συνείδηση του κάθε Κυπρίου, «τον ρυθμό του κόσμου». Παραθέτουμε ποιήματά του για την κυπριακή τραγωδία του ’74. 


Στιγμές της Εισβολής
Σκέψου να μας γίνει βραχνάς η οροσειρά της Κερύνειας,
σκέψου να την κοιτάμε με τρόμο,
σκέψου να την υποψιαζόμαστε,
σκέψου να την μισούμε!

***

Εμείς μια φορά αραδιάσαμε τους τάφους μας
και με το παραπάνω,
εμείς μια φορά ντυθήκαμε στα μαύρα
και με το παραπάνω.

***

Ανασήκωσε την πλάτη
κι απόστησέ τους, Πενταδάκτυλέ μου,
ανασήκωσε την πλάτη
και απόσεισέ τους.

***

Κι η Λευκωσία λυπημένο παιδάκι
που του κάκου αγωνίζεσαι
να το κάνεις να χαμογελάσει.


ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ

Ο ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΣ

Αυτή τη γελαστή φωτογραφία
με το στραβό σκουφί
και τη χρωματιστή γραβάτα
που ’χει καρφιτσωμένη στο στήθος
της η μάνα του
δεν θα την έβγαζε εκείνος, βέβαια,
αν ήξερε πως μια μέρα
το γέλιο του και το στραβό σκουφί
κ’ η χρωματιστή γραβάτα
θα κάρφωναν πιο βαθιά το μαχαίρι
στην καρδιά της.



ΕΓΚΛΩΒΙΣΜΕΝΟΙ

ΣΤΟ ΜΟΡΦΟΥ

«Μένουν ξαπλωμένοι στο πάτωμα του σχολείου
και το μόνο που θέλουν είναι να πεθάνουν»

(Έκθεση του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού
για την Τουρκική εισβολή).

***

Κοιτάζουν ένα γύρω τους χάρτες και τα θρανία
κοιτάζουν τον πίνακα που γράψαν τα πρώτα τους γράμματα,
ξαναβλέπουν ένα γύρο τους παλιούς φίλους,
ξανακούουν ένα γύρο τις παλιές φωνές,
ξανακούν το κουδούνι του διαλείμματος.



Ένα «ζήτημα» που κεντρίζει το ενδιαφέρον των μελετητών του Μοντικού έργου (Πιερής, Γεωργής, Λοϊζίδη, Παπαλεωντίου, Αθανασοπούλου κ.ά.) είναι ο διάλογός του με την ιστορία. Είναι σωστό να διευκρινίσουμε κατ’ αρχήν για ποια «Ιστορία» εννοούν, επειδή υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις της ιστορικής πραγματικότητας από τις κάθε είδους ιστορικές σχολές. Οι μελετητές του έργου και της ποιητικής του Κ. Μόντη καταλήγουν σε δύο διαπιστώσεις: πρώτον, από τις δύο πλευρές της ιστορικής πραγματικότητας, δηλαδή το μακρινό ιστορικό παρελθόν και το βιωματικό ιστορικό παρόν, ο Κ. Μόντης χαρακτηρίζεται ποιητής του ιστορικού παρελθόντος, έστω και με «προσωπείο». Ο Κύπριος ποιητής επικεντρώνει το βλέμμα του στη σύγχρονη ιστορική πραγματικότητα. Είναι κατά την έκφραση της ερευνήτριας του έργου του, Αφροδίτης Αθανασοπούλου, «Ο ποιητής της επικαιρότητας, τον ενδιαφέρει κυρίως η βιωμένη ιστορική εμπειρία. Δηλαδή ο αντίκτυπος των ιστορικών γεγονότων στην καθημερινή μας ζωή. Όπως ήδη προαναφέραμε στους στίχους του περνούν τα σημαντικότερα πολεμικά, ιστορικά, κοινωνικά γεγονότα που σημάδεψαν την Κύπρο, την Ελλάδα, την ανθρωπότητα στα κρίσιμα μεταπολεμικά χρόνια. Δεύτερον, από την ανίχνευση του έργου του, καθίσταται εμφανές ότι η ιστορία αυτή που αυτός γράφει σταθερά με -ι- κεφαλαίο στα κείμενά του και στην οποία ασκεί κριτική και ειρωνεύεται και μάλιστα με προκλητικό τρόπο, εννοείται αυτό που ονομάζεται «μακροϊστορία» ή «ιστορία από τα πάνω», ή «γεγονοτολογική ιστορία», εννοούμε τη στρατιωτική, την επική ιστορία. 

Προς επιβεβαίωση των ανωτέρω παραθέτουμε τα ποιήματα:

Η περί ης ο λόγος Ιστορίας, καλέ,
η περί ης ο λόγος Ιστορία του Ανθρωπίνου Γένους, καλέ!

Έχετε γνωρίσει κανέναν απ’ τους γραφιάδες της,
κανέναν απ’ τους αφ’ υψηλού γραφιάδες της,
αυτούς που πρωτίστως δεν ψέγεις.

***

Επιτέλους γιατί;
Μας ρώτηξαν πριν κάνουν «Ιστορία»
μας ρώτηξαν πρι(ν) μας την κληροδοτήσουν.

***

Αυτά τα συρματοπλέγματα των προγονικών αρετών,
αυτά τα συρματοπλέγματα της προγονικής ιστορίας.


Είναι σαφές από τα παραπάνω ποιήματά του, ο Κ .Μόντης δεν στοχεύει τα βέλη του στην κληρονομιά των προγόνων ή στους αγώνες του ελληνισμού, αλλά σε μια κατεστημένη ιδεολογική λειτουργία που καπηλεύεται και διαστρεβλώνει τα ουσιώδη γνωρίσματα που συναπαρτίζουν τη φυσιογνωμία του Ελληνισμού. Την άγονη και καθηλωτική προγονολατρεία πιστεύουμε ότι ελέγχει ο ποιητής στα παραπάνω ποιήματά του.

Απέναντι σε αυτή την «κυρίαρχη» ιστορία, ο ποιητής τοποθετεί ένα άλλο είδος ιστορίας, αυτό που καλούμε «βιωμένη ιστορία» ή «μικροϊστορία», ή ιστορία «από τα κάτω». Είναι η ιστορία που βιώνουν οι άσημοι, οι περιθωριοποιημένοι και οι αποκλεισμένοι από τον κυρίαρχο λόγο, ιστορία των ανωνύμων και αφανών, εκείνων για τους οποίους ελάχιστες γραμμές αφιερώνονται από τους επίσημους ιστορικούς. Χαρακτηριστικό για αυτήν την άποψη του ποιητή είναι το ιστορικοφανές ποίημά του με τίτλο: «Αντιχορός στην αρχαία Αθήνα».

Ο Κώστας Μόντης, όπως γράφει ο γνωστός μας Κύπριος Πανεπιστημιακός Μιχ. Πιερής, είναι «γνήσια ανατρεπτικός ποιητής, τόσο στις πολύστιχες συνθέσεις του ("Γράμματα στη Μητέρα") όσο και στις ακαριαίες "Στιγμές" του. Έχει αμφισβητήσει ουσιαστικό το καθιερωμένο το κανονικό, το νενομισμένο. Ανακαλύπτοντας και αποκαλύπτοντας το αυθεντικό ποιητικό πρόσωπο, αποτύπωσε με απλότητα και σοφία, αλλά και ιδιότυπη χάρη. Το κατακερματισμένο πρόσωπο της σύγχρονης ζωής εμπλούτισε τη νεοελληνική, αλλά και την ευρωπαϊκή λογοτεχνία με το ποιητικό απόσταγμα μιας πλούσιας βιοτικής εμπειρίας, τόσο σε ιδιωτικό όσο και σε εθνικό επίπεδο. Αξιοποίησε δημιουργικά όλο τον πλούτο της γλωσσικής και ιστορικής και πολιτισμικής παράδοσης του μείζονος ελληνισμού και περιχαράκωσε μέσα στο έργο του, με πρωτοφανή ποιητική δύναμη, τον ανεξάλειπτο χαρακτήρα των ριζιμιών αξιών της ρωμιοσύνης».

Λουκάς Θεοχαρόπουλος


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου