Δευτέρα, 26 Ιανουαρίου 2015







Στη Λούλα που δε θα το διαβάσει

……Ζούσε την τελευταία του ώρα. Στο σταθμό, νύχτα, περίμενε το τρένο, που θα ‘πεφτε μπροστά του να τελειώνει. Άξαφνα, από μια παλιά ξεχασμένη παρόρμηση ανέβηκε στη γραμμή να περπατήσει, όπως άλλοτε, που ήταν ένα αιώνιο παιδί. Τότε, μ’ έκπληξη, είδε τη μικρή πεθαμένη εξαδέλφη να περπατάει στην άλλη γραμμή, απλώνοντας του το χέρι, για να κρατηθούν, πιο στέρεα, πάνω απ’ τ’ όνειρο.
……Περπάτησαν ώρα, χαμογελώντας ο ένας στον άλλον, κι όταν πέρασε τυφλό το τρένο, βουίζοντας, τα δυο παιδιά χειροπιασμένα συνέχιζαν να προχωράνε πάνω στις ράγες,
……ενώ το πτώμα ενός άντρα κείτονταν πιο εκεί.

Τάσος Λειβαδίτης, Tαξίδι, από τη συλλογή "Νυχτερινός επισκέπτης" (1972), ενότητα Διασπορά, Τόμος 2 της τρίτομης έκδοσης του Κέδρου, σελίδα 34.

(από το http://tassosleivaditis.wordpress.com, επιλογή της φίλης Vicky Papaprodromou).

Πέμπτη, 22 Ιανουαρίου 2015

Ο μεταφραστής και ο ποιητής*

Σκοπός μου είναι όχι μόνο να υπογραμμίσω αλλά και να εξάρω το ρόλο του μεταφραστή στη μεταφραστική διαδικασία και να αντιστρέψω τη συνηθισμένη αντίληψη, που βλέπει ιεραρχικά πρωτεύοντα τον ποιητή και δευτερεύοντα τον πιστό (ή άπιστο) μεταφραστή του. Αντί να αναγνωρίζεται για τις εκατομμύρια αποφάσεις που πήρε και τις (επιτυχείς) λύσεις που επινόησε κατά τη μεταφραστική διαδικασία, ο μεταφραστής, συνήθως αποκτά κύρος, ανάλογα με την αίγλη του συγγραφέα τον οποίο μεταφράζει. Είναι πολύ συνηθισμένο, π.χ., ο μεταφραστής να συνοδεύει τον ποιητή που έχει μεταφράσει σε λογοτεχνικά φεστιβάλ ή σε τιμητικές εκδηλώσεις και να συστήνεται από τον ποιητή ως "ο μεταφραστής μου".

Στην πραγματικότητα, καθώς είναι κατά κανόνα ο μεταφραστής ο οποίος επιλέγει τον ποιητή, που μεταφράζει (υπό ιδανικές συνθήκες, με βάση κάποια καλλιτεχνική ή ψυχική συγγένεια που αισθάνεται μαζί του), θα έπρεπε, κατά τη γνώμη μου, οι ρόλοι να αντιστρέφονται και να είναι ο ποιητής που συστήνεται από το μεταφραστή ως "ο ποιητής μου". Όπως γράφει ο γνωστός συγγραφέας και μεταφραστής Tim Parks (2010): "Καιρός είναι να αναγνωριστούν οι μεταφραστές - οι κακοπληρωμένοι και παραγνωρισμένοι ήρωες πίσω από την παγκόσμια επιτυχία πολλών συγγραφέων".

Πολλοί αμφισβητούν τη δυνατότητα του εγχειρήματος παραθέτοντας τη γνωστή ρήση του Robert Frost ότι η ποίηση είναι εκείνο που χάνεται στη μετάφραση, αλλά αγνώντας προφανώς ότι ο Frost προσπαθούσε να δώσει έναν ορισμό της ποίησης και όχι της μετάφρασης. Δεν ασχολούμαι με τη ρητορική και τετριμμένη πια ερώτηση αν η ποίηση μεταφράζεται. Η πεποίθησή μου είναι ότι η μετάφραση ποιείται. Το πώς ποιείται και ο ρόλος του παράγοντα μεταφραστής στο πώς ποιείται στάθηκε πάντοτε αφορμή για τη δική μου θεωρητική ενασχόληση με το θέμα. Στη διαδικασία της μετάφρασης εμπλέκονται πολλοί περισσότεροι παράγοντες απ' όσους έχουμε συνήθως υπόψη μας. Σύμφωνα με τον γνωστό κριτικό και γλωσσολόγο, I. A. Richards, η διαδικασία της μετάφρασης (πόσο μάλλον της μετάφρασης της ποίησης) "πολύ  πιθανόν να είναι το πιο περίπλοκο συμβάν που έχει δημιουργηθεί μέχρι στιγμής στην εξέλιξη του σύμπαντος".

Ντέιβιντ Κόνολι




* Από τον Πρόλογο του βιβλίου του Ντέιβιντ Κόνολι "Ο μεταφραστής και ο ποιητής - μια εκλεκτική συγγένεια".

Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2015

Φάκελος φουτουρισμός - Πνευματικές διεργασίες εντός και εκτός φουτουρισμού στην εμφάνιση και ανάπτυξή του

Συνεχίζεται το αφιέρωμα στον φουτουρισμό, το κίνημα που προκάλεσε πολλές συζητήσεις και αντιδράσεις κατά το πρώτο ήμισυ του 20ού αιώνα. Το αφιέρωμα βασίζεται κυρίως σε κείμενα που είχαν φιλοξενηθεί στο λογοτεχνικό περιοδικό Ομπρέλα, όπως αυτό που ακολουθεί:



Η Ιταλία από τις αρχές του 1900 ζει μια πολιτισμική "επανάσταση". Ο Gabriele D' Annunzio και ο Giovani Pascoli διαμορφώνουν ένα νέο πνεύμα αισθητισμού. Οι ήρωες, των έργων που έγραψαν, κινούνται σε μια "ποιητική ζωή", στην τροχιά των αισθήσεων, της δύναμης για ζωή, των ανεκπλήρωτων επιθυμιών. Ο γλωσσικός πειραματισμός, η αναζήτηση του αυθεντικού, οι ηδυπαθείς περιγραφές, οι μεγαλοπρεπείς εικόνες συμβάλλουν ώστε να κτιστεί ο νέος αισθητισμός, το χυμώδες ύφος. (L' innocente, Il trionfo della morte, Le vergini delle voce, Il piacere, κ.ά. του G.D.Annunzio, Carmina του G. Pascoli). Σ' αυτή την πολιτιστική δραστηριότητα έρχεται να δώσει τη δική του προσφορά ο "μοντερνισμός", μια τάση των Ιταλών διαννουμένων να βρουν τις προοδευτικές πολιτιστικές συνιστώσες και να αναπτύξουν έναν κοινωνικό προβληματισμό που θα ξεπερνά τις ιδεολογικές αντιθέσεις μεταξύ σοσιαλισμού και χριστιανισμού με πρόθεση να ανοιχθούν νέοι ορίζοντες και να προκύψουν νέες εμπνεύσεις. Πρωτοπόροι αυτής της προσπάθειας ήταν οι Antonio Ajace Alfiri, Alessandro Casati, Tomaso Gallarati Scotti συνεργάτες του περιοδικού "Rinnovamento" (Ανανέωση). Σ'  αυτό το κλίμα πολιτιστικής εγερσιμότητας προστίθεται η φιλοσοφία του G. Gentile και B. Groce, κυρίως του Croce, που θεμελιώνει την έννοια της καθαρής έμπνευσης, αλλά και η ψυχογραφία και υπαρξιακή αναλυτική των συγγραφέων Italo Svevo και Luigi Pirandello που φέρνουν στην επιφάνεια τα άδυτα της συνείδησης, τις υπαρξιακές δυνατότητες, την αμφισημία του νοήματος.

Ο φουτουρισμός του Marinetti είναι αποστασιοποιημένος από αυτές τις πολιτιστικές ζυμώσεις που συντελούνται στην Ιταλία. Ξένος με ό,τι πιο ουσιαστικό και δημιουργικό προκύπτει, οργανώνεται στο Παρίσι. Ας μην ξεχνάμε ότι το "Manifesto del futurismo" δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Le figaro" στις 20 Φεβρουαρίου 1909, το οποίο εξέφραζε την πρόκληση, την αποδόμηση της γλωσσικής έκφρασης, την ακτιβιστική πρωτοβουλία. Με δόσεις υπερβολής και επιθετική διάθεση θα γράψουν στο μανιφέστο:

"Θέλουμε να τραγουδήσουμε την αγάπη προς τον κίνδυνο... θέλουμε να υμνήσουμε τον πόλεμο - αυτή τη μοναδική εξυγίανση του κόσμου - τον μιλιταρισμό, τον πατριωτισμό, τον αναρχισμό, τις ωραίες ιδέες για τις οποίες πεθαίνει κανείς... θέλουμε να καταστρέψουμε τα Μουσεία, τις Βιβλιοθήκες και τις Ακαδημίες κάθε λογής... θέλουμε να αγωνιστούμε ενάντια στο μοραλισμό, το φεμινισμό και ενάντια στη δειλία που βασίζεται στη σκοπιμότητα και την αυτοεξυπηρέτηση... Ομολογούμε ότι το μεγαλείο του κόσμου πλουτίστηκε από τη νέα ομορφιά της ταχύτητας...".

Μέσα σ' αυτά τα επιβεβαιωτικά θέλω, προσδιορίζεται το πολυσύνθετο κίνημα του φουτουρισμού. Τα επιβεβαιωτικά "θέλω" θα συνεχιστούν και στο "Manifesto tecnico della litteratura futurista" το 1912. Παράλληλα εκθειάζεται η μηχανοκρατία, η τεχνική, η ταχύτητα. Ο προφορικός πολιτισμός γίνεται άξονας της φιλοσοφικής θεώρησης του φουτουρισμού, γιατί εκφράζει την αμεσότητα. Ενώ στο όνομα της ελευθερίας και της ανατρεπτικής δυναμικής της θα πρέπει να αλλάξουν σύμφωνα με τον φουτουρισμό οι εκφράσεις της τέχνης, η σύνταξη του λόγου. Έτσι, ο "ελεύθερος στίχος" στην ποίηση θα πρέπει να κυριαρχήσει γιατί όπως πίστευαν οι φουτουριστές αφυπνίζει την εσωτερική δύναμη του ανθρώπου.

Παράλληλα όμως υπάρχει μια στροφή των φουτουριστών στην ανάγκη να υπερασπιστούν τις χαμένες πατριωτικές αξίες που σφραγίζουν έναν πολιτισμό και διέπουν πεποιθήσεις με επαρκή αυτογνωσία. Παρατηρώντας τη μορφοποίηση του φουτουρισμού είναι εύκολο κάποιος να αντιληφθεί την αντιφατική έκφρασή του. Συγκεκριμένα διαπιστώνεται η ανάγκη αναζήτησης μιας πρωτοπορίας που θα απέβλεπε στην ανατροπή των τυποποιημένων εννοιών μαζί με την προσέγγιση της αυτόφωτης προβληματικής που εκφράζεται από την ιταλική παράδοση. Αυτό το παράδοξο σχήμα αποτέλεσε το συγκεχυμένο περίγραμμα του φουτουρισμού. Είναι αλήθεια ότι υπήρξαν επιρροές του φουτουρισμού από μεμονωμένες πνευματικές παρουσίες της ιταλικής κουλτούρας που ενδεχομένως ήταν καθοριστικές για τη διαμόρφωση της συγκρότησής του. Ο Mario Morasso με το έργο του "La nuova arma" (1905) πριν ακόμη αποσαφηνίσει τη διαμόρφωση των ιδεολογικών του προτάσεων ο φουτουρισμός, έχει υπερασπιστεί τη μηχανοκρατία ως κατάκτηση της νέας κοινωνίας που τροφοδοτεί νέες κατευθύνσεις και αξιολογικές εκτιμήσεις στη ζωή.

Με την εξέλιξη της μηχανοκρατίας θα επιδιωχθεί μια ολόπλευρη ανάπτυξη της τέχνης, θα πει ο M. Morasso με τη μορφή μιας παγκόσμιας θεωρητικοποίησης και συμπυκνωμένης έκφρασης που θα πάρει το όνομα "καλλιτεχνικός ιμπεριαλισμός" (imperialismo artistico - έργο του Morasso γραμμένο το 1903). Αν ο Μ. Μorasso επηρέασε τον φουτουρισμό στις προϋποθέσεις σύλληψης ενός προβληματισμού γύρω από θέματα μηχανοκρατίας και εκφραστικής της τέχνης, ο Gian Petro Lucini με την αναζήτηση της ελευθερίας που ήταν απόρροια ενός αναρχο-πατριωτισμού της λομβαρδικής κοινότητας θα υποστηρίξει την "ελευθερία του στίχου" χωρίς συμβατικότητες ή περιορισμούς, χωρίς μέτρο και φόρμες. Ας μην ξεχνάμε ότι στο σημαντικότερο έργο του Lucini με τίτλο "Revolverate" που δημοσιεύθηκε το 1909, την εισαγωγή έγραψε o Marinetti, εκθειάζοντας την προσπάθεια του Lucini να ανεξαρτητοποίησει τον στίχο από μανιέρες και υποχρεώσεις λογοτεχνικής έκφρασης. Ο Marinetti θα υποστηρίξει σθεναρά την ελευθερία της εκφραστικής δυνατότητας επηρεασμένος από τον Lucini και θα ασκήσει παράλληλα κριτική στο έργο του D' Annuncio.
O Marinetti με τον Depero στο Μιλάνο το 1924,
τότε που λάνσαραν το φουτουριστικο γιλέκο

Αναμφισβήτητα όμως μεγάλη στήριξη στον φουτουρισμό θα προσφέρει ο G. Papini ο οποίος με την ομάδα του και το περιοδικό "Lacerba" θα τονίσει ότι ο φουτουρισμός είναι η μετεξέλιξη της αισθητικής και της καλλιτεχνικής έκφρασης που πρόθεση έχει να δώσει περιεχόμενο αλήθειας στη ζωή και στη δημιουργία. Ο φουτουρισμός στην Ιταλία, αν και έτυχε της μεγάλης συμπάθειας του φασισμού (η πρώτη έκθεση των φουτουριστών έγινε στη Μπιενάλε της Βενετίας το 1926) και ερωτοτροπώντας στο ξεκίνημά του και με τον κομμουνισμό, δεν βρήκε έδαφος ανοχής από τους διανοούμενους της Ιταλίας. Ο B. Groce ο φιλόσοφος που προσπάθησε να θεμελιώσει μια αισθητική του "νέου γλυκού ύψους" (dolce stil nuovo) άσκησε σκληρή κριτική στους ιταλούς φουτουριστές με κάποια ίσως εμπαθή διάθεση, όπως είχε κάνει και για τον D' Annuncio.

Ο φουτουρισμός όμως μέσα από απορρίψεις και αποδοχές θα δημιουργήσει το δικο του ύφος, τη δική του εκφραστικότητα και θα γίνει προάγγελος της νέας πολιτισμικής θεώρησης που ακούει στο όνομα της αυτονομίας του λόγου και της έκφρασης. Το γεγονός όμως ότι έγινε παρακολούθημα του φασισμού (παραλλήλιζαν συχνά οι φουτουριστές την πολιτική δραστηριότητα του φασισμού με τη δική τους καλλιτεχνική δραστηριότητα) αμαυρώνει τις όποιες καλλιτεχνικές φιλοδοξίες και πρωτοπορίες είχε.

Απόστολος Αποστόλου
Δρ. Φιλοσοφίας

Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2015

"Αόριστος διαρκείας" της Άρτεμης Μιχαηλίδου

Τα τριανταπέντε ποιήματα που απαρτίζουν την συλλογή της Άρτέμιδος Μιχαηλίδου Αόριστος διαρκείας δημιουργούν ένα ενδιαφέρον πλέγμα ποιητικής σκέψης και οδηγούν τον αναγνώστη σε καθημερινά, βαθειά προσωπικά μονοπάτια. Δεν ξέρω αν η ιδιαιτερότητα της γραφής οφείλεται σε μια ευθεία προσέγγιση των θεμάτων και των αισθήσεων ή στη διαμόρφωση ενός ποιητικού σύμπαντος καθόλα λειτουργικού, όμως είναι εμφανές ότι πρόκειται για μια συλλογή που είναι αποτέλεσμα ολοκληρωμένης σκέψης και διεισδυτικής ματιάς στον κόσμο που μας περιβάλλει.

Η απλότητα στην έκφραση είναι μόνο μία επίφαση τελικά, η ουσία ευτυχώς κρύβεται στην εικόνα και στον ήχο, στον ήχο των λέξεων και των πραγμάτων που αποτελούν το καθ’ όλα προσωπικό σύμπαν του καθενός μας. Η ποίηση της Αρτέμιδος Μιχαηλίδου λειτουργεί κατά κύριο λόγο σε στιγμιότυπα: εικόνες χωρίς ρήματα, (εξ’ού και η απουσία της αίσθησης του χρόνου), μεμονωμένα στοιχεία μιας καθημερινότητας που άλλοτε λίγο και άλλοτε περισσότερο μας καταπίνει και μας αναγκάζει να ξεχνάμε τις λεπτομέρειες εκείνες που κάνουν τις μέρες και τις αναμνήσεις να ξεχωρίζουν η μία από την άλλη:

Κι ήταν τ’αστέρια αμέτρητα,
ολόφωτα,
διαμάντια.
Κι η θάλασσα προκλητική,
ο αέρας σαν τραγούδι.

Κοιτάζοντας τη συλλογή στο σύνολό της, θα λέγαμε ότι πρόκειται για μια ποίηση της ατμόσφαιρας, της στιγμιαίας αίσθησης, μια προσπάθεια να εγκλωβιστεί το φευγαλέο σε μια στιγμή παγωμένη στο χρόνο: το εγχείρημα πετυχαίνει και το αποτέλεσμα είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον. Ο στίχος παίρνει μια προσωπική χροιά ανεπιτήδευτη, γεμάτη τρυφερότητα, οι αισθήσεις και το συναίσθημα αποκαλύπτονται σε ένα περίγραμμα απλότητας στην έκφραση και σαφήνειας στην έννοια: η ποιήτρια βγαίνει να συναντήσει τον αναγνώστη της χωρίς να ξεγυμνώνεται αλλά και παραδόξως χωρίς να φοβάται την έκθεση στα μάτια του άλλου. Πιο συγκεκριμένα στο “Will you buy a flower?” δείχνει σαν να συνομιλεί με τις ίδιες της τις αναμνήσεις, σαν να έχει καταλάβει, και φοβηθεί, τη διαβρωτική δύναμη της λήθης: κάνει παρέα στον εαυτό της σαν για κάποιο λόγο να έμειναν οι δυο τους, αλλά υπάρχει ξεκάθαρα χώρος και για τον αναγνώστη, που εισέρχεται στα ποιήματα με το δικό του περίγραμμα, βρίσκει τη θέση του και ανακαλεί έστω και στιγμιαία τις δικές του αναμνήσεις, φέρνοντάς τες στη σφαίρα της πραγματικότητας. Υπάρχει δηλαδή μια παράδοξη οικειοποίηση των ποιημάτων από τη μεριά του αναγνώστη: βρίσκει εκεί ορισμένες από τις σκέψεις του, βλέπει τη μοναξιά του, ώσπου καταλήγει να κοιτάζει τον εαυτό του σαν μέσα σε καθρέφτη.

Εκτός από τα ποιήματα, η συλλογή περιλαμβάνει και πέντε κείμενα, «ποιητική πρόζα» ή «πεζά ποιήματα»: κινούνται ανάμεσα στον ρεαλισμό και τη φαντασία, ανάμεσα στην πραγματικότητα ένος συμβάντος και την ανάμνησή του, τραβώντας τη λεπτή εκείνη γραμμή που διαχωρίζει την αντικειμενική από την υποκειμενική πραγματικότητα. Παρόλο το ενδιαφέρον τους όμως, δεν πετυχαίνουν να λειτουργήσουν ως κατ’εξοχήν συνδετικοί κρίκοι μεταξύ των ποιημάτων, και ενώ δεν αφαιρούν τίποτα από το σύνολο αυτής της ομολογουμένως άκρως ενδιαφέρουσας συλλογής, δεν είναι σίγουρο ότι προσθέτουν κιόλας.

Αυτό που δίνει σ’αυτή τη συλλογή τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της είναι μια εφηβικότητα στη γραφή και μια διακριτικότητα στην έκφραση των συγκινήσεων – στοιχεία μάλλον σπάνια στη σύγχρονη παραγωγή. Αποδεικνύεται ότι το ακραίο συναίσθημα δεν έχει απολύτως καμία ανάγκη για μια εξίσου θεαματική γλώσσα, ότι η λιτότητα στο μέσο επιτρέπει την πλήρη έκφραση της σκέψης και της αίσθησης. Και δημιουργώντας πραγματικότητες τη μια μέσα στη άλλη, η Άρτεμις Μιχαηλίδου καταφέρνει να παράγει ένα εντελώς προσωπικό σύμπαν, όχι λεπτοδουλεμένο μέχρι την τελευταία του λεπτομέρεια, αλλά μάλλον σκιτσαρισμένο: ένα σύμπαν σε λιτή γραμμή.

Κρις Λιβανίου

Τα αντιπροσωπευτικότερα, κατά τη γνώμη μου, ποιήματα της συλλογής:


ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ

Δωσ’μου μια λέξη για να παίξουμε.
Μια λέξη γελαστή σαν όνειρο μεσημεριού.
Μια λέξη δροσερή σαν πευκοδάσος το σούρουπο.
Πιο ηχηρή κι απ’τα τζιτζικια,
πιο δυνατή απ’τον έρωτα,
πιο τολμηρή απ’τα νιάτα
και πιο θερμή από τον πόθο του καλοκαιριού.

Δωσ’μου μια λέξη να σε συναντήσω.
Νερό κρυμμένο σε απόμερη σπηλιά
αναζητά φεγγάρι σε διαρκή πανσέληνο.



ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ
Περάσαμε όμορφα χθες.
Ήθελα να στο πω.
Και ήθελα να γράψω κάτι αισιόδοξο.
Και κάτι δροσερό
κάτι χαρούμενο
κάτι που να θυμίζει παραμύθι.

Περάσαμε όμορφα χθες.
Απλώς ήρθε το σήμερα.



ΑΡΤΙΜΕΛΗΣ ΑΝΑΠΗΡΙΑ

Πρόσθετο μέλος στις ζωές των άλλων.
Πάθηση επίκτητη ή συγγενής;
Ερώτηση ρητορική και δίχως σημασία
αφού η αναπηρία παραμένει αρτιμελής.


ΠΕΡΙ ΕΠΑΓΩΓΗΣ

Έστω ότι πέταξα χαλίκι
και το τζάμι ράγισε.
Έπειτα πήρες πέτρα
κι έγιναν χίλιες οι ρωγμές.

Ήθελα να ελέγξω τη θωράκιση.
Κι εσύ να μου αποδείξεις την ευτέλεια της ρωγμής.

Ωρίμου ενηλικίωσης ανήλικα παιχνίδια
πολύτιμες απώλειες απόλυτης τιμής.

Το τέλος είναι πάντα θορυβώδες.
Θα παραμείνω στην αθόρυβη μαγεία της αρχής.

Παρασκευή, 16 Ιανουαρίου 2015

Κώστας Μόντης (1914-2004) - Παρά λίγο 100 χρόνια από τη γέννησή του


Η Κυπριακή Δημοκρατία τίμησε επάξια το 2014 τα 100 χρόνια από τη γέννηση ενός μεγάλου ποιητή της ελληνικής γλώσσας, αλλά και ενός γνήσιου τέκνου της, του Κώστα Μόντη.

Ο Μόντης γεννήθηκε το 1914 στην κατεχόμενη σήμερα πόλη της Αμμοχώστου. Τόσο η ζωή του όσο και το έργο του είναι στενά δεμένα με την αγαπημένη του μεγαλόνησο, την Κύπρο, όπως μαρτυρούν και οι τίτλοι των ποιητικών του συλλογών: «Εν Λευκωσία τη…» «Και τότ’ εν εναλίη Κύπρω», «Κύπρος εν Αυλίδι», «Κύπρια ειδώλια», «Εξ ιμερτής Κύπρου». Ο μεγάλος ποιητής της ελληνικής γλώσσας έχει τεράστιο, ποσοτικά αλλά και ποιοτικά, ποιητικό και πεζογραφικό έργο.

Κατά τον κορυφαίο δοκιμιογράφο και γνώστη των μυστικών της Κυπριακής λογοτεχνίας, πανεπιστημιακό Γ. Π. Σαββίδη: «Τα 'Γράμματα στη Μητέρα' αποτελούν μίαν από τις πιο αποκαλυπτικές και συνάμα νικηφόρες μαρτυρίες που διαθέτει η νεώτερη ευρωπαϊκή τέχνη μετά την μουσική του Μπαχ, για τον καθημερινό αγώνα του συνειδητού τεχνίτη να δώσει θετικό νόημα και νέα μορφή, στη διασπαστική, ασυνάρτητη εποχή μας, που σωστά ονομάσθηκε εποχή της ασυνέχειας ή καλύτερα αιώνας της διάσπασης του ατόμου».

Ο Γ.Π. Σαββίδης αναφέρει ακόμη για τον Κύπριο ποιητή: «Απεκάλεσα τον Μόντη Σωκρατικό ποιητή. Η ενδιάθετη ροπή του να ποιεί όχι λόγους αλλά μύθους, ο διαλεκτικός διδακτισμός του, η εικονοκλαστική ευλάβειά του, η ειρωνική αμφισβήτηση κάθε λογής ευθυμοφροσύνης, ο νηφάλιος αισθησιασμός του, ο συνειδητός τοπικισμός του, δύσκολα συμβιβάζονται με τις καθιερωμένες προδιαγραφές μας για κοινωνική αναγνώριση».

Ο Κ. Μόντης ξεκινά τη λογοτεχνική του διαδρομή αρχικά ως πεζογράφος. Αργότερα, το 1958, εκδίδει δύο ποιητικές συλλογές. Με την ποιητική του συλλογή «Στιγμές» ανοίγει ένα διαφορετικό, πρωτότυπο τρόπο έκφρασης, τον οποίο είχε προαναγγείλει ήδη στις προηγούμενες συλλογές του. Οι «Στιγμές» αποτελούν όχι μόνο σταθμό για την ποιητική εξέλιξη του Κ. Μόντη, αλλά θα επηρεάσουν καθοριστικά την ποίηση αρκετών νεώτερων ομοτέχνων του. Είναι το ακαριαίο, στιγμιαίο ποίημα, το ποίημα του ενός, δύο τριών στίχων, κάποιες φορές άτιτλο, άλλες με τίτλο μεγαλύτερο σε έκταση από το ίδιο το ποίημα. Είναι αυτούσια, ολοκληρωμένα ποιήματα, στα οποία έχει αφαιρεθεί όλο το περίβλημα, όλος ο περίγυρος και απομένει ο πυρήνας. Όπως τονίζει ο Κύπριος λογοτέχνης Ανδρέας Παστελλάς: «Ο Ποιητής με το ακαριαίο και συνοπτικό αυτό είδος της στιγμής, όπως η στιγμιαία λάμψη του φωτογραφικού φλας, για να χρησιμοποιήσουμε μια όχι και τόσο δόκιμη παρομοίωση για θέματα της ποίησης, φωτίζει μια απειροελάχιστη φάση της τρέχουσας πραγματικότητας ρίχνει μέσα μας έναν ενεργοποιό ερεθισμό ή άλλοτε μια ουσία με διάρκεια αντιστρόφως ανάλογη ή δυσανάλογη προς το λεκτικό της μέγεθος. Ή όπως εξομολογείται ο ίδιος ο ποιητής: «Προσπάθησα να δίνω τον πυρήνα του ποιήματος και να αφήνω τον αναγνώστη να βρίσκει τα σκαλιά που οδηγούν στον πυρήνα και τα σκαλιά που οδηγούν πέρα από τον πυρήνα. Και όπως καταλαβαίνετε τα σκαλιά είναι διαφορετικά από κάθε αναγνώστη».


Όπου δεν πέφτει φως είναι σκοτάδι,
μα όπου δεν πέφτει σκοτάδι δεν είναι φως.

***

Γιατί τόσα μνημεία στον Άγνωστο Στρατιώτη
κι ούτ’ ένα στον Άγνωστο Άνθρωπο;
εμείς πού θα βάνουμε τα στεφάνια μας,

***

Περίεργο πράμα, το χωριό ήταν στη θέση του.

***

Σκέψου πως δε μας έμεινε άλλο όνειρο
παρά να βγούμε από μια πόρτα.

***

Αν είναι για μας όλη αυτή η άνοιξη
είναι σπάταλη


Ας επιμείνουμε στην ποιητική του σύνθεση «Γράμματα στη Μητέρα», η οποία όπως προαναφέραμε χαρακτηρίζεται από τους κριτικούς των έργων του Μόντη ως το κορυφαίο ποιητικό του επίτευγμα. Πρόκειται για τρεις εκτενέστατες ποιητικές συνθέσεις που απευθύνονται σαν επιστολές σε ένα συμβολικό πρόσωπο, τη Μητέρα. Η Μητέρα στην περίπτωση του Κ. Μόντη δεν είναι η σολωμική μητέρα στις διάφορες ταυτίσεις της με την ελευθερία, που με βία μετράει τη γη ή με την πατρίδα Ελλάδα, μεγαλόψυχη στον πόνο και την δόξα. Η Μητέρα του Κύπριου ποιητή είναι το διαχρονικό, οικουμενικό, σύμβολο της ιδεατής καταφυγής, σε στιγμές ταραχής και έσχατης δοκιμασίας.

Τα «Γράμματα στη Μητέρα» δεν είναι οι κραυγές του ποιητή σε στιγμές υπαρξιακής αγωνίας, αλλά η πληγωμένη κραυγή μιας συλλογικής αγωνίας και διαμαρτυρίας που γράφτηκαν το 1965, σε στιγμές καθοριστικές για την νεώτερη κυπριακή ιστορία. Μόλις είχαν κοπάσει οι αιματηρές διακοινοτικές συγκρούσεις στην μεγαλόνησο, ο ανελέητος βομβαρδισμός από την τουρκική αεροπορία των χωριών της Τηλλυρίας και η πρώτη απειλή της τουρκικής εισβολής. Το 1972, εν μέσω της δίνης του διχασμού της κυπριακής κοινωνίας. Ένας διχασμός που προμηνύει τα δεινά που θα επακολουθήσουν. Το 1980 σε μια Κύπρο με το 40% του εδάφους της υπό κατοχή.

Ο ποιητής αισθάνεται το καθήκον να αποκαλύψει όλα όσα πλημμυρίζουν και κεντρίζουν την ψυχή του και απευθύνεται προς τη Μητέρα, γιατί μονάχα αυτή δύναται να τον κατανοήσει. Σκέψεις, αισθήματα, φόβοι, αγωνίες για τους κινδύνους που απειλούν την Κύπρο, αναμνήσεις, προβληματισμοί, διάψευση, διαμαρτυρία, θλίψη, ανθρώπινα δεινά, υπαρξιακές ανησυχίες για τη μοίρα του ανθρώπου, όλα αυτά «συμμείγνυνται» κατά την έκφρασή του.

Στο τριπλό αυτό γράμμα, το οποίο καταλογίζεται και ως ενιαία ποιητική σύνθεση, ξεχωρίζουμε τρεις άξονες: (α) τον προσωπικό-αυτοβιογραφικό, στον οποίο κυριαρχούν οι δεσμοί με τον γενέθλιο τόπο, οι οικογενειακές τραγωδίες και τα προσωπικά αδιέξοδα, (β) το φυλετικό με τις ιστορικές περιπέτειες, την τραγωδία του νησιού του και (γ) τον οικουμενικό, όπου αποτυπώνεται το δράμα και η αγωνία όλου του πλανήτη-γη. Ο ποιητής απλώνει τα μάτια του από την Κύπρο, από τις ατομικές και εθνικές περιπέτειες, έως το Βιετνάμ, τη Σομαλία, την Τσεχοσλοβακία. Ο πλανήτης δεν παρατηρεί μονάχα, αλλά και προλέγει. Είναι θαυμάσια η ενορατική και διαισθητική δύναμη του ποιητή. Είναι πικρός ο καημός του Κ. Μόντη για την έλλειψη αναγνώρισης, όμως αυτό το κενό αντισταθμίζεται και αποζημιώνεται πλουσιοπάροχα, από την υπερηφάνεια της ελληνικής μας ιδιοπροσωπείας. Αυτό ισχύει για όλους τους Έλληνες ποιητές, ακόμη περισσότερο ισχύει για εκείνη τη μακρινή «επαρχία» του ελληνισμού, την «μακαρία γη της Κύπρου» κατά τον Κωστή Παλαμά.


ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΙΗΤΕΣ

Ελάχιστοι μας διαβάζουν,
ελάχιστοι ξέρουν τη γλώσσα μας,
μένουμε αδικαίωτοι και αχειροκρότητοι
σ’ αυτή την μακρινή γωνιά,
όμως αντισταθμίζει που γράφουμε ελληνικά.


Ο Κ. Μόντης ασφαλώς δεν είναι «ιστορικός ποιητής», με την έννοια που είναι ο Καβάφης ή πολιτικός ποιητής, με τη στενή σημασία του «στρατευμένου ποιητή» μιας ιδεολογίας, όπως συμβαίνει με τον Γ. Ρίτσο και άλλους μεταπολεμικούς Έλληνες ποιητές. Παρ’ όλα αυτά, ο Μόντης έχει οξεία ιστορική κοινωνική και κατ’ επέκταση πολιτική συνείδηση. Αυτό μαρτυρεί η προσεκτική ανάγνωση του βιογραφικού σχεδιάσματος για τον Κύπριο ποιητή από τη Δώρα Μυλωνά-Πιερή, αλλά και από συμπεράσματα από τις προσωπικές του συνεντεύξεις, όπως στο περιοδικό «Διαβάζω» (1985).

Ας θυμηθούμε την κοινωνική του ευαισθησία για τους αγώνες των εργατών μεταλλείων της Κύπρου στα προπολεμικά χρόνια ή για τους Έλληνες πρόσφυγες στην Κύπρο στα σκληρά χρόνια της κατοχής και τα ποιήματά του για τη ζωή του πολιτικών προσφύγων του ελληνικού εμφύλιου πολέμου που ζούσαν στις χώρες της Ανατ. Ευρώπης. Αλλά και τη συμμετοχή στους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες της ιδιαίτερης πατρίδας του. Μαθητής γυμνασίου συμμετέχει ενεργά στην εξέγερση των Κυπρίων κατά των Άγγλων αποικιοκρατών τον Οκτώβριο του 1931. Αργότερα παίζει ενεργό ρόλο, ως πολιτικός καθηγητής στο αντιαποικιακό αγώνα της ΕΟΚΑ (1955-59), την «Κυπριακή Επανάσταση», όπως αποκαλούσε τον αγώνα για την αυτοδιάθεση – Ένωση της Κύπρου. Σταχυολογούμε ποιήματά του που αναφέρονται στην κυπριακή εξέγερση κατά των Άγγλων κατακτητών.


ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Ευτυχώς που το αίμα δεν παίρνει οδηγίες απ’ το
μυαλό.
Ευτυχώς που μονάχα με την καρδιά έχει να κάνει
που η καρδιά το κινεί.
Γιατί ποιος ξέρει τι τσιγκουνιές εκείνο θα μας έκανε.
Τι υπολογισμούς τις πιο κρίσιμες στιγμές.
Όταν θα ’πρεπε οπωσδήποτε να θάβουμε την άσφαλτο
όταν θα ’πρεπε οπωσδήποτε να πιτσιλίσουμε
τους τοίχους κόκκινους.

ΕΓΓΛΕΖΙΚΑ ΚΡΑΤΗΤΗΡΙΑ

Τι όμορφο που ’σαι, φεγγάρι μου,
έξω απ’ τα συρματοπλέγματα
χωρίς φρουρούς δεξιά και αριστερά!


ΕΝΩΣΗ

Μας πρόδωσαν τους πόθους μας και τ’ αγάλματα
Άδεια τα χέρια κι οι καρδιές.
Μας έμειναν μονάχα κάτι αγάλματα
Από τα πρόσφατα συμβάντα τα καυτά
ίσως εκτός χρόνου αυτά.


ΕΥΑΓΟΡΑΣ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΔΗΣ

Όταν διάβασα την ιστορία σου
το βράδυ είχα πυρετό.

Ούτε βέβαια πρέπει να ξεχάσουμε το μείζον γεγονός-τομή της τουρκικής εισβολής το 1974, γεγονός κοσμογονικό για την ιστορική πορεία της Κύπρου, το οποίο όπως λέγει και ο ίδιος «κόβει τον χρόνο στα δύο και μεταβάλλει εντός» του, όπως και τη συνείδηση του κάθε Κυπρίου, «τον ρυθμό του κόσμου». Παραθέτουμε ποιήματά του για την κυπριακή τραγωδία του ’74. 


Στιγμές της Εισβολής
Σκέψου να μας γίνει βραχνάς η οροσειρά της Κερύνειας,
σκέψου να την κοιτάμε με τρόμο,
σκέψου να την υποψιαζόμαστε,
σκέψου να την μισούμε!

***

Εμείς μια φορά αραδιάσαμε τους τάφους μας
και με το παραπάνω,
εμείς μια φορά ντυθήκαμε στα μαύρα
και με το παραπάνω.

***

Ανασήκωσε την πλάτη
κι απόστησέ τους, Πενταδάκτυλέ μου,
ανασήκωσε την πλάτη
και απόσεισέ τους.

***

Κι η Λευκωσία λυπημένο παιδάκι
που του κάκου αγωνίζεσαι
να το κάνεις να χαμογελάσει.


ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ

Ο ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΣ

Αυτή τη γελαστή φωτογραφία
με το στραβό σκουφί
και τη χρωματιστή γραβάτα
που ’χει καρφιτσωμένη στο στήθος
της η μάνα του
δεν θα την έβγαζε εκείνος, βέβαια,
αν ήξερε πως μια μέρα
το γέλιο του και το στραβό σκουφί
κ’ η χρωματιστή γραβάτα
θα κάρφωναν πιο βαθιά το μαχαίρι
στην καρδιά της.



ΕΓΚΛΩΒΙΣΜΕΝΟΙ

ΣΤΟ ΜΟΡΦΟΥ

«Μένουν ξαπλωμένοι στο πάτωμα του σχολείου
και το μόνο που θέλουν είναι να πεθάνουν»

(Έκθεση του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού
για την Τουρκική εισβολή).

***

Κοιτάζουν ένα γύρω τους χάρτες και τα θρανία
κοιτάζουν τον πίνακα που γράψαν τα πρώτα τους γράμματα,
ξαναβλέπουν ένα γύρο τους παλιούς φίλους,
ξανακούουν ένα γύρο τις παλιές φωνές,
ξανακούν το κουδούνι του διαλείμματος.



Ένα «ζήτημα» που κεντρίζει το ενδιαφέρον των μελετητών του Μοντικού έργου (Πιερής, Γεωργής, Λοϊζίδη, Παπαλεωντίου, Αθανασοπούλου κ.ά.) είναι ο διάλογός του με την ιστορία. Είναι σωστό να διευκρινίσουμε κατ’ αρχήν για ποια «Ιστορία» εννοούν, επειδή υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις της ιστορικής πραγματικότητας από τις κάθε είδους ιστορικές σχολές. Οι μελετητές του έργου και της ποιητικής του Κ. Μόντη καταλήγουν σε δύο διαπιστώσεις: πρώτον, από τις δύο πλευρές της ιστορικής πραγματικότητας, δηλαδή το μακρινό ιστορικό παρελθόν και το βιωματικό ιστορικό παρόν, ο Κ. Μόντης χαρακτηρίζεται ποιητής του ιστορικού παρελθόντος, έστω και με «προσωπείο». Ο Κύπριος ποιητής επικεντρώνει το βλέμμα του στη σύγχρονη ιστορική πραγματικότητα. Είναι κατά την έκφραση της ερευνήτριας του έργου του, Αφροδίτης Αθανασοπούλου, «Ο ποιητής της επικαιρότητας, τον ενδιαφέρει κυρίως η βιωμένη ιστορική εμπειρία. Δηλαδή ο αντίκτυπος των ιστορικών γεγονότων στην καθημερινή μας ζωή. Όπως ήδη προαναφέραμε στους στίχους του περνούν τα σημαντικότερα πολεμικά, ιστορικά, κοινωνικά γεγονότα που σημάδεψαν την Κύπρο, την Ελλάδα, την ανθρωπότητα στα κρίσιμα μεταπολεμικά χρόνια. Δεύτερον, από την ανίχνευση του έργου του, καθίσταται εμφανές ότι η ιστορία αυτή που αυτός γράφει σταθερά με -ι- κεφαλαίο στα κείμενά του και στην οποία ασκεί κριτική και ειρωνεύεται και μάλιστα με προκλητικό τρόπο, εννοείται αυτό που ονομάζεται «μακροϊστορία» ή «ιστορία από τα πάνω», ή «γεγονοτολογική ιστορία», εννοούμε τη στρατιωτική, την επική ιστορία. 

Προς επιβεβαίωση των ανωτέρω παραθέτουμε τα ποιήματα:

Η περί ης ο λόγος Ιστορίας, καλέ,
η περί ης ο λόγος Ιστορία του Ανθρωπίνου Γένους, καλέ!

Έχετε γνωρίσει κανέναν απ’ τους γραφιάδες της,
κανέναν απ’ τους αφ’ υψηλού γραφιάδες της,
αυτούς που πρωτίστως δεν ψέγεις.

***

Επιτέλους γιατί;
Μας ρώτηξαν πριν κάνουν «Ιστορία»
μας ρώτηξαν πρι(ν) μας την κληροδοτήσουν.

***

Αυτά τα συρματοπλέγματα των προγονικών αρετών,
αυτά τα συρματοπλέγματα της προγονικής ιστορίας.


Είναι σαφές από τα παραπάνω ποιήματά του, ο Κ .Μόντης δεν στοχεύει τα βέλη του στην κληρονομιά των προγόνων ή στους αγώνες του ελληνισμού, αλλά σε μια κατεστημένη ιδεολογική λειτουργία που καπηλεύεται και διαστρεβλώνει τα ουσιώδη γνωρίσματα που συναπαρτίζουν τη φυσιογνωμία του Ελληνισμού. Την άγονη και καθηλωτική προγονολατρεία πιστεύουμε ότι ελέγχει ο ποιητής στα παραπάνω ποιήματά του.

Απέναντι σε αυτή την «κυρίαρχη» ιστορία, ο ποιητής τοποθετεί ένα άλλο είδος ιστορίας, αυτό που καλούμε «βιωμένη ιστορία» ή «μικροϊστορία», ή ιστορία «από τα κάτω». Είναι η ιστορία που βιώνουν οι άσημοι, οι περιθωριοποιημένοι και οι αποκλεισμένοι από τον κυρίαρχο λόγο, ιστορία των ανωνύμων και αφανών, εκείνων για τους οποίους ελάχιστες γραμμές αφιερώνονται από τους επίσημους ιστορικούς. Χαρακτηριστικό για αυτήν την άποψη του ποιητή είναι το ιστορικοφανές ποίημά του με τίτλο: «Αντιχορός στην αρχαία Αθήνα».

Ο Κώστας Μόντης, όπως γράφει ο γνωστός μας Κύπριος Πανεπιστημιακός Μιχ. Πιερής, είναι «γνήσια ανατρεπτικός ποιητής, τόσο στις πολύστιχες συνθέσεις του ("Γράμματα στη Μητέρα") όσο και στις ακαριαίες "Στιγμές" του. Έχει αμφισβητήσει ουσιαστικό το καθιερωμένο το κανονικό, το νενομισμένο. Ανακαλύπτοντας και αποκαλύπτοντας το αυθεντικό ποιητικό πρόσωπο, αποτύπωσε με απλότητα και σοφία, αλλά και ιδιότυπη χάρη. Το κατακερματισμένο πρόσωπο της σύγχρονης ζωής εμπλούτισε τη νεοελληνική, αλλά και την ευρωπαϊκή λογοτεχνία με το ποιητικό απόσταγμα μιας πλούσιας βιοτικής εμπειρίας, τόσο σε ιδιωτικό όσο και σε εθνικό επίπεδο. Αξιοποίησε δημιουργικά όλο τον πλούτο της γλωσσικής και ιστορικής και πολιτισμικής παράδοσης του μείζονος ελληνισμού και περιχαράκωσε μέσα στο έργο του, με πρωτοφανή ποιητική δύναμη, τον ανεξάλειπτο χαρακτήρα των ριζιμιών αξιών της ρωμιοσύνης».

Λουκάς Θεοχαρόπουλος


Τετάρτη, 14 Ιανουαρίου 2015

Φάκελος φουτουρισμός - Ο ιταλικός φουτουρισμός και ο φασισμός του Μουσολίνι

Οι σχέσεις του φουτουρισμού, του πρωτοποριακού αυτού κινήματος της τέχνης των αρχών του 20ού αι., με τη γέννηση και την ανάπτυξη του ιταλικού φασισμού γεννούν ακόμη και σήμερα διάφορα ερωτηματικά στους ιστορικούς της τέχνης.

Οι πύρινοι λόγοι του ιδρυτή του νεωτεριστικού αυτού ρεύματος τέχνης ποιητή Μαρινέττι στο δημοσιευμένο μανιφέστο στη συντηρητική «Φιγκαρό» το 1909 παραλληλίζονται με τις ρητορικές εξάρσεις του σοσιαλιστή Μουσολίνι στην εποχή του διευθυντή της εφημερίδας «Αβάντι» και τις θυελλώδεις πορείες το 1920-22 του Μουσολίνι των «Fasci» (φασιστικού κόμματος) για την κατάληψη της Ρώμης. Οι παράλληλοι βίοι συνεχίζονται με τη συνταξιοδότηση του Μαρινέττι από τη μουσολινικής έμπνευσης ιταλική Ακαδημία. Η πορεία ακολουθεί την εθελουσία στράτευση του Μαρινέττι και άλλων φουτουριστών στα ιταλικά στρατεύματα του ανατολικού μετώπου το 1942, και η τραγωδία του ιδρυτή του φουτουρισμού, στυλοβάτη της ετοιμόρροπης μουσολινικής «Δημοκρατίας του Σαλό» στη Βόρεια Ιταλία, κλείνει με το θάνατό του το 1944. Λίγους μήνες αργότερα, το 1945, ο Μουσολίνι έχει άδοξο τέλος.

Αρκετοί φουτουριστές καλλιτέχνες στην Ιταλία προσχώρησαν στο φασιστικό κόμμα το 1920, χωρίς να φθάσουν στις πρώτες γραμμές του φασιστικού κράτους και μάλιστα ονομαστοί (ο μουσικός Τοσκανίνι, Μπολτζόν, Μπέκκι), τούτο όμως αδικεί το πρωτοποριακό αυτό καλλιτεχνικό κίνημα να χαρακτηριστεί επίσημη τέχνη του φασιστικού κράτους. Η άποψη του κορυφαίου θεωρητικού του ιταλικού κομμουνιστικού κόμματος και προσεκτικού κριτικού των νεότερων ευρωπαϊκών πολιτιστικών ρευμάτων Αντόνιο Γκράμσι για το φουτουρισμό της χώρας του, καθιστά τέτοιου είδους σκέψεις επιπόλαιες και απλουστευτικές και από μαρξιστική άποψη. Σε ένα γράμμα του, το 1922, στον Τρότσκυ τονίζει την επαναστατική προέλευση του Ιταλικού φουτουρισμού και τις κοινές του ρίζες με τον ρωσικό φουτουρισμό, ο οποίος ακολουθεί τις κατευθύνσεις του ρωσικού κομμουνιστικού κόμματος.

Ο Γκράμσι αναφέρει: «Πριν από τον πόλεμο, οι φουτουριστές ήταν πού λαοφιλείς ανάμεσα στους εργάτες. Το περιοδικό Lacerba που είχε κυκλοφορία 20.000 φύλλα διαβαζόταν κατά τα τέσσερα πέμπτα από εργάτες. Κατά τη διάρκεια πολλών εκδηλώσεων της φουτουριστικής τέχνης στα θέατρα των ιταλικών πόλεων, συνέβη οι εργάτες να υπερασπίζονται τους φουτουριστές, αντίθετα με τους μικροαστούς και τους αριστοκράτες νέους που συγκρούονταν με τους φουτουριστές». Δεν πρέπει να ξεχνάμε και την πρώτη θεατρική επιτυχία του αναρχικού Famone, ενός από τους πρωταγωνιστές της σατιρικής αυτής τραγωδίας.

Ο φουτουρισμός έγινε δεκτός στην καλλιτεχνική πρωτοπορία και σε άλλα μέρη της Ευρώπης και είχε μεγάλη επιρροή στην προεπαναστατική Ρωσία. Ο μεγάλος Ρώσος ποιητής της Οκτωβριανής Επανάστασης, ο Μαγιακόφσκι, και το ρεύμα του κονστρουκτιβισμού δέχθηκαν αρκετές επιρροές από τον ιταλικό φουτουρισμό. Ο Μαγιακόφσκι είχε όμως ξεκάθαρους πολιτικούς προσανατολισμούς και διαφορετικές ποιητικές αξίες από αυτές του Μαρινέττι. Ο Ιταλός ποιητής έγινε δεκτός με ενθουσιασμό το 1913 στη Ρωσία από τους κύκλους των φουτουριστών, αυτός ο ενθουσιασμός όμως δεν τους εμπόδισε να τον κατατάξουν στους κόλπους της «πολεμόχαρης αστικής τάξης». Ο Μαγιακόφσκι μάλιστα ύψωσε εναντίον του ένα ποίημα: «Αηδία και μίσος για τον πόλεμο» ως απάντηση στο σύνθημα του Μαρινέττι που ήταν «πόλεμος – υγεία του κόσμου». Η Σοβιετική Ρωσία του 1921 όμως θα αποδώσει τιμές στον Μαρινέττι, συνειδητό υποστηρικτή των φασιστικών πορειών του Μουσολίνι, με τις γνωστές δηλώσεις του σοβιετικού λαϊκού επιτρόπου πολιτισμού (υπουργού) Λουντατσάρσκυ. Ο Γκράμσι «καλυμμένος» από αυτές τις δηλώσεις τιμά τον Μαρινέττι με το άρθρο του «Μαρινέττι ο επαναστάτης». Κατατάσσει τον συμπατριώτη του στους επαναστάτες, επειδή επιχειρεί να καταστρέψει την αστική κουλτούρα.

Η καταστροφή αυτή είναι το πρώτο μεγάλο βήμα για να ακολουθήσει η επικράτηση της επαναστατικής προλεταριακής κουλτούρας. Οι φουτουριστές τονίζει ο Γκράμσι στον τομέα τους, στον τομέα της κουλτούρας, είναι επαναστάτες. Οι προλετάριοι μακροπρόθεσμα είναι απίθανο να κερδίσουν περισσότερο από αυτά που προτείνουν οι φουτουριστές. (...)

Ο Μαρινέττι, ιδρυτής του φουτουρισμού, και ο Μουσολίνι ιδρυτής του ιταλικού φασισμού έχουν βέβαια διαφορετική κοινωνική καταγωγή, αριστοκράτης ο πρώτος αναθρεμμένος στα αστικά σαλόνια των Ιταλών επιχειρηματιών της Αλεξάνδρειας. Λαϊκής καταγωγής ο Μουσολίνι, γιος αρχισυνδικαλιστή σιδηρουργού – από ένα χωριό της Αιμίλια Ρομάνα. Όπως εύστοχα τονίζουν οι ιστορικοί της τέχνης, ενώνει και τους δύο η Νιτσεϊκή ιδέα του «Ανθρώπου του πεπρωμένου», η λατρεία του πολέμου σαν την «υγιεινή του κόσμου», της μηχανής, της ταχύτητας, του αεροπλάνου, ο θαυμασμός τους στα πρώτα χρόνια στη λυτρωτική δύναμη του Αναρχισμού. Ο Μουσολίνι των χρόνων της σοσιαλιστικής του διαδρομής μισεί την ατομική ιδιοκτησία που παγιώνει τη διαφορά ανάμεσα στα άτομα και τη φυσική εργασία που υποβιβάζει τον άνθρωπο. Ο αντικληρισμός του είναι σταθερός μέχρι και τα πρώτα χρόνια του φασιστικού κόμματος, ενώ από το 1920 αρχίζουν οι συμβιβασμοί του με το Βατικανό και τους άλλους παραδοσιακούς. Ο Μουσολίνι δεν ήταν αυτός που το 1918 μετά την πρώτη του πτήση με αεροπλάνο είχε μιλήσει στη γλώσσα του φουτουριστή Μαρινέττι; «Νιώθω στις φλέβες μου την αληθινά διονυσιακή μέθη από την κατάκτηση των αιθέρων». Το φουτουριστικό πολιτικό μανιφέστο του 1913 διακηρύττει προτάσεις αναρχικές, σοσιαλιστικές και ουτοπικές.

Το πολιτικό φουτουριστικό κείμενο του Μαρινέττι και άλλων φουτουριστών το 1918 επεξεργάζεται τις θέσεις αυτές. Τώρα, με το τέλος του πολέμου, τα συνθήματά του είναι τόσο αόριστα και βρίσκει εδώ καταφύγιο ένα ετερόκλητο πλήθος από εθνικιστές του Ιταλού ποιητή Ντ’ Αννούντσιο έως διάφορους απογοητευμένους αριστερούς και αναρχικούς. Η πρωτοποριακή ορμή του φουτουρισμού λήγει με το τέλος του πολέμου το 1918, σε ένα πόλεμο που αρκετοί φουτουριστές έπεσαν στα πεδία της μάχης για δόξα της νέας Ιταλίας. Η ολοκληρωτική εξουσία του Μουσολίνι τον θεωρεί παρελθόν, δεν τον χρειάζεται για «επιστήμη και τέχνη», έχει βέβαια ο φουτουρισμός συμβάλλει για τα καλά στην άνοδο του Ντούτσε στην εξουσία. Ο νέος αυτοκράτορας της Ρώμης αποκαθιστά τον κλασικισμό, τις γραμμές, τις εικόνες, το “imperium”, την «ένδοξη ιστορία». Υπάρχουν βέβαια αναλαμπές διαφόρων ποιητών, ζωγράφων και αρχιτεκτόνων, αλλά ο ιταλικός φουτουρισμός ως κίνημα δεν εγγίζει τώρα τις αναζητήσεις των νέων καλλιτεχνών. Ο φουτουρισμός του γαλλοθρεμμένου μέτριου Ιταλού ποιητή Μαρινέττι έχει τέλος τραγικό σαν καλλιτεχνικό κίνημα – αλλά εκτός από τον επαναστατικό του θρύλο έδωσε στην τέχνη έναν κόσμο διαφορετικό από αυτό των παραδοσιακών Ακαδημιών και του ερμητισμού που τότε κυριαρχούσε.

Λουκάς Κ. Θεοχαρόπουλος

Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2015

"Βλέπω τον κύβο Ρούμπικ φαγωμένο" του Γιάννη Στίγκα

Τι αντικρίζει κάποιος όταν κοιτάζεται στον καθρέφτη; Μια εξευγενισμένη εικόνα του εαυτού του ή μήπως έναν θίασο τεράτων που τον κοιτάζει κατάματα; Αυτό είναι το βασικό ερώτημα που υπογραμμίζει την πέμπτη κατά σειρά ποιητική συλλογή του Γιάννη Στίγκα, ο οποίος μας έχει συνηθίσει σε ποίηση αξιώσεων και δεν μας απογοητεύει.

Στα δεκαοκτώ μόλις ποιήματα της συλλογής, συναντάμε τον Κύκλωπα, τον Δράκουλα, τη Μέδουσα και διάφορα άλλα μυθικά ή θρυλικά τέρατα, με το Dr. Stiggas - Mr. Stiggas (κατά τους Δόκτορα Τζέκιλ και Μίστερ Χάιντ) να κλείνει τη συλλογή. Επιστροφή στον μύθο, λοιπόν, αλλά μια επιστροφή που συντελείται προκειμένου να μπορέσει να τον αφηγηθεί ο ποιητής εκ νέου: τα φρικτά γνωρίσματα των τεράτων αποδυναμώνονται και τα χαρακτηριστικά τους γειώνονται, καθώς αποκτούν τα τρωτά σημεία της ανθρώπινης κατάστασης. Τελικά, ο Στίγκας στήνει διαλόγους με καθένα από τα πλάσματα που ανακαλεί στις σελίδες του βιβλίου του ή τα βάζει να αφηγούνται δικούς τους μονολόγους, φέρνοντάς τα σε κάθε περίπτωση στη δική μας διάσταση και απογυμνώνοντάς τα από τον φόβο που προκαλεί η αναφορά του ονόματός τους. Τι να φοβηθεί κάποιος, άλλωστε, όταν αναγνωρίζει το τέρας ως κομμάτι της ίδιας του της ύπαρξης, ως μια αρχετυπική μορφή που παλεύει μαζί της προκειμένου αυτή να πάψει να ορίζει το παρόν του; 

Με φόντο το αστικό τοπίο της Αθήνας ξετυλίγονται αυτοί οι (εσωτερικοί, τελικά) διάλογοι και μονόλογοι του Γιάννη Στίγκα. Η πόλη, ίσως το μεγαλύτερο τέρας απ’ όλα, επιστρέφει ξανά και ξανά σαν άλλη Ερινύα – που παραδόξως μένει εκτός του θιάσου τεράτων - και μεταβάλλει τις εσωτερικές συντεταγμένες του ποιητή. Εκείνος, αντιμέτωπος με τις εμμονές και τις παιδικές του πληγές, αναμετράται μαζί της έχοντας πλήρη συναίσθηση της ανισότητας του μεταξύ τους αγώνα – και είναι το μόνο τέρας της συλλογής στο οποίο επιτρέπει να μπαίνει μέσα του και να τον πληγώνει.

Ο κύβος Ρούμπικ, ένα τρισδιάστατο παζλ, όπου το ζητούμενο είναι να ανασυνθέσει κάποιος την ομοιομορφία των πλευρών που είναι ανακατεμένες, δεν είναι απλά ανακατεμένος στη συλλογή του Γιάννη Στίγκα, είναι κυριολεκτικά φαγωμένος. Φαγωμένος από μέσα, από μια διάθεση αυτοσαρκασμού και αποδόμησης που είναι έκδηλη στα ποιήματα της συλλογής: «τα ίδια χέρια παίζονται/θα σκίσουν στον καθρέφτη το είδωλο/πώς δένεις τα κομμάτια σου ύστερα;/κασκόλ;/γραβάτα;/ψέματα;».

Ό,τι κι αν χρησιμοποιεί για να δέσει τα κομμάτια του το ποιητικό υποκείμενο, το κάνει καλά: η εντύπωση που αφήνει η αναμέτρησή του με τα τέρατα είναι ότι βγήκε νικητής. Τραυματίστηκε, αποδέχθηκε τα τραύματα, τα θεράπευσε όπου μπορούσε και προχώρησε παρακάτω. Τώρα μπορεί, ανενόχλητο πια, να μετρήσει πόσα πέταλα έχουν τα λουλούδια της αυλής του ή να χρησιμοποιήσει ένα απλό στιλό μπικ για να γίνει ο κανένας. Τελείωσε επί του παρόντος με τη φρίκη, πήγε παραπέρα: η ζωή, παραδόξως, εξακολουθεί να εκπέμπει σήμα.

Χριστίνα Λιναρδάκη



Σημ. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στη Λέσχη Ανάγνωσης Νοεμβρίου 2014 του vakxikon.gr

Ας δούμε και ένα ενδεικτικό ποίημα από τη συλλογή:


ΦΡΑΝΚΕΝΣΤΑΪΝ Ή ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΑΤΙΤΛΟ

στραβά που σ' έραψα στραβά
στραβά θα με ξηλώσεις

Αγαπητέ κύριε,
εγώ σας έκανα καλό με τόσους εφιάλτες
γιατί μετά, το δροσερό νερό
μετά, το χάδι στα μαλλιά
το "σώπα, ξημερώνει".

Ενώ για μένα τι;
που ζω ένα γκρι σαν παρεξήγηση
που μ'  αλυχτάνε τα σκυλιά
που με τρυγά η σκουριά
- τόσες περικοπές για ένα κορμί -
τουλάχιστον ας βάζατε ανοξει΄δωτες τις βίδες,
για να μη γυροφέρνω μ' ένα κίτρινο αδιάβροχο
χειμώνα-καλοκαίρι
σαν τους επιδειξίες.

Κι ύστερα
γιατί εμένανε τα χέρια μου
να 'χουνε τέτοιο εμφύλιο
το 'να να θέλει να γυρίσει στον παράδεισο
τ' άλλο να γράφει: ΠΡΟΣΕΧΩΣ ΚΑΤΕΔΑΦΙΖΕΤΑΙ
έτσι θα μένω πάντα στην Αθήνα.

Γιατί τόσες ραφές χωρίς κανένα σχέδιο
ένα της πλάκας ή
ένα δικό μου όνομα
-ας γράφατε μονάχα τ' αρχικά-
έστω μια τρίλιζα
(στο ύψος της καρδιάς)
-κι έννοια σας, κύριε-
γνωρίζω εγώ να χάνω.

Παρασκευή, 9 Ιανουαρίου 2015

Οι αναρτήσεις με τη μεγαλύτερη αναγνωσιμότητα

Συνηθίζεται στις αρχές μιας χρονιάς να γίνεται ένας απολογισμός πεπραγμένων, μια σούμα δηλαδή των καλύτερων στιγμών/αναρτήσεων/κ.λπ. Έτσι κι εμείς είπαμε να ακολουθήσουμε τη μόδα και να σας παρουσιάσουμε τη δική μας λίστα. Από καταβολής στίγμαΛόγου, λοιπόν, οι αναρτήσεις με τη μεγαλύτερη αναγνωσιμότητα είναι:

1. Η τεχνική του σοκ - ή, αν προτιμάτε, το σεξ - στην ποίηση (867 αναγνώσεις μέχρι σήμερα). Δεν είναι να απορεί κανείς γιατί αυτή είναι η δημοφιλέστερη ανάρτηση. Φαντάζομαι είναι πολλοί εκείνοι που ψάχνουν ερωτικά ποιήματα για να αφιερώσουν σε κάποιο αγαπημένο τους πρόσωπο. Θα τους συμβούλευα πάντως να πάρουν το ημερολόγιο 2015 "Τα πάθη του έρωτα" που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις IANOS, είναι εγγυημένο να τους καλύψει απόλυτα. Πρέπει επίσης να σημειώσω ότι οι απόψεις μου επί του θέματος έχουν μεταβληθεί και ότι μια επάνοδος στο θέμα είναι στα υπόψιν μου.

2. Η θάλασσα στο "Μονόγραμμα" του Ελύτη και στο "Γράμμα στον ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ" του Καββαδία - παράλληλη ανάγνωση (787 αναγνώσεις). Μια εξαιρετική παράλληλη ανάγνωση δύο ποιημάτων για τη θάλασσα από την Κρις Λιβανίου.

3. Η Κυριακή στην ποίηση (641 αναγνώσεις). Επιλογή και συζήτηση με βάση το πολύ ενδιαφέρον βιβλίο "Η Κυριακή των ποιητών" του Ηλία Κεφάλα, από τις εκδ. Νέος Αστρολάβος/Ευθύνη, 2013. Γιατί η Κυριακή παρουσιάζεται ξανά και ξανά στην ποίηση; Τι έχει η Κυριακή που τη διαφοροποιεί τόσο από τις υπόλοιπες μέρες; Γιατί εμπνέει τους ποιητές;

4. Ποίηση και πρόζα: Charles Baudelaire όσο και Θωμάς Τσαλαπάτης (598 αναγνώσεις). Ανάρτηση γραμμένη από την Κρις Λιβανίου σχετικά με το πεζό ποίημα: εκεί που η πρόζα και η ποίηση συναντούνται και συνεργάζονται, παράγοντας άκρως ενδιαφέροντα αποτελέσματα.

5. Τι μας λέει σήμερα η ποίηση του... πεζογράφου Καρκαβίτσα; (519 αναγνώσεις). Ένα εκπληκτικό κείμενο του Ηλία Θ. Παππά για τη χρήση ποιητικών μηχανισμών στην πεζογραφία του Ανδρέα Καρκαβίτσα.

6. Η ανορεξία της ύπαρξης - Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ (αποσπάσματα) (502 αναγνώσεις). Η ανάρτηση αυτή γράφηκε πριν ακόμη ανακοινωθούν τα κρατικά βραβεία εκείνης της χρονιάς (με νικήτρια τη Ρουκ, φυσικά) και ήταν συνοδευτική μιας άλλης ανάρτησης με τίτλο Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ vs. Έλσα Κορνέτη - γυναικεία υπόθεση, η οποία ωστόσο κατάφερε να συγκεντρώσει μόνο 368 αναγνώσεις κι έτσι δεν συμπεριλαμβάνεται στις δέκα καλύτερες αναρτήσεις του ιστολογίου). Τον Νοέμβριο που μας πέρασε η αγαπημένη κα Ρουκ είχε την καλοσύνη να παραχωρήσει συνέντευξη στο στίγμαΛόγου.

7. Η ξενιτιά στα δημοτικά τραγούδια (477 αναγνώσεις). Μια μελέτη της Κρις Λιβανίου με θέμα το προσφιλές θέμα της ξενιτιάς στα δημοτικά τραγούδια.

8. Η άνοιξη όπως την είδαν μείζονες και ελάσσονες ποιητές (425 αναγνώσεις). Μια ανθολογία ποιημάτων και αποσπασμάτων ποιημάτων εμπνευσμένων από την άνοιξη.

9. Πέντε αδημοσίευτα ποιήματα της Λένας Παππά αποκλειστικά στο στίγμαΛόγου (414 αναγνώσεις). Πόσοι ξέρουν ότι οι στίχοι από το γνωστό τραγουδι "άι, της αγάπης μαχαιριά" των Κατσιμιχαίων προέρχονται από ποίημα της Λένας Παππά; Μια πολυγραφότατη, ευαίσθητη ποιήτρια που μας έκανε την τιμή να μας δώσει συνέντευξη.

10. Τσαλαπάτης και Μπογδάνος - η λεπτή γραμμή ανάμεσα (406 αναγνώσεις). Σκέψεις πάνω στον δημόσιο διάλογο μεταξύ του ποιητή Θωμά Τσαλαπάτη και του Κώστα Μπογδάνου, εξ αφορμής της ποιητικής συλλογής του Κώστα Μπογδάνου "ΟΝ".

Σας ευχαριστούμε πολύ που μας διαβάζετε!

Τετάρτη, 7 Ιανουαρίου 2015

Φάκελος φουτουρισμός - Μανιφέστα


Το στίγμαΛόγου ανοίγει νέο φάκελο-αφιέρωμα στον φουτουρισμό, το κίνημα που προκάλεσε πολλές συζητήσεις και αντιδράσεις κατά το πρώτο ήμισυ του 20ού αιώνα. Το αφιέρωμα βασίζεται σε κείμενα που είχαν φιλοξενηθεί στο λογοτεχνικό περιοδικό Ομπρέλα. Πρώτο τέτοιο κείμενο του Φ. Τ. Μαρινέττι, σε μετάφραση Μωυσίδη:

Θάνατος του ελεύθερου στίχου


Ελευθερολεκτική σελίδα του Φίλιππο Τομάσο Μαρινέττι
Ο ελεύθερος στίχος που στο παρελθόν είχε χίλιους δυο λόγους για να αντιστέκεται, τώρα πια είναι καταδικασμένος να αντικατασταθεί από τις ελεύθερες λέξεις.

Η εξέλιξη της ποίησης και της ευαισθησίας μας αποκάλυψε τα δύο ανεπανόρθωτα ελαττώματα του ελεύθερου στίχου:
1. Ο ελεύθερος στίχος ωθεί μοιραία τον ποιητή σε εύκολα ηχητικά εφέ και σε προβλεπόμενα παιχνίδια παρηχήσεων και ακουστικών αντανακλάσεων.
2. Ο ελεύθερος στίχος καναλιζάρει τεχνητά το ρεύμα της λυρικής συγκίνησης ανάμεσα στα τείχη του συντακτικού και τους φράχτες της γραμματικής. Η ελεύθερη έμπνευση που απευθύνεται κατ' ευθείαν στην διαίσθηση του ιδανικού αναγνώστη βρίσκεται έτσι φυλακισμένη και διανεμημένη σαν το πόσιμο νερό, προκειμένου να δώσει τροφή σε όλα τα σχολαστικά και αρτηριοσκληρυμένα πνεύματα.

Όταν μιλώ για την ανάγκη να καταστρέψουμε το συνακτικό, δεν είμαι ούτε κατηγορηματικός ούτε συστηματικός. Στις ελεύθερες λέξεις του δικού μας ξέφρενου λυρισμού θα βρεθούν εδώ κι εκεί ίχνη κανονικής σύνταξης, καθώς επίσης ολόκληρα κομμάτια λογικών περιόδων. Αυτή η ανισότητα στη συντόμευση και στην ελευθερία είναι αναπόφευκτη και φυσιολογική. Η ποίηση που δεν είναι στην πραγματικότητα άλλο από μια ανώτερη μορφή ζωής, πιο συμπυκνωμένη και πιο έντονη από αυτή που ζούμε καθημερινά, αποτελείται και αυτή από στοιχεία υπερζωικά και στοιχεία που σιγά-σιγά πεθαίνουν.

Δεν χρειάζεται λοιπόν να ανησυχούμε πολύ γι' αυτά τα τελευταία. Μα θα πρέπει να αποφεύγονται με κάθε κόστος η ρητορική και οι κοινοί τόποι.

Η φαντασία δίχως χαλινούς

Λέγοντας φαντασία δίχως χαλινούς, εννοώ την απόλυτη ελευθερία των εικόνων ή των αναλογιών, που εκφράζονται με ασύνδετες λέξεις, χωρίς συντακτικά νήματα οδηγούς και χωρίς κανένα σημείο στίξης.

Οι συγγραφίες περιορίστηκαν μέχρι σήμερα στην άμεση αναλογία.

Η φαντασία δίχως χαλινούς και οι ελεύθερες λέξεις μας μπάζουν στην ουσία της ύλης. Ανακαλύπτοντας καινούριες αναλογίες ανάμεσα σε αντικείμενα μακρινά και φαινομενικά αντίθετα, θα τα αξιολογήσουμε ακόμα πιο ενδόμυχα. Αντί να εξανθρωπίζουμε τα ζώα, τα φυτά ή τα ορυκτά (σύστημα παρωχημένο) θα μπορούμε να ζωοποιούμε, να φυτοποιούμε, να ορυκτοποιούμε, να ηλεκτρίζουμε ή να υγροποιούμε το στυλ, κάνοντάς το να ζει την ίδια τη ζωή της ύλης. Για να μεταδώσω π.χ. την ζωή μιας κλωστής γρασιδιού, λέω "θα είμαι πιο πράσινος αύριο". Με τις λέξεις σε ελευθερία θα έχουμε: Συμπυκωνμένες μεταφορές. Τηλεγραφικές εικόνες. Τις περιλήψεις ψυχικών δονήσεων. Τις αρθρώσεις των σκέψεων. Τις ανοιχτές ή κλειστές βεντάλιες των κινήσεων. Τις συντμήσεις των αναλογιών. Τις ζυγαριές των χρωμάτων. Τις διαστάσεις, τα βάρη, τα μέτρα, και την ταχύτητα των αισθήσεων. Τη βουτιά της ουσιώδους λέξης μέσα στο νερό της ευαισθησίας, χωρίς τους ομόκεντρους κύκλους που η λέξη παράγει. Τις ανάπαυλες της διαίσθησης. Τις ταυτόχρονες, παράλληλες κινήσεις σε δύο, τρεις, τέσσερις, πέντε χρόνους. Τους αναλυτικούς και επεξηγηματικούς πασσάλους που υποστηρίζουν τη δέσμη των διαισθητικών νημάτων.

Θάνατος του λογοτεχνικού εγώ - Μοριακή ύλη και ζωή

Το τεχνικό μανιέστο μου αντιμαχόταν τον εφιάλτη του εγώ που οι ποιητές έχουν μέχρι σήμερα περιγράψει, τραγουδήσει, αναλύσει και ξεράσει. Για να απαλλαχτούμε απ' αυτό το εφιαλτικό εγώ, θα πρέπει να εγκαταλείψουμε τη συνήθεια που έχουμε να εξανθρωπίζουμε τη φύση προσδίδοντας ανθρώπινα πάθη και ανησυχίες στα ζώα, στα φυτά, στα νερά, στις πέτρες και τα σύννεφα. Αντίθετα, θα πρέπει να εκφράσουμε το απείρως μικρό που μας περιβάλλει, το ασύλληπτο, το αδιόρατο, την ταραχή των ατόμων, όλες τις παράφορες υποθέσεις κι ολες τις νέες ζώνες ζωής που ανακαλύψαμε με τα πιο ισχυρά μικροσκόπια. Εξηγούμαι: θέλω να εισάγω στην ποίηση όχι σαν επιστημονικό ντοκουμέντο, αλλά σαν στοιχείο της διαίσθησης, την άπειρη μοριακή ζωή που μέσα στην τέχνη πρέπει να αναμειχθεί με τα θεάματα και τα δράματα του απείρως μεγάλου, αφού άλλωστε μέσα σε αυτό το συγκέρασμα βρίσκουμε τη σύνθεση όλης της ζωής.

Για να βοηθήσω με κάποιον τρόπο την διαίσθηση του ιδανικού αναγνώστη μου κάνω χρήση των πλάγιων τυπογραφικών στοιχείων για όλες εκείνες τις λέξεις σε ελευθερία που εκφράζουν το απείρως μικρό και τη μοριακή ζωή.

Φίλιππο Τομάσο Μαρινέττι
(μετάφραση: Μωυσίδης)

Δευτέρα, 5 Ιανουαρίου 2015

Νίκος Καρφής - ένας ελάχιστα γνωστός ποιητής

Νίκος Καρφής
Ο Νίκος Καρφής γεννήθηκε στη Λαμία στις 5.1.1958. Ήταν το μοναχοπαίδι της Αφροδίτης Βουλγαράκη, η οποία εργαζόταν στις ιατρικές υπηρεσίες του Δήμου Λαμίας, και του Μιλτιάδη Καρφή, εμπόρου ξυλείας.

Μετά την αποφοίτησή του από το Λύκειο μετακόμισε οικογενειακώς στην Αθήνα λόγω προβλημάτων υγείας του πατέρα του, αλλά και της εισαγωγής του στη σχολή κινηματογράφου και τηλεόρασης του Λυκούργου Σταυράκου.

Το καλοκαίρι του 1979 συνάντησε τη Νορβηγίδα Siv Nilsen με την οποία απέκτησαν έναν γιο, τον Simon. Την ίδια εποχή άρχισε να γράφει ποιήματα και να εργάζεται στον κινηματογράφο, στη Stefi Films κατά κύριο λόγο. Στις πολυάριθμες, ελληνικές και ξένες, ταινίες που γυρίστηκαν την περίοδο εκείνη, ο Νίκος Καρφής συνεργάστηκε με σκηνοθέτες όπως ο Γιώργος Πανουσόπουλος, ο Νίκος Νικολαΐδης και ο Γιώργος Τσεμπερόπουλος. Ήταν επίσης παθιασμένος και ταλαντούχος φωτογράφος.

Μετά τον θάνατο του επιστήθιου φίλου του, Νίκου Πάνη, ο Νίκος Καρφής εκδήλωσε διπολική διαταραχή και νοσηλεύθηκε πολλές φορές τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Νορβηγία, όπου επίσης έζησε με τη γυναίκα και τον γιο του για ένα μικρό διάστημα. Δυστυχώς, η ασθένειά του έκανε το όνειρο μιας "συνηθισμένης οικογενειακής ζωής" ανέφικτο. Για τον Νίκο Καρφή, το συνηθισμένο ισοδυναμούσε με το χειρότερο δυνατό σενάριο. Η ανεβασμένη διάθεση που συχνά του προκαλούσε η ασθένειά του ήταν πολύ ελκυστική για να θελήσει να θεραπευθεί. Έτσι, η γυναίκα του και ο γιος του έμειναν στη Νορβηγία, ενώ εκείνος επέστρεψε στην Ελλάδα, όπου ξαναπαντρεύτηκε και χώρισε άλλη μια φορά.

Δεν προσπάθησε ποτέ να εκδώσει τις ποιητικές συλλογές του, δημοσίευε όμως περιστασιακά στα περιοδικά "Ίνδικτος", "Οδός Πανός" και "Η Λέξη". Βρήκε τραγικό θάνατο τον Ιούνιο του 2000.

Ο Νίκος Καρφής με τη σύζυγό του Siv Nilsen
Ποιήματά του είχε εμπιστευθεί σε φίλους. Ένας από αυτούς είναι ο ποιητής Γιάννης Ανδριώτης, στον οποίο οφείλουμε όσα σήμερα δημοσιεύουμε. Όσο για τα βιογραφικά στοιχεία καιτ ις φωτογρφίες του, μας τα παραχώρησε ο γιος του Simon Karfis Nilsen, που ζει στη Νορβηγία, συμβάλλοντας στο μικρό αφιέρωμα.

Η σχέση μου με τα ποιήματα του Νίκου Καρφή ήταν έρωτας κεραυνοβόλος μόλις μου τα πρωτοέδειξε ο Γιάννης Ανδριώτης. Αυτή η αίσθηση της παντοδυναμίας και του ανίκητου που περιγελά τις κατά τα άλλα αδιέξοδες καταστάσεις τις οποίες ο Καρφής περιγράφει - προφανώς προϊόν της μανιοκατάθλιψης που τον κατάτρυχε - ήταν καθοριστική. Όλοι θέλουμε να νιώθουμε υπεράνθρωποι με τον έναν τρόπο ή τον άλλον, έστω για λίγο (όσο κρατάει ένα ποίημα) ή έστω κι αν ξέρουμε ότι τελικά ξεγελιόμαστε και ότι το ανίκητο δεν υπάρχει.

Αν ο Νίκος Καρφής πίστευε σε κάποιον Θεό, ήταν σίγουρα ο Θεός των μικρών πραγμάτων. Διάσπαρτες μικρές λεπτομέρειες συνθέτουν ζωντανά ενσταντανέ, όπως στο ποίημα Κάποια βραδυά και εξηγούν το ταλέντο του στη φωτογραφία. Διαφορετικά, σίγουρα πίστευε στον Θεό του απροσμέτρητου βάθους, γιατί δεν εξηγείται αλλιώς το βάθος των συναισθημάτων που με τόση σαφήνεια περιγράφει.

Η γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι απλή και ο αιφνιδιασμός του αναγνώστη οφείλεται στις ανατροπές της καθιερωμένης τάξης πραγμάτων και όχι σε λεκτικά πυροτεχνήματα. Πρόκειται για μια ποίηση ντόμπρα, αν και ελαφρώς "πειραγμένη" λόγω της πάθησής του, που φλερτάρει με τα όρια, μα ξεκάθαρη και τολμηρή.

Χριστίνα Λιναρδάκη


ΚΑΠΟΙΑ ΒΡΑΔΥΑ

Το όνομα της ταβέρνας δεν θυμάμαι
ξύλινα βαρέλια
αγιόκλημα
φτηνές καρέκλες
θυμάμαι
την θλίψη του ζευγαριού απέναντι
τα μάτια και το χέρι της
τον ατελή ανδρισμό του
ότι δεν ήταν άνδρας
το αδιέξοδο της ομορφιάς του
το χέρι της
ένα δαχτυλίδι εκεί
το χάρτινο κάλυμμα του τραπεζιού
την ησυχία της νύχτας
θυμάμαι
τα μάτια της αβοήθητα
ίσως για πάντα
το θαμπό του βλέμμα
τα φαγητά που δεν έφαγαν
το κρασί στα ποτήρια
τα ψίχουλα
του τοίχου τον ξεφτισμένο ασβέστη
θυμάμαι
την ζέστη του Ιουλίου
τα χαλίκια κάτω
κι έφυγα
πριν φύγουν
το όνομα της ταβέρνας δεν θυμάμαι.


Η ΠΟΡΕΙΑ ΜΙΑΣ ΔΙΑΔΡΟΜΗΣ

Γαλάζια πράσινα πέτρινα νερά
ο ήχος μιας νύχτας
η υγρασία ενός δρόμου
το τέλος μιας σιωπής.

Διστακτικά βήματα από σκιές
βλέμματα περίεργα εισχωρούν από το παράθυρο
και ήταν καλοκαίρι
Τώρα
περιβόλια ανθίζουν και λουλούδια
ένα φθινόπωρο ακριβό
ένας χειμώνας πράσινος και με βροχή
πάλι άνοιξη
και πάλι καλοκαίρι.

Αναζήτησα τον δήμιο
- έπαιζε με τον κεφάλι μου.

Περιπέτειες που αγαπώ.


Σημ.: Το κείμενο αυτό, με περισσότερα ποιήματα και διαφορετικές φωτογραφίες, πρωτοδημοσιεύθηκε  στο τρέχον τεύχος του περιοδικού "Μανδραγόρας" (τεύχος 51, Δεκέμβριος 2014).

Παρασκευή, 2 Ιανουαρίου 2015

Περί Ποιήσεως

Στο καλωσόρισμα της νέας χρονιάς, διαλέξαμε να αναδημοσιεύσουμε από το culture now mag (Νο.30, φθινόπωρο 2014) αποσπάσματα από ένα ενδιαφέρον αφιέρωμα στην ποίηση. Ας δούμε, λοιπόν, τι είπαν οι ποιητές:

Χάρης Ψαρράς: "Η ποίηση, όπως και οι άλλες τέχνες, κάνει τη ζωή των ανθρώπων υποφερτή".

Βάγια Κάλφα: "Υπάρχει αυτή η τάση: να βγάλουμε έξω τις πληγές μας και να τις μετρήσουμε. Το σύμπλεγμα του βάθους και του μεγέθους κι εδώ θριαμβεύει. Επίσης, αν δεν δηλώνεις με κάθε τρόπο πολιτικός, είσαι αυτιστικός, δεν μας νοιάζεις. Αν είσαι γυναίκα είσαι αυτιστική έτσι κι αλλιώς.  (...) Η γνώμη μου: ας γράφουμε όπως είμαστε. Η ταυτότητα κάνει τη διαφορά, η φωνή".

Θοδωρής Ρακόπουλος: "Ο ποιητικισμός είναι η παιδική ασθένεια της καλής ποίηση. Συστατικά αυτής της αρρώστειας, ή καλύτερα, τα συμπτώματά της είναι η δραματικότητα, η σοβαροφάνεια, η καλλιέπεια, η εγωπάθεια. Προτεραιότητα της καλής ποίησης είναι, λοιπόν, η δημιουργία συγκινησιακού φορτίου μέσω της γλώσσας, αποφεύγοντας τους σκοπέλους της συναισθηματικότητας και του βαρύνοντος λυρισμού - και τελικά - η δημιουργία νέων κόσμων μέσω του γλωσσικού υλικού. (...) Η πλάγια, πρισματική ματιά στον κόσμο μας (διότι αυτό είναι η  ποίηση) είναι σήμερα πιο απαραίτητη από ποτέ".

Νίκος Ερηνάκης: "Είναι καιρός η ποίηση να προτείνει. Να σταματήσει να ακολουθεί τη ζωή και να πείσει τη ζωή να την ακολουθήσει. (...) Η ποίηση πρέπει να χρησιμοποιήσει όλα τα εργαλεία μαζί και να εξυψωθεί στο πεδίο της φαντασίας ώσπου να αποτελέσει αυτό για το οποίο γεννήθηκε ή μας γέννησε:  ένα παίγνιο ομορφιάς".

Ευτυχία Παναγιώτου: "Το ρήμα κάθεται ανύποπτο στη μέση ενός στίχου. Φωνή: παθητική. Τι πάει να πει παθητική όταν ο στίχος κλυδωνίζει; Υπερασπίζεσαι έναν κόσμο που δεν υπάρχει ούτε έξω ούτε μέσα σου, αλλά είναι αληθινός. Αυτή η γνώση μπορεί να σε στοιχειώσει. Έκτοτε η γλώσσα γίνεται το λαχάνιασμα, το καρδιοχτύπι, η αγωνία ενός κόσμου που μόνο στο χαρτί μπορεί να υπάρξει".

Πόλυ Μαμακάκη: "Το ποίημα παραμένει υπόθεση σκιάς και φωτός, εγγύτητας και απόστασης, διεργασίας του πρωτογενούς υλικού, γόνιμης μεταμόρφωσης του παρόντος. (...) Άραγε τα σώματα καταρρέουν στο κενό ή αναπτύσσουν δυνάμεις αντίρροπης έλξης; Το βέβαιο είναι πως η ποίηση ως τρόπος ζωής εγγυάται μοναξιά, αντίσταση και ισορροπία".

Δήμητρα Αγγέλου: "Δεν γνωρίζω γιατί γράφει κανείς. Τι κάνει τη φαντασία να παραμιλά, αν εκείνη την ώρα της υπνοβασίας των δακτύλων υπάρχει ένα τοπίο που τυφλά διανύει κανείς, αν υπάρχει κάτι που κάπου θέλει να πάει ή ένα κάπου που θέλει να επινοηθεί. Έπειτα δεν γνωρίζω αν υπάρχει απεύθυνση. Αν η ποίηση την ώρα της δημιουργίας της απαιτεί τον αναγνώστη, την υποψία αυτού. Αν προϋποθέτει κοινό, έστω και φαντασιακό. Αν η συνθήκη της γραφής υποπολλαπλασιάζει το καθεστώς της μοναξιάς ή αν απλώς το αισθητικοποιεί. Ίσως στην υποψία του αναγνώστη να κρυβόμαστε εμείς. Η αισθητικοποίηση της αίσθησης, δηλαδή η εκφορά της μ' έναν τρόπο που την καθιστά αισθητή έξω από εμάς, μας εκθέτει σε έναν άλλο εαυτό".

Δημήτρης Αθηνάκης: "Γνωρίζω ότι η ποίηση θέλει χιλιόμετρα, μέσα κι έξω, και έχει ανάγκη από φούσκωμα. Σαν μπαλόνι, η ποίηση μας ζητά να φυσήξουμε για να βγει αυτό το στρογγυλό πράγμα, που είναι πανάλαφρο και θέλει να πετάξει μακριά. Αμφιβάλλω αν μπορεί να πάει ψηλά. Κάθε φορά, είναι ένα στοίχημα. Να, ίσως η ποίηση είναι ένα στοίχημα. Ένας τζόγος που δεν ξέρω πόσο μακριά ή πόσο ψηλά θα σε πάει. Το δικό μας στοίχημα είναι να αδιαφορούμε. Και πάντοτε το χάνουμε".

Θωμάς Τσαλαπάτης: "Σε μια εποχή διακεκομμένη, η ποίηση γίνεται προνομιακός συνομιλητής. Το βραχύ της σώμα, το περιορισμένο της μέγεθος σε συνδυασμό με το ακαριαίο της, μοιάζει να ταιριάζει με τις ταχύτητες της εποχής. Όχι για να πετσοκόψει, να διαιρέσει, να συρρικνώσει ακόμα περισσότερο, ούτε για να δικαιώσει την ψηφιδωτή αυτή πραγματικότητα που ζούμε. Αλλά για να μας πείσει πως ακόμη και το ελάχιστο κάποιες φορές μπορεί να είναι αρκετό. Για να δώσει τη σημασία στο Λίγο εκείνο που γίνεται πολύ, όταν το πολύ δεν φτάνει".

Καλή χρονιά, χρόνια πολλά σε όλους!