Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2015

"Βλέπω τον κύβο Ρούμπικ φαγωμένο" του Γιάννη Στίγκα

Τι αντικρίζει κάποιος όταν κοιτάζεται στον καθρέφτη; Μια εξευγενισμένη εικόνα του εαυτού του ή μήπως έναν θίασο τεράτων που τον κοιτάζει κατάματα; Αυτό είναι το βασικό ερώτημα που υπογραμμίζει την πέμπτη κατά σειρά ποιητική συλλογή του Γιάννη Στίγκα, ο οποίος μας έχει συνηθίσει σε ποίηση αξιώσεων και δεν μας απογοητεύει.

Στα δεκαοκτώ μόλις ποιήματα της συλλογής, συναντάμε τον Κύκλωπα, τον Δράκουλα, τη Μέδουσα και διάφορα άλλα μυθικά ή θρυλικά τέρατα, με το Dr. Stiggas - Mr. Stiggas (κατά τους Δόκτορα Τζέκιλ και Μίστερ Χάιντ) να κλείνει τη συλλογή. Επιστροφή στον μύθο, λοιπόν, αλλά μια επιστροφή που συντελείται προκειμένου να μπορέσει να τον αφηγηθεί ο ποιητής εκ νέου: τα φρικτά γνωρίσματα των τεράτων αποδυναμώνονται και τα χαρακτηριστικά τους γειώνονται, καθώς αποκτούν τα τρωτά σημεία της ανθρώπινης κατάστασης. Τελικά, ο Στίγκας στήνει διαλόγους με καθένα από τα πλάσματα που ανακαλεί στις σελίδες του βιβλίου του ή τα βάζει να αφηγούνται δικούς τους μονολόγους, φέρνοντάς τα σε κάθε περίπτωση στη δική μας διάσταση και απογυμνώνοντάς τα από τον φόβο που προκαλεί η αναφορά του ονόματός τους. Τι να φοβηθεί κάποιος, άλλωστε, όταν αναγνωρίζει το τέρας ως κομμάτι της ίδιας του της ύπαρξης, ως μια αρχετυπική μορφή που παλεύει μαζί της προκειμένου αυτή να πάψει να ορίζει το παρόν του; 

Με φόντο το αστικό τοπίο της Αθήνας ξετυλίγονται αυτοί οι (εσωτερικοί, τελικά) διάλογοι και μονόλογοι του Γιάννη Στίγκα. Η πόλη, ίσως το μεγαλύτερο τέρας απ’ όλα, επιστρέφει ξανά και ξανά σαν άλλη Ερινύα – που παραδόξως μένει εκτός του θιάσου τεράτων - και μεταβάλλει τις εσωτερικές συντεταγμένες του ποιητή. Εκείνος, αντιμέτωπος με τις εμμονές και τις παιδικές του πληγές, αναμετράται μαζί της έχοντας πλήρη συναίσθηση της ανισότητας του μεταξύ τους αγώνα – και είναι το μόνο τέρας της συλλογής στο οποίο επιτρέπει να μπαίνει μέσα του και να τον πληγώνει.

Ο κύβος Ρούμπικ, ένα τρισδιάστατο παζλ, όπου το ζητούμενο είναι να ανασυνθέσει κάποιος την ομοιομορφία των πλευρών που είναι ανακατεμένες, δεν είναι απλά ανακατεμένος στη συλλογή του Γιάννη Στίγκα, είναι κυριολεκτικά φαγωμένος. Φαγωμένος από μέσα, από μια διάθεση αυτοσαρκασμού και αποδόμησης που είναι έκδηλη στα ποιήματα της συλλογής: «τα ίδια χέρια παίζονται/θα σκίσουν στον καθρέφτη το είδωλο/πώς δένεις τα κομμάτια σου ύστερα;/κασκόλ;/γραβάτα;/ψέματα;».

Ό,τι κι αν χρησιμοποιεί για να δέσει τα κομμάτια του το ποιητικό υποκείμενο, το κάνει καλά: η εντύπωση που αφήνει η αναμέτρησή του με τα τέρατα είναι ότι βγήκε νικητής. Τραυματίστηκε, αποδέχθηκε τα τραύματα, τα θεράπευσε όπου μπορούσε και προχώρησε παρακάτω. Τώρα μπορεί, ανενόχλητο πια, να μετρήσει πόσα πέταλα έχουν τα λουλούδια της αυλής του ή να χρησιμοποιήσει ένα απλό στιλό μπικ για να γίνει ο κανένας. Τελείωσε επί του παρόντος με τη φρίκη, πήγε παραπέρα: η ζωή, παραδόξως, εξακολουθεί να εκπέμπει σήμα.

Χριστίνα Λιναρδάκη



Σημ. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στη Λέσχη Ανάγνωσης Νοεμβρίου 2014 του vakxikon.gr

Ας δούμε και ένα ενδεικτικό ποίημα από τη συλλογή:


ΦΡΑΝΚΕΝΣΤΑΪΝ Ή ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΑΤΙΤΛΟ

στραβά που σ' έραψα στραβά
στραβά θα με ξηλώσεις

Αγαπητέ κύριε,
εγώ σας έκανα καλό με τόσους εφιάλτες
γιατί μετά, το δροσερό νερό
μετά, το χάδι στα μαλλιά
το "σώπα, ξημερώνει".

Ενώ για μένα τι;
που ζω ένα γκρι σαν παρεξήγηση
που μ'  αλυχτάνε τα σκυλιά
που με τρυγά η σκουριά
- τόσες περικοπές για ένα κορμί -
τουλάχιστον ας βάζατε ανοξει΄δωτες τις βίδες,
για να μη γυροφέρνω μ' ένα κίτρινο αδιάβροχο
χειμώνα-καλοκαίρι
σαν τους επιδειξίες.

Κι ύστερα
γιατί εμένανε τα χέρια μου
να 'χουνε τέτοιο εμφύλιο
το 'να να θέλει να γυρίσει στον παράδεισο
τ' άλλο να γράφει: ΠΡΟΣΕΧΩΣ ΚΑΤΕΔΑΦΙΖΕΤΑΙ
έτσι θα μένω πάντα στην Αθήνα.

Γιατί τόσες ραφές χωρίς κανένα σχέδιο
ένα της πλάκας ή
ένα δικό μου όνομα
-ας γράφατε μονάχα τ' αρχικά-
έστω μια τρίλιζα
(στο ύψος της καρδιάς)
-κι έννοια σας, κύριε-
γνωρίζω εγώ να χάνω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου