Δευτέρα, 1 Δεκεμβρίου 2014

Η ποίηση ως ανάμνηση

Προσπαθώντας να μετριάσω τον όγκο σκόνης που κάλυπτε τα ράφια της ποιητικής βιβλιοθήκης μου, ημέρα απεργίας και περισυλλογής, περνούσα με ένα μαλακό πανάκι ένα - ένα τα βιβλία, χωρίς να τα ανοίγω, αλλά και χωρίς βιάση, ώστε να επιτρέπω κάθε φορά σε κάθε ένα να αναδύει αυτό που μου άφησε ως ανάμνηση. Ποιόν στίχο θυμάμαι, και γιατί, πότε έγινε αυτό, ποια ήμουν εγώ τότε. Με αυτή την διαδρομή ήρθε και η συνειδητοποίηση του τρόπου με τον οποίο η ποίηση βιώνεται ως ανάμνηση. Και ως ανάμνηση εδώ εννοούμε το χρονικό σημείο της ζωής μας που όλες μας οι αισθήσεις συγκεντρώνονται γύρω από συνήθως λίγους στίχους που τις ενσωματώνουν όλες και που όταν τους ανακαλούμε, βιώνουμε το ίδιο ακριβώς χωροχρονικό σημείο το οποίο τις αφύπνισε.

Το Ποίημα:

« Περπατώ μες στ’ αγκάθια μες στα σκοτεινά
σ’ αυτά που ‘ναι να γίνουν και στ’ αλλοτινά
κι έχω για μόνο μου όπλο μόνη μου άμυνα
τα νύχια μου τα μωβ σαν τα κυκλάμινα»

(Οδ. Ελύτης Μαρία Νεφέλη)

Η Ανάμνηση:

Ετών 16, τα νύχια μωβ, οι στίχοι ζωγραφισμένοι στο καλοκαιρινό μπλουζάκι, το βιβλίο στο προσκεφάλι στην προσπάθεια να τους μεταφράσω σε άσκηση για το φροντιστήριο αγγλικών.


Στην ουσία της ανάμνησης δεν παίζει ρόλο η ποιότητα των στίχων. Πιθανόν και να μην ανήκουν καν σε αυτούς που ο ποιητής θα ξαναέγραφε ποτέ αν είχε την ευχέρεια να το κάνει, αλλά η ένταση του βιώματος με το οποίο συνδέονται. Ένταση της οποίας η φύση και το βάθος έχουν να κάνουν φυσικά και με τον τεράστιο παράγοντα που λέγεται ηλικία. Ποιήματα που δεν θα μας έλεγαν τίποτε στα 20 μας συγκλονίζουν στα 40. Διαβάζω και ξαναδιαβάζω τα ίδια ποιήματα σε διαφορετικές ηλικίες διαπιστώνοντας πόσα στοιχεία αποχαιρετώ και πόσα καλωσορίζω σε κάθε φάση.

Το Ποίημα:

«Εἶπες ἐδῶ καὶ χρόνια:
«Κατὰ βάθος εἶμαι ζήτημα φωτός».
Καὶ τώρα ἀκόμη σὰν ἀκουμπᾷς
στὶς φαρδιὲς ὠμοπλάτες τοῦ ὕπνου
ἀκόμη κι ὅταν σὲ ποντίζουν
στὸ ναρκωμένο στῆθος τοῦ πελάγου
ψάχνεις γωνιὲς ὅπου τὸ μαῦρο
ἔχει τριφτεῖ καὶ δὲν ἀντέχει
ἀναζητᾷς ψηλαφητὰ τὴ λόγχη
τὴν ὁρισμένη νὰ τρυπήσει τὴν καρδιά σου
γιὰ νὰ τὴν ἀνοίξει στὸ φῶς.

(Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, Πάνω σε μία χειμωνιάτικη αχτίνα)

Η Ανάμνηση:

Ετών 19, καλοκαίρι, Παραλία στην Αργολίδα, δύο εβδομάδες με τις βαλίτσες γεμάτες Σεφέρη, Καββαδία και Έλιοτ, αλλά κάθε βράδυ να ψιθυρίζω τους ίδιους στίχους προσπαθώντας να καταλάβω γιατί μες το καλοκαίρι ψάχνω την χειμωνιάτικη αχτίνα, και γιατί όταν τους σκεφτόμουν μύριζε πάντα θαλασσινό ιώδιο.


Και εδώ προκύπτει το ερώτημα που συνδέεται με το άρθρο. Οι στίχοι ορίζουν την ανάμνηση ή η ίδια η ανάμνηση ορίζει τους στίχους. Προσπαθώ πλην ματαίως να θυμηθώ τι ήταν πιο έντονο τη στιγμή της βίωσης. Η δύναμη των στίχων ή η δύναμη της στιγμής;

Το Ποίημα:

«Κι όμως τον έρωτα που ήθελες τον είχα να σ’ τον δώσω·
τον έρωτα που ήθελα — τα μάτια σου με το ’παν
τα κουρασμένα καί ύποπτα — είχες να με τον δώσεις.
Τα σώματά μας αισθανθήκαν και γυρεύονταν·
το αίμα και το δέρμα μας ενόησαν.
Aλλά κρυφθήκαμε κ’ οι δυο μας ταραγμένοι.

(Κ. Καβάφης, Κρυμμένα Ποιήματα, Στες σκάλες)

Η Ανάμνηση:

Ετών 22, ερωτικό γράμμα, Φθινόπωρο στον Πειραιά, ανακαλύπτοντας πως ο έρωτας έχει πολλές διαστάσεις, διάβαζα τον Καβάφη πάντα ακούγοντας Καραΐνδρου.


Κανονικά στην μνήμη μας θα έπρεπε να βρίσκονται όσα ποιήματα θεωρούνται – και τα περισσότερα είναι- εμβληματικά και σημαίνοντα, όσα η ποιότητά τους και η δύναμη γραφής τους τα κατατάσσουν στα αριστουργήματα, όμως αν τελικά το ψάξετε βαθειά δεν είναι αυτά που μας εντυπώνονται και μας συνοδεύουν, ασχέτως αν τα ανακαλούμε για να σηματοδοτήσουμε καταστάσεις ή συγκυρίες. Είναι τα άλλα τα μικρά και λιγόλογα που μένουν μαζί μας σαν φίλοι και σύντροφοι.

Το Ποίημα:

I like to wash,
the dust of this world
In the droplets of dew.

(Matsuo Basho, Haiku)

Η Ανάμνηση:

Ετών 35, διαβάζοντας χάικου στον 6χρονο γιό μου και να τον παρακολουθώ να γελάει ή να με κοιτάει έκπληκτος.


Τελικά διαβάζουμε ποίηση, συγκρίνουμε, αξιολογούμε, απαγγέλλουμε, μεταδίδουμε, αλλά στο τέλος της ημέρας, αν αναλογιστούμε την μία λέξη ή τον έναν στίχο που μας αποτυπώθηκε, μπορούμε να διακρίνουμε ποιο κομμάτι του εαυτού μας τον επέλεξε, ποιο κριτήριο κρίθηκε κρισιμότερο και σε ποια στιγμή ώστε να πετάξει παράμερα όλους τους υπόλοιπους και να κρατήσει αυτόν για παρέα. Η σημασία του ερωτήματος δεν είναι αμελητέα. Γιατί στην ουσία αυτό θα κρίνει την ποίηση που θα διαβάσουμε στο μέλλον. Κρίνουμε θεωρητικώς αντικειμενικά όμως πόσο σίγουροι είμαστε ότι η κρίση μας δεν υπόκειται στην σκιά των βιωμάτων μας? Τα δικά μου βρίσκονται με τη σειρά τακτοποιημένα στην βιβλιοθήκη – και πλέον καθαρά – περιμένοντας πότε και ποια θα ανασύρω στην επόμενη ανασκαφή…..

Αν θέλετε γράψτε στα σχόλια τον δικό σας αγαπημένο στίχο με την ανάμνηση που τον συνδέει μαζί σας. Με μία παρότρυνση. Μην το σκεφθείτε πολύ. Γράψτε τον πρώτο που αυθόρμητα θα κάνει τους νευρώνες των χεριών σας να κινηθούν στο πληκτρολόγιο.

Μαρία Γενιτσαρίου


2 σχόλια:

  1. "Κι ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον" (Τάσος Λειβαδίτης, Φύλλα ημερολογίου)

    Η ανάμνηση: Παραμονές Πανελλαδικών δυόμισι δεκαετίες πίσω, εγώ φουλ ερωτευμένη με τον Δημήτρη, συμμαθητή μου τότε, πρώτο μου έρωτα, αντί να διαβάζω ιστορία, να ξεφυλλίζω Λειβαδίτη. Πάντα Λειβαδίτη...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Του Γιώργου Σεφέρη:

    Δὲν ἔχει ἀσφοδίλια, μενεξέδες, μήτε ὑάκινθους-
    πῶς νὰ μιλήσεις μὲ τοὺς πεθαμένους.
    Οἱ πεθαμένοι ξέρουν μονάχα τὴ γλώσσα τῶν λουλουδιῶν-
    γι᾿ αὐτὸ σωπαίνουν
    ταξιδεύουν καὶ σωπαίνουν, ὑπομένουν καὶ σωπαίνουν
    παρὰ δήμων ὀνείρων, παρὰ δήμων ὀνείρων.

    Δεκαέξι χρονών, μόλις είχε πεθάνει ο παππούς μου που τον λάτρευα, αντί άλλου επικήδειου, διάβασα αυτούς τους στίχους.

    ΑπάντησηΔιαγραφή