Παρασκευή, 7 Νοεμβρίου 2014

Οι παρουσιάσεις ποιητικών βιβλίων

Τα τελευταία χρόνια έχουν αυξηθεί οι παρουσιάσεις βιβλίων (κατ’αναλογία και με τον αριθμό των βιβλίων που εκδίδονται για την ποίηση, ο οποίος ανέρχεται σχεδόν στα 1.000 ετησίως). Κάποιοι ποιητές προσπαθούν να βρουν τρανταχτά ονόματα για το πάνελ που θα σχολιάσει, ελπίζοντας ότι έτσι θα προσελκύσουν μεγαλύτερο κοινό. Δεν έχουν άδικο: ο κόσμος θα ήταν περισσότερο διατεθειμένος να πάει σε μια εκδήλωση στην οποία μιλάει π.χ. η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ ή ο Νάνος Βαλαωρίτης ή ο Τίτος Πατρίκιος. Δεδομένης και της μεγάλης ηλικίας αυτών των σπουδαίων ανθρώπων των γραμμάτων, μπορεί άλλωστε να αισθάνεται ότι θα συμμετάσχει σε μια ιστορική στιγμή.

Άλλοι ποιητές επικεντρώνονται στο ύφος και τη σκηνοθεσία της εκδήλωσης: την πλαισιώνουν με μουσική, ζητούν από ηθοποιούς ή μέλη της οικογένειάς τους (π.χ. από το εγγόνι τους) να απαγγείλουν τα ποιήματά τους, κάνουν προβολές φωτογραφικού υλικού ή έναν συνδυασμό όλων των παραπάνω. Τα αποτελέσματα είναι πολλές φορές κάτι παραπάνω από ευχάριστα, αφού το κοινό ανακαλύπτει αίφνης ότι βρίσκεται σε μια εκδήλωση-υπερπαραγωγή και όχι σε μια απλή παρουσίαση βιβλίου.

Υπάρχουν βέβαια και οι ποιητές που τα θεωρούν όλα αυτά τεχνάσματα που διασπούν την προσοχή του κοινού και δεν του επιτρέπουν να επικεντρωθεί στο βιβλίο. Δεν παίρνω θέση επ’ αυτού, γιατί καταλαβαίνω πολύ καλά τα συν και τα πλην και των δύο προσεγγίσεων. Έχω παρευρεθεί ως ομιλήτρια και στους δύο «τύπους» παρουσιάσεων και το μόνο που έχω να παρατηρήσω είναι ότι ο πρώτος τύπος (η υπερπαραγωγή) είναι μάλλον πιο ευχάριστος για το κοινό, αν και ο δεύτερος είναι πιο ουσιαστικός – ιδίως αν το βιβλίο είναι καλό και το πάνελ που το σχολιάζει (που δεν χρειάζεται να περιλαμβάνει περισσότερα από δύο άτομα) έχει... κοχόνες, όπως θα έλεγαν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι, και οι ομιλίες του συνιστούν από μόνες τους τέχνη.

Όπως και να ’χει είναι τιμή να σου ζητά ένας ποιητής να παρουσιάσεις το βιβλίο του, όταν φυσικά το κάνει επειδή εκτιμά τη γνώμη σου ή τον τρόπο που διαχειρίζεσαι τέτοιες παρουσιάσεις και όχι από ανάγκη, επειδή δηλ. δεν μπορεί να βρει κάποιον άλλον (γιατί συμβαίνει και αυτό ορισμένες φορές!). Είναι τιμή να σου ζητά να μιλήσεις για το έργο του, για το πνευματικό παιδί του. Και, βέβαια, αν είσαι ευσυνείδητος και θέλεις και εσύ να δώσεις ως αντίδωρο στην εμπιστοσύνη του ποιητή έναν ωραίο και ουσιαστικό λόγο, μια σε βάθος ανάλυση που να μην είναι ξερή αλλά να εγείρει αυτό ακριβώς που επιθύμησε να εγείρει ο ποιητής με το έργο του, τότε καλύτερα να στρωθείς στη δουλειά.

Τι γίνεται όμως στις περιπτώσεις που ένας ποιητής σου ζητά να παρουσιάσεις το έργο του, αλλά εσύ δεν το πιστεύεις και τόσο αυτό το έργο; Όταν βλέπεις εντονότερα τις αδυναμίες του από ό,τι τα δυνατά στοιχεία; Τι κάνεις τότε; Πιστεύω ότι πρέπει να εξακολουθήσεις να είσαι ειλικρινής, εφόσον ασφαλώς η ειλικρίνεια είναι ένα χαρακτηριστικό που σε διακρίνει. Προφανώς δεν μπορείς να πεις δημοσία ότι μια ποιητική συλλογή είναι πολύ αδύναμη ή χάλια, αλλά σε ακραίες περιπτώσεις μπορείς να αρνηθείς να την παρουσιάσεις, βρίσκοντας μια δικαιολογία. Αν παρόλα αυτά βρεθείς να την παρουσιάζεις, οφείλεις (διότι διαφορετικά εξαπατάς το κοινό) να αναφέρεις – ακόμη και εν συντομία – την, κατά τη γνώμη σου, αδυναμία. Φυσικά, πρέπει να είσαι προετοιμασμένος για τις συνέπειες: να «στραβώσει» ο ποιητής ή να αντιδράσει αρνητικά το κοινό. 

Γιατί να αντιδράσει αρνητικά; Γιατί έτσι το έχουμε εκπαιδεύσει. Όταν πηγαίνει σε παρουσιάσεις και ακούει μόνο διθύραμβους ό,τι και να είναι το βιβλίο που παρουσιάζεται, έχει αναπτύξει όχι απλώς ανοσία στο φαινόμενο, αλλά και την προσδοκία ότι θα ακούσει οπωσδήποτε κάτι θετικό. Οπότε στο αρνητικό προβληματίζεται και θέλει να το συζητήσει, να καταλάβει τη θέση σου. Το αν θα την ενστερνιστεί ή όχι, αυτό είναι άλλο θέμα. Αλλά είναι σημαντικό το ότι προβληματίζεται, ότι μπαίνει στη διαδικασία να σκεφτεί.

Από την άλλη, όταν δεν υπάρχουν αδυναμίες να καταδειχθούν ή έστω να αναφερθούν και ο ομιλητής πιστεύει πραγματικά στο βιβλίο που παρουσιάζει, αυτό φαίνεται σε αυτά που θα πει και στον τρόπο που θα τα πει. Ο λόγος του δεν θα είναι φτιαχτός ή προσποιητός. Θα είναι ζωντανός, ρέων, συγκινησιακά φορτισμένος. Θα υπάρξει τότε μια άλλη είδους όσμωση με το κοινό. Θα υπάρξει μέθεξη, ψυχική συμμετοχή εκατέρωθεν. Και αυτό θα φανεί από την καθολική σιωπή που θα απλωθεί όταν μιλάει. Θα είναι μια σιωπή που δεν είναι αυτονόητη, όπως όταν μιλάει ένα τρανταχτό όνομα. Θα είναι μια σιωπή που την κατέκτησε, μιλώντας απλά ως άνθρωπος που τον άγγιξε το βιβλίο.

Χριστίνα Λιναρδάκη

2 σχόλια:

  1. Τη μία και μοναδική φορά που παρακολούθησα παρουσίαση βιβλίου απο εσένα, χάρηκα την ειλικρίνειά σου. Την άκουσα, βεβαίως, ως αναγνώστης. Γιατί όχι και σαν κρινόμενος;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μία θεία, εκ Τριπόλεως, μού έλεγε παλιά (περί φαγητού ή γλυκού):
    "Αν δεν σ' αρέσει, παιδάκι μου, πες ευχαριστώ και χιούστο (sic)".
    Με την επεξήγηση : "χιούστο" (=χύσ' το) κρυφά. Ντροπή να σε δούνε!"

    ΑπάντησηΔιαγραφή