Τετάρτη, 5 Νοεμβρίου 2014

"Ώχρα υπόκοσμη" της Άννυς Κουτροκόη

«Γράμματα είκοσ’ τέσσερα τον κόσμο όλο χτίζουν»: το να διαλέγει κανείς ένα μεμονωμένο στίχο και να τον βγάζει έξω στο φως, πιθανότατα δεν είναι ο πλέον ορθόδοξος τρόπος για να ξεκινά την παρουσίαση μιας ποιητικής συλλογής. Επέλεξα να το κάνω παρόλα αυτά, επειδή κατά τη γνώμη μου ο συγκεκριμένος είναι το κόσμημα ολόκληρης της συλλογής που δεν στερείται κι άλλων ακόμα.

Το πρώτο θετικό στοιχείο είναι το προσεγμένο εννοιολογικό και λεξιλογικό πλαίσιο. Η ποιήτρια δεν αρκείται στις εύκολες και εύπεπτες επιλογές στο όνομα μιας σπανίως τελικά αποδεδειγμένης αμεσότητας, αλλά ψάχνει την ακρίβεια και στηρίζεται στη λεπτομέρεια. Τα ποιήματά της στο σύνολό τους κερδίζουν από αυτή την προσέγγιση, το προσωπικό της μυθολογικό σύμπαν ξεδιπλώνεται σταθερά και ολοκληρωμένα και σε αρκετές περιπτώσεις μάλιστα το αποτέλεσμα είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον και πρωτότυπο.

Σε εννοιολογικό επίπεδο, σε πολλές περιπτώσεις τα ποιήματα γίνονται οι μάρτυρες μιας συμβολικής «σωματοποίησης» του συναισθήματος, μιας εσωτερικότητας τελικά, η οποία παρόλη την ισχύ της, δίνει στον αναγνώστη τα κλειδιά της επικοινωνίας: η συγκίνηση εμφανίζεται σε καθαρή μορφή, και σχεδόν... οπτικοποιείται χάρη στην ακριβή χρήση των λέξεων. Η Άννυ Κουτροκόη φαίνεται να χρησιμοποιεί συνειδητά τις λέξεις στην πρώτη τους σημασία, αλλά ακόμα περισσότερο δείχνει να μην αγνοεί τις γκρίζες ζώνες που τις οριοθετούν και τις κάνουν πολυδιάστατες. Δεν πρόκειται για μια οικουμενική ποίηση με την κλασσική έννοια του όρου γιατί οι προσωπικές της εμπειρίες είναι αυτές που ξεκάθαρα καθορίζουν το περιεχόμενο, αλλά επιτυγχάνει να μεταβολίσει αυτή την προσωπική διάσταση της εμπειρίας σε κάτι που τελικά αφορά και άλλους.

Στο σύνολο των ποιημάτων, η Άννυ Κουτροκόη προσπαθεί να βρει και να θεμελιώσει τις ισορροπίες σε μια νέα πραγματικότητα που ούτε διάλεξε, ούτε υποψιαζόταν, και το κάνει χωρίς ξεκάθαρες αναφορές στο πολιτικό και κοινωνικό γίγνεσθαι, αντίθετα αναζητεί τις λύσεις στο ίδιο της το παρελθόν, και σε ό,τι μπορεί να εκληφθεί ως ρίζα. Παρόλο που η συλλογή στο σύνολό της διαθέτει πρωτοτυπία τουλάχιστον στον τρόπο που χειρίζεται τα ερωτήματα, είναι γεγονός ότι στυλιστικά κινείται κάποιες φορές στα άκρα και όχι πάντα με επιτυχία: εκεί που τα όρια κατανόησης είναι ρευστά, υπάρχουν στιγμές που ο αναγνώστης χάνει την επαφή του με το κείμενο και την ροή της εικόνας, και αυτό είναι αρκετό για να υπάρξουν ρωγμές στην σύνδεση. Αυτό που προσωπικά βρίσκω περισσότερο ενδιαφέρον είναι η εικαστικότητα που έχει ο στίχος της σε δεδομένες στιγμές, είναι σαν να ακουμπάει λέξεις πάνω σε έναν πίνακα που μόνο εκείνη μπορεί να δει κι εμείς μόνο να διαβάσουμε. Είναι ένα ρίσκο αυτό, αλλά το ότι καταφέρνει έστω και αποσπασματικά να κινείται ανάμεσα σε διαφορετικές τεχνοτροπίες είναι αν μη τι άλλο πολλά υποσχόμενο:

Performance

Χόρεψαν το χορό τον τραγικό των υπογείων
έβαψε με το αίμα τους τον τοίχο
έριξε πάνω του μαύρη της κόλασης σφιχτή αγκαλιά
το αιμοβόρο τους φιλί αιώνιο κάλλος
ρυάκι κόκκινο κύλισε στις πλάκες του Θερμαϊκού
το μπαρ της ομορφιάς και των δακρύων,
πνιγμένος κείτεται ο άντρας σε περίγραμμα
σβήστε τα φώτα όλα τα φώτα
αγωνιά ο ζωγράφος, να ιδώ μέσα του να ιδώ
κι αστράφτει στο σκοτάδι το δικό του φως.
Έτσι ανασταίν’η τέχνη τους νεκρούς.

Είναι γεγονός ότι η ποιήτρια δεν έχει επιλέξει την ευκολότερη οδό έκφρασης, αντίθετα πήρε ρίσκα που σε κάποιες περιστάσεις απέδωσαν. Τα ποιήματά της πετυχαίνουν μια αμεσότητα που καταλήγει να αφορά εξίσου τον δημιουργό και τον αναγνώστη, από την άλλη μεριά βέβαια αυτή η προσέγγιση έφερε προβλήματα στην δομή, αφήνοντας σε κάποιες περιπτώσεις τον αναγνώστη μετέωρο, σχεδόν κρεμασμένο στις όμορφες λέξεις, να αιωρείται πάνω από το κενό. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι στίχοι της έχουν το δικό τους ειδικό βάρος και διαγράφουν τη δική τους πορεία, η οποία όμως δεν είναι πάντα ξεκάθαρη αλλά αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην αρτιότητα και σε ένα έστω και παροδικά θολό τοπίο.

Κρις Λιβανίου

Ακολουθούν δύο ακόμη ποιήματα από τη συλλογή:


Στο παιδί που δεν απέκτησα

Είσαι ο άγγελος τον ουρανό τις νύχτες που φροντίζει
το πρώτο της αυγής κερί τον ήλιο που ανάβει
το νυσταγμένο σέπαλο που τρυφερά τεντώνεται
αθώο βλέμμα άφαντο που μες στα μάτια μου πετά
από το μαύρο φως στο φωτεινό σκοτάδι,
όλοι τριγύρω μου φορούν τ’ωραίο πρόσωπό σου
παιδί που δεν σ’απέκτησα πόθος μέχρι θανάτου.


Τι κι αν είσαι

καράβι αν δεν φουσκών’η θάλασσα
πουλί αν δεν φυσάει αέρας
λουλούδι αν οι μέλισσες πεθάναν
πηγή αν το νερό τελείωσε
βιβλίο αν όλ’είναι τυφλοί
φιλί αν δεν μελώνει στόμα
αν είσαι δάκρυ δίχως μάτια
καρδιά αν τραγουδάς χωρίς σκοπό
σώμα όπου η ζωή μελαγχολεί
νησί σε πέλαγος που πλοίο δεν γνωρίζει
Μα να που επιμένω στο ό,τι κι αν είμαι
στο ό,τι υπάρχει κι εγώ δεν το βλέπω.




[

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου