Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2014

Γιατί γράφουμε


Το περιοδικό (δε)κατα που κυκλοφορεί φιλοξενεί αφιέρωμα με κείμενα 22 ανθρώπων των γραμμάτων που απαντούν στο ερώτημα "γιατί γράφουμε". Το στίγμαΛόγου τα διάβασε και σταχυολογεί αποσπάσματα από τις απαντήσεις που έδωσαν:

Αντώνης Μακρυδημήτρης: Ό,τι δεν έχει καταστραφεί στη μνήμη, απομένει στη γραφή. Αν και αλλοιωμένο, συχνότερα μεταπλασμένο, μια άλλη μνήμη αναδυόμενη από το παρελθόν, διαφορετική από την πρώτη (την υποτιθέμενη πρωτογενή). Αν εκείνη χαθεί, τι απομένει; Η γραφή που την αποτυπώνει και την ανασυνθετεί διαμορφώνοντάς την πλέον οριστικά για την περαιτέρω πορεία της στο χρόνο, τη διαδρομή στο χώρο του επέκεινα ή του Είναι. Γράφουμε σε μια απόπειρα διάσωσης από τη λήθη όλων εκείνων που υπήρξαν και δεν πρόκειται να υπάρξουν με τον ίδιο τροπο ξανά, αναπλασμένα μέσα από τη γραφή και τον τρόπο που αυτή διάλεξε να τα απεικονίσει. Γράφουμε, εν τέλει, γιατί είμαστε θνητοί, φοβούμαστε τα πλήθη, έχουμε τον τρόμο του θανάτου και ποθούμε τη στερεότητα της αθανασίας. Γνωρίζουμε ότι οι θεοί δεν χρειάζονται τη γραφή, είναι από τη φύση τους αθάνατοι, αιώνιοι, άφθαρτοι, απρόσβλητοι από τη λήθη και τη φθορά, μα εμείς δεν είμαστε ακριβώς αυτό, εξού και η αιώνια δίψα μας για τη γραφή.

Κατερίνα Ζαρακώστα: Στο γραφείο μου, μπροστά στο χάρτη στη γαλαζωπή οθόνη του υπολογιστή, είμαι κυρίαρχος εκείνου που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε με κάποια δόση υπερβολής «μοίρα». Αυτή η απειροελάχιστη μονάδα που για ένα μυριοστημόριο του αχανούς χρόνου μοχθεί πάνω απ΄το γράμμα είμαι εγώ. Το ευτύχημα είναι οτι εκείνη τη στιγμή δε νιώθω τη γελοιότητα της προσπάθειας.

Φίλιππος Δ. Δρακονταειδής: Να πώς άνοιξα τα χαρτιά μου. Τα κρατώ ανοιχτά, ενώ πιστεύω πως: (α) η συγγραφή πέθανε και τη θέση της έχει λάβει η γραφή, επειδή το ταλέντο υπάρχει, το μέσα μυαλό όμως λείπει, (β) η μνήμη του υπολογιστή εξαφανίζει τη μνήμη του Λόγου (Λογοτεχνία και Τεχνολογία είναι δύο όροι που δεν συναντώνται), (γ) και ο κόσμος μας στέκεται μπροσά στο ανοικτό στόμα του τάφου του, δίχως όμως τον Κάλβο, ο οποίος εκεί κρούει τη λύρα του.

Νίνα Ράπτη: Γράφω για να υπάρχω, για να συμμετέχω, για να εκφράζομαι, να χάνομαι σε κόσμους που πλάθω, να γίνομαι ένα με κόσμους στους οποίους ζω, να παίζω, να ονειρεύομαι, να ηδονίζομαι, να ταξιδεύω, να φαντάζομαι το ανέφικτο και να επικοινωνώ όλα αυτά μαζί σου, μαζί σας.

Γεωργία Κολοβελώνη: ρήμα γυμνό/γράφω/ξεγελάω τον χρόνο με μαύρες κουκίδες/καταβροχθίζομαι από τέρατα/κάτι σάπιο αναπαύεται μέσα μου/συντηρώ στη φορμόλη τις σάρκες του/ μηρυκάζω εαυτούς που δεν ήξερα πως υπάρχουν/ γράφω/ κυρίως ρήμα σαρκοβόρο/ ποτέ δεν τελειώνει μαζί σου/(ποτέ δεν τελειώνεις μαζί του)

Γιώργος Βέης:  Η έγκυρη γραφή: η ηδονή της Κυριολεξίας αντικατοπτρίζει, μεταξύ άλλων, το έλλειμμά μας. Γράφουμε για να πληρώσουμε κενά ύπαρξης, για να αποπληρώσουμε όσα μας παραχώρησαν οι αισθήσεις. Λαμβάνοντας υπόψη, ότι η πραγματικότητα τεκμαίρεται ως δραστηριότητα της πλέον μεγαλοπρεπούς φαντασίας, όπως αποφαίνεται ο Ουώλας Στήβενς, τότε η γραφή υποστηρίζει με τη σειρά της τη φύση του Πνεύματος, τις εμπεδώσεις της όποιας αλήθειας μας. Γράφουμε, αντιστρατευόμενοι τον αυτισμό της αδολεσχίας. Αν και καταδικασμένοι παιδιόθεν σε θάνατο, γράφουμε. Ο πλέον έντιμος, ο πλέον στρατηγικός ελιγμός διαφυγής.

Αντιγόνη Κατσαδήμα: Γράφουμε γιατί το πολύ φως διαδέχεται το βαθύ σκοτάδι. Είναι η στιγμή που έμεινε, μέσα από άλλες στιγμές και τις διαπέρασε ως συνέχειά τους, κι ίσως τελικά το ότι γράφουμε να είναι άλλη μία ιχνηλασία στα άκρα, στη γη του τίποτα και του όλου συγχρόνως, ενώ οι άλλοι δεν υπάρχουν γενικά αλλά ενυπάρχουν σε αυτό που δημιουργείται ειδικά και έτσι μας γίνονται ανεκτοί, αγαπητοί, υπέροχοι.

Ρίβα Λάββα: Όπως και νά΄χει, οι λέξεις βρίσκουν το δρόμο τους – πάντα. Αρκεί να τις μαζέψεις, να τις σιγουρέψεις (μπορεί να χρειαστεί και να παλέψεις ξανά με τον εαυτό σου που σου κόβει τη θέα προς το τοπίο του νοήματος), να θυμηθείς το συνδυασμό της μέσα θυρίδας, να τα περάσεις όλα από τον ορρό της αλήθεις. Γράφεις για να διευκολύνεις το πέρασμα των λέξεων από τον έναν κόσμο στον επόμενο. Γράφεις ελπίζοντας να μείνει λίγη από την ηδονή του κειμένου μέσα στις φλέβες σου. Ένα κατακάθι. Στο κάτω-κάτω της γραφής, γράφεις γιατί λαχταράς να νικήσεις τις λέξεις, να τις κατατροπώσεις, έτσι που να μη μπορούν να λανθάνουν του νοήματος. Να τις φέρεις σε τέτοιο σημείο στη σκακιέρα που το ματ να είναι προδιαγεγραμμένο. Νάναι οι λέξεις οξυμένες και μονοσήμαντες, να τις αλλάζεις «γεμάτες», όπως αλλάζουν ταχύτητα οι ραλίστες. Να ενθωείς με τη μοίρα τους, να ευθυγραμμιστείς με την πορεία τους. Γράφεις για να νιώσεις πως ό,τι μένει στον άνθρωπο είναι οι λέξεις. Γράφεις για να γίνουν οι λέξεις δικές σου για πάντα.

Γιώτα Αργυροπούλου: Γράφω γιατί κάτι μέσα μου μένει ασυντρόφευτο και απαρηγόρητο από τα παιδικά μου χρόνια. Ένα κενό ανάμεσα σε μένα και τον κόσμο γύρω μου, μια απόσταση που δεν μπορούσα να γεμίσω, μου δημιουργούσε το αίσθημα της μοναξιάς.

Δημήτρης Σωτάκης: Από ένα αμήχανο ψυχολογικό σημείο και έπειτα, γράφω αντί να ουρλιάζω μια αλήθεια μου στο δρόμο, και διότι άλλωστε μπορεί να φαίνομαι με μεγαλύτερη ευκρίνεια μέσα στη μοναξιά μου, παρά περικυκλωμένος από άλλους ανθρώπους. (...) Και για να χαρτογραφήσω έναν εαυτό, συμπαγή και ορατό, με νοητά, αλλά χειροπιαστά όρια, αφού οι ιστορίες είναι το άλλοθι, ένα όχημα για να επινοήσω μια γαλήνη, στην οποία θέλω να παραμείνω.

Χρήστος Γιαννακόπουλος: Γράφω για να μη με πνίξει το αγριεμένο ποτάμι που φουσκώνει μέσα μου. Γράφω για να δω, επιτέλους, μπρος στα μάτια μου από τι υλικό είμαι φτιαγμένος. Γράφω για να δώσω μορφή και υπόσταση σε όλες τις φωνές που μιλάνε μέσα μου. – Γράφω για να μην έχει το απάνω χέρι η πραγματικότητα. Γράφω για να δώσω στον κόσμο τη μορφή των ονείρων μου. Γράφω για να ξορκίσω τους εφιάλτες που με κρατάνε τις νύχτες ξάγρυπνο. (...) – Γράφω για όλα τα κορίτσια που δεν φίλησα. Για όλα τα στήθη που δεν άγγιξα. Για όλα τα ταξίδια που δεν έκανα. Γράφω για όλους τους δρόμους που δεν περπάτησα, για όλες τις θάλασσες που δεν κολύμπησα, για όλα τα σύννεφα που δεν κοίταξα.- Γράφω για να εκτεθώ, για να γυμνώσω την καρδιά μου και να την δείξω όπως είναι. Γράφω για την ηδονή και το ρίσκο, για το ρίγος αυτής της έκθεσης.

Στάθης Κουτσούνης: Το γράψιμο λοιπόν δεν είναι απλώς μια δραστηριότητα ή μια έκφραση της ζωής, μια προσπάθεια να ανακαλύψουμε τον εαυτό μας, είναι μια αυτούσια πολύπτυχη ζωή, ερωτική και απολαυστική, είναι από μόνο του ένας τρόπος να αποφύγουμε την παγίδα του παγωμένου κόσμου, απομακρυνόμενοι από την ανία και την πλήξη του ανθρώπου που υπάρχει για να επιβιώνει φοβισμένος και όχι να ζει τολμώντας. Εντέλει το γράψιμο είναι ίσως η ενδόμυχη επιθυμία του συγγραφέα να ζήσει μέσα σε μια μεταφορά.

1 σχόλιο:

  1. Αν αντί για καλημέρα γράψω ότι "Γράφω επειδή πολύ το γουστάρω και μου τη δίνει το γράψιμο, και χώνομαι μέσα σ' αυτό που γράφω κι αλλάζω και ζω", θα φανεί κάπως;
    Είναι, όμως, και ξεμπρόστιασμα το γράψιμο. Νομίζω...

    ΑπάντησηΔιαγραφή