Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2014

"Ιστορίες απ' το ονειροσφαγείο" της Κατερίνας Ζησάκη

Θυμάμαι τη φωνή της Κατερίνας στην εκδήλωση του Μανδραγόρα «Το καράβι το λένε Αγωνία 014» τον περασμένο Μάρτιο. Χωρίς υπερβολή ήταν η σταθερότερη, η πιο σίγουρη και γι’ αυτό η πιο ελκυστική, ακριβώς όπως η παρουσία της. Το ποίημα που διάβασε τότε με εντυπωσίασε με την αμεσότητά του και το ευθύβολο της στόχευσής του.Τα βρήκα και τα δύο αξιοθαύμαστα για μια νέα κοπέλα.

Πριν από λίγο καιρό είδα το όνομά της σε μια συλλογή με τον εύγλωττο τίτλο «ιστορίες απ’ το ονειροσφαγείο». Την πήρα και την άνοιξα με προσμονή. Ευτυχώς αυτό που είδα με δικαίωσε. Η γραφή της Κατερίνας είναι, όπως το περίμενα, ασυμβίβαστη – και πώς αλλιώς, αφού την υπαγορεύει το όνειρο. Η ποίησή της είναι δυναμική με τάσεις εκρηκτικές, σταθερή και σίγουρη σε αυτό που πρεσβεύει, δηλαδή την επανάσταση – τουλάχιστον στα πρώτα ποιήματα της συλλογής. Πρόκειται βέβαια για μια δυναμική που έχει πλήρη επίγνωση της πραγματικότητας, αφού η Κατερίνα μιλάει για «ευαισθησίες ζουληγμένα φρούτα σε κοφίνια παλιά», αποδεικνύοντας ότι ξέρει πολύ καλά τι λέει.

Ακόμη κι αν οι κανόνες του παιχνιδιού τής είναι γνωστοί, αυτό δεν την εμποδίζει να ονειρεύεται με τόλμη και παρρησία. Να διαπιστώνει χωρίς να αποκαρδιώνεται, πράγμα εξαιρετικά γενναίο στην εποχή μας. Να συνεχίζει να είναι ευαίσθητη και αυθεντική, σαν άνθρωπος που δεν αγαπά τα δήθεν.

Από τη μέση και μετά, ο τρόπος της αρχίζει να αλλάζει: πολλές φορές δίνει την αίσθηση ότι γράφει με κομμένη ανάσα, σα να μη χορταίνει τον στίχο ή τη ζωή - με λαχτάρα. Συχνά υιοθετεί μια ερωτική στάση απέναντι στον κόσμο. Λέω συχνά γιατί υπάρχουν φορές που φαίνεται μπουχτισμένη από τον έρωτα και τον αποστρέφεται, όπως άλλωστε και την πραγματικότητα.

Θέλω να σταθώ λίγο παραπάνω στην αυθεντικότητά της. Είναι τόσο διαπεραστική που της συγχωρεί κανείς τα πυροτεχνήματα τύπου wordart (κεφαλαία ανάμεσα στα πεζά, ανάποδη γραφή στο ποίημα «το μαύρο και το λευκό τετράγωνο», μεγάλα κενά ανάμεσα σε ορισμένες στροφές, δυσνόητες διαρρυθμίσεις των λέξεων όπως στο «ποίημα για μια πενταετία»), τα οποία αντί να ενισχύουν το νόημα αποσυντονίζουν τον αναγνώστη και είναι εντέλει ανούσια και περιττά. Από αυτό εξαιρώ το ποίημα «όταν ξεχάσαμε το Γιάννη Ρίτσο».

Προς το τέλος, η συλλογή γίνεται μελαγχολική και το ποιητικό υποκείμενο δείχνει να παραιτείται, σαν να έχει κατανοήσει πλήρως τη ματαιότητα των πραγμάτων, του αγώνα, του έρωτα και της ζωής. «Τούτες τις μέρες ένα ποίημα/πλανιέται πάνω απ’ την πόλη», γράφει η Κατερίνα Ζησάκη, όμως το ποίημα αυτή τη φορά είναι βουβό, επιστρέφει στον εαυτό του, δεν στοχεύει, φλερτάρει με την απογοήτευση και τη σιωπή.

Το βιβλίο κλείνει με μια κραυγή που συνιστά σημασιολογική στροφή, κάνοντας λούπα με το πάθος, την ορμή και το ασυμβίβαστο της αρχής. Είναι ένας μόνο στίχος στην κορυφή της σελίδας: «ζωή σπατάλησέ μας λίγο ακόμη».

Χριστίνα Λιναρδάκη

Το κείμενο δημοσιεύθηκε αρχικά στο τεύχος αρ. 27 του vakxikon

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου