Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2014

Γιατί γράφουμε


Το περιοδικό (δε)κατα που κυκλοφορεί φιλοξενεί αφιέρωμα με κείμενα 22 ανθρώπων των γραμμάτων που απαντούν στο ερώτημα "γιατί γράφουμε". Το στίγμαΛόγου τα διάβασε και σταχυολογεί αποσπάσματα από τις απαντήσεις που έδωσαν:

Αντώνης Μακρυδημήτρης: Ό,τι δεν έχει καταστραφεί στη μνήμη, απομένει στη γραφή. Αν και αλλοιωμένο, συχνότερα μεταπλασμένο, μια άλλη μνήμη αναδυόμενη από το παρελθόν, διαφορετική από την πρώτη (την υποτιθέμενη πρωτογενή). Αν εκείνη χαθεί, τι απομένει; Η γραφή που την αποτυπώνει και την ανασυνθετεί διαμορφώνοντάς την πλέον οριστικά για την περαιτέρω πορεία της στο χρόνο, τη διαδρομή στο χώρο του επέκεινα ή του Είναι. Γράφουμε σε μια απόπειρα διάσωσης από τη λήθη όλων εκείνων που υπήρξαν και δεν πρόκειται να υπάρξουν με τον ίδιο τροπο ξανά, αναπλασμένα μέσα από τη γραφή και τον τρόπο που αυτή διάλεξε να τα απεικονίσει. Γράφουμε, εν τέλει, γιατί είμαστε θνητοί, φοβούμαστε τα πλήθη, έχουμε τον τρόμο του θανάτου και ποθούμε τη στερεότητα της αθανασίας. Γνωρίζουμε ότι οι θεοί δεν χρειάζονται τη γραφή, είναι από τη φύση τους αθάνατοι, αιώνιοι, άφθαρτοι, απρόσβλητοι από τη λήθη και τη φθορά, μα εμείς δεν είμαστε ακριβώς αυτό, εξού και η αιώνια δίψα μας για τη γραφή.

Κατερίνα Ζαρακώστα: Στο γραφείο μου, μπροστά στο χάρτη στη γαλαζωπή οθόνη του υπολογιστή, είμαι κυρίαρχος εκείνου που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε με κάποια δόση υπερβολής «μοίρα». Αυτή η απειροελάχιστη μονάδα που για ένα μυριοστημόριο του αχανούς χρόνου μοχθεί πάνω απ΄το γράμμα είμαι εγώ. Το ευτύχημα είναι οτι εκείνη τη στιγμή δε νιώθω τη γελοιότητα της προσπάθειας.

Φίλιππος Δ. Δρακονταειδής: Να πώς άνοιξα τα χαρτιά μου. Τα κρατώ ανοιχτά, ενώ πιστεύω πως: (α) η συγγραφή πέθανε και τη θέση της έχει λάβει η γραφή, επειδή το ταλέντο υπάρχει, το μέσα μυαλό όμως λείπει, (β) η μνήμη του υπολογιστή εξαφανίζει τη μνήμη του Λόγου (Λογοτεχνία και Τεχνολογία είναι δύο όροι που δεν συναντώνται), (γ) και ο κόσμος μας στέκεται μπροσά στο ανοικτό στόμα του τάφου του, δίχως όμως τον Κάλβο, ο οποίος εκεί κρούει τη λύρα του.

Νίνα Ράπτη: Γράφω για να υπάρχω, για να συμμετέχω, για να εκφράζομαι, να χάνομαι σε κόσμους που πλάθω, να γίνομαι ένα με κόσμους στους οποίους ζω, να παίζω, να ονειρεύομαι, να ηδονίζομαι, να ταξιδεύω, να φαντάζομαι το ανέφικτο και να επικοινωνώ όλα αυτά μαζί σου, μαζί σας.

Γεωργία Κολοβελώνη: ρήμα γυμνό/γράφω/ξεγελάω τον χρόνο με μαύρες κουκίδες/καταβροχθίζομαι από τέρατα/κάτι σάπιο αναπαύεται μέσα μου/συντηρώ στη φορμόλη τις σάρκες του/ μηρυκάζω εαυτούς που δεν ήξερα πως υπάρχουν/ γράφω/ κυρίως ρήμα σαρκοβόρο/ ποτέ δεν τελειώνει μαζί σου/(ποτέ δεν τελειώνεις μαζί του)

Γιώργος Βέης:  Η έγκυρη γραφή: η ηδονή της Κυριολεξίας αντικατοπτρίζει, μεταξύ άλλων, το έλλειμμά μας. Γράφουμε για να πληρώσουμε κενά ύπαρξης, για να αποπληρώσουμε όσα μας παραχώρησαν οι αισθήσεις. Λαμβάνοντας υπόψη, ότι η πραγματικότητα τεκμαίρεται ως δραστηριότητα της πλέον μεγαλοπρεπούς φαντασίας, όπως αποφαίνεται ο Ουώλας Στήβενς, τότε η γραφή υποστηρίζει με τη σειρά της τη φύση του Πνεύματος, τις εμπεδώσεις της όποιας αλήθειας μας. Γράφουμε, αντιστρατευόμενοι τον αυτισμό της αδολεσχίας. Αν και καταδικασμένοι παιδιόθεν σε θάνατο, γράφουμε. Ο πλέον έντιμος, ο πλέον στρατηγικός ελιγμός διαφυγής.

Αντιγόνη Κατσαδήμα: Γράφουμε γιατί το πολύ φως διαδέχεται το βαθύ σκοτάδι. Είναι η στιγμή που έμεινε, μέσα από άλλες στιγμές και τις διαπέρασε ως συνέχειά τους, κι ίσως τελικά το ότι γράφουμε να είναι άλλη μία ιχνηλασία στα άκρα, στη γη του τίποτα και του όλου συγχρόνως, ενώ οι άλλοι δεν υπάρχουν γενικά αλλά ενυπάρχουν σε αυτό που δημιουργείται ειδικά και έτσι μας γίνονται ανεκτοί, αγαπητοί, υπέροχοι.

Ρίβα Λάββα: Όπως και νά΄χει, οι λέξεις βρίσκουν το δρόμο τους – πάντα. Αρκεί να τις μαζέψεις, να τις σιγουρέψεις (μπορεί να χρειαστεί και να παλέψεις ξανά με τον εαυτό σου που σου κόβει τη θέα προς το τοπίο του νοήματος), να θυμηθείς το συνδυασμό της μέσα θυρίδας, να τα περάσεις όλα από τον ορρό της αλήθεις. Γράφεις για να διευκολύνεις το πέρασμα των λέξεων από τον έναν κόσμο στον επόμενο. Γράφεις ελπίζοντας να μείνει λίγη από την ηδονή του κειμένου μέσα στις φλέβες σου. Ένα κατακάθι. Στο κάτω-κάτω της γραφής, γράφεις γιατί λαχταράς να νικήσεις τις λέξεις, να τις κατατροπώσεις, έτσι που να μη μπορούν να λανθάνουν του νοήματος. Να τις φέρεις σε τέτοιο σημείο στη σκακιέρα που το ματ να είναι προδιαγεγραμμένο. Νάναι οι λέξεις οξυμένες και μονοσήμαντες, να τις αλλάζεις «γεμάτες», όπως αλλάζουν ταχύτητα οι ραλίστες. Να ενθωείς με τη μοίρα τους, να ευθυγραμμιστείς με την πορεία τους. Γράφεις για να νιώσεις πως ό,τι μένει στον άνθρωπο είναι οι λέξεις. Γράφεις για να γίνουν οι λέξεις δικές σου για πάντα.

Γιώτα Αργυροπούλου: Γράφω γιατί κάτι μέσα μου μένει ασυντρόφευτο και απαρηγόρητο από τα παιδικά μου χρόνια. Ένα κενό ανάμεσα σε μένα και τον κόσμο γύρω μου, μια απόσταση που δεν μπορούσα να γεμίσω, μου δημιουργούσε το αίσθημα της μοναξιάς.

Δημήτρης Σωτάκης: Από ένα αμήχανο ψυχολογικό σημείο και έπειτα, γράφω αντί να ουρλιάζω μια αλήθεια μου στο δρόμο, και διότι άλλωστε μπορεί να φαίνομαι με μεγαλύτερη ευκρίνεια μέσα στη μοναξιά μου, παρά περικυκλωμένος από άλλους ανθρώπους. (...) Και για να χαρτογραφήσω έναν εαυτό, συμπαγή και ορατό, με νοητά, αλλά χειροπιαστά όρια, αφού οι ιστορίες είναι το άλλοθι, ένα όχημα για να επινοήσω μια γαλήνη, στην οποία θέλω να παραμείνω.

Χρήστος Γιαννακόπουλος: Γράφω για να μη με πνίξει το αγριεμένο ποτάμι που φουσκώνει μέσα μου. Γράφω για να δω, επιτέλους, μπρος στα μάτια μου από τι υλικό είμαι φτιαγμένος. Γράφω για να δώσω μορφή και υπόσταση σε όλες τις φωνές που μιλάνε μέσα μου. – Γράφω για να μην έχει το απάνω χέρι η πραγματικότητα. Γράφω για να δώσω στον κόσμο τη μορφή των ονείρων μου. Γράφω για να ξορκίσω τους εφιάλτες που με κρατάνε τις νύχτες ξάγρυπνο. (...) – Γράφω για όλα τα κορίτσια που δεν φίλησα. Για όλα τα στήθη που δεν άγγιξα. Για όλα τα ταξίδια που δεν έκανα. Γράφω για όλους τους δρόμους που δεν περπάτησα, για όλες τις θάλασσες που δεν κολύμπησα, για όλα τα σύννεφα που δεν κοίταξα.- Γράφω για να εκτεθώ, για να γυμνώσω την καρδιά μου και να την δείξω όπως είναι. Γράφω για την ηδονή και το ρίσκο, για το ρίγος αυτής της έκθεσης.

Στάθης Κουτσούνης: Το γράψιμο λοιπόν δεν είναι απλώς μια δραστηριότητα ή μια έκφραση της ζωής, μια προσπάθεια να ανακαλύψουμε τον εαυτό μας, είναι μια αυτούσια πολύπτυχη ζωή, ερωτική και απολαυστική, είναι από μόνο του ένας τρόπος να αποφύγουμε την παγίδα του παγωμένου κόσμου, απομακρυνόμενοι από την ανία και την πλήξη του ανθρώπου που υπάρχει για να επιβιώνει φοβισμένος και όχι να ζει τολμώντας. Εντέλει το γράψιμο είναι ίσως η ενδόμυχη επιθυμία του συγγραφέα να ζήσει μέσα σε μια μεταφορά.

Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2014

Ο ποιητής ως σκηνοθέτης - η περίπτωση του Καββαδία

Κάθε ποιητής έχει το δικό του σύμπαν για να κινεί και να κινείται, αυτή είναι μια αλήθεια που πια δεν αμφισβητείται συχνά. Πολλές φορές μάλιστα το εν λόγω σύμπαν αποτελεί και την σφραγίδα του δημιουργού, διαβάζουμε κάτι και γρήγορα αναγνωρίζουμε το όνομα που βρίσκεται από πίσω: ο Ελύτης, ο Σεφέρης για τους περισσότερους, ο Καββαδίας είναι κάποια από τα χαρακτηριστικά παραδείγματα, και όχι τα μοναδικά. Είναι επίσης γεγονός ότι κάθε φορά που ο αναγνώστης επιχειρεί μέσω της ανάγνωσης ενός ποιήματος να εισέλθει σ’αύτο το λεγόμενο προσωπικό σύμπαν βρίσκεται ή ξαναβρίσκεται αντιμέτωπος με μια πραγματικότητα που του είναι ταυτόχρονα οικεία και ξένη: οικεία γιατί ενδεχομένως έχει ξαναβρεθεί εκεί αλλά και ξένη επειδή δεν αποτελεί μέρος της.

Η ποίηση που διακρίνεται από εσωστρέφεια και εκείνη που τουλάχιστον σε μια πρώτη ανάγνωση διηγείται μια ιστορία είναι δύο σκέλη μιας κοινής προβληματικής όσο αναφορά στο βλέμμα του δημιουργού, στην αυτοτέλεια και την απόλυτα προσωπική τοποθέτησή του απέναντι στις έννοιες και στις λέξεις του. Ποιά είναι η λειτουργική αλλά και η καλλιτεχνική σημασία του κάδρου σε ένα ποίημα; Πού εστιάζει το βλέμμα του ο ποιητής στις πρώτες-πρώτες λέξεις που το απαρτίζουν; Η ανάγκη ενός έστω και αχνά οριοθετημένου πλαισίου δεν είναι «προνόμιο» της πρόζας, κάθε άλλο μάλιστα.

Ο Νίκος Καββαδίας, για παράδειγμα, θεωρεί θεμελιώδες το κάδρο στο οποίο εντάσσεται η ιστορία που διηγούνται οι στίχοι του, δίνει τις ρεαλιστικές λεπτομέρειες με μεγάλη ακρίβεια, σαν να θέλει να «κατευθύνει» την ματιά του αναγνώστη του στα σημεία που εκείνος, ως δημιουργός με την ευρύτερη εικόνα της δουλειάς του στο μυαλό του, θεωρεί ιδιάζουσας σημασίας. Ο Καββαδίας ακουμπάει την μεταφυσική αγωνία της ποιήσής του σε καθημερινές γνώριμες εικόνες από την ναυτική του καθημερινότητα, τις μετατρέπει σε δικές του προσωπικές άγκυρες, στα σημεία αναφοράς του στην αέναη αναζήτηση της ρότας, τόσο της πραγματικής όσο και της υπαρξιακής, εξ ου και φροντίδα εικόνας, της απεικόνισης στις συλλογές του.

Τι προκύπτει όταν ο ποιητής αφήνει τους λαβυρίνθους της πένας και πιάνει την «κάμερα»; Προκύπτει ένα είδος ποιητικού ρεαλισμού. Ένα σταθερό πλαίσιο όπου περικλείεται το προσωπικό σύμπαν του ποιητή, ενός ποιητή που σε δημιουργικό επίπεδο έχει ανάγκη τις σταθερές, τις οριακά εξωγενείς βάσεις. Ο Καββαδίας είναι ένας από αυτούς. Ένας ποιητής που δεν φτίαχνει το σύμπαν του από το μηδέν αλλά βλέπει το εαυτό του περισσότερο σαν μέρος του ήδη υπάρχοντος, του στα μάτια του αναγνώστη εκτεθειμένου. Και στην αναζήτηση για την θέση του σ’αυτό τον χωροχρόνο, βρίσκει τελικά και το δικό του, προσωπικό ειδικό βάρος.


Ο πιλότος Νάγκελ

Ο Νάγκελ Χάρμπορ, Νορβηγός πιλότος στο Κολόμπο,
άμα έδινε κανονική πορεία στα καράβια
που φεύγαν για τους άγνωστους και μακρινούς λιμένες,
κατέβαινε στη βάρκα του βαρύς, συλλογισμένος,
με τα χοντρά τα χέρια του στο στήθος σταυρωμένα,
καπνίζοντας ένα παλιό χωμάτινο τσιμπούκι,
και σε μια γλώσσα βορινή σιγά μονολογώντας
έφευγε μόλις χάνονταν ολότελα τα πλοία.

Ο Νάγκελ Χάρμπορ, πλοίαρχος σε φορτηγά καράβια,
αφού τον κόσμο γύρισεν ολόκληρο, μια μέρα
κουράστηκε κι απόμεινε πιλότος στο Κολόμπο.
Μα πάντα συλλογίζονταν την μακρινή του χώρα
και τα νησιά πού ’ναι γεμάτα θρύλους, τα Λοφούτεν.
Όμως μια μέρα επέθανε στην πιλοτίνα μέσα
ξάφνου σαν ξεπροβόδισεν το Steamer Tank «Fjord Folden»
όπου έφευγε καπνίζοντας για τα νησιά Λοφούτεν...



Κρις Λιβανίου




Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2014

«Τεθλασμένες προσεγγίσεις» του Γιώργου Μετήλλια και «Ρητορική ένδεια» της Ειρήνης Παραδεισανού

Σπάνια το κάνω αυτό, να συζητώ μαζί δύο συλλογές, αλλά έτυχε να διαβάσω και τις δύο κοντά-κοντά και να διαπιστώσω ότι έχουν ένα κοινό σημείο που καθορίζει μάλιστα τον βασικό τόνο τους. Το σημείο αυτό είναι η θεατρικότητα.

Ο Γιώργος Μετήλλιας στις «Τεθλασμένες προσεγγίσεις» επισκέπτεται εκ νέου τους μύθους της Ισμήνης, της Ιφιγένειας (εν Αυλίδι), του Ορέστη και του Ιανού και τους συνδέει με τη σημερινή πραγματικότητα με έναν τρόπο που επιδέχεται ειδική ερμηνεία στα σημεία: η διαπραγμάτευση της Ιφιγένειας και του Ορέστη γίνεται σε δεκαπεντασύλλαβο (αλλά όχι ιαμβικό) και μάλιστα της Ιφιγένειας εκτείνεται σε 24 στροφές, ενώ το όνομα ΕΛΕΝΗ εμφανίζεται σαν ακροστιχίδα: «Ελληνική κορμοστασιά, Λάγνα ενδεδυμένη, Ελεύθερη στις σκέψεις της, Ντόμπρα στην πεθυμιά της και Ηθική σαν λάστιχο, στα χαλαρά βρακιά της». Η Ισμήνη από την άλλη μοιάζει να μην αξίζει δεκαπεντασύλλαβο, ενώ και ο Ιανός, το διπλό πρόσωπο του Έλληνα, είναι σε ελεύθερο στίχο. Στο τέλος του Ιανού υπάρχει επίμετρο με επεξηγηματικά σχόλια για τα πρόσωπα που εμφανίζονται στο ποίημα.

Οι στίχοι του κ. Μετήλλια έχουν τεχνική, αυτό είναι αδιαμφισβήτητο. Ρίχνουν μια σκωπτική ματιά σε φαινόμενα του σήμερα, χρησιμοποιώντας τους αρχαίους μύθους ως επίφαση. Η τεχνική που χρησιμοποιεί είναι άρτια, λείπει όμως ένα συστατικό: το συναισθηματικό βάθος. Γιατί συναίσθημα υπάρχει, ο παρατηρητής όμως απλώς το καταγράφει, δεν συμμετέχει. Και, αν το συμπέρασμα είναι ότι είμαστε διπρόσωποι, έχουμε καταλήξει σε αυτό αναίμακτα, χωρίς να ανοίξει ρουθούνι. Αμαρτία εξομολογουμένη, αμαρτία ουκ έστιν, λοιπόν; Δεν ξέρω, και εγώ αναρωτιέμαι. Παραθέτω επίσης μερικούς στίχους από κάθε ενότητα:

Από την «Ισμήνη» μιλά η Ισμήνη (σ’αυτή την ενότητα γίνεται έμμετρος διάλογος μεταξύ των προσώπων):

Να κράταγες τον έρωτα μοναδική σου έννοια.
Υμέναιους να τραγουδάς, να παίζεις.
Αυτά πρέπουν στη νιότη σου, αυτά στην ομορφιά σου,
όχι κόντρες στου Άρχοντα τις ρήσεις.

Από την «Ιφιγένεια στην Αυλίδα» αντιγράφω το Β΄:

Ο Φριτς, του Λούθηρου ο γιος, νέος καλουπωμένος
βαρύχνωτος, δουλευταράς και πολυματσωμένος,
ήρθε στη γη των Ατρειδών, την ξακουσμένη Σπάρτη,
να κάνει τάχα τουρισμό και δήθεν τον πελάτη.
Ο ξακουστός Μενέλαος, πρώτο βιολί στη χώρα,
τον τίμησε με γαλιφιές, με λόγια και με δώρα.
Πάσχισε τον απρόσκλητο να εντυπωσιάσει,
για να τον κάνει φίλο του και πόρτα να τον πιάσει.

Από τον «Ορέστη» μιλά η Θέμις:

Σπάνια κάποιος από σας ζητάει να τον κρίνω
σαν άτομο που έπραξε ετούτο ή εκείνο.
Όλοι άλλους μεμφόσαστε, άλλους κατηγορείτε,
για να τους καθαιρέσετε, στη θέση τους να μπείτε.
Τις κρίσεις τις ψαρεύετε με όσα έχουν δολώσει
οι εκλεκτοί σας τύραννοι, οι θλιβεροί Τριακόσιοι.

Τέλος, από τον «Ιανό»:

Κάιν είμαι , όταν δεν είμαι Άβελ
Κρέων είμαι, όταν δεν είμαι Αντιγόνη
Αλκιβιάδης είμαι, όταν δεν είμαι Σωκράτης
(...)
Κωνσταντίνος είμαι, όταν δεν είμαι Βενιζέλος
ταγματασφαλίτης είμαι, όταν δεν είμαι Σουκατζίδης
κομματόσκυλο είμαι, όταν δεν είμαι Δημοκράτης.

Τα συμπεράσματα δικά σας, πολύ θα ήθελα να τα μοιραστείτε μαζί μου.

Η «Ρητορική ένδεια» της Ειρήνης Παραδεισανού, τώρα, κινείται σε διαφορετικό μήκος κύματος. Η συλλογή έχει και αυτή στοιχεία από την αρχαιοελληνική γραμματεία (π.χ. αναφορές στον Αγαμέμονα, η Θέτιδα, τον Αχιλλέα, τον Οιδίποδα, κ.ά.), αλλά δεν είναι τα στοιχεία αυτά που της προσδίδουν θεατρικότητα. Είναι το ύφος στο οποίο είναι γραμμένη και το ύφος είναι υψηλό. Από τις δύο αισθητικές κατηγορίες της Τέχνης, το ωραίο και το υψηλό, είναι παράξενο που μια νέα κοπέλα επιλέγει να γράψει σε υψηλό ύφος. Και είναι παράξενο επειδή το ύφος αυτό έχει περιορισμούς: έχει στόμφο (πολύ δύσκολο να αποφευχθεί), επιτάσσει μια αποστασιοποιημένη ματιά και δεν χρησιμοποιεί ούτε εγείρει συναίσθημα. Ο αναγνώστης αναγκαστικά μένει θεατής ενός λόγου με στοιχεία έντονης θεατρικότητας, όπου το συναίσθημα εκλογικεύεται, δεν απελευθερώνεται και, κατά συνέπεια, δεν αγγίζει.

Είναι ένας τρόπος γραφής μακριά από το αγαπημένο μου στιλ, αλλά που άλλοι κριτικοί και αναγνώστες βρίσκουν πολύ καλό. Από πλευράς τεχνικής, η Ειρήνη έχει χρησιμοποιήσει κάποιους μετασχηματισμούς που κατά τη γνώμη μου δεν είναι επιτυχημένοι, π.χ. «βλέμμα αιματόχτιστο», «εθελούσιες τσιριμόνιες», «εθελούσια στρυφνότητα». Επίσης, η γλώσσα κάποιες φορές παλινδρομεί σε λόγιους τύπους, π.χ. «με κατοικούν/και με ελαύνουν», «ακκίσματα/και μειδιάματα ειρωνικά», «πελταστής να γείρει του πόνου», με αποτέλεσμα να υπάρχει μεν μουσικότητα, αλλά ο λόγος να μην είναι φυσικός.

Υπάρχουν, ωστόσο, και δείγματα εξαιρετικής γραφής, όπως αυτά που ενδεικτικά παραθέτω:

Μια θάλασσα δίχως κύματα
Κι ένας γκρεμός να πηγαίνει ολόισια στην άκρη του μυαλού
Να περιγράφει τα στοιχειά
Να τα μερώνει
Γητειές να τραγουδά
Πουλί της τρέλας.

(από το ποίημα «Εγώ ο μόνος»)


Κι επέμενα να ζαρώνω τις σάρκες μου
-Ώρες προσποίησης μπροστά στον καθρέπτη –
Μα τώρα τέλειωσε
Ήρθε ο καιρός να με δείτε γυμνό
Και να
Στέκομαι μπροστά σας
Κι έχω στα μάτια μου μόνο ριπές απ’ αγέρα

(από το ποίημα «Νικολάι Σταβρόγκιν»)


Να βρω την άκρη στα νήματα τούτα
Που μου χάραξαν στην όψη
Ένα μονίμως ιδιόρρυθμο χαμόγελο
Ξεχειλωμένο από παντού
Και μια ματιά πετράδια σπασμένα γεμάτη

(από το ποίημα «Πετράδια σπασμένα»)


Είναι που στα μάτια σας βλέπω τους λεπτοδείκτες
Γυρνούν τώρα ανάστροφα
Καρφώνονται στη ράχη μου
Και με δικάζουν
(...)
Και σας κοιτώ κατάματα
Ίσια κατάβαθα στο παιδί
Που κάποτε άπλωνε το βλέμμα του στη θάλασσα
Κι όλα της γης τα χελιδόνια τ’ αγκαλιάζαν.

(από το ποίημα «Λαθρομετανάστης»)

Εξαιτίας τέτοιων δειγμάτων που είναι διάσπαρτα στα ποιήματά της, με πολύ ενδιαφέρον θα διαβάσω την επόμενη συλλογή της Ειρήνης για να δω πώς θα διαχειριστεί τότε την έμπνευσή της.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2014

Φάκελος υπερρεαλισμός - Ακαρεί του Έκτορα Κακναβάτου ή Ο υπερρεαλισμός και ο χρόνος

Το στίγμαΛόγου ολοκληρώνει το αφιέρωμα στον υπερρεαλισμό με βάση κείμενα που είχαν δημοσιευθεί στο λογοτεχνικό περιοδικό "Ομπρέλα" δέκα χρόνια πριν (περισσότερα εδώ). Το έβδομο και τελευταίο κατά σειρά κείμενο που φιλοξενούμε, είναι του Σάββα Μιχαήλ.


...έχανε ο χώρος τις εσχάρες του

ο χρόνος τις οπλές του


Έκτωρ Κακναβάτος


Ο Χρόνος παραμένει το Μέγα Διακύβευμα. Χαμένος κι ανακτημένος, αναγκαίος κι ελεύθερος, αλλότριος χρόνος κλεμμένος από τον Άλλο και ξανά αποκτημένος, ξένος και οικείος, καιρός του σπείρειν και καιρός του θερίζειν. Ο Ανδρέας Breton στο βαρυσήμαντο έργο του Arcane 17 γράφει για τα μυστήρια του χρόνου και τη μαγγανεία που μεταμορφώνει την ήττα σε θρίαμβο με την αναστροφή του αριθμού του χρόνου: το '71, η χρονιά της συντριβής της Κομμούνας του Παρισιού, ο καιρός του σπείρειν, γίνεται '17, η χρονιά του θριάμβου της Οκτωβριανής Επανάστασης, ο καιρός του θερίζειν. Κι ακόμα, κάνει καθαρό ο αρχηγέτης του υπερρεαλιστικού κινήματος ποιο είναι το πρόταγμα της ιστορικής επαναστατικής πράξης και μαζί της του ίδιου του υπερρεαλισμού:"Θα ήταν εντελώς αναγκαίο, τελείως επείγον να επανορθωθούν όλα εκείνα που είναι περιοριστικά και θλιβερά στην έννοια του χρόνου". Έργο τιτάνιο, προμηθεϊκό, αδύνατο χωρίς τη θεία παρεμβολή του Έρωτα.

Αν η femme-enfant του Breton, η παιδίσκη του άλλου Ανδρέα, του καθ' ημάς Εμπειρίκου, κατακλύζει με την παρουσία της τη φαντασία των ποιητών είναι γιατί, ακριβώς, όπως σημειώνεται στην Arcane 17, "πάνω της ο χρόνος δεν έχει ισχύ".

Έρωτας και Χρόνος (όχι μόνον ο έσχατος εχθρός Θάνατος αλλά ο Χρόνος, αυτός που τον εμπεριέχει, οδηγεί σ' αυτόν και τον υπερβαίνει) διασταυρώνουν τα σπαθιά τους - ακριβέστερα, τα κορμιά τους - και στο Ακαρεί, το πιο πρόσφατο ποιητικό βιβλίο του υπερρεαλιστή ποιητή του Χάους Έκτορα Κακναβάτου (συνοδευόμενο από 4 χαρακτικά του Γιάννη Στεφανάκι, σε μια καλαίσθητη έκδοση στην Άγρα, 2001).

Η λάβα μιας εντονότατα ερωτικής και συνάμα βαθύτατα στοχαστικής ποίησης ανοίγει δρόμους στη σύγχρονη ερημία κι εκβάλλει σε ένα Αρχιπέλαγος, τόπο συνεύρεσης του Έρωτα και του Χρόνου που καταυγάζεται από το απαστράπτον φως της λαγνείας

Καταλογάδην οι ηδύτητες
Κι η σάρκα στον αέρα με
Αλλόφρονες σειρήνες

Το ερωτικό Αρχιπέλαγος είναι το αρχέγονο Αιγαίο. Τα ονόματα των νησιών του - Φολέγανδρος, Σίκινος, Αντίπαρος, Νίσυρος, Αίγινα αιθέρια... - διασχίζουν σαν λαμπερά μετέωρα το ποιητικό στερέωμα και διασταυρώνονται με τα προσωκρατικά ονόματα της αυγής της Σκέψης - Αναξίμανδρος, Ηράκλειτος, Ελεάτες, Λεύκιππος - για να σχηματίσουν ένα κοινόν αστερισμό με τη μορφή της Διοτίμας,της Γυναίκας που  μόνο αυτή μπορεί να διδάξει ταυτόχρονα Έρωτα και Διαλεκτική

από τ' απόκρυφα της αντίφασης
ότι εκεί που δασύνεται η ηδονή
εκεί και πήγνυται το γάλα της
αντινομίας

Το πιο σαρκικό και πνευματικό, το βάθος της ερωτικής ενόρμησης και το ύψος των λογισμών, η δόνηση των σωμάτων κι ο ίλιγγος του νου, το Ποίημα και το Μάθημα, ενώνονται σε ένα παράξενο coitus more geometrico, σε ό,τι ονομάσαμε άλλοτε, μιλώντας πάλι για την ποίηση του Κακναβάτου, Ποίημα/Μάθημα.

Στο ερωτικότατον Ακαρεί, η Σκέψη, με την προσωκρατική μορφή με την οποία αναδύθηκε για πρώτη φορά στη διάρκεια του χρόνου μέσα από τα νερά του Αιγαίου, βυθίζεται στα μυστήρια του Χρόνου. [...] Το πλήρωμα της ηδονής μέσα στη Στιγμή συλλαμβάνει κι εκφράζει ποιητικά ο Κακναβάτος. Η Στιγμή είναι σύνδεση, άρνηση και μετάβαση που δεν συντελείται βαθμιαία, σαν σημείο σε μια άπειρη σειρά σημείων, όπως νομίζει η γραμμική αντίληψη του ιστορικού χρόνου αλλά σαν ακαριαίον άλμα, ρήξη εν ριπή οφθαλμού, ακαρεί. Μέσα στο ακαριαίον αυτό, το "εξαίφνης" και "άτοπον" του πλατωνικού Παρμενίδη βρίσκουν το ενδιαίτημά τους ο πόθος κι η ηδονή κι ο ίμερος.

Το δείχνει με την απαράμιλλη ομορφιά του το ποίημα που δίνει τον τίτλο και στο βιβλίο του υπερρεαλιστή ποιητή

ΑΚΑΡΕΙ

Το λιοπύρι ανάσκελα στην άμμο
Στο πεζούλι της Νίσυρος
αφημένο το εσώρουχο της θάλασσας

Και ξάφνου όρθια
κι ακίνητα τα κουπιά του Ηράκλειτου
... που αν θα χτυπήσουν πάλι τα νερά
θα 'ναι που 
θα'χουν πια διαβεί τα μάτια σου
και το σάστισμα θα'χει κοπάσει.

Εάν ο χρόνος δεν εκτοπίζει αιωνίως αλλά διεκδικείται διαρκώς από την ηδονή, τότε ο έρωτας μπορεί να εξαπολύσει την έφοδό του ενάντια στον έσχατο εχθρό, τον θάνατο.

και αν και αν παρ' όλα αυτά
πάλι στα μπουρίνια του 
ρίχνει στη μάχη τη μια πίσω απ' την άλλη
τις μεραρχίες του ο θάνατος
κλείσ' του κατάμουτρα την Πόρτα και
ρίχ' του από την πάνω ντάπια
... ότι έναν τον έχουμε
τον αξεπέραστο επιτελή
τον κανονιέρη Έρωτα.

Μέσα σε μια τέτοια μάχη, ακόμα και μια κάθοδος στα Τάρταρα, μια νέκυια, καταλήγει, με τον τρόπο του Κακναβάτου, σε Ζυθοποσία στον Άδη όπου το ίδιο το Σάββατο των ψυχών παίρνει φωτιά

Θες να' ναι η άμπωτη του ψυχοσάββατου
Ή που πύρωσε η προπαραλήγουσά του

Δεν πρόκειται για φυγή και στρουθοκαμηλικό κρύψιμο του κεφαλιού μέσα στην άμμο της απόλαυσης αλλά διεκδίκηση του χρόνου ως χώρου της ολότητας της ηδονής. Έτσι, όμως, ο ίδιος ο χρόνος μεταμορφώνεται. Παύει να είναι φθορά, επέκταση ενός κενού και γίνεται πλήρωμα ευφροσύνης, καιρός του γελάσαι, καιρός του ορχήσασθαι, καιρός του φιλήσαι, καιρός ειρήνης. Χρόνος οργασμικός.

Άι Ηράκλειτε των ροών
Το σπέρμα έμφλογο σ' επικυρώνει

Η ποίηση του Έκτορα Κακναβάτου επικυρώνει με τη σειρά της το αίτημα που θέτει το ποίημα  του Ανδρέα Εμπειρίκου
Αφού μόνο ο έρωτας τον θάνατο νικά/Θάναι η ποίησις σ π ε ρ μ α τ ι κ ή/Απόλυτα ερωτική/ Ή  δ ε ν     θ α   υ π ά ρ χ η.

Η σπερματική ποίηση, ο οργασμικός χρόνος, συνιστούν μετάβαση σε έναν ριζικά αλλαγμένο, απελευθερωμένο κόσμο και ζουν την Σήμερον όχι σαν σημείο σε μια άπειρη σειρά σημείων στο κενό γραμμικό χρόνο αλλά ως Αύριον και ως Χθες.

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος κι ο Έκτωρ Κακναβάτος μέσα από τον Charles Fourier και τον Nouveau Monde Amoureux ξανασυναντούν τον Καρλ Μαρξ.

Ο Giorgio Angamben γράφει εύστοχα: "Ο αληθινός ιστορικός υλισμός δεν έγκειται στο να ακολουθεί κανείς, κατά μήκος του άπειρου γραμμικού χρόνου, την αόριστη οφθαλμαπάτη μιας συνεχούς προόδου αλλά στο να ξέρει να σταματά τον χρόνο κάθε στιγμή, ενθυμούμενος ότι πρωταρχική πατρίδα του ανθρώπου είναι η ηδονή".

Γι' αυτό και η σπερματική ποίηση στο Ακαρεί είναι και πέρα για πέρα πολιτική (κι όχι μόνον σε ποιήματα με άμεσο πολιτικό έναυσμα, όπως είναι το Μέρες του 1989).

Αν έχω αριστερότητα εκεί κάτω
στους βουβώνες
είναι που ο μέγας πολιορκημένος κάνει έξοδο
έχοντας μεταλάβει από φωνήεντα
εκ των αχράντων.

Μετά τον Σολωμό κάθε γνήσιος ποιητής της ελληνικής λαλιάς ξεκινάει σαν ελεύθερος πολιορκημένος. Κι ο Έκτωρ Κακναβάτος, αγέρωχος σαν υπερρεαλιστής, συνεχίζει

... πεζός με το σύννεφο επ' ώμου
με τη φλεγμονή της ανηφόρας
με μια Κολχίδα μες στο νου
κατεπάνω στο άπειρο

Το Ακαρεί συγκρούεται με όλα εκείνα που είναι περιοριστικά και θλιβερά στην έννοια του χρόνου για να κάνει τον χρόνο ενδιαίτημα της ευτυχίας των ανθρώπων. Ο ποιητής του παραμένει

διαδηλωτής με την άγραφη αφίσα
του μέλλοντος αιώνος

Προαναγγέλει Αυτό ου δεν  υπάρχει ακόμα, τη Στιγμή που όλοι και όλα θα αλλάξουν εν ατόμω, εν ριπή οφθαλμού, ακαρεί.

Σάββας Μιχαήλ
Θεωρητικός-δοκιμιογράφος


Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2014

"Προς αυτή την αλόγιστη κατεύθυνση" των Γιώργου Αλισάνογλου και Δημήτρη Δημητριάδη

Η ποιητική συλλογή "Προς αυτή την αλόγιστη κατεύθυνση" προέκυψε τυχαία από την ανταλλαγή ηλεκτρονικών μηνυμάτων, από το Μάρτιο έως τον Ιούνιο του 2013, μεταξύ του Γιώργου Αλισάνογλου (επικεφαλής των εκδόσεων Σαιξπηρικόν και ποιητή) και του Δημήτρη Δημητριάδη (δεν μπορώ να φανταστώ ότι δεν τον γνωρίζει κάποιος, έστω κι αν είναι μόνο από το "Πεθαίνω σαν χώρα του"). Και τα δεκατέσσερα δηλαδή ποιήματα που συνθέτουν τη συλλογή γράφτηκαν εξ ολοκληρου σε μορφή ηλεκτρονικών μηνυμάτων. Όπως επισημαίνει ο Γιώργος Αλισάνογλου στις λιγοστές εισαγωγικές αράδες του «είναι μια αλληλογραφία πολλαπλών, αλληλοσυμπληρούμενων και αντιμαχόμενων κατευθύνσεων, γραμμένη εν θερμώ». Εκεί, πάνω στον «βρασμό των αμοιβαίων ανταποκρίσεων», ο δημιουργικός οργασμός μετουσιώνεται σχεδόν σε σωματικό σπασμό που συνεπαίρνει και αναστατώνει τον αναγνώστη.

Η θέση μου για την ενασχόληση της ποίησης με το σεξ είναι σαφής και γνωστή σε όσους μου κάνουν την τιμή να διαβάζουν κείμενά μου: πιστεύω ότι η ενασχόληση αυτή αποκαλύπτει αδυναμία του ποιητή να διαχειριστεί το θέμα του ερωτισμού που νιώθει να τον κατακλύζει και να το αναγάγει σε κάτι λιγότερο ευτελές. Όμως εδώ πρόκειται για μια περίπτωση διαφορετική. Και είναι διαφορετική γιατί δεν πρόκειται για τον έγκλειστο μονόλογο ενός ποιητή που αρχίζει και τελειώνει στον εαυτό του, αλλά για τη δυναμική, παλλόμενη και απρόβλεπτη τροπή, την αλόγιστη κατεύθυνση, που λαμβάνει η αλληλογραφία μεταξύ δύο ανδρών με υψηλό δείκτη ευαισθησίας.

Όχι, δεν με ενόχλησε η απροκάλυπτη αναφορά στο ομοφυλοφιλικό σεξ που έκπληκτη ανακάλυψα στη συλλογή. Αντίθετα, με συνεπήρε, με ξεσήκωσε και με αναστάτωσε. Μου θύμισε τι σημαίνει να είναι κανείς ερωτευμένος, πρωτίστως με τη ζωή. Να νιώθει ζωντανός. Τι σημαίνει βαθιά επιθυμία. Τι σημαίνει μετουσίωση και των δύο αυτών μέσα από την τέχνη. Μου θύμισε ότι πολλές φορές το όριο ανάμεσα στην τέχνη και τον έρωτα είναι δυσδιάκριτο και ότι αξίζει κανείς να βαδίσει ακριβώς εκεί, πάνω στη γραμμή του, στον παλμό που είναι η σύσπαση της ίδιας της Δημιουργίας.

Ο Γιώργος Αλισάνογλου, όσο προχωράει η συλλογή, δίνει την εντύπωση ότι «πατάει» με πιο σταθερά βήματα, καταλήγοντας σε υπέροχες διατυπώσεις, όπως «Γιατί αύριο οι στίχοι/ Δεν θα ‘ναι με το μέρος του καιρού» ή «Ο έρωτας/ Η τέχνη/Αρχίζουν σαν περίπατος/ Εκεί που όλα έμοιαζαν/ Να έχουν αποφασιστεί». Ο Δημήτρης Δημητριάδης, χειμαρρώδης όπως πάντα, δεν διστάζει να αφεθεί, να παραδοθεί και να ακολουθήσει την αλόγιστη κατεύθυνση, δίνοντάς μας ποιήματα και κείμενα (υπογράφει και το πεζό επίμετρο της συλλογής) ατρόμητα και ζωντανά, γραμμένα με τη γνωστή, μεστή γραφή του. Ενδιαφέρουσες επίσης είναι οι ιδέες που θέτει προς συζήτηση και, φυσικά, η διαχείρισή τους, όπως η ενοθόνιση και το φαινόμενο που απορρέει από αυτήν: ο ενοθονισμός, το να υπάρχει δηλ. ο Άλλος μόνο μέσα στην οθόνη, σε μια ψηφιακή πραγματικότητα που ωστόσο αγγίζει, επηρεάζει και εντέλει διαμορφώνει την υλική.

Η ορμή της νεότητας του Αλισάνογλου και η ωριμότητα του Δημητριάδη γονιμοποιούν η μία την άλλη και παράγουν ένα αυθεντικό και απροσδόκητο αποτέλεσμα που συναρπάζει, μια συλλογή καθόλου δήθεν, ορμητική και ειλικρινής από την αρχή έως το τέλος.


Χριστίνα Λιναρδάκη

Το κείμενο δημοσιεύθηκε αρχικά στη Λέσχη ανάγνωσης Οκτωβρίου του vakxikon.gr

Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2014

Γιοσέφ Ελιγιά (1901-1931), ένας λησμονημένος Ελληνοεβραίος προοδευτικός ποιητής

Ο Γιοσέφ Ελιγιά (Ιωσήφ Ηλία Καπούλιας) ήταν Ισραηλίτης Γιαννιώτης (Ρωμανιώτης) ποιητής και μεταφραστής κατά τον μεσοπόλεμο. Γεννήθηκε το 1901 στην Ηπειρώτικη πρωτεύουσα, παρακολούθησε μαθήματα στη φημισμένη σχολή των Ιωαννίνων «Alliance Israelite», απ’ όπου αποφοίτησε το 1918 και στην οποία αργότερα διορίστηκε καθηγητής.

Εκείνη την εποχή αναπτυσσόταν στα Γιάννινα έντονη σιωνιστική δραστηριότητα στους κόλπους της Ισραηλίτικης παροικίας. Το Σιωνιστικό κίνημα της εποχής δεν άφησε ανεπηρέαστο τον Γιοσέφ Ελιγιά, όπως μαρτυρεί το πρώτο του ποίημα «Οι τρεις ραβίνοι».

Συνεργασίες των εφηβικών του χρόνων δημοσιεύονται στο περιοδικό «Ισραέλ» της Εβραϊκής κοινότητας Τρικάλων που εξέδιδαν οι Γ. Γιαγκονέλ και Άσσερ Μωυσής. Είναι η εποχή που ο Γ. Ελιγιά ήταν ένθερμος σιωνιστής και πίστευε ότι οι φτωχοί της Εβραϊκής διασποράς θα διασωθούν μόνον με την ίδρυση του Ισραηλιτικού κράτους στη γη της Παλαιστίνης. Αργότερα, καθηγητής στην «Alliance» εγκαταλείπει τις ιδέες του σιωνισμού και γίνεται υποστηρικτής της αρχής της αφομοίωσης της Ισραηλίτικης διασποράς. Πλέον αρχίζει να μελετά Νέα Ελληνική, Γαλλική φιλολογία και Εβραιολογία. Μετά την απόλυσή του από τον Ελληνικό στρατό το 1921, διευρύνονται οι πνευματικοί του ορίζοντες και αρχίζει μια έντονη κοινωνική δραστηριότητα στην πόλη των Ιωαννίνων. Ανοίγεται στους πνευματικούς κύκλους της πόλης, ενώ δημοσιεύονται ποιήματά του στον «Ηπειρωτικό αγώνα» στον «Κήρυκα» και στην «Ήπειρο».

Ενώ τους πρώτους χρόνους δημοσιεύει ποιήματα που υμνολογούν την Σιών, το 1921 γράφει ποίηση ρομαντικού περιεχομένου, για να δώσει στην ποίησή του από το 1924 και έπειτα ένα σταθερό ριζοσπαστικό κοινωνικό προσανατολισμό. Είναι σωστό να τονισθεί ότι ο Γ.Ε., έχει γνωριστεί με προοδευτικός και σοσιαλιστικούς κύκλους των Ιωαννίνων, οι οποίοι θα τον επηρεάσουν στην περαιτέρω πνευματική και πολιτική του πορεία. Ο Γ. Ελιγιά εγκαταλείπει σταδιακά την ιδέα του Σιωνισμού, προσανατολίζεται στη διεύρυνση της Εβραϊκής παράδοσης και μεταφράζει ποιήματα της Εβραϊκής διασποράς στην Ελληνική γλώσσα. Είναι πλέον κατά την ορολογία ένας «Αλλιανιστής» (αφομοιωτικός), σύμφωνα με τις αρχές της «Alliance Israelite Universelle» του Παρισιού, οργανισμού υπό την εποπτεία του οποίου ιδρύθησαν ανά την Εβραϊκή διασπορά διάφορες τοπικές κοσμικές Εβραϊκές σχολές. Οι σχολές αυτές επηρεασμένες από το πνεύμα του Γαλλικού διαφωτισμού (λαϊκή παιδεία), περιόρισαν από τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αι. τις παραδοσιακές σχολές θρησκευτικής μόρφωσης και στοιχειώδους μάθησης της Εβραϊκής. Αυτής της μορφής υπήρξε και το παράρτημα της Alliance στα Γιάννενα που άνοιξε το 1904. Οι μαθητές της Alliance είχαν αξιοζήλευτο επίπεδο μόρφωσης, το ίδιο και ο Γ. Ελιγιά.

Έτσι, καθηγητής πλέον της «Alliance», σε ομιλία του με τίτλο: «Περί μεταβιβλικής ποιήσεως» στη Ζωσιμαία σχολή στα τέλη του 1924, μας φανερώνει το υψηλό επίπεδο των καθηγητών και σπουδαστών της Εβραϊκής σχολής. Η ομιλία του αυτή εντυπωσίασε τον πνευματικό κόσμο της Ηπειρώτικης πρωτεύουσας και έτυχε ευμενέστατων κριτικών από τις στήλες των τοπικών εφημερίδων. Εκτός από την πνευματική δράση, αναπτύσσει και ενεργή ριζοσπαστική πολιτικοκοινωνική δραστηριότητα, η οποία τον οδηγεί στη συνεργασία με την αριστερή μαχητική εφημερίδα «Νέος Αγών». Πνευματική δραστηριότητα και κοινωνικοί αγώνες συναντιούνται δημιουργικά, η μεν πρώτη είναι καρπός του περιβάλλοντος των Ιωαννίνων, η δε δεύτερη είναι ο αντίκτυπος των ραγδαίων πολιτικών εξελίξεων της δεκαετίας του ’20. Εξάλλου και ο ίδιος έχτισε πολύ καλές σχέσεις με τους προοδευτικούς κύκλους της πόλης και προπαντός με τη σοσιαλιστική συντροφιά.

Τα ποιήματα του Γ. Ελιγιά αυτών των χρόνων εκφράζουν ένα έντονα ταραγμένο ψυχικό κόσμο και τον κατατάσσουν στους πρωτοπόρους της «γενιάς του ’20» ή, κατά τους ιστορικούς της λογοτεχνίας, στο ρεύμα του «Καρυωτακισμού».

Ο ποιητής δεν επαναπαύεται στην ποιητική του πρωτοπορία, αλλά γράφει και ποίηση που επικεντρώνεται σε φλέγοντα κοινωνικά θέματα και μάλιστα σε τόνους αρκετά υψηλούς. Παρουσιάζουμε δύο στροφές από το ποίημα «Μιλιταρισμός ή Μπότα» με τολμηρό για την εποχή του αντιμιλιταριστικό περιεχόμενο:

Μαύρη πολιτεία βουβή και σαν συλλογισμένη
Την ευτυχία που διάβηκε λες μάταια να γυρεύει
Κάποια μορφή, σα φάντασμα, μες στο χακί διαβαίνει,
Κάποια αστραπή φειδογλυστρά με στης καρδιάς τα ερέβη
Και στις πλατείες τις βουβές και στα βουβά, καντούνια
Ντραν, ντραν, κρατούνε τα σπιρούνια.

Σφίγγει η καρδιά το δάκρυ της κι αναγυρνά από τρόμο,
Πηχτό σκοτάδι στην ψυχή, και η μπότα φοβερίζει
Κάποιος αργά τις βλαστημεί με κυρτωμένο ώμο
Και ενός σκυλιού η βραχνή φωνή σαν κάπου να γαυγίζει
Και στις πλατείες τις βουβές και στα βουβά καντούνια
Ντραν, ντραν, κρατούνε τα σπιρούνια.

Από τη δημοσίευση του ποιήματός του «Μιλιταρισμός ή Μπότα» μέχρι τη συνεργασία του με την αριστερή εφημερίδα «Νέος Αγών», στην οποία ο Γ.Ε. εμφανίζει αρκετά ριζοσπαστικά κείμενα, συναντάμε έναν ώριμο ποιητή, έντονα προβληματισμένο με τα κοινωνικά ζητήματα του καιρού του.

Η δεκαετία του ’20 είναι η εποχή κατά την οποία η Γιαννιώτικη κοινωνία είναι σε μεταβατική κατάσταση λόγω της ενσωμάτωσής της στον εθνικό κορμό, μετά την απελευθέρωση της Ηπείρου. Ιδρύονται αρκετά μορφωτικά, επιστημονικά και εργατικά σωματεία, γεγονός που σημαίνει ότι η κοινωνία της πόλης περνά το στάδιο μιας έντονης ζύμωσης. Το 1922 ιδρύεται και το «Πανηπειρωτικό Εργατικό Κέντρο Ιωαννίνων», στο οποίο συμμετέχουν 8 δυναμικά συνδικαλιστικά σωματεία.

Όπως προαναφέραμε, τα ποιήματα του Γ.Ε. που δημοσιεύονται στον «Νέο Αγώνα» είναι πρωτοποριακά και μαχητικά. Τα ποιήματα: «Εργάτης», «Μπότα», «Φαρισαίοι», είναι δείγματα της μαχητικότητάς του. Παραθέτουμε στίχους από το ποίημα «Εργάτης»:

Γλυκοχαράζει η αυγή, τη γλυκοχαιρετίζεις
Και ξεκινάς πικρέ αδελφέ για τον τραχύ αγώνα
Με ροζασμένα μπράτσα ωιμέ και πληγιασμένο γόνα,
Μεσ’ στις δουλείας την κόλαση της ζωής τάνθια μαζεύεις.

Η νεότερη πλάι στο γκρεμό σέρνεται της αβύσσου
Και ξεκινούν τα γηρατειά στον κάμπο απ’ τα ασφοδέλια,
Κι ενώ κροτούνε του άρχοντα στην πολιτεία τα γελοία
Σκλάβε πονώ τον πόνον σου, βυζαίνω απ’ την οργή σου.

Οι δημοσιεύσεις του Γ.Ε. στο «Νέο Αγώνα» ενοχλούν τις στρατιωτικές αρχές της πόλης, ο Γ.Ε. καλείται συχνά στο φρουραρχείο για «συστάσεις» λόγω της δράσης του στις προοδευτικές πολιτικές κινήσεις και για τα δημοσιεύματά του στην εφημερίδα. Ακολουθεί η σύλληψη και η φυλάκισή του.

Μέσα από τα σίδερα της φυλακής γράφει το μελαγχολικό ποίημα: «Πίσω απ’ τα κάγκελα ή Profundis»:

Βαριά βαριά στη σάρκα μου κρατούν τα σίδερά σου
Σκλαβιά πικρή, σκλαβιά αιματοβυζάστρια
Και λαχταράω για λύτρωμα, για τον πλατύν αγέρα
Μα ωιμέ, τριπλά της φυλακής τα κάστρα.

Μαύρε Σατράπη, άγριε φονιά δε με νικάς, ωστόσο,
Και ταπεινά η ψυχή μου δε λυγίζει
Δε ζητιανεύω λευτεριά, δεν ζητιανεύω χάρη
Στην πόρτα, ω Κάιν, το κρίμα σου σταλάζει!

Μετά την αποφυλάκισή του, η παραμονή του στα Γιάννενα καθίσταται δύσκολη. Αυτοεξορίζεται στο Αργυρόκαστρο της Β. Ηπείρου για μερικούς μήνες. Οικονομικοί λόγοι τον αναγκάζουν να επανέλθει στη γενέθλια πόλη. Οι ελληνικές αρχές αλλά και οι προύχοντες της Εβραϊκής Κοινότητας δεν το αφήνουν να ησυχάσει, έτσι αναγκάζεται να αναχωρήσει για την Αθήνα. Ο γνωστός Γιαννιώτης συγγραφέας Δημ. Χατζής περιγράφει την αναγκαστική αναχώρηση του Γ.Ε. για την πρωτεύουσα με τα παρακάτω λόγια: «Ο Γιοσέφ διώχθηκε από το σχολείο της Αλλιάνς Φρανσαίζ. Οι πόρτες κλείσθηκαν όλες, στην αρχή οβραϊκές, ύστερα όλες οι άλλες. Ζώστηκε ολούθε από τη φτώχεια, κυνηγήθηκε με εκείνο τον τρόπο που ξέρουν στην επαρχία να κυνηγούν». 

Στην Αθήνα γνωρίζεται και δημιουργεί καλές σχέσεις με πνευματικούς ανθρώπους όπως τον Μ. Αυγέρη, Φ. Κόντογλου, Κ. Βάρναλη, Γρ. Ξενόπουλο, Στ. Δάφνη, Μιλ. Μαλακάση και άλλους. Συνεργάζεται με τη «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια του Πυρσού» και με άλλα έγκριτα φιλολογικά περιοδικά όπως «Νουμάς Τέχνη και Κριτική». Το 1931 ανοίγει συνεργασία με το αριστερό περιοδικό «Πρωτοπόροι», διευθυντής του οποίου είναι ο Π. Πικρός και στη σύνταξη η Γαλ. Καζαντζάκη. Το ίδιο έτος διορίζεται καθηγητής Γαλλικών στο γυμνάσιο του Κιλκίς, με προοπτική τη μετάθεσή του στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης όπου ο Βυζαντινολόγος καθηγητής Ν. Βέης του υπόσχεται έδρα Εβραιολογίας. Στο Κιλκίς γράφει ποιήματα και μεταφράζει τους ψαλμούς και άλλες βιβλικές ποιητικές ενότητες (Άσμα Ασμάτων). Δείγματα της ποίησης του Γ.Ε. στό Κιλκίς είναι το ποίημα «Πουρείμ» (Εβραϊκό Καρναβάλι) και το ποίημα «Κιλκίς». Το ποίημα αυτό είναι επηρεασμένο από την «Πρέβεζα» του Καρυωτάκη, το αφιερώνει στην «μακαρία μνήμη του ποιητή της Πρέβεζας». Το «Πουρείμ» είναι αφιερωμένο στη μητέρα του, «κάτι σαν γράμμα» όπως αναφέρει ο ίδιος. Τα παραπάνω ποιήματα εκφράζουν την απόγνωση και την πλήξη του που βρίσκεται στη μικρή επαρχιακή πόλη της Μακεδονίας. Διαλέγουμε στίχους από το ποίημά του «Πουρείμ»: 

Πουρείμ απόψε! Ω της φαιδρής γιορτής τρανό ξεφάντωμα
Φως στην ψυχή, κι ένα χαμόγελο σ’ όλων τα χείλη
Και εγώ μανούλα μου ορφανή, της ξενιτιάς η απόρριγμα
Σε μια ψυχρή, σε μια άχαρη γωνιά να ρέβω μόνος.

Πουρείμ απόψε! Διάπλατα οι Σναγωγές ξανοίγουνε
Τις αγκαλιές των στα πιστά τέκνα του αρχαίου λαού μου
Απ’ τη λευκή περγαμηνή διαβάζουν με κατάνυξη
Του Μαρδοχαίου και της Εσθήρ τους θριάμβους.

Στις 15 Ιουλίου 1931 κατεβαίνει στην Αθήνα άρρωστος, από κοιλιακό τύφο. Πεθαίνει λίγες ημέρες αργότερα στο νοσοκομείο του «Ευαγγελισμού». Εκτός από τις δημοσιεύσεις του σε εφημερίδες και περιοδικά των Ιωαννίνων και των Αθηνών δεν κυκλοφόρησε κανένα βιβλίο στη σύντομη διάρκεια της ζωής του. Η πρώτη έκδοση των ποιημάτων έγινε το 1938 από τον Ισραηλιτικό σύλλογο «Μπενέ Μπερίθ» της Θεσσαλονίκης, με επιμέλεια του Γ. Ζωγραφάκη.

Η ποίησή του θεματογραφικά αποτυπώνεται κυρίως γύρω από τις παραδόσεις της Βίβλου. Από την κριτική του καιρού του χαρακτηρίστηκε άλλοτε μελαγχολική και χαμηλόφωνη, άλλοτε τραγική, χωρίς ωστόσο αρκετοί κριτικοί να της αναγνωρίζουν ιδιαίτερα προτερήματα.

Αντίθετα, οi Κ. Παλαμάς, Γρ. Ξενόπουλος και Κ.Θ. Δημαράς είδαν την πρωτοτυπία του Ελιγιά στη συνύπαρξη Εβραϊκού και Ελληνικού στοιχείου. Για τον Παλαμά ο Ελιγιά είναι «σύνδεσμος όχι συνηθισμένος μεταξύ της Ελληνικής ευρυθμίας και της Βιβλικής μεγαλοπρέπειας». Για τον Γ. Ξενόπουλο: «Ο πρώτος μετά την Αλεξανδρινήν περίοδον που αποτελεί δεσμόν μεταξύ των ομοφύλων του και των Ελλήνων». Ο Δημαράς έγραψε για τον Γ.Ε. «εγνώριζε να συνδιάζει τον λυρισμό της Εβραϊκής του καταγωγής με την μορφική επεξεργασία που είναι του ελληνικού πνεύματος η απαίτηση». Οι τρεις αυτοί Νεοέλληνες στοχαστές παρατηρούν τον «σύνδεσμο», «δεσμό», «συνδυασμό» του Εβραϊκού και του Ελληνικού ως εξωτερικών του ενός στο άλλο στοιχείων. Αλλά δεν επισημαίνουν τη διαλεκτική μεταξύ τους, την αντιφατική τους σχέση και ταυτόχρονα συνάφεια, τη δυναμική τους ως ενότητα αντιθέτων. Αυτό είναι το μείζον της ποίησης του Ελιγιά στο έλασσον της λεπτής μορφής της.

Η ποίηση του Ελληνοεβραίου Γ. Ελιγιά γράφεται πριν από τη μοντερνιστική γραφή, που εγκαινιάζουν ο Γ. Σεφέρης και ο Ο. Ελύτης και οι άλλοι Έλληνες υπερρεαλιστές και έχει το στίγμα του «ελάσσονος ποιητή». Αλλά τα «ελάσσον» περικλείει και το μείζον. Μέσα από το λεπτό κέλυφος αναδύεται ένας νεοσσός και μάλιστα γιος αετού, τονίζουν οι νεώτεροι μελετητές των έργων του Γ. Ελιγιά.

Για πολλά χρόνια το έργο του λησμονήθηκε ή όταν εξεδόθη κατά καιρούς, απουσίαζαν αρκετά ποιήματά του, όπως τα επαναστατικά, προφανώς εξαιτίας της λογοκρισίας. Η έκδοση: «Γιοσέφ Ελιγιά - ποιήματα» (Δωδώνη 1967) αποτελεί επιβεβαίωση των παραπάνω.

Τελευταία, το ποιητικό του έργο επανεκτιμάται θετικά. Η χρονική περίοδος κατά την οποία έζησε καθώς και οι αισθητικές και ιδεολογικές του επιδράσεις γίνονται αντικείμενο επιστημονικής έρευνας από το τμήμα νεοελληνικής φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων αλλά και άλλων μελετητών. Οι έρευνες της καθηγήτριας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Ελένης Κουρμαντζή επικεντρώνονται σε ικανοποιητικό βαθμό στην ποιητική δημιουργία και την πολιτική δράση του Γ.Ε. κατά τα έτη 1921-25. Ένας άλλος πανεπιστημιακός, ο Λ. Ναρ, έπειτα από επίπονη εργασία, εδημοσίευσε σε μορφή «Απάντων» (2 τόμοι) τα ποιήματα και τις μεταφράσεις του Ρωμανιώτη ποιητή (Άπαντα – Γιοσέφ Ελιγιά, εκδόσεις Γαβριηλίδης). Πρόκειται για επιμελημένη έκδοση, η οποία διορθώνει τις παραλείψεις και τα λάθη παλαιότερων εκδόσεων, αναγνωρίζοντας έτσι έναν πνευματικό δημιουργό ο οποίος δεν είχε τη δυνατότητα να υπερασπίσει τον εαυτό του.

Μια ριζοσπαστική προσέγγιση της δημιουργίας του Γ.Ε. επιχειρείται από τον Σάββα Μιχαήλ, Εβραϊκής καταγωγής, γνωστό συγγραφέα, θεωρητικό της επαναστατικής αριστεράς και καλό γνώστη της αρχαίας και σύγχρονης φιλοσοφίας. Ο Σάββας Μιχαήλ σε αφιέρωμα περιοδικού για τον Ελληνοεβραίο Γιαννιώτη, αναφέρει: «Ο Γιοσέφ Ελιγιά είναι ο λυρικός εκπρόσωπος, στον Ελλαδικό και στον ελληνόφωνο χώρο, του ευρύτερου ρεύματος του σύγχρονου επαναστατικού ιουδαϊκού μεσσιανισμού, που αγκάλιασε πολλά και έξοχα πνεύματα της Ιουδαϊκής διανόησης και νεολαίας στην Ευρώπη πριν και μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και την μεγάλη Οχτωβριανή σοσιαλιστική επανάσταση. Ο Μ. Λεβί έχει κάνει ένα περίγραμμα αυτού που ονομάζει "Ελευθεριακό Ιουδαϊσμό στην Κεντρική Ευρώπη". Περιλαμβάνει στοχαστές, συγγραφείς και επαναστάτες, όπως ήταν Φρ. Κάφκα, Β. Μπενζιαμίν, Ετ. Μπλόχ. Ένα αντίστοιχο περίγραμμα στον Ελλαδικό χώρο θα περιλάμβανε, ανάμεσα σε άλλους, τρεις εξέχουσες προσωπικότητες: τον ποιητή και σοφό Γιοσέφ Ελιγιά από τα Γιάννια, τον πρωτοπόρο βυθοσκόπο του θεάτρου σκιών και του νεοελληνικού λαϊκού πολιτισμού Τζούλιο Καΐμη από την Κέρκυρα και τον Αβραάμ Μπεναρόγια από τη Θεσσαλονίκη, όπου μαζί με τους συντρόφους εργάτες ίδρυσε τη "σοσιαλιστική φεντερασιόν". Υπήρξαν βέβαια διαφορές ανάμεσα στους Έλληνες και στους κεντροευρωπαίους εκπροσώπους του εβραϊκού ελευθεριακού πνεύματος. Όπως πάνω – κάτω ανάμεσα στον Έλληνα Παπαδιαμάντη και τον Ρώσο Ντοστογιέφσκι. Με άλλα λόγια, πρόκειται για ιδιαίτερες και ανεπανάληπτες εκδηλώσεις μιας γενικότερης στάσης ζωής και θεώρησης του κόσμου».

Μερικά ακόμη ποιήματα του Γιοσέφ Ελιγιά (δείτε και ένα μελοποιημένο εδώ):


ΙΗΣΟΥΣ

«Τίποτε μεσ’ την ανθρώπινη ιστορία, δεν μπορεί να ισοφαρίση την αγάπη που Αυτός έχει εμπνεύσει, την παρηγοριά που Αυτός έχει σκορπίσει, την Αρετή πού Αυτός έχει ενθαρρύνει, την ελπίδα και τη χαρά πού Αυτός έχει χαράξει μεσ’ τα ανθρώπινα στήθια…»

“A Jewish view of Jesus”, 1920, του φιλελευθέρου ραββίνου Enelow Hymans


Απόψε ήρθα κι εγώ γλυκέ αδερφέ της Ναζωραίας βάρβαρα πάθη πνίγοντας εντός μου κι άγρια μίση
να κλάψω μπρος σ’ το αιμόφυρτο κορμί της πλέον ωραίας
ψυχής, που έχει ποτέ στον Κόσμο ετούτο ανθοβολήσει.

Της Γαλιλαίας κρίνε σεμνέ, προς το λευκό το φως σου πόσες φορές φτερούγισαν των ταπεινών οι Ελπίδες! πλήθη σταυροί κατάντικρυ στηθήκαν στο δικό σου: δικοί και ξένοι οι Φαρισαίοι, αλί κι οι Σταυρωτήδες.

Δεν είναι ο πρώτος, μήτε κι ο στερνός Εσταυρωμένος
γλυκέ Ιησού, στον κόσμο αυτόν της πίκρας και του φτόνου·
κι όμως η δόξα σου άσπιλη μεσ’ των θνητών το γένος:
Είσαι, δεν είσαι γυιός Θεού, μα είσαι ο Θεός του πόνου!...


ΡΟΥΘ

Μαλαματένια τα σπαρτά στη κάψα του Αλωνάρη
Η Ρουθ η Μοαβίτισσα κι η χαμηλοβλεπούσα
Με την πανώρια της ψυχής και το χρυσό της θώρι.
Σταχυολογούσε ολόσκυφτη στου χωραφιού μιαν άκρη.

Γέλια και κακαρίσματα και λόγια λιγωμένα
Σαν των πουλιών κελαϊδισμοί, σαν αηδονιών τραγούδι
Του κόπου δρόσιζαν γλυκά και της δουλειάς τη λαύρα
Λαιμοί, στηθάκια θραψερά, στου λιοπυριού το χάδι
Κάθε λεβέντη ξάναβαν στα χείλη κάποιον πόθο.
- Ω μάγια και ω πλανέματα λησμονημένων τόπων.-
Μακρυά η Βηθλεέμ νείρονταν πανώρια ρηγοπούλα.

Ξάφνω μεσ’ της δουλειάς τη βοή και το τρελλό γιορτάσι
Προβάλλει ο Μπόαζ αργός κι αγνός και καλοκαρδισμένος
«Ο Θεός με Σας, λεβέντες μου!» - «Ο Θεός να Σε βλογήση»
Κι η Ρούθ η Μοαβίτισσα κι η χαμηλοβλεπούσα
το βλέμμα δεν ασήκωνε κι όλο σταχυολογούσε:

«Ποια νάναι αυτή, λεβέντες μου, που στάχυα εκεί μαζέβει
Και δεν σηκώνει τη ματιά το φως για ν’ αντικρύσει;»
Ρώτησε ο Μπόαζ κι ένας νιός έτσι του απολογιέται:

«Κοπέλλα Μοαβίτισσα της Νωαμής η νύφη
Είναι, πού τώρα γύρισε στη ώρας μας, μαζύ της
Σαν χήρεψε – κι αφίνοντας το πατρικό ρημάδι
Ήρτε γλυκά να σκεπαστή στου Κύριου τις φτερούγες…»

Κι ο Μπόαζ με τα λευκά μαλλιά και τη λευκή ψυχή του
Στα φυλλοκαρδια του έννοιωσε το δάκρυ της συμπόνιας.

Μα η Ρούθ η Μοαβίτισσα κι η χαμηλοβλεπούσα
με την πανώρια την ψυχή και την σεμνή θωριά της
σταχυολογούσε ολόσκυφτη στου χωραφιού μιαν άκρη...



«ΤΟ ΤΟΡΑ ΜΑΣ» (Ο ΝΟΜΟΣ ΜΑΣ)

Μεσονυχτίς στην άκαρπη μελέτη βυθισμένοι
με τη χλωμή σας την θωριά που η φτώχεια όλο μαραίνει,
στ’ αραχνιασμένα σας «Ταλμούντ» τα παλαιικά σκυφτοί
κι η σκλαβωμένη σας ψυχή με πάθος αναζητεί
να βρει τι γράφει το Τορά μας.
Μα, αν τυφλωμένη απ’ την παλιά ξεθωριασμένη πίστη,
στου χρόνου το περπάτημα δεν το ’νιωσες; -εσβήστη
η αρχαία λυχνία. Καινούριο φως στη στράτα μας μπροστά
Και το γοργοξετύλιγμα της ζωής πια δε ζητά
να βρει τι γράφει το Τορά μας.
Ως αδέρφι που σε μάγεψε το αρχαίο σου «μεγαλείο».
Της ζωής να ξεφυλλίσουμε το ζωντανό βιβλίο
έλα εκεί μέσα θε να βρεις πυρογραμμένο κάτι
- με του Δυνάστη το ραβδί, με τα δεσμά του Εργάτη –
φριχτό που δε γράφει το Τορά μας.

(Δημοσιεύθηκε το 1925 στο Περιοδικό: «Κριτική και Τέχνη»)



ΚΙΛΚΙΣ


«Στη μακάρια σκιά του ποιητή της Πρέβεζας»


Αχ πόσο οδυνηρό κι απαίσιο
σ’ ένα στενό, τραγικό πλαίσιο
η ζωή σου να λιμνάζει οκνή,
η Ανία το Θρήνο να αρχινάει
και σβούρα να στριφογυρνάει
στον ίδιο άξονα η ψυχή…

Του ρεμβασμού τα γαλάζια ίχνη,
στην ένδοξη ψυχρή πολίχνη
να σβήνουν σα μουντός καπνός
πουρνό – βράδυ, στην πονεμένη
ψυχή, βραχνάς να σου βαραίνει
ο μολυβένιος ουρανός.

Το ίδιο στρατί για το σχολείο
και του Φωκίτη το βιβλίο
να κουβαλάς πάντα μαζί
κι ολομερίς ν’ αναρωτιέσαι
στον κρύο βούρκο που κυλιέσαι
να ζει κανείς ή να μη ζει;

(Μάρτιος 1931 )


Κείμενο και επιμέλεια ποιημάτων: Λουκάς Θεοχαρόπουλος

Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2014

Φάκελος υπερρεαλισμός - Ανδρέας Εμπειρίκος, από τον "ορθόδοξο" υπερρεαλισμό στη βαθύτερη προσωπική έκφραση

Το στίγμαΛόγου συνεχίζει το αφιέρωμα στον υπερρεαλισμό με βάση κείμενα που είχαν δημοσιευθεί στο λογοτεχνικό περιοδικό "Ομπρέλα" δέκα χρόνια πριν (περισσότερα εδώ). Το έκτο κατά σειρά κείμενο που φιλοξενούμε, είναι του Δημήτρη Κόκορη:

Η Υψικάμινος (1935) είναι η πρώτη ποιητική συλλογή, η οποία σε γενικές γραμμές εισάγει τον "ορθόδοξο" υπερρεαλισμό στην ελληνική λογοτεχνία, γιατί στα περισσότερα ποιήματα, που την συγκροτούν, διακρίνεται ο ποιητικός τρόπος της αυτόματης γραφής. Ένας τρόπος που συνυφάνθηκε με τη διάσπαση της έλλογης αλληλουχίας και με την ανάδειξη στοιχείων του υποσυνείδητου. Ένας τρόπος που σκιαγραφήθηκε και στο γνωστό υπερρεαλιστικό μανιφέστο του 1924.

Η πρωτοαναφερθείσα πρωτιά της Υψικαμίνου υπογραμμίζεται και από στοιχεία και από πειστικές τοποθετήσεις, που αποδεικνύουν ότι η συλλογή του Θεόδωρου Ντόρρου (Σημ. του στίγμαΛόγου: περισσότερα για τον Ντόρρο μπορείτε να δείτε εδώΣτου γλυτωμού το χάζι (α΄ έκδοση: Παρίσι 1930) - η οποία θεωρήθηκε και θεωρείται από ορισμένους μελετητές σαν το φανέρωμα του υπερρεαλισμού στην ελληνική ποίηση - οφείλει την υπερρεαλίζουσα αύρα της στο ότι ο Ντόρρος γνώριζε πλημμελώς την ελληνική γλώσσα. Από τη συλλογή του Ντόρρου δεν λείπουν οι αξιόλογες ποιητικές εκλάμψεις, αλλά η υπαρξιακή σκευή της και άλλες πολλαπλές ενδείξεις οδηγούν να εικάσουμε ότι προφανώς ο Ντόρρος - ο οποίος, για παράδειγμα, θέλοντας σε επιστολή του να αναφερθεί σε "κλειστά" περιοδικά, τα χαρακτηρίζει "άνοιχτα" - επιθυμούσε να τιτλοφορήσει τη συλλογή "Στη θέα της σωτηρίας" (ή κάπως έτσι).

Πολλά κείμενα της Υψικαμίνου διασπούν σε μέγιστο βαθμό την έλλογη αλληλουχία. Από την ανάγνωσή τους αναδύονται ξάφνιασμα, χαμόγελο, θυμηδία, πιθανόν γέλιο και γενικώς ευχάριστη διάθεση. Όσο βέβαιο είναι ότι η ποίηση μπορεί να στοχεύει και σε άλλα πράγματα, άλλο τόσο βέβαιο είναι ότι οι αντιδράσεις αυτές δεν πρέπει να αποκλείονται ως στόχοι της λογοτεχνίας. Στις συγκεκριμένες αντιδράσεις θα μπορούσαμε να προσδώσουμε και κοινωνικές προεκτάσεις: Το ξάφνιασμα των αναγνωστών είναι μια συνέπεια εν δυνάμει κοινωνική, που θα μπορούσε να αποβεί και δημιουργική για τη ζωή τους ως πολιτών, εάν και εφόσον επέτρεπαν στη  λογοτεχνία να διεισδύσει γόνιμα στην καθημερινότητά τους. Το ότι, βέβαια το υπερρεαλιστικό κίνημα φτάνει στην Ελλάδα ακρωτηριασμένο, μόνο σαν ατομική επανάσταση - με την υπόνοια ότι έτσι ουσιαστικά υπέθαλψε φασίζουσες από πολιτικής πλευράς τάσεις - είναι ένα θέμα για συζήτηση, το οποίο προκάλεσε και έντονες φιλολογικές έριδες.

Επιστρέψουμε στην Υψικάμινο και δειγματοληπτικά σε ένα από τα χαρακτηριστικότερα κείμενά της:

ΙΠΠΕΥΩΝ ΟΝΟΥΣ ΑΓΑΠΩΝ ΚΥΡΙΕΣ

Ο πιο ακατανόητος στρόβιλος εξικνούμενος από κλειδοκύμβαλον παρέσυρε τον ασπάλακα που κρατούσε η κανονική μύτη της μικρής νοσοκόμου. Ενώπιον του μεγαλομάρτυρος διελύθη το χέρι της νοσοκόμου και κατέπεσε με φοβερό πάταγο το δεξί μάτι ενός μαυροντυμένου ερπετού. Όμως ο καπνός δεν παρεσύρθη. Κάθε τολύπη έγινε σπίνος και επέμεινε με επικίνδυνο φανατισμό να οραματίζεται τη μυγδαλιά του κρυσφηγέτου μιας αριστοτεχνικής ορχήστρας. Ο θηριοδαμαστής ενικήθη και έλαμψε για χιλιοστή φορά ο φιόγκος που παρέσυρε πολλές λουόμενες γυναίκες προς το καφενεδάκι του χωριού του εξηκοστού ογδόου ονάγρου. Κανείς δεν κατεσπιλώθη περισσότερο από σκασμένο καρπούζι. Η ανημπόρια του παλιού κρονόληρου επατάχθη και στη θέσι της σηκώθηκε μια για πάντα μια κορυβαντιώσα ομίχλη.

Πρόκειται για κείμενο αυτόματης γραφή, από το οποίο εκλείπει η έλλογα ελεγχόμενη κεντρική ιδέα που προκύπτει από τα σημαινόμενα. Τέτοιου τύπου καταθέσεις, στις οποίες το άλογο στοιχείο καλύπτει όλη σχεδόν την επιφάνεια του ποιητικού νοήματος, δεν συναντώνται στο έργο άλλων σημαντικών  υπερρεαλιστών της γενιάς του '30: Αρκετές καταθέσεις του Νίκου Εγγονόπουλου διαθέτουν ένα ποσοστό άλογου στοιχείου, το οποίο όμως δεν καλύπτει ολικά τα ποιητικά συμφραζόμενα, ενώ ο Νικόλας Κάλας ως Νικήτας Ράντος διαμόρφωσε έναν υπερρεαλισμό έλλογα ελεγχόμενο, με σατιρική ορμή και καταγγελτική των αστικών θεσμών διάθεση, τόσο στην πρώιμη (βλ. βια παράδειγμα "Πανεπιστημαική παράδοση") όσο και στην όψιμη (βλ. για παράδειγμα "Η οσφύς του λαγού η μοναρχική μου αγάπη") παραγωγή του. Επομένως, ο ελληνικός υπερρεαλισμός αποκολλήθηκε από τη δογματική τήρηση των "ορθόδοξων"  αρχών του κινήματος (ας μην ξεχνάμε ότι και το μανιφέστο του 1929 αναθεωρούσε εν μέρει το μανιφέστο του 1924). "Έβαλε νερό στο κρασί του", τουλάχιστον ως προς την εφαρμογή της αυτόματης γραφής και της κατάλυσης του λογικού ειρμού, ώστε η νεωτερίζουσα ορμή του να εκφραστεί και με την καλλιτεχνική προσωπικότητα του κάθε ποιητή-εκπροσώπου. Ακόμη και στην Υψικάμινο τα ίχνη του λογικού ειρμού δεν απουσιάζουν. Στο ποίημα "Τριαντάφυλλα στα παράθυρα", που δεν μας κερδίζει με τη χαμηλόβαθμη υπερρεαλιστική του ρητορική, αλλά με τη συναισθηματική του ειλικρίνεια και με θυμόσοφη διάθεση, εγκιβωτισμένη στη λεκτική μανιέρα του Εμπειρίκου, διαβάζουμε:

Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια. Υπάρχουν απειράκις ωραιότερα πράγματα και απ' αυτήν την αλματώδη παρουσία του περασμένου έπους. Σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη. Σκοπός της ζωής μας είναι η λυσιτελής παραδοχή της ζωής μας και της κάθε μας ευχής εν παντί τόπω εις πάσαν στιγμήν εις κάθε ένθερμον αναμόχλευσιν των υπαρχόντων. Σκοπός της ζωής μας είναι το σεσημασμένον δέρας της υπάρξεώς μας.

Η μελέτη των κειμένων δείχνει ότι η ποιητική του Ανδρέα Εμπειρίκου σφραγίστηκε από το ερωτικό στοιχείο και μάλιστα στη σεξουαλική μορφή του. Αυτό υπονοείται και στον τίτλο "Ιππεύων όνους αγαπών κυρίες": Το δεύτερο μισό του στίχου είναι αναφορικά σαφές. Οι τροπικές ενεστωτικές μετοχές υπογραμμίζουν τη διάρκεια και το ταυτόχρονο των δύο πράξεων, ενώ η αναλογία ιππασίας και σεξουαλικής πράξης είναι τόσο γνωστή, ώστε οι διασαφηνίσεις περιττεύουν.  Πολύ πριν φτάσει ο Εμπειρίκος στις ποιητικές αποκρυσταλλώσεις της Οκτάνας και στην πεζογραφικά εκφρασμένη πανσεξουαλική εικονοποιία και ρητορική του Μεγάλου Ανατολικού, μείωνε το ποσοστό άλογης αλληλουχίας ήδη από την Ενδοχώρα (1945), σκιαγραφώντας με όλο και μεγαλύτερη διαύγεια τον έρωτα στη σεξουαλική του διάσταση:

ΑΦΡΟΣ

Είναι οι πόθοι μιναρέδες στυλωμένοι
Λάμψεις του μουεζίνη στην κορφή τους 
Φωτοβολίδες των κραυγών της οικουμένης
Πυγολαμπίδες σε συρτάρια κορασίδων
Που κατοικούν σ' ακρογιαλιές μέσα σ' επαύλεις
Και τρέχουν με ποδήλατα σε κήπους
Άλλες γυμνές άλλες ημίγυμνες κι άλλες φορώντας
Φορέματα με φραμπαλάδες και ποτίνια
Που στίλβουν την ημέρα και τη νύχτα
Όπως τα στήθη τους την ώρα που βουτάνε
Μες στον αφρό της θάλασσας.

Προϊόντος του χρόνου ο Εμπερίκος απομακρύνεται από την αυτόματη γραφή και χειρίζεται το προσφιλές του θέμα περισσότερο με υπερρεαλιστική διάθεση (υπέρβαση του αστικού καθωσπρεπισμού), παρά με "ορθόδοξη" υπερρεαλιστική τεχνική. Το ποίημα, που επιλέξαμε για κατακλείδα του κειμένου μας, είναι το δέκατο (ΧΙ) της ενότητας "Μορφές αιθρίας" από τη συλλογή Γραπτά ή Προσωπική Μυθολογία (1960). Η συγκινησιακά ισχυρή και εκφραστικά λεπτουργημένη αποτύπωση του παλιού (τουλάχιστον παπαδιαμάντειου) δίπολου "θέρος-έρως" λειτουργεί νεωτερικά, θεμελιωμένη σε μια υψηλόβαθμη δραματικότητα (πυκνή διαδοχή εικόνων) και συγκροτώντας μία από τις καλύτερες, αλλά και χαρακτηριστικότερες καταθέσεις του Ανδρέα Εμπειρίκου:

Το φως ολοένα δυναμώνει και εντός ολίγους ολοκληρούται η μεσημβρία. Τα μαγαζιά, τα εκπαιδευτήρια σχολάζουν, και ο κόσμος αποσύρεται στα σπίτια. Πολλά κλείνουν τα εξώφυλλα, ή κατεβάζουνε τα στόρια. Στο τελευταίο πάτωμα ενός σπιτιού, ένας υπάλληλος του δημοσίου, με όλο το πάθος του κριού που κρούει μια πύλη, κινείται με αύξουσαν ορμήν μέσα στα σκέλη νεάνιδος που σπαρταρά και ασπαίρει. Η πόλις τέρπεται στη θαλπωρή που συνεχώς αυξάνει, και ενώ στενάζει η κόρη ηδυπαθώς, στιλπνό, παφλάζον και ζεστό το καλοκαίρι καταφθάνει.




Δημήτρης Κόκορης
δ.φ. - ειδικός επιστήμονας του Α.Π.Θ.

Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2014

"Ιστορίες απ' το ονειροσφαγείο" της Κατερίνας Ζησάκη

Θυμάμαι τη φωνή της Κατερίνας στην εκδήλωση του Μανδραγόρα «Το καράβι το λένε Αγωνία 014» τον περασμένο Μάρτιο. Χωρίς υπερβολή ήταν η σταθερότερη, η πιο σίγουρη και γι’ αυτό η πιο ελκυστική, ακριβώς όπως η παρουσία της. Το ποίημα που διάβασε τότε με εντυπωσίασε με την αμεσότητά του και το ευθύβολο της στόχευσής του.Τα βρήκα και τα δύο αξιοθαύμαστα για μια νέα κοπέλα.

Πριν από λίγο καιρό είδα το όνομά της σε μια συλλογή με τον εύγλωττο τίτλο «ιστορίες απ’ το ονειροσφαγείο». Την πήρα και την άνοιξα με προσμονή. Ευτυχώς αυτό που είδα με δικαίωσε. Η γραφή της Κατερίνας είναι, όπως το περίμενα, ασυμβίβαστη – και πώς αλλιώς, αφού την υπαγορεύει το όνειρο. Η ποίησή της είναι δυναμική με τάσεις εκρηκτικές, σταθερή και σίγουρη σε αυτό που πρεσβεύει, δηλαδή την επανάσταση – τουλάχιστον στα πρώτα ποιήματα της συλλογής. Πρόκειται βέβαια για μια δυναμική που έχει πλήρη επίγνωση της πραγματικότητας, αφού η Κατερίνα μιλάει για «ευαισθησίες ζουληγμένα φρούτα σε κοφίνια παλιά», αποδεικνύοντας ότι ξέρει πολύ καλά τι λέει.

Ακόμη κι αν οι κανόνες του παιχνιδιού τής είναι γνωστοί, αυτό δεν την εμποδίζει να ονειρεύεται με τόλμη και παρρησία. Να διαπιστώνει χωρίς να αποκαρδιώνεται, πράγμα εξαιρετικά γενναίο στην εποχή μας. Να συνεχίζει να είναι ευαίσθητη και αυθεντική, σαν άνθρωπος που δεν αγαπά τα δήθεν.

Από τη μέση και μετά, ο τρόπος της αρχίζει να αλλάζει: πολλές φορές δίνει την αίσθηση ότι γράφει με κομμένη ανάσα, σα να μη χορταίνει τον στίχο ή τη ζωή - με λαχτάρα. Συχνά υιοθετεί μια ερωτική στάση απέναντι στον κόσμο. Λέω συχνά γιατί υπάρχουν φορές που φαίνεται μπουχτισμένη από τον έρωτα και τον αποστρέφεται, όπως άλλωστε και την πραγματικότητα.

Θέλω να σταθώ λίγο παραπάνω στην αυθεντικότητά της. Είναι τόσο διαπεραστική που της συγχωρεί κανείς τα πυροτεχνήματα τύπου wordart (κεφαλαία ανάμεσα στα πεζά, ανάποδη γραφή στο ποίημα «το μαύρο και το λευκό τετράγωνο», μεγάλα κενά ανάμεσα σε ορισμένες στροφές, δυσνόητες διαρρυθμίσεις των λέξεων όπως στο «ποίημα για μια πενταετία»), τα οποία αντί να ενισχύουν το νόημα αποσυντονίζουν τον αναγνώστη και είναι εντέλει ανούσια και περιττά. Από αυτό εξαιρώ το ποίημα «όταν ξεχάσαμε το Γιάννη Ρίτσο».

Προς το τέλος, η συλλογή γίνεται μελαγχολική και το ποιητικό υποκείμενο δείχνει να παραιτείται, σαν να έχει κατανοήσει πλήρως τη ματαιότητα των πραγμάτων, του αγώνα, του έρωτα και της ζωής. «Τούτες τις μέρες ένα ποίημα/πλανιέται πάνω απ’ την πόλη», γράφει η Κατερίνα Ζησάκη, όμως το ποίημα αυτή τη φορά είναι βουβό, επιστρέφει στον εαυτό του, δεν στοχεύει, φλερτάρει με την απογοήτευση και τη σιωπή.

Το βιβλίο κλείνει με μια κραυγή που συνιστά σημασιολογική στροφή, κάνοντας λούπα με το πάθος, την ορμή και το ασυμβίβαστο της αρχής. Είναι ένας μόνο στίχος στην κορυφή της σελίδας: «ζωή σπατάλησέ μας λίγο ακόμη».

Χριστίνα Λιναρδάκη

Το κείμενο δημοσιεύθηκε αρχικά στο τεύχος αρ. 27 του vakxikon

Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2014

Συνέντευξη της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ στο στίγμαΛόγου

Είναι γλυκύτατη, είναι πολυαγαπημένη, είναι η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ! Με δέχθηκε στο σπίτι της και καθ' όλο το διάστημα της συνάντησής μας είχα επίγνωση του ότι συνομιλώ με έναν μύθο... έναν μύθο ανθρώπινο, προσηνή και ευαίσθητο, όπως μόνο εκείνη μπορεί να είναι.


Χριστίνα Λιναρδάκη: Η πρώτη σας παρουσία στα γράμματα έγινε με ένα ποίημά σας, τη «Μοναξιά», που δημοσιεύσατε σε ηλικία 17 μόλις ετών στην «Καινούρια εποχή» του Γουδέλη. Ένα παιδί 17 ετών ήξερε τι σημαίνει μοναξιά;

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ: Έγραφα και πριν απ’ αυτό, δεν θυμάμαι ποτέ μου να μην έγραφα. Πάνω από μισό αιώνα μετά, μου κάνει και μένα εντύπωση πώς μπόρεσα τότε να γράψω για τη μοναξιά. Νομίζω ότι έχει σχέση με την αναπηρία μου που έπρεπε κι εγώ να ξεπεράσω ψυχολογικά, για να προχωρήσω.

Χ.Λ.: Αναφέρεστε στη γνωστή ιστορία με τον σταφυλόκοκκο, έτσι δεν είναι;

Κ.Α.-Ρ.: Ναι. Μόλις γεννήθηκα, με καισαρική, κάτι λάθος θα έγινε και προσβλήθηκα αμέσως. Το ότι έζησα ήταν σκέτο θαύμα και, βέβαια, επηρεάστηκαν τα οστά μου, ο μυελός και το χέρι. Σκέφτομαι καμιά φορά ότι οι γονείς μου με έκαναν μεγάλοι και βιάζονταν, ο πατέρας μου ήταν 60 χρονών όταν γεννήθηκα, γεννήθηκε το 1881, ήταν δύο χρόνια μεγαλύτερος από τον Καζαντζάκη. Αν λοιπόν οι γονείς μου είχαν καθυστερήσει έναν χρόνο – τι ήταν ένας χρόνος ακόμη – θα είχε εφευρεθεί η πενικιλίνη και θα ήμουν μια χαρά. Αλλά, όπως λέω και ξαναλέω και ξαναλέω, η ζωή είναι μια ζυγαριά: βάζεις το κακό στο ένα δισκάκι και λες «γιατί Θεέ μου να μου τύχει αυτό» και δεν βλέπεις ότι από την άλλη μεριά μπαίνει το καλό, ακριβώς στην ίδια ποσότητα. Σ’ αυτήν ακριβώς την αναπηρία, λοιπόν, χρωστάω την ώριμη από νωρίς αίσθηση της ζωής και την ώριμη σκέψη μου.

Χ.Λ.: Σίγουρα... Με εκείνο το ποίημα, τη «Μοναξιά», ο νονός σας Νίκος Καζαντζάκης είχε ενθουσιαστεί, έτσι δεν είναι;

Κ.Α.-Ρ.: Ο Καζαντζάκης με είχε συστήσει στον Γουδέλη και είχε γράψει ένα σημείωμα: «διαβάστε αυτό το ποίημα, είναι το καλύτερο που έχω διαβάσει ποτέ». Ένα από τα πράγματα που είμαι υπερήφανη στη ζωή μου, τα ελάχιστα, είναι ότι δεν το πήρα επάνω μου. Αντίθετα, είπα: «ωχ, υπερβολές του Καζαντζάκη», γιατί ήταν στις εκφράσεις του πολύ πλούσιος. Επίσης, του ταίριαζε πολύ η μοναξιά γιατί ήταν ένα από τα βασικά θέματα, παρότι έζησε ωραία με την Ελένη, αλλά το είχε κάνει θρησκεία μέσα του.

Χ.Λ.: Ακόμα κι αν το διασκεδάσατε, το να έχεις τέτοια στήριξη στα πρώτα σου βήματα είναι κι αυτό κάτι, όμως.

Κ.Α.-Ρ.: Είναι το άλφα και το ωμέγα. Και όλη μου η οικογένεια, οι γονείς μου ήταν άνθρωποι του πνεύματος, ο πατέρας μου ήταν δικηγόρος, άνθρωπος πολύ διαβασμένος και η μητέρα μου διάβαζε πολλή λογοτεχνία.

Χ.Λ.: Έχετε πει ότι «το ποίημα πρέπει να έχει πληγή να ακουμπήσει». Εξακολουθείτε να το πιστεύετε αυτό;

Κ.Α.-Ρ.: Ξεκινάει από τον σταφυλόκοκκο η σκέψη μου, αλλά η ζωή αργότερα μου έδειξε ότι τα ποιήματα ξεκινάνε από μια πληγή. Η ουλή είναι το ποίημα. Και βέβαια, επίσης, γι’ αυτό τα περισσότερα ποιήματα γράφονται στη νεότητα γιατί τότε εισπράττουμε από τον έρωτα τις πιο πολλές χαρές και τις πιο πολλές πληγές. Αλλά και αργότερα η ζωή είναι πολύ γενναιόδωρη σε πληγές. Από την άλλη, για να μπορέσεις να εκμεταλλευτείς αυτό που έχεις στην ψυχή σου, δεν φτάνει η πληγή, πρέπει να έχεις και ένα δώρο: όλοι οι άνθρωποι έχουν πληγές, αλλά δεν είναι όλοι ποιητές.

Χ.Λ.: Στον αντίποδα αυτού που λέτε, δεν μπορώ να μην παρατηρήσω πως πολλοί σύγχρονοι «ποιητές» δεν ξέρουν πώς να εκφράσουν την πληγή ή δεν την έχουν, με αποτέλεσμα να νιώθουν ότι πρέπει να κατασκευάσουν λύπη και είναι κούφιο όλο αυτό.

Κ.Α.-Ρ.: Αντί για πληγή αυτοί έχουν ένα άλλο, πολύ χειρότερο κακό: φιλοδοξία. Αυτό που τους ενδιαφέρει είναι να ακουστούν. Μου κάνει μεγάλη εντύπωση που λαβαίνω τόσα βιβλία νέων παιδιών με πάρα πολύ ταλέντο και είναι άλλα τα οποία φαίνονται αμέσως ότι είναι κούφια. Αυτή η φιλοδοξία είναι η αρνητική πληγή.

Χ.Λ.: Έχει αλλάξει η αξία της ποίησης τα τελευταία σαράντα χρόνια;

Κ.Α.-Ρ.: Μου κάνει εντύπωση ότι γράφουν νέα παιδιά τόσο καλά βιβλία. Το επίπεδο είναι πολύ υψηλότερο από το ανάλογο της εποχής μου. Ίσως να ήταν και τότε έτσι αλλά να μην τολμούσαν. Υπάρχει ένα παράδοξο: αυτοί που έχουν τρελή φιλοδοξία, δεν γράφουν καλά ποιήματα. Διαθέτουν εκφραστική ικανότητα, αλλά δεν έχουν το συναίσθημα.

Χ.Λ.: Σας έχουν χαρακτηρίσει ερωτική ποιήτρια. Τι είναι ο έρωτας για σας; Πώς τον έχετε αντιληφθεί τελικά;

Κ.Α.-Ρ.: Το «τελικά» είναι η κατάλληλη λέξη εδώ... γιατί ο έρωτας είναι θέμα νιότης. Έρωτας και νιότη είναι απόλυτα δεμένα μεταξύ τους. Ο έρωτας είναι η φυσική έκφραση του προσώπου, του σώματος, της ψυχής, του ανθρώπινου όντος που φτάνει στη νιότη. Είναι σαν την αναπνοή.

Χ.Λ.: Πείτε μας για τη σχέση σας με τον Ρόντεϋ Ρουκ.

Την ημέρα του γάμου της
με τον Ρόντνεϋ Ρουκ
Κ.Α.-Ρ.: Ο Ρόντνεϋ Ρουκ ήταν ένα ακόμη δώρο που μου δόθηκε στη ζωή. Ήταν Εγγλέζος, δύο μήνες μικρότερος από μένα, κι αυτός του 1939. Ήταν σπουδαίο άτομο, ψυχικά και πνευματικά, και πάρα πολύ χαμηλών τόνων. Ζούσε στην Αγγλία, στην Οξφόρδη, επειδή εκεί είχε δουλειά. Η ειδικότητά του ήταν βιβλιοθηκάριος. Τότε ο πατέρας μου μας είπε ότι ζητούσαν στου Δοξιάδη βιβλιοθηκάριο και να ερχόμασταν στην Ελλάδα, αν θέλαμε. Μόλις διάβασε το γράμμα ο Ρόντνεϋ είπε «να πάμε». Του είπα «τι, θα αφήσεις τη δουλειά σου, την πατρίδα σου; Εγώ ζω παντού, δεν με νοιάζει».

Νόμιζα αρχικά ότι ήταν το πνεύμα του φιλέλληνα. Χρόνια μετά τον ρώτησα «Καλά, πώς άφησες την πατρίδα σου;». Και μου απάντησε: «Ήξερα ότι αργά ή γρήγορα έπρεπε να γυρίσεις στον τόπο της γλώσσας σου, της ποίησής σου». Ήμασταν τότε μόλις έναν χρόνο μαζί. Δεν ξέρω πώς θα ήταν η ζωή μου αν δεν είχα γνωρίσει τον Ρόντνεϋ. Τον έχω χάσει επτά χρόνια τώρα. Ήμασταν μαζί 43 χρόνια. Μεγάλο δώρο ζωής ένας τέτοιος σύντροφος... στην κυριολεξία σύντροφος.

Χ.Λ.: Πότε ωριμάζει ένα ποίημα; Τι ρόλο παίζει ο χρόνος;

Κ.Α.-Ρ.: Για κάθε ποιητή άλλος χρόνος. Για κάθε ποίημα άλλος χρόνος. Υπάρχουν ποιητές που γράφουν ένα ποίημα την ημέρα, υπάρχουν άλλοι που γράφουν ένα ποίημα τον χρόνο. Καθένας έχει τον δικό του ρυθμό. Εμένα είναι κάθε δύο-τρία χρόνια, έρχεται και είναι σαν να μπαίνω σε ένα δωμάτιο. Όταν είμαι μέσα σ’ αυτό το δωμάτιο, ό,τι και να συμβεί με εμπνέει. Μα η μύγα να πετάξει, ο σκύλος να γαβγίσει με εμπνέει. Αν δεν είμαι μέσα σ’ αυτό το δωμάτιο, το μεγαλύτερο θαύμα να συμβεί, δεν πιάνω το μολύβι. Και βέβαια, όταν ήμουν νέα, αυτή η είσοδος συνέπιπτε πάρα πολύ συχνά με τον έρωτα. Ήταν ο οδηγός, ο θυρωρός της εισόδου.

Χ.Λ.: Ποια είναι η σχέση σας με τη μετάφραση;

Κ.Α.-Ρ.: Είναι το επάγγελμά μου. Αυτό σπούδασα στη Γενεύη, αυτό κάνω μια ζωή και βέβαια ειδικεύθηκα στη μετάφραση της ποίησης. Οι γλώσσες μου είναι αγγλικά, γαλλικά, ρωσικά και ελληνικά. Στη Γαλλία σπούδασα, ήταν Άγγλος ο σύζυγός μου, μιλούσε όμως τέλεια τα ελληνικά. Στην καθημερινότητά μας μιλούσαμε κυρίως αγγλικά – και ελληνικά βέβαια. Η μετάφραση για μένα είναι απίθανη πηγή γιατί μέσα από αυτή νιώθω όχι μόνο το περιεχόμενο της ποίησης, αλλά και την απόλυτη σημασία που έχει η παντοδυναμία της γλώσσας πάνω στην ποίηση. Από κει γεννιέται η ποίηση. Η γλώσσα είναι το όχημα. Με έχει βοηθήσει και στην ποίησή μου πάρα πολύ αυτή η εμπειρία της μετάφρασης.

Η μετάφραση είναι ένα στοίχημα, να δώσεις με φυσικότητα κάτι, να μεταφέρεις την έκφραση. Και δεν πρόκειται εγώ να ευνουχίσω τη γλώσσα μου για να πω λέξη προς λέξη αυτό που είπε στη δική του ο άλλος ποιητής.

Χ.Λ.: Επομένως, μεταφράζεται η ποίηση. Επιμένω, γιατί οι γνώμες πάνω στο θέμα διΐστανται.

Κ.Α.-Ρ.: Ένα επιστημονικό κείμενο θέλει ακρίβεια, αλλά η μετάφραση της ποίησης δεν είναι η ακρίβεια της λέξης, είναι η ακριβής μεταφορά του συναισθήματος. Με τα δεδομένα στοιχεία, βέβαια, δεν μπορεί κανείς να μεταφράζει και να λέει ό,τι θέλει!

Χ.Λ.: Γιατί λοιπόν τον Michael March;

Κ.Α.-Ρ.: Και τον Michael March. Είχαμε γνωριστεί στην Πράγα, όπου δούλευε στη Σχολή Μετάφρασης. Έχει τώρα συνταξιοδοτηθεί, κρατήσαμε όμως την επαφή και πάντα τον ενδιέφερε να μεταφραστεί στα ελληνικά. Έτσι τον μετέφρασα.

Χ.Λ.: Σας άρεσε και η ποίησή του...

Κ.Α.-Ρ.: Η μετάφραση δεν είναι υποχρεωτικά να σου αρέσει. Στην ποίηση, βέβαια, πρέπει και να σου αρέσει, διαφορετικά αποκλείεται. Απλά μπορεί να συμβεί να θέλεις ή να πρέπει να μεταφράσεις μια ποίηση την οποία εκτιμάς αλλά δεν είναι το δικό σου στιλ.

Χ.Λ.: Τι θα είχατε να πείτε στους νέους ποιητές;

Κ.Α.-Ρ.: Μην το βάζετε κάτω, προχωράτε, προχωράτε!

Χ.Λ.: Τι θα ευχόσασταν για τον εαυτό σας; Τι θα θέλατε για την Κατερίνα;

Κ.Α.-Ρ.: Να μην πονάω σωματικά. Δεν πονάω, απλώς έχω μια αδυναμία στο περπάτημα και στο χέρι, αλλά να πάω έτσι όπως είμαι, όσο τραβήξει το παραμύθι...

Παρασκευή, 7 Νοεμβρίου 2014

Οι παρουσιάσεις ποιητικών βιβλίων

Τα τελευταία χρόνια έχουν αυξηθεί οι παρουσιάσεις βιβλίων (κατ’αναλογία και με τον αριθμό των βιβλίων που εκδίδονται για την ποίηση, ο οποίος ανέρχεται σχεδόν στα 1.000 ετησίως). Κάποιοι ποιητές προσπαθούν να βρουν τρανταχτά ονόματα για το πάνελ που θα σχολιάσει, ελπίζοντας ότι έτσι θα προσελκύσουν μεγαλύτερο κοινό. Δεν έχουν άδικο: ο κόσμος θα ήταν περισσότερο διατεθειμένος να πάει σε μια εκδήλωση στην οποία μιλάει π.χ. η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ ή ο Νάνος Βαλαωρίτης ή ο Τίτος Πατρίκιος. Δεδομένης και της μεγάλης ηλικίας αυτών των σπουδαίων ανθρώπων των γραμμάτων, μπορεί άλλωστε να αισθάνεται ότι θα συμμετάσχει σε μια ιστορική στιγμή.

Άλλοι ποιητές επικεντρώνονται στο ύφος και τη σκηνοθεσία της εκδήλωσης: την πλαισιώνουν με μουσική, ζητούν από ηθοποιούς ή μέλη της οικογένειάς τους (π.χ. από το εγγόνι τους) να απαγγείλουν τα ποιήματά τους, κάνουν προβολές φωτογραφικού υλικού ή έναν συνδυασμό όλων των παραπάνω. Τα αποτελέσματα είναι πολλές φορές κάτι παραπάνω από ευχάριστα, αφού το κοινό ανακαλύπτει αίφνης ότι βρίσκεται σε μια εκδήλωση-υπερπαραγωγή και όχι σε μια απλή παρουσίαση βιβλίου.

Υπάρχουν βέβαια και οι ποιητές που τα θεωρούν όλα αυτά τεχνάσματα που διασπούν την προσοχή του κοινού και δεν του επιτρέπουν να επικεντρωθεί στο βιβλίο. Δεν παίρνω θέση επ’ αυτού, γιατί καταλαβαίνω πολύ καλά τα συν και τα πλην και των δύο προσεγγίσεων. Έχω παρευρεθεί ως ομιλήτρια και στους δύο «τύπους» παρουσιάσεων και το μόνο που έχω να παρατηρήσω είναι ότι ο πρώτος τύπος (η υπερπαραγωγή) είναι μάλλον πιο ευχάριστος για το κοινό, αν και ο δεύτερος είναι πιο ουσιαστικός – ιδίως αν το βιβλίο είναι καλό και το πάνελ που το σχολιάζει (που δεν χρειάζεται να περιλαμβάνει περισσότερα από δύο άτομα) έχει... κοχόνες, όπως θα έλεγαν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι, και οι ομιλίες του συνιστούν από μόνες τους τέχνη.

Όπως και να ’χει είναι τιμή να σου ζητά ένας ποιητής να παρουσιάσεις το βιβλίο του, όταν φυσικά το κάνει επειδή εκτιμά τη γνώμη σου ή τον τρόπο που διαχειρίζεσαι τέτοιες παρουσιάσεις και όχι από ανάγκη, επειδή δηλ. δεν μπορεί να βρει κάποιον άλλον (γιατί συμβαίνει και αυτό ορισμένες φορές!). Είναι τιμή να σου ζητά να μιλήσεις για το έργο του, για το πνευματικό παιδί του. Και, βέβαια, αν είσαι ευσυνείδητος και θέλεις και εσύ να δώσεις ως αντίδωρο στην εμπιστοσύνη του ποιητή έναν ωραίο και ουσιαστικό λόγο, μια σε βάθος ανάλυση που να μην είναι ξερή αλλά να εγείρει αυτό ακριβώς που επιθύμησε να εγείρει ο ποιητής με το έργο του, τότε καλύτερα να στρωθείς στη δουλειά.

Τι γίνεται όμως στις περιπτώσεις που ένας ποιητής σου ζητά να παρουσιάσεις το έργο του, αλλά εσύ δεν το πιστεύεις και τόσο αυτό το έργο; Όταν βλέπεις εντονότερα τις αδυναμίες του από ό,τι τα δυνατά στοιχεία; Τι κάνεις τότε; Πιστεύω ότι πρέπει να εξακολουθήσεις να είσαι ειλικρινής, εφόσον ασφαλώς η ειλικρίνεια είναι ένα χαρακτηριστικό που σε διακρίνει. Προφανώς δεν μπορείς να πεις δημοσία ότι μια ποιητική συλλογή είναι πολύ αδύναμη ή χάλια, αλλά σε ακραίες περιπτώσεις μπορείς να αρνηθείς να την παρουσιάσεις, βρίσκοντας μια δικαιολογία. Αν παρόλα αυτά βρεθείς να την παρουσιάζεις, οφείλεις (διότι διαφορετικά εξαπατάς το κοινό) να αναφέρεις – ακόμη και εν συντομία – την, κατά τη γνώμη σου, αδυναμία. Φυσικά, πρέπει να είσαι προετοιμασμένος για τις συνέπειες: να «στραβώσει» ο ποιητής ή να αντιδράσει αρνητικά το κοινό. 

Γιατί να αντιδράσει αρνητικά; Γιατί έτσι το έχουμε εκπαιδεύσει. Όταν πηγαίνει σε παρουσιάσεις και ακούει μόνο διθύραμβους ό,τι και να είναι το βιβλίο που παρουσιάζεται, έχει αναπτύξει όχι απλώς ανοσία στο φαινόμενο, αλλά και την προσδοκία ότι θα ακούσει οπωσδήποτε κάτι θετικό. Οπότε στο αρνητικό προβληματίζεται και θέλει να το συζητήσει, να καταλάβει τη θέση σου. Το αν θα την ενστερνιστεί ή όχι, αυτό είναι άλλο θέμα. Αλλά είναι σημαντικό το ότι προβληματίζεται, ότι μπαίνει στη διαδικασία να σκεφτεί.

Από την άλλη, όταν δεν υπάρχουν αδυναμίες να καταδειχθούν ή έστω να αναφερθούν και ο ομιλητής πιστεύει πραγματικά στο βιβλίο που παρουσιάζει, αυτό φαίνεται σε αυτά που θα πει και στον τρόπο που θα τα πει. Ο λόγος του δεν θα είναι φτιαχτός ή προσποιητός. Θα είναι ζωντανός, ρέων, συγκινησιακά φορτισμένος. Θα υπάρξει τότε μια άλλη είδους όσμωση με το κοινό. Θα υπάρξει μέθεξη, ψυχική συμμετοχή εκατέρωθεν. Και αυτό θα φανεί από την καθολική σιωπή που θα απλωθεί όταν μιλάει. Θα είναι μια σιωπή που δεν είναι αυτονόητη, όπως όταν μιλάει ένα τρανταχτό όνομα. Θα είναι μια σιωπή που την κατέκτησε, μιλώντας απλά ως άνθρωπος που τον άγγιξε το βιβλίο.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Τετάρτη, 5 Νοεμβρίου 2014

"Ώχρα υπόκοσμη" της Άννυς Κουτροκόη

«Γράμματα είκοσ’ τέσσερα τον κόσμο όλο χτίζουν»: το να διαλέγει κανείς ένα μεμονωμένο στίχο και να τον βγάζει έξω στο φως, πιθανότατα δεν είναι ο πλέον ορθόδοξος τρόπος για να ξεκινά την παρουσίαση μιας ποιητικής συλλογής. Επέλεξα να το κάνω παρόλα αυτά, επειδή κατά τη γνώμη μου ο συγκεκριμένος είναι το κόσμημα ολόκληρης της συλλογής που δεν στερείται κι άλλων ακόμα.

Το πρώτο θετικό στοιχείο είναι το προσεγμένο εννοιολογικό και λεξιλογικό πλαίσιο. Η ποιήτρια δεν αρκείται στις εύκολες και εύπεπτες επιλογές στο όνομα μιας σπανίως τελικά αποδεδειγμένης αμεσότητας, αλλά ψάχνει την ακρίβεια και στηρίζεται στη λεπτομέρεια. Τα ποιήματά της στο σύνολό τους κερδίζουν από αυτή την προσέγγιση, το προσωπικό της μυθολογικό σύμπαν ξεδιπλώνεται σταθερά και ολοκληρωμένα και σε αρκετές περιπτώσεις μάλιστα το αποτέλεσμα είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον και πρωτότυπο.

Σε εννοιολογικό επίπεδο, σε πολλές περιπτώσεις τα ποιήματα γίνονται οι μάρτυρες μιας συμβολικής «σωματοποίησης» του συναισθήματος, μιας εσωτερικότητας τελικά, η οποία παρόλη την ισχύ της, δίνει στον αναγνώστη τα κλειδιά της επικοινωνίας: η συγκίνηση εμφανίζεται σε καθαρή μορφή, και σχεδόν... οπτικοποιείται χάρη στην ακριβή χρήση των λέξεων. Η Άννυ Κουτροκόη φαίνεται να χρησιμοποιεί συνειδητά τις λέξεις στην πρώτη τους σημασία, αλλά ακόμα περισσότερο δείχνει να μην αγνοεί τις γκρίζες ζώνες που τις οριοθετούν και τις κάνουν πολυδιάστατες. Δεν πρόκειται για μια οικουμενική ποίηση με την κλασσική έννοια του όρου γιατί οι προσωπικές της εμπειρίες είναι αυτές που ξεκάθαρα καθορίζουν το περιεχόμενο, αλλά επιτυγχάνει να μεταβολίσει αυτή την προσωπική διάσταση της εμπειρίας σε κάτι που τελικά αφορά και άλλους.

Στο σύνολο των ποιημάτων, η Άννυ Κουτροκόη προσπαθεί να βρει και να θεμελιώσει τις ισορροπίες σε μια νέα πραγματικότητα που ούτε διάλεξε, ούτε υποψιαζόταν, και το κάνει χωρίς ξεκάθαρες αναφορές στο πολιτικό και κοινωνικό γίγνεσθαι, αντίθετα αναζητεί τις λύσεις στο ίδιο της το παρελθόν, και σε ό,τι μπορεί να εκληφθεί ως ρίζα. Παρόλο που η συλλογή στο σύνολό της διαθέτει πρωτοτυπία τουλάχιστον στον τρόπο που χειρίζεται τα ερωτήματα, είναι γεγονός ότι στυλιστικά κινείται κάποιες φορές στα άκρα και όχι πάντα με επιτυχία: εκεί που τα όρια κατανόησης είναι ρευστά, υπάρχουν στιγμές που ο αναγνώστης χάνει την επαφή του με το κείμενο και την ροή της εικόνας, και αυτό είναι αρκετό για να υπάρξουν ρωγμές στην σύνδεση. Αυτό που προσωπικά βρίσκω περισσότερο ενδιαφέρον είναι η εικαστικότητα που έχει ο στίχος της σε δεδομένες στιγμές, είναι σαν να ακουμπάει λέξεις πάνω σε έναν πίνακα που μόνο εκείνη μπορεί να δει κι εμείς μόνο να διαβάσουμε. Είναι ένα ρίσκο αυτό, αλλά το ότι καταφέρνει έστω και αποσπασματικά να κινείται ανάμεσα σε διαφορετικές τεχνοτροπίες είναι αν μη τι άλλο πολλά υποσχόμενο:

Performance

Χόρεψαν το χορό τον τραγικό των υπογείων
έβαψε με το αίμα τους τον τοίχο
έριξε πάνω του μαύρη της κόλασης σφιχτή αγκαλιά
το αιμοβόρο τους φιλί αιώνιο κάλλος
ρυάκι κόκκινο κύλισε στις πλάκες του Θερμαϊκού
το μπαρ της ομορφιάς και των δακρύων,
πνιγμένος κείτεται ο άντρας σε περίγραμμα
σβήστε τα φώτα όλα τα φώτα
αγωνιά ο ζωγράφος, να ιδώ μέσα του να ιδώ
κι αστράφτει στο σκοτάδι το δικό του φως.
Έτσι ανασταίν’η τέχνη τους νεκρούς.

Είναι γεγονός ότι η ποιήτρια δεν έχει επιλέξει την ευκολότερη οδό έκφρασης, αντίθετα πήρε ρίσκα που σε κάποιες περιστάσεις απέδωσαν. Τα ποιήματά της πετυχαίνουν μια αμεσότητα που καταλήγει να αφορά εξίσου τον δημιουργό και τον αναγνώστη, από την άλλη μεριά βέβαια αυτή η προσέγγιση έφερε προβλήματα στην δομή, αφήνοντας σε κάποιες περιπτώσεις τον αναγνώστη μετέωρο, σχεδόν κρεμασμένο στις όμορφες λέξεις, να αιωρείται πάνω από το κενό. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι στίχοι της έχουν το δικό τους ειδικό βάρος και διαγράφουν τη δική τους πορεία, η οποία όμως δεν είναι πάντα ξεκάθαρη αλλά αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην αρτιότητα και σε ένα έστω και παροδικά θολό τοπίο.

Κρις Λιβανίου

Ακολουθούν δύο ακόμη ποιήματα από τη συλλογή:


Στο παιδί που δεν απέκτησα

Είσαι ο άγγελος τον ουρανό τις νύχτες που φροντίζει
το πρώτο της αυγής κερί τον ήλιο που ανάβει
το νυσταγμένο σέπαλο που τρυφερά τεντώνεται
αθώο βλέμμα άφαντο που μες στα μάτια μου πετά
από το μαύρο φως στο φωτεινό σκοτάδι,
όλοι τριγύρω μου φορούν τ’ωραίο πρόσωπό σου
παιδί που δεν σ’απέκτησα πόθος μέχρι θανάτου.


Τι κι αν είσαι

καράβι αν δεν φουσκών’η θάλασσα
πουλί αν δεν φυσάει αέρας
λουλούδι αν οι μέλισσες πεθάναν
πηγή αν το νερό τελείωσε
βιβλίο αν όλ’είναι τυφλοί
φιλί αν δεν μελώνει στόμα
αν είσαι δάκρυ δίχως μάτια
καρδιά αν τραγουδάς χωρίς σκοπό
σώμα όπου η ζωή μελαγχολεί
νησί σε πέλαγος που πλοίο δεν γνωρίζει
Μα να που επιμένω στο ό,τι κι αν είμαι
στο ό,τι υπάρχει κι εγώ δεν το βλέπω.




[