Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2014

Η ποίηση στην εποχή του διαδικτύου και άλλες εκδηλώσεις

Από αριστερά: Χρ. Λιναρδάκη, Θ. Τσαλαπάτης, Α. Ξηρογιάννη,
Δ. Αγγέλου, Χρ. Γκέζος και Ν. Πουλάκος.
Το απόγευμα της 29ης Οκτωβρίου, μία ημέρα μετά την επέτειο του "ΟΧΙ" (τυχαίο, άραγε;), συναντηθήκαμε στο Polis Art Cafe στο αίθριο της Στοάς του Βιβλίου ο Νέστορας Πουλάκος, η Ασημίνα Ξηρογιάννη, η υποφαινόμενη και τρεις νέοι ποιητές: η Δήμητρα Αγγέλου, ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος και ο Θωμάς Τσαλαπάτης προκειμένου να συζητήσουμε για την "ποίηση στην εποχή του διαδικτύου".

Μέσα στη γεμάτη αίθουσα του Polis και ανάμεσα σε πολλή ποίηση (οι τρεις ποιητές που ανέφερα και η Ασημίνα Ξηρογιάννη, που εκτός από blogger είναι και ποιήτρια, μοιράστηκαν μαζί μας δημοσιευμένα και ανέκδοτα ποιήματά τους) καταθέσαμε καθένας την άποψή του και στη συνέχεια ζητήσαμε από το κοινό τη γνώμη του. Οφείλω να παρατηρήσω ότι οι περισσότερες απόψεις ήταν μετριοπαθείς. Περιστράφηκαν γύρω από το ότι το διαδίκτυο είναι ένα μέσο, του οποίου κάνει κάποιος χρήση κατά το δοκούν και είναι υπεύθυνος ακριβώς για τη χρήση που του κάνει, επομένως δεν μπορεί να είναι το ίδιο φορέας κακού.

Υπήρξαν και δύο απόψεις αντιδιαμετρικά αντίθετες, επειδή ακριβώς κινήθηκαν στα άκρα. Η μία ήταν του Νέστορα Πουλάκου, ο οποίος υποστήριξε ότι δαιμονοποιούμε αδίκως  το διαδίκτυο και ότι δεν είναι ο μπαμπούλας που νομίζουμε, ούτε είναι οι χρήστες του τόσο ανυποψίαστοι ώστε να κινδυνεύουν τόσο όσο λέγεται. Η άλλη άποψη ήταν η δική μου. Υποστήριξα ότι το διαδίκτυο προκαλεί όχι μόνο τη ζημιά που λέγεται, αλλά και πολύ μεγαλύτερη, επειδή μέσα στην πληθώρα των δημοσιεύσεων δεν μπορεί το κοινό να βγάλει άκρη, με αποτέλεσμα να απομακρύνεται από το σώμα του λόγου.

Στη συζήτηση που ακολούθησε με το κοινό θίχτηκαν πολλά θέματα (έριχνε και ο Βασίλης Χατζηιακώβου λάδι στη φωτιά!) και διατυπώθηκαν πολλές θέσεις (οι περισσότερες με μετριοπαθή διάθεση), θα αναφέρω όμως μόνο μία, η οποία έτυχε να συμπλέει με τη θέση της Ασημίνας Ξηρογιάννη. Είπε λοιπόν ένας κύριος από το κοινό ότι ποίηση πάντα υπήρχε και θα υπάρχει, ότι δεν νοείται η εποχή μας χωρίς διαδίκτυο και ότι ίσως θα έπρεπε να αντιστρέψουμε το θέμα και να μιλήσουμε για το διαδίκτυο στην εποχή της ποίησης...

Το τεύχος Δεκεμβρίου του vakxikon θα δημοσιεύσει τις ομιλίες σε ένα μίνι αφιέρωμα για το θέμα. Όσοι ενδιαφέρεστε για περισσότερες λεπτομέρειες, υπομονή μέχρι τότε!

Την ερχόμενη εβδομάδα είμαι προσκεκλημένη ως ομιλήτρια σε δύο εκδηλώσεις. Η μία είναι την Τετάρτη 5 Νοεμβρίου στις 19.00 στην Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών:


και η άλλη την επόμενη μέρα, Πέμπτη 6 Νοεμβρίου στις 19.30 στη Στοά του Βιβλίου:




Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2014

Φάκελος υπερρεαλισμός: Η περίπτωση του ανυπόταχτου ποιητή και δοκιμιογράφου Νικόλαου Καλαμάρη ή Κάλας ή Σπιέρου ή Ράντου

Στη συνέχεια του μεγάλου αφιερώματος του blog στίγμαΛόγου στον υπερρεαλισμό, θα δούμε σήμερα την περίπτωση του Νικολάου Κάλας. Υπενθυμίζουμε ότι το αφιέρωμα βασίζεται σε κείμενα που είχαν δημοσιευθεί στο λογοτεχνικό περιοδικό "Ομπρέλα". Περισσότερα δείτε εδώ. Για να δείτε όλα τα κείμενα που δημοσιεύονται στον φάκελο "υπερρεαλισμός" δείτε τις ετικέτες στη δεξιά στήλη του blog.

Ο γαλλικός σουρεαλισμός απλώνεται και στην Ελλάδα, όπου παρά το αρνητικό ευρύτερο κλίμα θα καρποφορήσει ως ελληνικός υπερρεαλισμός. Το κίνημα έφτασε επίσημα στην Ελλάδα με την Υψικάμινο του Α. Εμπειρίκου το 1935 και έσπειρε το σπόρο που γρήγορα απέδωσε. Ο ελληνικός υπερρεαλισμός χώρεσε ιδεολογίες και γλώσσες με κυρίαρχο στοιχείο την απελευθέρωση του ανθρώπου πνευματικά, ηθικά, πολιτικά και του στίχου από την παραδοσιακή του φόρμα. Στον ελλαδικό χώρο ο υπερρεαλισμός μπολιάζει την παράδοση με την ανανέωση, καθώς οι ποιητές έδωσαν προσωπικές λύσεις με το ήθος και το ύφος της γραφής τους. Πρωτοποριακή και ατίθαση είναι η γραφή του Ν. Εγγονόπουλου που κάνει την εμφάνισή του με τη συλλογή Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν (ζωγραφική-ποίησις). Ανάμεσα στους Έλληνες υπερρεαλιστές συγκαταλέγονται οι: Α. Εμπειρίκος, Ν. Εγγονόπουλος, Οδ. Ελύτης, Ν. Καλαμάρης ή Κάλας ή Σπιέρος ή Ν. Ράντος, Ε. Κακναβάτος, Ν. Γκάτσος, Δ. Παπαδίτσας, Θ. Ντόρρος, Μ. Σαχτούρης, Μέλπω Αξιώτη, Ν. Βαλαωρίτης, κ.ά.

Αξίζει να προστεθεί ότι η περίπτωση του υπερρεαλιστή Νικόλαου Κάλα είναι ξεχωριστή, καθώς εντάσσεται στους πρωτοπόρους του κινήματος και στον κύκλο του Μπρετόν με τον οποίο έχει σχέσεις έλξης και άπωσης. Ο Ν. Καλαμάρης είναι ανυπότακτος, δίνει την εντύπωση ότι δεν τον χωράει ούτε η γη ούτε ένα λογοτεχνικό είδος. Ο κοσμοπολίτικος βίος του, τα πολλά ψευδώνυμα και το ποικίλο έργο του που γράφεται ελληνικά, γαλλικά, αγγλικά ανάλογα με το πού ζει, τον κάνουν να αποτελεί μια εντελώς ξεχωριστή περίπτωση στο χώρο του ελληνικού υπερρεαλισμού. Ο Αλ. Αργυρίου αποκαλεί τον Ν. Κάλα "υπερμοντέρνο λόγιο", αναφερόμενος συνοπτικά στο πλούσιο ποιητικό, δοκιμιακό και μεταφραστικό του έργο. Ο Κάλας δεν εφησυχάζει, ψάχνει και ψάχνεται, σκάπτει ένδον, αναζητάει την ποιητική του έμπνευση στο γενέθλιο τόπο, την Ελλάδα, αλλά ζει ως το θάνατό του εκτός Ελλάδας. Δημιουργεί ένα έργο πλούσιο (Αθήνα, Παρίσι, Λισσαβόνα, Νέα Υόρκη). Δεν διστάζει να αποκηρύξει τους Σολωμό και Παλαμά, αποδέχεται τον Κάλβο και τον Καβάφη και αναζητάει επίμονα τον άλλο λόγο, τον ανατρεπτικό και αισιόδοξο. Ο υπερρεαλισμός για τον Ν. Καλαμάρη ήταν ολικό κίνημα πολιτικό, κοινωνικό και λογοτεχνικό. Όπως όμως γνωρίζουμε μετά το 1945 έγινε κυρίως λογοτεχνικό. Ο Ν. Κάλας κάνει την εμφάνισή του με τη συλλογή Οδός Νικήτα Ράντου (ποιήματα των ετών 1933-36), που επανεκδόθηκε από τον Ίκαρο με πρόλογο του Οδυσσέα Ελύτη. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι οι Έλληνες υπερρεαλιστές μπήκαν στο κίνημα δυναμικά αναζητώντας και οριοθετώντας ο καθένας την "οδό" του. Η συλλογή Οδός Νικήτα Ράντου περιέχει ποιήματα αναζήτησης, που βυθίζονται στη μνήμη, στο όνειρο και στο όραμα, όπως ενδεικτικά φαίνεται από τα ακόλουθα:

Μετρώ τα χαμένα - ξαναμετρώ,
Τα περσινά, τα προπερσινά, αυτά που χαθήκανε χτες
τα άλλα - τα απραγματοποίητα. /[...]/
Αύριο μπορεί να μην είναι το τέλος! (Οδός Νικήτα Ράντου, σελ. 18)

Συχνά τα ποιήματά του είναι καυστικά, αποφθεγματικά, παίζουν με τους φθόγγους και τα φωνήματα, καθώς αναζητούν από το παλιό να χτίσουν το  νέο, αναζητούν νέο ρόλο, όπως:

Ελλάς εργατών κι αγροτών, Ελλάς ποιητών
φοβού τους Δαναούς. Προσοχή
Ήτταν ή Επί Τανκς. (Οδός Νικήτα Ράντου, σελ. 131)

Άλλοτε η ποίησή του διαποτίζεται από επαναστατικότητα και αριστερή ιδεολογία, όπως στο ποίημα "Διαδήλωση":

φουσκώνουν το δρόμο οι φωνές
της μάζας των διαδηλωτών
οι φλόγες έπαψαν πια να είν' ευνουχισμένες
ευνουχούν στους ναούς και τα παλάτια
μα εδώ καιν
τις διαταγές των αυλικών
κι από τη στάχτη τους
οι ελπίδες των εργατών -
δεν πάει λοιπόν χαμένη
τόσων σχεδίων η συνουσία.

[...] Ο ποιητής, μιλώντας για την τέχνη, προβάλλει τον ανατρεπτικό - κατά την άποψή του - ρόλο της στην κοινωνία: "Η τέχνη δεν είναι ποτέ συναισθηματική, ποτέ ηθική. Η τέχνη είναι εναντίον της καθεστηκυίας τάξης, εναντίον της κυρίαρχης τάξης, εναντίον κάθε κομφορμισμού, εναντίον των αγάδων κάθε είδους και κάθε προέλευσης. Ο Παρθενώνας το αποδεικνύει: η τέχνη είναι μπαρουταποθήκη". Στα δοκίμιά του δίνονται οι θέσεις του για τις απαρχές του ελληνικού υπερρεαλισμού, για τη νέα αισθητική, για την εικόνα, το σύμβολο και τη γλώσσα, για το φιλελεύθερο υποκειμενισμό, κ.ά. Εμπνέεται από τη φιλοσοφία του Bachelard και πιστεύει για την αισθητική ότι "πρέπει να μάθουμε πριν αισθανθούμε", να γνωρίσουμε για να διηγηθούμε, όπως:

Θα 'ρθει μια μέρα που θα τη διηγηθώ - το θέλω
Ίσως όμως θα πρέπει πριν να τη γνωρίσω.
Εκεί είναι που αρχίζουν οι αμφιβολίες, οι φόβοι, οι ανησυχίες.
(Εστίες πυρκαγιάς, μετάφραση: Γ. Σαββίδου, σελ. 61)

Για τον υπερρεαλισμό γράφει ότι "ακολούθησε τις συνέπειες υποκειμενισμού ως τα ακρότατα όριά του, ως το παράλογο και που, ωθώντας το υποκείμενο ως την άρνησή του, γέννησε μια νέα αντικειμενικότητα. Είναι ο δρόμος που, θεωρητικά και πρακτικά, ακολούθησε ο υπερρεαλισμός". Ο Ν. Κάλας ενδιαφέρεται και γράφει για τη ζωγραφική εικόνα, για το ωραίο ως έκπληξη - στοιχείο σύμφυτο του υπερρεαλισμού - για το αγαθό ως αντίδραση σε κάθε συνήθεια και για την καθαρτήρια κίνηση η οποία "ενεργοποιεί το σοκ, απελευθερώνει το πάθος, και η συμβολική ερμηνεία αίρει το εμπόδιο κι απελευθερώνει". Μαρξιστής και υπερρεαλιστής ο Ν. Κάλας, αναζητητής του ονείρου, μέλος της "Φοιτητικής συντροφιάς" μετέχει στις ζυμώσεις του "Εκπαιδευτικού ομίλου", επαναστατική φύση, αποκαρδιώνεται στη μεσοπολεμική Ελλάδα και αναχωρεί για το Παρίσι, όπου τον βρήκε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος.

Έτσι, έφυγε κρυφά από το Παρίσι μέσω Λισσαβόνας για τη Ν. Υόρκη όπου ασχολήθηκε περισσότερο με τον κριτικό και θεωρητικό στοχασμό και με τη ζωγραφική, εκεί συνδέθηκε με τις εικαστικές πρωτοπορίες. Ο πεζός λόγος τον οποίο βλέπει πολύ κοντά στον ποιητικό τον κερδίζει. Η ποίησή του έχει εκδοθεί από τον Ίκαρο με τους τίτλους Οδός Νικήτα Ράντου και Γραφή και φως. Στην ποίησή του οι λέξεις-εικόνες, οι έννοιες-κλειδιά (ελευθερία, επανάσταση, έρωτας, κ.ά.), η δημοσιογραφική γλώσσα και η επιστημονική ορολογία, όλα συνυπάρχουν και δημιουργούν το ποίημα, που δε υπακούει σε μια συγκεκριμένη φόρμα, καθώς δομείται άλλοτε σε στροφές και άλλοτε σε ποιητική ενότητα, με ή ωρίς τίτλο, που διαπερνάται πάντα από μια αναζήτηση:

Ο ποιητής αποκαλύπτει λάφυρα της μνήμης
εφημερίζει γεγονότα, παίζει με θησαυρούς
φροϋδικής Μυκήνας. Η σκιά του Ορέστη
συννέφιασε απόψε τον αστερισμό του Περσέα.
(Γραφή και φως, σελ. 99)

(...) Τελικά, διαβάζοντας ποίηση του Ν. Κάλα έχεις την εντύπωση ότι δοκιμάζεται συνεχώς η αναγνωστική σου εμπειρία, καθώς κάθε ποίημα δημιουργεί το απρόοπτο, το ποίημα-γεγονός του κοσμοπολίτη ποιητή, του δανδή με την πολυτάραχη ζωή και τα πολλά ονόματα-ταυτότητες, και είσαι πεπεισμένος ως αναγνώστης ότι απαιτούνται πολλαπλές αναγνώσεις για να συνομιλήσεις με το έργο του. Ο ποιητής αναζητάει την απόλυτη ελευθερία, που απελευθερώνει από κάθε ζυγό. Έτσι κάνει πράξη το αίτημα του σουρεαλιστικού μανιφέστου (1924):

Διαφοροποιώ, παίζω, αναζητώ
την αγάπη που καταναλίσκει
την ελευθερία. Το μίσος που καίει
την ελευθερία. Χωρίς ανησυχία
τι θέλουμε την ελευθερία;
Πού πάει η ποίηση;
Ποίηση, ελευθερία, αγάπη ή πανικός.
(Οδός Νικήτα Ράντου, σελ. 140)

(...) Τέλος, εκείνο που μπορεί να λεχθεί με βεβαιότητα είναι ότι η ποίηση του Κάλα ασκεί μια ξεχωριστή γοητεία στον αναγνώστη, αρκεί να την αφουγκραστεί για να νιώσει το ωραίο ταξίδι, το οποίο, όμως, σε αφήνει "εν πλω" για να απολαύσεις με τη δική σου εμπειρία και ευαισθησία ως αναγνώστης την ποιητική γραφή του Κάλα, που σε θέλει συμμέτοχο, συνένοχο και συνταξιδιώτη:

Νεότης, γεράματα εντυπώνονται. Σήμερα και χθες
το μελτέμι παίζει με κλάσματα μύθων
καταθέτω εικόνες ενώ η φωτεινή μου
Ελένη συγκρατεί τις φρένες μας εντός του κειμένου
(Γραφή και φως, σελ. 118)

Χριστίνα Αργυροπούλου
Σύμβουλος του Π.Ι.



Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2014

Ποίηση και τρόμος - ένας δεσμός στο σκοτάδι (ένα κείμενο και μία σημείωση)

Ο έρωτας στην ποίηση είναι ένα συνηθισμένο θέμα, συνήθως το αναζητούμε όταν διαβάζουμε ποιητικές συλλογές. Οι αναζητήσεις της ύπαρξης επίσης, η μοναξιά, η εγκατάλειψη, είναι μερικά ακόμα στοιχεία ένος κλασικού ντεκόρ. Ο ποιητής πότε αναζητεί απαντήσεις, πότε εκφράζει ανησυχίες προσωπικές ή κοινωνικές (είναι μία από τις περιπτώσεις που τον χαρακτηρίζουμε επίκαιρο), άλλες φορές μαγεύεται από τις ίδιες του τις λέξεις, σαν άλλος Νάρκισσος μπροστά στη θέα της ομορφιάς του.

Μέσα και πίσω από τους στίχους, παρατηρούμε τη στάση του δημιουργού απέναντι σε ισχυρά συναισθήματα όπως η αγάπη ή ο έρωτας, σπάνια όμως βλέπουμε πώς διαχειρίζεται ένα έντονα αρνητικό τοπίο: τι συμβαίνει με τον τρόμο, την βία, την αγωνία; Πώς εκφράζονται και πώς ξορκίζονται αυτά τα ισοπεδωτικά συναισθήματα; Για τον δημιουργό, το ποίημα ως τελικό προϊόν στο χαρτί είναι ένα ξεγύμνωμα σε κάθε επίπεδο συνειδητό ή μη, μια πράξη που εμπεριέχει ένα ρίσκο συντριβής στην αναμέτρηση με τον εαυτό του. Παρόλα αυτά, το συναίσθημα του τρόμου στην ατομική ή στην ευρύτερη πραγματικότητα δεν φαίνεται να έχει μια ξεκάθαρη θέση στην ποίηση, τουλάχιστον όχι στο βαθμό ή στην ισχύ που έχει σε άλλα λογοτεχνικά είδη όπως το θέατρο ή η πρόζα.

Επειδή ο έρωτας και ο φόβος τις περισσότερες φορές προέρχονται και αφορούν ένα εξωγενές ως προς τον δημιουργό αντικείμενο, η ποίηση έρχεται να δώσει ορισμένο σχήμα στην άυλη τους υπόσταση, να οριοθετήσει το περίγραμμά τους στις λέξεις, να εξημερώσει τα πάθη και τις καταστάσεις. Στην περίπτωση του τρόμου όμως, τα πράγματα δείχνουν πιο περίπλοκα, ο δημιουργός πρέπει να αποσαφηνίσει ένα καθόλα αναιρετικό συναίσθημα και να το μετουσιώσει σε κάτι που να μπορεί να διαχειριστεί τόσο συγκινησιακά όσο και καλλιτεχνικά, να το φέρει σε ένα αποδεκτό μέτρο ώστε να το επικοινωνήσει στον αναγνώστη.

Όταν η ποίηση από μουσικότητα και λέξεις γίνεται κραυγή, τότε η προσωπική διάσταση συναντά την οικουμενικότητα, και μέσα από αυτή την κραυγή ο τρόμος διευρύνεται για να καταλήξει να ξορκιστεί οριστικά: η ποίηση από καθρέπτης, γίνεται καμβάς και συνεχίζει την πορεία της στο διηνεκές.

(...)

Ξεχασμένο τ’άστρο του Βορρά,
οι άγκυρες στο πέλαγο χαμένες.
Πάνω στις σκαλιέρες στη σειρά
δώδεκα σειρήνες κρεμασμένες.

Η πλωριά Γοργόνα μια βραδιά
πήδηξε στον πόντο μεθυσμένη,
δίπλα της γλιστρούσαν συνοδιά
του Κολόμβου οι πέντε κολασμένοι.

(...)

(Νίκος Καββαδίας, «Αρμίδα», στο: Πούσι, σελ. 18).

Κρις Λιβανίου


Σημείωση: 
Πάνω σε αυτό το πολύ ενδιαφέρον θέμα που θίγει η Κρις, θα ήθελα να παραθέσω ένα ποίημα του Μίλτου Σαχτούρη:

Πόνος και τρόμος

στον Αλέκο Φασιανό

Πόνος
και πάλι πόνος
τρόμος
και πάλι τρόμος
στο άδικο σώμα
στην άδικη ψυχή
από ένα έρημο ξενοδοχείο
έφυγε ξαφνικά
χάθηκε η μητέρα
σ’ ένα μακρύ τούνελ
χάθηκε ο πατέρας
κι έρημη
πλανιέται
από πόνο
σε πόνο
από τρόμο
σε τρόμο
η άδικη ψυχή.

Να θυμίσω επίσης το ποίημα του Μπέρτολτ Μπρεχτ "Ο τρόμος κι ο ανθόκηπος" και βέβαια πολλά άλλα της αγγλικής γραμματείας, της οποίας μπορώ λόγω σπουδών να έχω εποπτεία (ενώ δεν μπορώ να έχω σε άλλες, π.χ. γαλλική, γερμανική, κλπ). Όμως η Κρις έχει δίκιο απ' όσο μπορώ να δω: ο τρόμος εκτοπίζεται από την ποίηση και η θέση της απέναντί του δεν φαίνεται να είναι ξεκάθαρη...

Χριστίνα Λιναρδάκη

Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2014

«Η ηλικία της παραδοχής» του Βαλάντη Βορδού

Οι ιστορίες στα αυτάκια των βιβλίων είναι πολύ ενδιαφέρουσες, αν μπει κάποιος στον κόπο να τις προσέξει. Το αυτάκι της ποιητικής συλλογής του Βαλάντη Βορδού διηγείται κι αυτό μια τέτοια ενδιαφέρουσα ιστορία: είναι αρτεργάτης και εποχιακός αγρότης. Νομίζω ότι αυτό είναι το πρώτο ποίημα της συλλογής. Η συλλογή ξεκινά από το αυτάκι, κλιμακώνεται όμως πολύ γρήγορα.

Θα περίμενε κανείς ότι ένας απλός άνθρωπος σαν αυτόν που υπαινίσσεται το αυτάκι του βιβλίου, θα έγραφε μια ποίηση απλή, ίσως κι ακατέργαστη. Τουναντίον όμως. Η ποίησή του έχει βάθος,ανατέμνει την πραγματικότητα σε βαθύτερα επίπεδά της, κυρίως όμως μιλά στην καρδιά, με μια δραματικότητα που κάποτε η έντασή της ξαφνιάζει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού που περιγράφω είναι το ποίημα «Κίτρινη τρικυμισμένη μου θάλασσα». Θα τονίσω αυτό το «μιλάει στην καρδιά». Κι άλλοι ποιητές το προσπαθούν, με αμφίβολα όμως αποτελέσματα, γιατί μιλούν από το κεφάλι τους. Εδώ έχουμε συγκίνηση ατόφια, εκφρασμένη καλά («Τη μέρα που έφυγε η Γκρέτα/ραγδαίες βελόνες/ανασήκωναν το δέρμα της θάλασσας»).

Όχι ότι δεν θα μπορούσε να μην είχε αναπαράγει λέξεις και φράσεις τετριμμένες («Δεν νιώθω καλά/οι μέρες περνούν ίδιες μπροστά στα μάτια μου/έπειτα το μαύριο λεπταίνει γίνεται μια δέσμη/το κεφάλι μου γυρίζει,/ο κόσμος ακίνητος μένει»). Σίγουρα υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης, όμως το ζήτημα δεν είναι αυτό, καθόλου. Υπάρχει μια άλλη δύναμη που διαπνέει τη συλλογή και της χαρίζει απροσδόκητη δυναμική: η ταπεινοφροσύνη. Για να αφουγκραστεί ο αναγνώστης τις σκέψεις του Βορδού πρέπει να σκύψει προς το μέρος του, γιατί εκείνος μιλά χαμηλόφωνα, με συστολή, μια συστολή που πιθανότατα υπαγορεύει η μεγάλη του ευαισθησία. Το παραδέχεται, άλλωστε, και ο ίδιος: «υπήρξα ευαίσθητος και μοναχικός/αυτό να έχετε υπόψη σας/για μένα όταν μιλήσετε».

Όμως αυτός ο ευαίσθητος και μοναχικός άνθρωπος υπάρχουν στιγμές που συγκλονίζεται ολόκληρος από τον έρωτα ή τον θρήνο. Χαρακτηριστική του δεύτερου είναι η επαναλαμβανόμενη παρουσία του νεκρού πατέρα στα ποιήματά του. Του νεκρού πατέρα, του αγέννητου γιου... ο Βαλάντης Βορδός πάντα έχει να παλέψει με μια απουσία.

Μου άρεσαν τα σχήματα λόγου και οι μετασχηματισμοί του: «Την επόμενη νύχτα φόρεσε ανάποδα/τον εαυτό του/του έσφιξε το χέρι και τράβηξε/κατά τη θάλασσα». Μου άρεσε επίσης η ευρηματικότητά του: «Αλλαγή σκηνικού/το τοπίο κοίταζε αυτόν/άνθρωπος και τοπίο το ίδιο αίμα/εξανθηματικό και αφρώδες/σαν ξαφνική μπόρα στον Θερμαϊκό».

Πιστεύω πως ο Βαλάντης Βορδός είναι μόλις ένα κλικ μακριά από μια συλλογή που θα μας καταπλήξει. Εύχομαι αυτή να είναι η αμέσως επόμενή του.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Δύο ποιήματα που μου άρεσαν ιδιαίτερα:

ΚΙΤΡΙΝΗ ΤΡΙΚΥΜΙΣΜΕΝΗ ΜΟΥ ΘΑΛΑΣΣΑ

στη Χαριτίνη

Ο σκύλος που έπαιζε
στην παραλία ένα μακρύ απόγευμα
σκάβοντας
με τα νύχια μπηγμένα στο μυαλό του
- βαλς με τραχειοτομή χορεύει
με το φεγγάρι απόψε
ενδοστρεφή χαμόγελα για κάθε πανικό
ένα ποίημα μ’ ένα μαχαίρι στην πλάτη γυρνά
από δωμάτιο σε δωμάτιο κρατώντας
ένα ποτήρι λευκό κρασί –
δάγκωνε τον ήλιο
κάνοντάς τον κόκκινο
γεμάτον ραγάδες και ουλές.

Στα βράχια ακουμπισμένη
διάβαζες Τραϊανό και Μαστοράκη
ένα τρένο ρίγος διάσχιζε κάθετα το αίμα μου
μέχρι που νύχτωνε η γενική μου κάτοψη
τα φώτα έσβηναν στην εθνική του θανάτου
στην εθνική του μυαλού.

Ένα παλιό πάθος αέρας δυνατός
έμπαινε απ’ τους αμφιβληστροειδείς
- αλλ’ εδώ μην χτυπάτε δεν μένει κανείς
ούτε θα βγει να παίξει το απόγευμα.

Μ’ ένα νυστέρι και λίγο ιώδιο
μια μέδουσα θα βάλω
στην τρύπα στο γόνατό σου
να κλείσει η πληγή
να παραβγούμε μέχρι τον φάρο
σκάβοντας στην άμμο να βρούμε
τα πρόσωπά μας αγάπη μου θύελλα.

Απέραντη κίτρινη τρικυμισμένη μου θάλασσα.



ΜΕ ΤΟ ΣΤΥΛ ΤΟΥ Α.Τ.

Η τελευταία χαρά σαπίζει ιδεώδης

Είναι γιατί το θαύμα
ήρθε πίσω απ’ την πλάτη σου
κρατώντας μαχαίρι
Πράγμα
που συμβαίνει σε όσους
γεννήθηκαν με πανικό στα σωθικά.

Ξέρεις
εκείνα τα μικρά στιλέτα αίματος
κάνουν καλά τη δουλειά τους.

Ώσπου μια μέρα
άρχισε να «χιονίζει αίμα»
και όλοι κρύφτηκαν
σκέπασαν τα πρόσωπά τους
με τα δάχτυλα.

Μάθανε απ’ τις εφημερίδες
πώς στην Γκουστέζα
οι εξατμίσεις
εκδικούνται τα θαύματα
που πλησιάζουν πισώπλατα.



Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2014

Πώς θα ανεβάσουμε την ποιότητα του (ποιητικού) λόγου

Να και ένα άρθρο του Κ. Σταματίου στην εφημερίδα "Τα Νέα", φύλλο της 11 Νοεμβρίου 1985, μετά από κάποιον ποιητικό διαγωνισμό. Σχεδόν είκοσι χρόνια μετά το άρθρο παραμένει το ίδιο επίκαιρο. Είναι να αναρωτιέται κανείς!

...Υπάρχει μια παρεξήγηση γύρω από το είδος "Ποίηση". Ή μάλλον πολλές παρεξηγήσεις. Για τη μεγάλη πλειονότητα των διαγωνιζομένων, ποίηση μπορεί να είναι: α) τα ομοιοκατάληκτα στιχάκια "ημερολογίου", β) η μίμηση δημοτικών τραγουδιών, κυρίως με καμπανιστό δεκαπεντασύλλαβο, γ) η αλιεία στα λεξικά παράξενων λέξεων - που μπορεί και να μη γνωρίζουμε καλά-καλά το νόημά τους! - και η συγκόλλησή τους για τη δημιουργία κάποιου εφέ, κάποιου "παραξενίσματος", δ) η μελαγχολική διάθεση, το κενό ψυχής, τα αχ βαχ, τα θανατερά πλοκάμια της απελπισίας - όταν όλα αυτά δεν προδίδουν μια υπαρξιακή συνειδητοποίηση και ειλικρινή έκφραση, είναι απλώς κούφιος ρομαντισμός, ε) το ίδιο είναι και τα πολλά "αγάπη... αγάπη... κάνε τούτο, κάνε τ'  άλλο... δείξε μου πως μ'  αγαπάς όσο σ'  αγαπώ...", τέτοια.

Τι είναι όμως ποίηση (και σε προέκταση, τι πεζογραφία); Αυτά δεν διδάσκονται "εν ψυχρώ". Αυτά μαθαίνονται, κατακτιώνται σ' επαφή με το "Σώμα του Λόγου" - ερωτική, θα έλεγε ο Κωστής Μοσκώφ - με το διάβασμα και πάλι με το διάβασμα. Υπάρχουν μερικοί που μας έστειλαν ποιήματα, για τους οποίους βάζω στοίχημα ότι δεν έχουν ανοίξει στη ζωή τους ποιητική συλλογή, έχουν μείνει στα "Νεοελληνικά" του σχολείου! Ενώ είναι τόσο εύκολο τώρα πια να μυηθεί κανείς σ' όλα τα είδη, με τις υπάρχουσες στην αγορά "Ανθολογίες", που προσφέρουν μια πανοραμική θεώρηση της νεοελληνικής γραμματείας. Αν δεν κάνεις κτήμα σου τα βασικά, από μαθητής ακόμη, πώς θα ξέρεις ότι αυτό που εσύ γράφεις το 1985 δεν έχει ίσως διατυπωθεί καλύτερα, π.χ. το 1935 ή '55;

Διάβασμα, λοιπόν, και δημιουργική αφομοίωση. Κατάκτηση του παρελθόντος, εξοπλισμός για το παρόν. Όμως, προσοχή. Στο διαγωνισμό μας έστειλαν σχεδόν... ατόφια ποιήματα Καβάφη, Καρυωτάκη, ομοιοκατάληκτα Μαρίας Πολυδούρη (από γυναίκες φυσικά), Καββαδία (πάμπολλα, γεμάτα καράβια και θάλασσες και αμαρτίες σε χαμένα Νησιά του Νότου, κ.ά.), Ελύτη... (Η "Μαρία Νεφέλη" έχει προφανώς κάνει θραύση ανάμεσα στους νέους). Έτσι, όμως, με την αντιγραφή (σχεδόν) και τη μίμηση, δεν κάνουμε τίποτα. Γινόμαστε απλώς παπαγάλοι...

Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι, στο διάβα αυτού του αιώνα - τα τελευταία 70 χρόνια, για να κυριολεκτούμε - η λογοτεχνική γραφή έχει εξελιχθεί τρομαχτικά, σε παγκόσμια κλίμακα. Μετά τους Τζόυς, τον Κάφκα, τους υπερρεαλιστές, τον Ντοζ Πάσσος και τον Φώκνερ, την "Μπητ" γενιά, τον Μίσιμα και τον Μαρκές, τον Έλιοτ και τον Μπόρχες, δεν μπορεί κανείς να γράφει ποίηση ή πεζογραφία "κλασικά", με ρίμα και μετρημένες συλλαβές, απλά "περιγραφικά" ή "ψυχογραφικά". Και στην ίδια την Ελλάδα, μετά τον Σεφέρη, τον Ελύτη και τον Ρίτσο, μετά τον Εγγονόπουλο (που θυμηθήκαμε όλοι με τύψεις π άνω από τον τάφο του...), μετά τον Εμπειρίκο και τον Σινόπουλο, μετά τον Χατζή του "Διπλού βιβλίου" και τον νεότερο Χειμωνά, δεν γίνεται να γράφουμε στα χνάρια του Παλαμά και του Ξενόπουλου (όσο πολύτιμοι κι αν υπήρξαν οι τελευταίοι στον καιρό τους).

Πρέπει, λοιπόν, να ενημερωθούμε πρώτα, να μάθουμε. Ύστερα να ασκηθούμε στη γραφή, να δοκιμάσουμε τις δυνάμεις μας. Εργαζόμενοι - αν έχουμε αρωγή κι από κάποιο ταλέντο - θα προχωρήσουμε. Ο μόχθος κάποτε θα γίνει χαρά δημιουργίας. Ένα ωραίο ποίημα. Ένα μεστό πεζογράφημα, Ένα έργο μας.

Κ. Σταματίου

Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2014

Φάκελος υπερρεαλισμός - Θεόδωρος Ντόρρος ο αγνοημένος

Συνεχίζεται το αφιέρωμα στον υπερρεαλισμό με βάση κείμενα που είχαν δημοσιευθεί στο λογοτεχνικό περιοδικό "Ομπρέλα" δέκα χρόνια πριν (περισσότερα εδώ). Το τέταρτο κατά σειρά κείμενο που φιλοξενούμε, είναι του Γιώργου Πετρόπουλου:

Ελάχιστοι θυμούνται σήμερον τον Θεόδωρον Ντόρρον, τον πρώτον υπερρεαλιστήν Έλληνα ποιητήν, ο οποίος με την μοναδική του ποιητικήν συλλογή "Στου γλυτωμού το χάζι" τάραξε τα λιμνάζοντα ποιητικά ύδατα της πατρίδος μας. Η συλλογή αυτή του Θεοδώρου Ντόρρου εξεδόθη εις το Παρίσι και διανέμετο δωρεάν εις τας Αθήνας.

ΙΙ. Πολλαί εικασίαι εγένοντο αναφορικώς προς το όνομα του ποιητού. Ο Γιάννης Κορδάτος δεν γνωρίζει αν το Θεόδωρος Ντόρρος είναι ψευδώνυμον ή το πραγματικόν όνομά του. Ο Μάρκος Αυγέρης το θεωρεί ως ψευδώνυμον ανθρώπου ο οποίος θέλει να δημιουργήσει θόρυβον, "να κάνει ντόρο" και ο οποίος δεν επίστευεν αρκετά εις την σοβαρότητα του εγχειρήματός του. Ωστόσον ο Θεόδωρος Ντόρρος ήτο υπαρκτόν πρόσωπον. Επρόκειτο περί Ελληνοαμερικανού εγκατεστημένου εις το Παρίσι τα στοιχεία του οποίου ευρέθησαν εις τα κατάλοιπα του Θράσου Καστανάκη και είναι σήμερον κατατεθειμένα στο ΕΛΙΑ. Πέραν πάντως όλων αυτών ο Ντόρρος δεν ενεφανίσθη ξανά εις τα γράμματα.

ΙΙΙ. Η ποίησις του Θεόδωρου Ντόρρου εγνώρισεν αντιφατικάς κριτικάς από τους συγχρόνους και τους μεταγενεστέρους ερευνητάς των ποιημάτων του. Αρχικώς η ποίησίς του επισημαίνεται υπό του Δ. Μέτζελου εις το περιοδικόν "Ο Λόγος" όπου θωρεί τα ποιήματά του υπερρεαλιστικά εις το σύνολόν των αν και διακρίνει εις αυτά "κάποια αρχιτεκτονική προσπάθεια" και μια "στομφώδη" αναζήτησιν. Ο Μ. Σπιέρος θα γράψει ότι "άξιον προσοχής θεωρώ τον Θεόδωρον Ντόρρον". Ενώ ο Αναστάσιος Δρίβας τον ξεχωρίζει. Ο Μάρκος Αυγέρης παρ' όλον ότι θεωρεί τον τίτλον παράδοξον και κωμικόν και τας λέξεις του να προέρχονται από το πλέον χαμηλόν γλωσσικόν ιδίωμα και αι οποίαι δημιουργούν αντιλυρικήν έκφρασιν και αντιποιητικήν διάθεσιν δεν διατίθεται δυσμενώς απέναντι "Στου γλυτωμού το χάζι". Αντιθέτως, μάλιστα, παρατηρεί ότι όλα αυτά έχουν μέσα των την σφραγίδα της πρωτοτυπίας και φανερώνουν την αναζήτησιν μιας νέας ποιητικής γλώσσης, την τόλμην και μαζί την επιδεξιότητα του αγνώστου εξερευνητού των νέων δρόμων και τον εις όλα εξεζητημένον νεωτερισμόν. Ακόμη, συνεχίζει, το έργον του δεν φανερώνει ποιητήν αλλά έχει εντός του όλας τας χαρακτηριστικάς προθέσεις της μοντέρνας ποιήσεως, τους ριζοσπαστικούς νεωτερισμούς εις την γλώσσαν, εις την έκφρασιν και εις το περιεχόμενον. Επιπλέον, επισημαίνει, ότι έχει το αίσθημα διά την κρίσιν και το χάος μιας εποχής, η οποία παρουσιάζεται ως αποφασιστική στροφή εις την ιστορίαν. Και όπου αι παλαιαί μορφαί όλαι αχρηστεύονται και αναμένονται κάποιοι νέοι κόσμοι και νέαι καταστάσεις να λύσουν τους γορδίους δεσμούς τους οποίους εδημιούργησεν η παλαιά ζωή... Ο πολύς Mario Vitti δέχεται ότι εις την ποιητικήν συλλογήν "Στου γλυτωμού το χάζι" θεματική και γλωσσικόν όργανον προαναγγέλουν κάτι νέον. Ενώ ο Αλέξανδρος Αργυρίου γράφει ότι ασχέτως προς την ποιητικήν αξίαν η οποία δύναται να αποδοθεί εις τον Θεόδωρον Ντόρρον η εκφραστική του τόλμη, ηθελημένη ή όχι, δύναται να θεωρηθεί ότι έτεινε προς τον μοντερνισμόν.

IV. Αντιθέτως ο Λίνος Πολίτης διατείνεται ότι τα ποιήματά του έμειναν εις το περιθώριον και δεν είχον καμμίαν επίδρασην. Περισσότερον συγκαταβατικός ο Κ. Α. Τρυπάνης παραδέχεται ότι ο Θεόδωρος Ντόρρος και ο Νικήτας Ράντος, αν και ασήμαντοι ποιηταί, είχον προοιωνίσει την ποιητικήν ανανέωσιν, παραβλέποντες τους παραδοσιακούς τρόπους ποιητικής εκφράσεως και δίδοντες εις τον στίχον των "υποσυνείδητα στοιχεία, τα οποία δεν τα ελέγχει ο λόγος". Ωστόσον, υποστηρίζει, τα έργα των ήταν ασήμαντα και ελησμονήθησαν. Ο Ανδρέας Καραντώνης, πάλιν, περισσότερον κριτικός και επικριτικός θα γράψει: "Ο Θεόδωρος Ντόρρος και ο Νικήτας Ράντος είναι οι πρώτοι που έφεραν στα γράμματά μας μια ριπή από τις πνοές που ανατάραζαν την ποίηση στην Ευρώπη, που γύρεψαν να δώσουν δείγματα όχι πια της καθαρής ποίησης, αλλ' αυτού του ποιητικού ξεσπάσματος που γύρεψε να σπάσει κάθε μορφή και να μιλήσει ελεύθερα, αναγκάζοντας την λογική να συμμαχήσει με το υποσυνείδητο. Το δυστύχημα είναι πως και τα δύο ταλέντα στάθηκαν πολύ κατώτερα από τις φωτισμένες προθέσεις των - και γι' αυτό οι στίχοι των δεν έζησαν, δεν επηρέασαν, δεν λογαριάζονται σήμερα για ουσιαστικές αφετηρίες. Κι οι δύο είναι περισσότερον δημοσιογραφικόι εκλαϊκευτές του ποιητικού μοντερνισμού, παρά νεοέλληνες δημιουργοί. Σαν να μην έζησαν ποτέ στην Ελλάδα, γύρεψαν από μιας αρχής να σταθούν σε επίπεδα παγκόσμια, διεθνή. Έτσι μείναν σκοτεινοί πρόδρομοι και αχνοί προάγγελοι μιας μοντέρνας ποίησης που πήρε σάρκα και οστά από το 1935 και μετά με πρωταγωνιστές και δημιουργούς τον Σεφέρη, τον Ελύτη, τον Εμπειρίκο, κ.ά.".

V. Εις το ανωτέρω κείμενον του Ανδρέα Καραντώνη, ο Mario Vitti παρατηρεί ότι ο κριτικός επιμένων εις τον χαρακτηρισμόν "πρόδρομος", αντί του πλέον δόκιμου "πρωτοπόρος", έχει ως σκοπόν να μειώσει τον ρόλον των ποιητών αυτών. Ή, ίσως, διότι τον ενοχλεί η μαρξιστική φόρτισίς της. Ωστόσον, αυτό το οποίον δεν τολμά να γράψει ευθέως ο Mario Vitti το γράφει ο Δημήτρης Τσάκωνας. Ότι, δηλαδή, ο υπερρεαλισμός του Ντόρρου ημφεσβητήθη όχι μόνον διά να δοθεί το πρωτείον της μοντέρνας ποιήσεως εις την "Στροφήν" του Σεφέρη, αλλά και διότι τα πλήρη διακυμάνσεων και διακοπών κενά της ποιητικής συλλογής του Ντόρρου θα υπεβίβαζον το νέον κίνημα, αν η ποίησις αυτή εχρεώνετο εις τον υπερρεαλισμόν.

VI. Το ερώτημα το οποίον τίθεται είναι εάν τον Θεόδωρον Ντόρρον τον επηρέασεν η ποίησις η οποία εγράφετο εις το Παρίσι από τους υπερρεαλιστάς ή η ποίησις την οποίαν έγραφαν οι Αμερικανοί Πάουντ και Έλιοτ. Επ' αυτού την απάντησιν μας δίδουν δύο γνωρίσματα. Ένα εξωτερικόν και ένα εσωτερικόν. Το ένα είναι η άφθονος παρουσία σημείων στίξεως, τα οποία είχον απορρίψει οι υπερρεαλισταί. Το δεύτερον είναι ότι τα ποιήματά του έχουν μιαν σχετικώς εμφανή λογικήν κατάστρωσιν. Το αμφίσημον έρχεται από εν δεύτερο στρώμα, κοινόν ζητούμενον πάσης ποιητικής ευστοχίας και αποδόσεως, Ήγουν επηρεάζεται από το αμερικανικόν ποιητικόν πρότυπον.

VII.  Ως επίλογον του παρόντος παραθέτομεν δύο ποιήματά του:

Ανοιξιάτικα Φύλλα

Όλα καινούρια,
τόσα, που θάρθη κάτι άλλο,
πιο καινούριο κι απ' αυτά.
Τα φύλλα φρεσκοπράσινα, μιλάνε πιο νοητά
απ'  ανθρώπους διαβασμένους.
Πέρασα ένα γέρο.
Κατέβαζε σκουπίδια σε υπόγειο.
Δεν φύσηξαν γι' αυτόνε.
Κατέβαινε βαθειά μεσ΄ στο σκοτάδι

και από τη Βραδινή μοναξιά:

Είναι η ώρα που ολονώνε η ζωή βαραίνει την ψυχή μου.
Στο πλαϊνό γιαπί ένας εργάτης στήθηκε
ανάμεσα σε δυο φωτάκια ολοκόκκινα.
Μόλις που βλέπει.
Και ξαναρχίζει χτυπητό το πάφλασμα της λάσπης.
Και το σκάψιμο... Να πάρη μέσα κάποιονε...
Ώρα πολλή
Κουράστηκα, μαζί του...
Φεύγει κι αυτός μεσ΄ στη βροχή
σα νάφησε τον κόσμο ατελείωτο.

Γιώργος Πετρόπουλος
Ιστορικός της λογοτεχνίας - κριτικός




Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2014

Μοιρολόγια - λέξεις και σκέψεις για τον καθρέφτη του θανάτου στα ελληνικά δημοτικά τραγούδια

Στη δημοτική ποίηση και ακόμα ειδικότερα στα μοιρολόγια, όλα είναι χτισμένα πάνω σε ακραίες αλληλουχίες εννοιών: ζωή και θάνατος, ευτυχία και δυστυχία, πατρίδα και ξενιτιά, οικογένεια και ερημιά. Είναι ξεκάθαρο ότι δεν υπάρχουν ενδιάμεσα στάδια, ούτε μέση λύση. Από τη μια πλευρά λοιπόν έχουμε τα άκρα, και από την άλλη την προσπάθεια του ανθρώπου αρχικά να ισορροπήσει, και στη συνέχεια να εκτιμήσει και να κατανοήσει τους παράγοντες που διέπουν και οριοθετούν την καθημερινότητά του. Είναι γεγονός ότι στα μοιρολόγια δεν υπάρχει η έννοια της παρηγοριάς, της γαλήνης που ενδεχομένως ακολουθεί την αποδοχή του θανάτου ως συμβάν, ή τουλάχιστον όχι με την μορφή της εγκαρτέρησης. Αν υπάρχει κάποιο ενθαρρυντικό συναίσθημα ανάμεσα σε όλα τα αρνητικά που κατακλύζουν το συγκεκριμένο είδος, αυτό είναι μόνο το ότι η απώλεια εκτός από το ότι παγιώνει την έλλειψη, αποδεικνύει και την –θέλοντας και μη– συνέχεια της οικογένειας, της κοινωνικής ομάδας, του συνόλου γενικότερα.

Με τα μοιρολόγια, ο δημοτικός ποιητής χορεύει στα άκρα των ισορροπιών και των καταστάσεων, των συναισθημάτων, ακόμα και των δυνατοτήτων των ανθρώπων, αυτός είναι ο καταλύτης της συγκίνησης. Στο προσκεφάλι του νεκρού μαζεύονται όσοι «μιλούν την ίδια γλώσσα», οι διαθέτοντες κοινές εμπειρίες και εικόνες, αυτό είναι και ο μοχλός της λειτουργίας του μοιρολογιού: ο συγκεκριμένος θάνατος αφενός φέρνει όλο το χωριό κοντά και αφετέρου λειτουργεί ως αφορμή επικοινωνίας για όσους ήδη έχουν χάσει κάποιον δικό τους στο παρελθόν.

Χτυπούν καμπάνες θλιβερά, πικρά, φαρμακωμένα,
για να τ’ακούσ’ η γειτονιά, νά’ρθει η απάνου ρούγα,
νά’ρθουν ματάκια θλιβερά, νά’ρθουν καρδιές καημένες
νά’ρθουν όσες εβάλανε χρυσά κορμιά στον Άδη,
άλλη να κλαίει τη μάνα της και άλλη τον καλό της
κι άλλη να κλαίει μικρά παιδιά, τα φύλλα της καρδιάς της,
να κλαίω κ’ εγώ τα νιάτα σου κι αυτή τη λεβεντιά σου.[1]

Τα μοιρολόγια αποδεικνύουν ένα εκ πρώτης όψεως οξύμωρο: η ανανέωση και η επαναφορά της ανάμνησης του χαμένου οικείου είναι αυτό που τελικά θα επιφέρει ισορροπία στην καινούρια καθημερινότητα των ζωντανών. Στα δημοτικά τραγούδια δεν μπορούμε να μιλήσουμε για αποδοχή του θανάτου ως γεγονός επειδή δεν την συναντάμε ποτέ, διαπιστώνουμε όμως μια αποκλιμάκωση της συναισθηματικής έντασης μετά από κάποιο χρονικό διάστημα. Και παρόλο που η λησμονιά είναι απαγορευτική, στα τραγούδια γίνεται λόγος για το μετά του θανάτου, τόσο στην ζωή όσων μένουν πίσω όσο και στην ύπαρξη αυτών που πλέον πέρασαν ανεπιστρεπτί στην απέναντη όχθη. Πρόκειται για έναν θεμελιώδη φόβο, αυτόν της εξαφάνισης της συνέχειας, που ο ποιητής εκθέτει έξω στο φως και στα μάτια όλων, ώστε να τον μετατρέψει από βαθιά προσωπική υπόθεση σε οικουμενικό γεγονός.

Με τη μοναξιά να είναι ένα από τα επαναλαμβανόμενα και ίσως πιο σκληρά χαρακτηριστικά του κάτω κόσμου, η αξία των κοινωνικών και οικογενειακών δεσμών αποκτά καινούρια σημασία: στην διάσπαση που επιφέρει ο θάνατος, η απάντηση όσων μένουν πίσω είναι η προσήλωση στο σύνολο, στην ομάδα.

Τώρα στο αποχωρισμό τρεις ποταμούς διαβαίνω
ένας χωρίζ’ αντρόγενα κι άλλος χωρίζ’ αδέρφια,
κι ο τρίτος ο φαρμακερός τη μάν’ απ’τα παιδιά τση.[2]


Κρις Λιβανίου



[1] Guy Saunier, Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια. Τα μοιρολόγια., εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 1999, σελ. 32.
[2] σελ. 146.

Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2014

Εκδήλωση του στίγμαΛόγου από κοινού με το varelaki και το vakxikon.gr! Προσκεκλημένοι τρεις νέοι ποιητές!





Οι εκδόσεις/περιοδικό/ράδιο vakxikon.gr (Νέστορας Πουλάκος, Νίκος Μπίνος, Στράτος Προύσαλης), το varelaki.blogspot.gr (Ασημίνα Ξηρογιάννη) και το stigmalogou.blogspot.gr (Χριστίνα Λιναρδάκη, Κρις Λιβανίου) οργανώνουν κοινή εκδήλωση με θέμα 

«Η ποίηση στην εποχή του διαδικτύου» 

προκειμένου να διερευνήσουν τη θέση της ποίησης στην ψηφιακή εποχή.

Το vakxikon.gr, που πραγματοποιεί τόσο συμβατικές όσο και ψηφιακές εκδόσεις (το περιοδικό είναι αμιγώς ηλεκτρονικό και το ραδιόφωνο «εκπέμπει» αποκλειστικά μέσω του ίντερνετ), αλλά και τα δύο blogs είναι από τους πλέον αρμόδιους να εκφέρουν γνώμη επί αυτού του πολύ ενδιαφέροντος και επίκαιρου θέματος. Για να υπάρχει σφαιρικότητα απόψεων, όμως, καλούν και τέσσερις ποιητές να συζητήσουν μαζί τους. Πρόκειται για τους: Δήμητρα Αγγέλου, Χρήστο Αρμάντο Γκέζο (φετινό κρατικό βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου) και Θωμά Τσαλαπάτη (περυσινό κρατικό βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου), όλους νέους ανθρώπους που χρησιμοποιούν το ίντερνετ και την κοινωνική δικτύωση για να συνδιαλεχθούν με το κοινό και να προωθήσουν το έργο τους.


Τελικά, το διαδίκτυο ωφελεί ή βλάπτει την ποίηση; Η ερώτηση παραμένει. Θα επιχειρήσουμε να την απαντήσουμε την 

Τετάρτη 29 Οκτωβρίου στις 19.00 
στο Polis Art Cafe 
(στο αίθριο της Στοάς του βιβλίου).




ΥΓ. Θα ήταν μαζί μας και η Λίλιαν Μπουράνη, όπως φαίνεται στην πρόσκληση, όμως δεν θα τα καταφέρει για οικογενειακούς λόγους. Της ευχόμαστε όλα να πάνε καλά!

Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2014

Ο Γιάννης Στίγκας συζητά με τη Χριστίνα Λιναρδάκη




Λίγες ημέρες μετά την επίσημη παρουσίαση της τελευταίας του ποιητικής συλλογής «Βλέπω τον κύβο Ρούμπικ φαγωμένο» συνάντησα τον Γιάννη Στίγκα για μια συζήτηση εφ’ όλης της ύλης. Ήταν μια συζήτηση ανατρεπτική, όπως ακριβώς η ποίησή του.





Χριστίνα Λιναρδάκη: κ. Στίγκα, είστε γιατρός απ' όσο γνωρίζω. Τι σας ώθησε στην ποίηση; 

Γιάννης Στίγκας: Ναι, πρώτα ποιητής και μετά γιατρός. Θα καταλάβαινα καλύτερα την ερώτηση "τι σας ώθησε στην ιατρική;", γιατί στην ποίηση δεν με ώθησε τίποτα ή με ώθησαν τα πάντα. Νομίζω, το έχω ξαναπεί αυτό, την ποίηση δεν την διαλέγουμε εμείς, αυτή μας διαλέγει. Δεν ξυπνάς ένα πρωί και λες: "λοιπόν, θα γίνω ποιητής". Αυτά είναι γραφικά πράγματα. Αλλιώς επέρχεται το μοιραίο. Πιο μυστικά, πιο αργά, πιο μοβόρικα.

Χ.Λ.: "Τη φωνή μου ρε/κι ας μην έχω να φάω", έχετε γράψει. Θέλετε να είστε η φωνή της γενιάς σας;

Γ.Σ.: Όχι, αλίμονο. Θέλω να είμαι η φωνή η δική μου. Και –πιστέψτε με– αυτό είναι κομματάκι πιο δύσκολο.

Χ.Λ.Έχετε φανατικούς αναγνώστες που πιστεύουν πολύ σε σας. Είναι φανερό αυτό από τα γραπτά όσων κριτικών, blogger κ.ά. έχουν ασχοληθεί μαζί σας. Νιώθετε να σας βαραίνει αυτή η αφοσίωση;

Γ.Σ.: Καθόλου. Άμα με βάραινε θα έγραφα τα ίδια και τα ίδια. Εμένα κάθε βιβλίο μου είναι διαφορετικό. Ο αναγνώστης πρέπει κάθε φορά να δοκιμάζεται. Όπως κι ο ποιητής. Η σχέση, οφείλουμε, να είναι ισότιμη. Αν ο αναγνώστης δεν έχει τα κότσια να μπει σ’ αυτή τη διαδικασία, ε τότε ας διαβάσει κάτι άλλο. Θα βρει μπόλικους να του χαϊδέψουν τ’ αυτιά. Μπορεί να ακούγομαι επιθετικός, αλλά –πιστέψτε με- αυτή η δοκιμασία, αυτό το ξεβόλεμα, που σας λέω, είναι η ύψιστη τιμή που μπορεί να κάνει ένας ποιητής προς τους αναγνώστες του. Και η ύψιστη ευγένεια.

Χ.Λ: Αποφεύγετε τις πολλές δημόσιες σχέσεις, τις εμφανίσεις σε εκδηλώσεις κ.λπ. και γενικά δίνετε την εντύπωση ότι είστε αποτραβηγμένος . Τα βιβλία σας όμως κάνουν δύο και τρεις εκδόσεις. Τελικά, το καλό PR δεν είναι απαραίτητο για την προώθηση ενός ποιητικού έργου;

Γ.Σ.: Όχι, καθόλου αποτραβηγμένος. Έχω μερικές γενναίες φιλίες σ’ αυτό το χώρο που κρατάνε χρόνια. Και λέω γενναίες, γιατί μία φιλία χωρίς γενναιότητα είναι μια τρύπα στο νερό, ένα τίποτα.

Όσο για το PR που λέτε, μην το υποτιμάτε. Είναι μια τρομερά απαιτητική δουλειά. Τόσο απαιτητική, που δεν έχεις χρόνο για ανάγνωση, για σκέψη, για ποίηση. Ακούγεται συναρπαστικό. Αλλά εγώ δεν μπορώ να το κάνω. Έχω άλλες προτεραιότητες.

Χ.Λ.: Ποιους άλλους ποιητές και ποιήτριες της γενιάς σας – εννοώ της ηλικιακής – θεωρείτε αξιόλογους;

Γ.Σ.: Κοιτάχτε, η Γιάννα Μπούκοβα, ο Βασίλης Αμανατίδης, η Κατερίνα Ηλιοπούλου, είναι ήδη γνωστοί. Και δικαίως. Εγώ, όμως, θέλω να αναφερθώ ειδικά στην περίπτωση του Δημήτρη Άλλου. Το θεωρώ σκανδαλώδες ότι ένας τέτοιος ποιητής είναι εντελώς άγνωστος. Διαβάστε το "Βίαιο μαγνήσιο" στο 1ο τεύχος του περιοδικού [φρμκ] και θα με καταλάβετε.

Αλλά να σας πω και δυο καινούριους: Δημήτρης Πέτρου και Κυριάκος Συφιλτζόλγου. Χαίρομαι που η Δράμα μπήκε δυνατά στο παιχνίδι.

Και τέλος, δύο αδικοχαμένους: την Ελευθερία Σαπουντζή και τον Γιώργο Φιλιππίδη. Να μην τους ξεχνάμε.

Χ.Λ.: Πιστεύετε ότι στην εποχή μας συντελείται επιστροφή του κοινού στην ποίηση;

Γ.Σ.: Ναι, το πιστεύω. Σε κάθε εποχή επιστρέφει το κοινό στην ποίηση και σε κάθε εποχή απομακρύνεται για να επιστρέψει κ.ο.κ. Με δυο λόγια, το κοινό της ποίησης παραμένει σταθερό μέσα στον χρόνο. Θέλω ακόμη να προσθέσω ότι η εποχή μας είναι ιδανική για ποίηση, όπως και κάθε εποχή άλλωστε. Όσο υπάρχουν έστω και δύο άνθρωποι είναι καιρός για ποίηση. Αν έμενε ένας μονάχα άνθρωπος, τότε δεν ξέρω.

Χ.Λ.: Διαβάζοντας τις συλλογές σας, διαπιστώνει κανείς εύκολα πως δεν σας πειράζει διόλου να τσαλακώσετε τις λέξεις, να τις χρησιμοποιήσετε με τρόπους που δεν θα περίμενε κανείς σ' ένα ποίημα. Διάβασα κάπου ότι οι στίχοι σας είναι σαν "βέβηλος απόηχος δημοτικού τραγουδιού". Συμφωνείτε;

Γ.Σ.: Τα δημοτικά μας τραγούδια είναι η μέγιστη συμπύκνωση ρυθμού και πόνου, σοφίας και εικόνας. Υπό αυτό το πρίσμα, θα δεχθώ το παραπάνω σχόλιο ως κομπλιμέντο. Τώρα, για το τσαλάκωμα των λέξεων επιτρέψτε μου να σας απαντήσω με ένα ποίημα:

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ
Άλλαξε τους την πίστη
Άρπαξ’ τες απ’ την ουρά
(ας στριγγλίζουν οι πουτάνες)
Μαστίγωσε τες,
Βάλ’ τους ζάχαρη στο στόμα
Στις αχαλίνωτες,
φούσκωσε τες σαν μπαλόνια, τρύπησε τες,
Ρούφηξε τους αίμα και μεδούλι,
Ξέρανε τες (ευνούχισε τες)
Ποδοπάτησε τες, πετεινέ δανδή,
Στρίψ’ τους το λαρύγγι, μάγειρα,
Ξεπουπούλιασε τες,
Ξεκοίλιασε τες, ταύρε,
Βόδι, σύρε τες στο χώμα,
Καν’ τες, ποιητή,
Κάνε τες να καταπιούν
Όλες τις λέξεις.

Του Οκτάβιο Παζ, βέβαια.

Χ.Λ.: Εκφράζεστε με αναπάντεχους στίχους που φέρνουν την ανατροπή στην επόμενη αράδα. Αναρωτιέμαι: αντανακλά αυτός ο τρόπος τα βιώματά σας ή τη σκέψη σας; Ή εκφράζει απλά μια "επιθυμία ο κόσμος να αναγνωστεί από την αρχή";

Γ.Σ.: Α, αυτό είναι μυστικό. Δεν απαντάμε.

Χ.Λ.: Η πρόσφατη ποιητική σας συλλογή «Βλέπω τον κύβο Ρούμπικ φαγωμένο» είναι ένας θίασος τεράτων όπως φαίνεται στην πρώτη ανάγνωση ή είναι τελικά κάτι άλλο;

Γ.Σ.: Είναι πάρα πολλά πράγματα. Αλλά δεν το βρίσκω σωστό να εξηγεί ο γράφων το βιβλίο του. θα είχε περισσότερο ενδιαφέρον να σας κάνω εγώ αυτή την ερώτηση. Ποιο είναι το δικό σας τέρας; Σας έχει δαγκώσει; Πώς πάει η πληγή; Κακοφόρμισε; Πώς τα πάτε με τον καθρέφτη σας; Του λέτε ψέματα; Σας γονατίζει η καθημερινότητα; Σας γονατίζει πραγματικά; Έχετε νιώσει ποτέ αόρατη; Πατώνει ή δεν πατώνει η μοναξιά; Θελήσατε ποτέ να πετρώσετε; Εσάς ή κάποιον άλλον; Φοβάστε τον χρόνο; Τι θα σας κάνει; Ξέρετε τρίλιζα; Και στην μοιραία εκδοχή της; Γνωρίζετε να χάνετε; Σας διψάει αυτό; Πώς τα πάτε με τον καθρέφτη σας; Πιστεύετε πως θα γλιτώσετε; Πόσες ευχές έχετε κάψει; Έχετε πίστη; Αισθάνεστε διχασμένη; Σας έχει ορμήσει ποτέ το χέρι σας; Κοιμάστε τα βράδια; Σε πόσο σκοτάδι; Θα γλιτώνατε κι εμένα; Στ’ αλήθεια διψάτε; Θα μου χαρίσετε ένα χαμόγελο; Αλήθεια; Ναι; Στα σίγουρα;

Χ.Λ.: Μόνο ένα; Όσα θέλετε! Σας ευχαριστώ πολύ...




Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2014

"Φωτεινά παράθυρα" του Τόλη Νικηφόρου

Δεν είναι στην πρώτη του ποιητική συλλογή ο Τόλης Νικηφόρου, και αυτή του η εμπειρία είναι εμφανής από τους πρώτους στίχους: είναι γεγονός ότι ξέρει πού θέλει να πάει και από ποιο δρόμο. Τό πρώτο στοιχείο που κάνει εντύπωση είναι η εξωστρέφεια της ποιήσής του, κάτι που παραμένει πάντα μια ευχάριστη έκπληξη για τον αναγνώστη: ο ποιητής δεν κλείνεται στον εαυτό του, αλλά αντίθετα επιχειρεί συνειδητά να προσεγγίσει τον αποδέκτη του.

Μια ματιά στην λεξιλογική πλευρά αυτής της συλλογής δείχνει μεν ένα στίχο απλό και ευθύ, από την άλλη όμως κάποιες φορές καταλήγει να γίνεται απλοϊκός και να αδειάζει από το νόημά του. Οι ισορροπίες ανάμεσα σε έναν υπερπροσεγμένο και ευφάνταστο στίχο και σε έναν στίχο στεγνό και υπερβολικά καθημερινό είναι χωρίς αμφιβολία λεπτές, και σε κάποιες περιπτώσεις ο Τόλης Νικηφόρου φαίνεται να τις χάνει: οι λέξεις του δεν καταφέρνουν να ταξιδέψουν τον αναγνώστη. Ήδη από τα πρώτα ποιήματα είναι αξιοσημείωτη η κατά ένα τρόπο «απτική» σκέψη του ποιητή, η ανάγκη του να αγγίζει σκέψεις και συναισθήματα ώστε να μπορέσει να διακρίνει και να αποδώσει το ακριβές τους περίγραμμα. Αυτή η κάπως ιδιαίτερη, ίσως κλινική προσέγγιση, αντί για την ψυχρότητα που ενδεχομένως θα περίμενε κανείς, προσδίδει στα ποιήματα τρυφερότητα και ευαισθησία: απεικονίζοντας την πραγματικότητα όπως καταγράφεται στο μυαλό του, ο Τόλης Νικηφόρου δίνει στην ποίησή του μια σπάνια συναντώμενη φρεσκάδα.

Η πλήρης απουσία της στίξης παραξενεύει χωρίς όμως να επηρεάζει την κατανόηση, δίνει περισσότερο μια αίσθηση ρευστότητας του χρόνου και των ορίων που θα μπορούσε να είναι ενδιαφέρουσα. Τα ποιήματα στο σύνολό τους βρίσκονται σε μια ενδιάμεση κατάσταση μεταξύ άυλων σκέψεων και καθημερινής, απτής πραγματικότητας, τα θέματα όμως που απασχολούν τον ποιητή κινούνται σχεδόν αποκλειστικά σε ήδη γνωστά μονοπάτια. Το στοιχείο της έκπληξης και του αιφνιδιασμού, η αιφνιδιαστική αλληλουχία σκέψεων και λέξεων που έχει ένα τόσο κεντρικό ρόλο στην ποίηση είναι απούσα από τα Φωτεινά παράθυρα και αυτό είναι μια έλλειψη που δύσκολα μπορεί να αναπληρωθεί από άλλα στοιχεία, όπως για παράδειγμα στο ποίημα «το χρέος της στο ακέραιο»:

πολλές φορές ως τώρα
από τα πρώτα παιδικά μου χρόνια
με κοίταξε ο θάνατος στα μάτια

είχε βλέμμα ψυχρό και σκοτεινό
απέραντα κενό
αλλά και αδιόρατα θλιμμένο
από γρανίτη βλέμμα κι ουρανό

έτσι λοιπόν ήταν γραφτό να ζήσω
με πάθος πάντα για ζωή
κάτω από το χνώτο πάντα του θανάτου

(...)

Το στοιχείο του έρωτα, της συντροφικότητας μάλιστα, είναι ένας από τους ισχυρούς πυλώνες της συλλογής συνολικά, δρα ενίοτε καταλυτικά και ενίοτε «πυροσβεστικά», σε κάθε περίπτωση δεν πρόκειται για πηγή αγωνίας ή φόβου, διατηρεί μια θετική χροιά και μια δυνατή εσωτερική δυναμική.

Τα Φωτεινά παράθυρα είναι μια συλλογή με άρτιο ρυθμό και εγγενή ισορροπία, όμως αυτό που λείπει είναι η έκπληξη, το απρόσμενο εκείνο στοιχείο που θα κάνει τον αναγνώστη γνήσιο κοινωνό του στίχου. Η ποίηση κρύβει εκ φύσεως μια ανατροπή, και το στοιχείο αυτό, που θα έκανε όλη τη διαφορά, δυστυχώς δεν υπάρχει.

Μερικά ποιήματα που τράβηξαν την προσοχή μου:

για πάντα

ένα ανοιξιάτικο λουλούδι
μέσα από τη σχισμή του βράχου
μια παρήγορη
μια συγκινητική ψευδαίσθηση
πάνω απ’την άβυσσο

το ξέπνοο θήραμα
όταν για λίγο αναζητά τη θαλπωρή
σε καταφύγιο μυστικό

όταν σ’ένα κρυστάλλινο ποτήρι
χωράει η θάλασσα
στα μάτια σου ο ουρανός
και στην καρδιά το πεπρωμένο
όταν τον θάνατο η αγάπη
σε επιτύμβια στήλη υπερβαίνει

χαμογελάνε μελαγχολικά οι θεοί
μες στην ομίχλη
σαν να ζητάνε εκείνοι
τη δική μας επιείκεια


φωτεινά παράθυρα

σαν κρεμασμένα από τον ουρανό
στην παγωμένη ερημιά του δρόμου
προβάλλουν σκόρπια εκεί ψηλά
και μες στη νύχτα εκπέμπουν
ένα χάδι απρόσιτο

για λίγο στέκεται με θαμπωμένα μάτια
ο οδοιπόρος που αγάπησε
αυτό το ξένο φως
από το χτες τόσο παράξενα οικείο
και τώρα τόσο μακρινό
όσο η άνοιξη ή ο έρωτας

μπορεί διστακτικά να φανταστεί
χείλη και μάτια να χαμογελάνε
χέρια ν’αγγίζονται απαλά
μπορεί σαν μουσική σχεδόν ν’ακούσει
λέξεις και φράσεις καθημερινές
να νιώσει μέσα στο σκοτάδι
ίσως κάποια ευτυχία

τα φωτεινά παράθυρα
σαν όνειρο ένας κόσμος μυστικός
για πάντα εκστατικός στη μνήμη



Κρις Λιβανίου

Πέμπτη, 9 Οκτωβρίου 2014

"Διμερής συμφωνία" της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου

Ήδη από την πρώτη σελίδα η ποιητική συλλογή της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου διεκδικεί μια ιδιαιτερότητα, σχεδόν ιδιορρυθμία. Μια πρώτη ματιά αρκεί για να διαπιστώσει κανείς ότι οι στίχοι της δεν έχουν την αναμενόμενη μορφή, ότι στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για ποιήματα αλλά για δίστιχα αυτόνομα μεταξύ τους. Το δεύτερο συμπέρασμα, άμεσο εξίσου, είναι ότι η γλώσσα είναι προσεγμένη, οι λέξεις τοποθετημένες με ακρίβεια και κατ’ εικόνα των νοημάτων: ο αναγνώστης δεν αναγκάζεται να μαντέψει, ούτε να αναζητήσει αυτό που δεν βλέπει στον ίδιο τον στίχο.

Από την άλλη μεριά βέβαια, τα δίστιχα ως ποιητική μορφή συχνά μπορούν να λειτουργήσουν αποσπασματικά, να στερούνται συνοχής και συνολικής προσέγγισης και ερμηνείας, να μην μπορούν με άλλα λόγια να παράξουν ένα άρτιο ποιητικό προϊόν. Η Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου δεν κατάφερε να αποφύγει αυτή την παγίδα, κάτι που έχει σαν αποτέλεσμα ο αναγνώστης να βρίσκεται συχνά «κρεμασμένος» στον δεύτερο και τελευταίο στίχο και να απομένει μετέωρος στο τέλος του, αποκομμένος από μια αναμενόμενη συνέχεια. Με μια θεματολογία τουλάχιστον ευρεία, που κινείται ανάμεσα σε Βιβλικά στοιχεία, μυθολογικά θέματα, και παραλληλισμούς με το φυσικό τοπίο, η αίσθηση ότι υπάρχει απουσία συνοχής εντείνεται. Είναι γεγονός ότι δεν μπορούν να ειπωθούν πολλά σε ένα δίστιχο, εξ ου και το πρόβλημα του αποσπασματικού. Ως επιλογή λοιπόν ποιητικής φόρμας εμπεριέχει ρίσκα και εκ φύσεως αδυναμίες ίσως, τις οποίες η ποιήτρια δεν πέτυχε να αναιρέσει.

Η αίσθηση της ενότητας και της συνοχής παίζει έναν τόσο βασικό ρόλο στην ποίηση, περισσότερο ίσως και από την πρόζα σε κάποιες περιπτώσεις, γιατί ο αναγνώστης κινείται εξ ορισμού σε ευαίσθητες ισορροπίες και σε λεπτές γραμμές: το ρίσκο να χαθούν η επαφή και το δέσιμο που τον κρατάνε αγκιστρωμένο στο ποίημα είναι μεγαλύτερο. Ένα δίστιχο είναι τελικά ένας περιορισμένος χώρος... ο δημιουργός ελάχιστα ανοίγεται στον αναγνώστη και ο αναγνώστης σπάνια βρίσκει εκεί τον καθρέφτη των δικών του μύχιων συναισθημάτων, ας πούμε ότι είναι ένα στοίχημα με μεγάλο ρίσκο. Ένα στοίχημα που εδώ η Ελένη Αρτεμίου ίσως δεν κέρδισε, παρόλη τη λεπτομέρεια στις συνδέσεις των λέξεων μεταξύ τους και στην εννοιολογική ακρίβεια που - καλώς ή κακώς - ήταν πάντα το κλειδί για την απρόσκοπτη ανταλλαγή συγκινήσεων ανάμεσα στον δημιουργό και τον παραλήπτη του έργου.

Κρις Λιβανίου

Παραθέτω μερικά από τα δίστιχα που έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον:


Αμφιταλάντευση ανάμεσα στο ωραίο και το όμορφο
Ανάμεσα σε θάλασσα πλανεύτρα και πελάγου μαγεία


Κόβω τις άγκυρες, ανοίγω πανιά, εξημερώνω τον άνεμο
Ποσειδώνες οργισμένους κατευνάζω, για τις Ιθάκες μου όλες κινώ[2]


Μαζεύω τις λέξεις μου, ανασκαλεύω τις μνήμες
για μια εν ψυχρώ εκτέλεση του παρελθόντος[3]


Και περπατώ, Κύριε, μες στην πυκνή ομίχλη, με ραγισμένη την πυξίδα μου
Κομμάτια πίστης μόνο αγόρασα από πλανόδιους σκοπούς[4]


Στα Μουσεία ξυπνά τις νύχτες μια Ιστορία με ρούχα καθημερινά, μαλλιά ατημέλητα
για τις απλές στιγμές που παραπέμπει η συνέχεια στους αιώνες


Τετάρτη, 8 Οκτωβρίου 2014

"Εποχή μου είναι η ποίηση" της Ασημίνας Ξηρογιάννη

Αυτό που συμβαίνει σ’ αυτήν την ποιητική συλλογή της Ασημίνας Ξηρογιάννη είναι ότι υπάρχει επειδή η δημιουργός της είχε να εκθέσει κάποια πολύ συγκεκριμένα πράγματα. Κυριολεκτώ: τα ποιήματα που απαρτίζουν αυτή τη συλλογή αποτυπώνουν τον απολύτως οριοθετημένο προβληματισμό του πώς μπορεί να λειτουργήσει εποικοδομητικά η ποιήση στην σημερινή ταραγμένη μας εποχή. Με μια γλώσσα ακριβή, χωρίς εξάρσεις και χωρίς κρυμμένα νοήματα, τοποθετεί εαυτόν απέναντι στην πραγματικότητα που μας περιβάλλει όλους και αυτό είναι ξεκάθαρα μια ευχάριστη έκπληξη καλοδεχούμενης ειλικρίνειας.

Η αγωνία του ποιητή μπροστά στο αδιέξοδο της καθημερινότητας, μπροστά στην αντίφαση της δράσης μέσω των πράξεων και της αδράνειας του λόγου είναι η θεματική που κυριαρχεί σ’αυτή την συλλογή. Η Ασημίνα Ξηρογιάννη δεν χάνεται σε ατελείωτες ενδοσκοπήσεις αλλά βλέπει τον εαυτό της αποκλειστικά ως μέρος ενός συνόλου που νοσεί και που φθίνει, η εξωτερική πραγματικότητα των δελτίων ειδήσεων είναι ο εσωτερικός της καμβάς, αναρωτιέται αν υπάρχουν περιθώρια δράσης στην ποιήση: είναι μια βαθειά προσωπική ποίηση χωρίς εγώ. Έτσι, υπάρχει ειλικρίνεια χωρίς μελοδραματισμούς και υπάρχει και αυτός ο ρεαλισμός χωρίς εμπάθεια και χωρίς πίκρα, όμως από την άλλη δεν υπάρχει πρωτοτυπία. Αν υπήρχε, η συλλογή θα είχε περάσει σε ένα άλλο επίπεδο.

Είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι παρόλο που πρόκειται για μια ποιητική προσέγγιση αναμφισβήτητα σύγχρονη, τωρινή, η συγγραφέας δεν πέφτει στην παγίδα της μεμψιμοιρίας και της ηττοπάθειας. Επικεντρώνεται στο να σκιαγραφήσει το προφίλ του σύγχρονου ποιητή: να βρει τα λόγια που αφουγκράζονται τις αγωνίες των άλλων, να βρει τη θέση και τον ρόλο που απαιτούν οι συνθήκες. Η αγωνία της δεν είναι υστερική αλλά στοιχειοθετημένη και υπαρξιακή, φοβάται την νέα πραγματικότητα αλλά θα την αντιμετωπίσει, χρειάζεται μόνο να βρει τον τρόπο και να νικήσει τις ανασφάλειες:

Σύνδεσε τη λέξη
με την εποχή.
Σύνδεσε το ποίημα
με το πρόσωπο του ανθρώπου.
Φτιάξε μια νέα ποιητική.


Είναι προφανές ότι η συλλογή αυτή αποτελεί την εικόνα μιας αναζήτησης πορείας. Η συγγραφέας, στο μεταίχμιο του παρελθόντος που ανατράπηκε και του μέλλοντος που δεν διαφαίνεται καν στον ορίζοντα, προσπαθεί να βρει το στίγμα της, την αποστολή της ίσως, αν υπάρχει κάτι τέτοιο:

ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΤΡΙΑ ΠΟΥ ΘΕΛΩ ΝΑ ΓΙΝΩ

Σού ’ρχεται στο στόμα ο τίτλος.
Αυτός θα σε οδηγήσει στο περιεχόμενο
(αντίστροφη πορεία τελικά).
Το ποίημα δεν λέει να ησυχάσει.
Στριφογυρνα μέσα στο σώμα σου
παιδεύεται να βγει.
Μα είναι δύσκολες οι συνδέσεις.
Γιατί ποίημα σημαίνει φως.
Και σένα τώρα οι περιστάσεις σε καλούν.
Έλα, μέτρησε τις δυνάμεις σου
αν μπορείς να κάνεις φως
τα σκοτάδια του σήμερα.

Παρατηρώντας συνολικά αυτή την ποιητική συλλογή, η Ασημίνα Ξηρογιάννη εστιάζει με ακρίβεια στο πρόβλημα όμως τελικά μένει εκεί, στάσιμη να το κοιτάζει. Σαν να ταλανίζεται ανάμεσα στο δρόμο που πρέπει να ακολουθήσει και τις παντός είδους ανασφάλειες που ισχυροποιούνται καθώς ο χρόνος περνάει, και τελικά να εδραιώνεται ο ποιητικός της λόγος στην ενδιάμεση κατάσταση του καθαρτηρίου.

Τώρα που η ζωή σου έγινε χλωμή,
τώρα κατάλαβες τον στίχο του Σεφέρη
«Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει»
και αναζητάς το εθνικό αντικαταθλιπτικό.
Μα όλες οι λέξεις σου πέφτουν κάτω
και τσακίζονται μία μία.
Πληγωμένες κι αυτές.
Πάψε να τραυματίζεις αυτό το ποίημα 



Κρις Λιβανίου




Ποίηση - η τέχνη που αυτοκτονεί (διαβάσαμε... στο "Νέο Πλανόδιον" που κυκλοφορεί)

... Πότε πήραν στ' αλήθεια διαζύγιο από την πραγματικότητα οι ποιητές; Πότε οι αναγνώστες πήραν διαζύγιο από την ποίηση; Και υπαιτιότητι τίνος εκδόθηκε το διαζύγιο αυτό; Σε τρία στάδια μπορεί να παρακολουθήσει κανείς πώς κρίθηκε η υπόθεση. Τον πρώτο κλονισμό τον έφερε ο ρομαντισμός. Τότε που ποιητές σπουδαίοι, ολότελα τρομοκρατημένοι όμως από την επέλαση του Λόγου και του Διαφωτισμού, βάλθηκαν να αποδώσουν στην τέχνη τους την περιωπή θρησκείας, διεκδίκησαν ρόλο κοσμικού ιερέως, μεταφυσικού ταγού. "Τελούμε σε ιεραποστολή", έλεγε με κάθε σοβαρότητα ο Νοβάλις, "να δώσουμε μορφή στον κόσμο". Και οι μεν ρομαντικοί έγραφαν ακόμη για τους πολλούς, αυτούς ήλπιζαν και επεδίωκαν να μυήσουν. Η ρητορική τους όμως άφησε πίσω της μια μόνιμη σκιά, έναν λεκέ ανεξίτηλο. Ο ποιητής ως αιθεροβάμων: η εικόνα αυτή, η κυρίαρχη στις μέρες μας, κρατάει απ' αυτούς.

Ο κλονισμός έγινε χωρισμός από τραπέζης και κοίτης στα χρόνια του συμβολισμού. Τότε που ο ποιητής για να εκφράσει την αγανάκτησή του για τα ήθη και τα θέσμια της αστικής εποχής, τα έβαλε με τους αναγνώστες του - που ήταν βεβαίως αστοί. "Βάρβαρο όχλο" αποκαλούσε το κοινό ο Γκεόργκε, και ο Μαλλαρμέ του υποδείκνυε ευγενώς τη θέση του στο περιθώριο: η ποίηση αφορά τους επαΐοντες. Έκτοτε η καταγγελία του δύσμοιρου αναγνώστη έγινε περίπου θεσμός. Στις μέρες μας και οι ποετάστροι της γειτονιάς και οι τελευταίοι χομπίστες το έχουν για χρέος τους ιερό σε πρώτη ευκαιρία να του τα ψάλλουν. Μόνο που στο μεταξύ κι εκείνος απέκτησε ανοσία κι έπαψε να νοιάζεται - όχι μόνο τι του σέρνουν όλοι αυτοί αλλά και για την ύπαρξή τους την ίδια.

Το πράγμα έφτασε στο αμήν με τον μοντερνισμό. Απ' τη μεγαλειώδη κληρονομιά των προγόνων τους οι νεωτερικοί κράτησαν ό,τι πιο φυγόκοσμο - και το επιδείνωσαν ως εκεί που δεν παίρνει. Η απαξίωση των δοκιμασμένων και δημοφιλών τρόπων του παρελθόντος αναγορεύτηκε επαναστατικό καθήκον. "Make it new!" κραύγαζε, ένας κι αυτός μες στους πολλούς, ο Πάουντ. Μην επαναλαμβάνεσαι, παραδώσου σε κάθε ακρότητα, γίνε στριφνός και σκοτεινός και ακατάδεκτος. Εκτροχιάσου όσο θες, σημασία έχει όχι τι λες αλλά να μη μοιάζεις σε κανέναν! Και μη διανοηθείς στιγμή να ξαναπιάσεις το τραγούδι εκείνο που έτυχε κι άρεσε και σου 'φερε φίλους και αθρόους θαυμαστές...

Για ένα διάστημα το πράγμα είχε ενδιαφέρον, γέννησε έργα ερμητικά πλην αξιόλογα. Γρήγορα όμως εκφυλίστηκε, την εντυπωσιοθηρία διαδέχτηκε η αποχαλίνωση, ελλείψει μορφικών κριτηρίων ο κάθε ντιλετάντης είχε πια το ελεύθερο να δηλώνει ποιητής. Όσο για τον κοινό αναγνώστη, καταπονημένος όπως ήταν απ' όλους αυτούς τους -ισμούς και τις καινοτομίες τους, κατασυκοφαντημένος ως βλαξ και οπισθοδρομικός, αβοήθητος από την κριτική, κάποια στιγμή κατέθεσε τα όπλα. Σκέφτηκε δηλαδή τον εαυτό του, τις δικές του ανάγκες, γύρισε την πλάτη του στην ποίηση και την παράτησε να βοά μες στην έρημο που η ίδια  έστησε για τον εαυτό της.

Το φαινόμενο μιας τέχνης που αυτοκτονεί επειδή οι εκπρόσωποί της στρέφουν την πλάτη στο ακροατήριό τους για να πάρουν το κατόπι το αυτιστικό όραμά τους δεν είναι βέβαια μοναδικό. Ας αναλογιστούμε τις τύχες της λεγόμενης σοβαρής μουσικής μετά τον Σαίνμπεργκ και τη Νέα Σχολή της Βιέννης. Πόσοι από τα εκατομμύρια που λατρεύουν σήμερα τον Μπαχ και τον Μότσαρτ θα άντεχαν, για ένα κουτσό μισάωρο έστω, τη συντροφιά του Στοκχάουζεν και του Καίητζ; Κι ανάποδα, ποιος θα τολμούσε να πιάσει στα χέρια του ξανά μυθιστόρημα, αν οι τωρινοί εκπρόσωποι του είδους στοιχίζονταν άπαντες πίσω απ' τον ώμο του όψιμου Τζόυς; Ασφαλώς, και η αθέτηση των κανόνων και το πείραμα και η πρόκληση είναι πράγματα ζωτικά και αναγκαία. Ως εξαίρεση όμως, στα χέρια των λίγων. Όπου γίνονται τυφλοσούρτης και καταναγκασμός και επίσημο διάταγμα,η  έκβαση είναι πάντα η ίδια: το τέλμα.

Είναι αντιστρέψιμη τούτη η κατάσταση; Μπορεί ο διαζευχθείς να ξαναγίνει δεκτός στη συζυγική κλίνη, ο γάμος ν' αναγεννηθεί; Η λογοτεχνική ιστορία δεν αποκλείει το ενδεχόμενο. Μια νέα ποιητική γλώσσα οικειότερη, μορφές και θέματα ελκυστικά, ένα ύφος και μια τεχνοτροπία προσιτή στον αμύητο, και η εμπιστοσύνη, θεωρητικά τουλάχιστον, είναι ίσως δυνατόν να αποκατασταθεί. Στην πράξη ωστόσο το εγχείρημα, αν υποθέσουμε ότι κάποιοι τελικά θα το αναλάβουν, δεν θα 'ναι διόλου απλό. Το νήμα που κόπηκε θα πάρει γενιές ωσότου και πάλι ενωθεί. Και θ' απαιτήσει από τους ποιητές μια συγκλονιστική αυθυπέρβαση. Θα χρειαστεί ν' αφήσουν κατά μέρος τ' αγαπημένα τους άλλοθι, να αφιππεύσουν του επηρμένου τους Πηγάσου, να εγκαταλείψουν τις σοφιστείες και τις δικαιολογίες, όλα αυτά τα κλισέ που τους θέλουν τάχα καταραμένους, περιττούς, αποσυνάγωγους. Θα χρειαστεί να κοιταχθούν στον καθρέφτη και ν' αναρωτηθούν, αυτή τη φορά με ειλικρίνεια: το είδωλο που βλέπουν εκεί τους αρκεί;

Αν η απάντηση είναι αρνητική, υπάρχει ελπίδα.


Κώστας Κουτσουρέλης


Τρίτη, 7 Οκτωβρίου 2014

«Πεπραγμένα» Α΄ Τόμος (Ποιήματα 1974-1997) του Γιώργου Καραντώνη

Ο Γιώργος Καραντώνης, σύντομα βιογραφικό του οποίου μπορείτε να δείτε στην ενότητα «Αρθρογράφοι», έχει δημοσιεύσει 23 ποιητικές συλλογές, μερικές εκ των οποίων είναι: «Πυροτεχνήματα» (Δωδώνη, 1974) «Προανακρούσματα» (Τομές, 1978), «Παρακείμενα» (Πλέθρον, 1971), «Περιστατικά» (Μπαρμπουνάκης, 1983), «Πολύχρωμα» (Γαβριηλίδης, 1990), «Παράθυρα» (Πανδώρα, 1999), «Η αναγκαιότητα της γλώσσας» (Αλφειός, 2003).

Άρθρα, σχόλια, κριτικές και συνεντεύξεις του έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα λογοτεχνικά έντυπα. Μερικά ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε ξένες γλώσσες και άλλα περιλαμβάνονται σε ποιητικές ανθολογίες. Με το ποιητικό του έργο έχουν ασχοληθεί κριτικοί και λογοτέχνες. Από το 1982 είναι τακτικό μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών.

Ο α΄ τόμος των «Πεπραγμένων» του Γιώργου Καραντώνη αποτελείται από 19 ποιητικές συλλογές, εκ των οποίων οι 15 κυκλοφόρησαν αυτοτελώς και τρεις ενσωματώνονται στις συλλογικές εκδόσεις «Περιγράμματα», «Πύρανχος», «Πεφταστέρια». Η τελευταία συλλογή «Πολύτροπα» δεν έχει εκδοθεί, καθώς περιέχει ποιήματα των τελευταίων χρόνων. Η θεματική των ποιημάτων του αξιολογείται σε τέσσερεις ενότητες: Η πρώτη ενότητα περιέχει ποιήματα ειρωνικά, εξωστρεφή, με διαθέσεις σαρκασμού και η δεύτερη ενότητα μοιάζει συνέχεια της πρώτης, αλλά είναι πιο συγκεκριμένη, δηλ. περιλαμβάνει τη διαμαρτυρία του ποιητή σε δύσκολες εποχές (χρόνια δικτατορίας), νεανικές εκρήξεις σε χρόνους πολιτικής στράτευσης, ακόμη και κριτική στην καθιερωμένη ποιητική και καλλιτεχνική δημιουργία. Η τρίτη ενότητα αποκαλύπτει τον συναισθηματικό κόσμο του ποιητή, αφού αφορά ποίηση στην οποία κυριαρχεί το ερωτικό στοιχείο, αλλά ταυτόχρονα απαισιόδοξα και μελαγχολικά ποιήματα. Η τελευταία ποιητική ενότητα αλλάζει σκηνικό. Χαρακτηρίζεται «ελληνοκεντρική», «νατουραλιστική». Συγκεκριμένα, τα περισσότερα είναι ποιήματα εμπνευσμένα από το καλοκαίρι, την θάλασσα, τις ακρογιαλιές, τα ελληνικά νησιά, τον ήλιο του μεσημεριού. Ποιητική γραφή προσεγμένη στις λέξεις, όπου συνδυάζεται ο λυρισμός και ο ερωτικός λόγος με την αγνή ελληνική φύση.

Όπως δείχνει το έργο του Γ. Καραντώνη, ο ποιητής ξεκίνησε σαν ποιητής της μεγαλούπολης, στη συνέχεια όμως η έμπνευσή του και το σκηνικό των ποιημάτων μετατοπίζονται στην ελληνική φύση του ηλιόλουστου θαλασσινού καλοκαιριού. Δεν είναι άδικο, όπως και ο ίδιος διατυπώνει στα «προλεγόμενα» του έργου του, να χαρακτηρισθεί ποιητής της σύγχρονης πόλης και της ελληνικής φύσης. Όσον αφορά τον τρόπο γραφής του, είναι «πλουραλιστικός, οι συλλογές πρώτων δεκαετιών της ποιητικής του δημιουργίας κυριαρχούνται από τον ελεύθερο στίχο. Ανακαλύπτει αργότερα την ομοιοκαταληξία και το μέτρο, για να καταλήξει σε μια συνύπαρξη της παραδοσιακής γραφής με μια νεωτερική θεματική των ποιημάτων». 

Ένα είδος ποίησης που μας ήλθε από την Ιαπωνία  κατά τον μεσοπόλεμο, τα Χάι-Κάι, γοητεύει τον Γ. Καραντώνη. Διατηρεί το είδος αυτό στον αυστηρά παραδοσιακό του κανόνα, δηλ. τρεις στίχοι με δεκαεπτά συλλαβές, πέντε στον πρώτο, επτά στο δεύτερο και πέντε στον τρίτο. 

Αρκετές σελίδες του έργου του καταλαμβάνουν τα λογοπαίγνια, ποιήματα σατυρικού περιεχομένου, όπως και ποιήματα με επιδράσεις από τα σύγχρονα ιδεολογικά και αισθητικά ρεύματα, του λετρισμού, της οπτικής ποίησης, της «συγκεκριμένης ποίησης». Ο Γ. Καραντώνης έχει εκφράσει την αντίθεσή του στους ποιητές αυτών των ρευμάτων. Καταπιάνεται όμως με αυτό το είδος της «νέας ποίησης», με διάθεση παιχνιδιού προς τέρψιν και ευχαρίστηση του ίδιου και των αναγνωστών του. Γιατί, όπως τονίζει και ο ίδιος, το παιχνίδι - από τους προϊστορικούς ήδη χρόνους - ήταν άρρηκτα δεμένο με την ποίηση και την τέχνη. 

Τα εκτενή «προλεγόμενα» του βιβλίου είναι μία αυτοκριτική του ποιητή, μια αποκάλυψη για την σχέση του με την ποίηση, στα 50 χρόνια που ακατάπαυστα την υπηρετεί.

Λουκάς Θεοχαρόπουλος 


Από τη συλλογή «Πυροτεχνήματα»: 

ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΥΔΡΟΧΟΟΥ

Σημαίες, εσώρουχα, σεντόνια
όλα μπερδεύονται
κάτω απ' έναν ξένο ουρανό.
Ένα κρύο μέταλλο μες στον άδειο χώρο
ο χειμώνας
μ' ένα κομμάτι φως από κείνο τον Οχτώβρη
να λέει την εποποιία του στον παγωμένο αγέρα
εδώ όπου το σώμα σου δεν είναι παρά μια απουσία.
Τώρα που κλείνει η δίφυλλη μέρα
κάνεις να ηχήσουν μέσα μου
σπηλιές σιωπής
βάζεις φωτιά σ' ένα σωρό μπαγιάτικες εικόνες
κι εγώ
σαν τις φωτοβολίδες σκορπώ ψηλά τις λέξεις μου.
Πλάθω
έναν καινούργιο Γαλαξία στο στερέωμα.

1966-1974



Από τη συλλογή «Προανακρούσματα»: 

ΤΑ ΠΕΠΡΩΜΕΝΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ
(1967-1977)

Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΚΙΝΓΚ ΚΟΝΓΚ

Στην αρχή μου βρίσκεται το τέλος μου.
Τ.Σ. Έλιοτ

Τι γυρεύω σ' αυτή την απέραντη πόλη
στη δικιά σας την πόλη
στενή φυλακή για μένα
φέρνω μαζί μου τ' όνειρο της ζούγκλας μου
κι έναν αγέρα λευτεριάς πρωτογνώριστο
φέρνω μαζί μου το δικό μου το θάνατο
στενά δεμένο
μ' ό ,τι πολύ αγάπησα
σε κάθε μου βήμα
που συγκλονίζει
τους άδειους σας δρόμους
καθώς με τρυπούν
χιλιάδες ηλεχτρικά σπαθιά
οι ατέλειωτες διαφημίσεις
που μ' αυτές τραγουδά η πολύβοη πόλη.
Φωνές μακρινές ξετυλίγονται
μες στην ξεκοιλιασμένη νύχτα
το τέρας! το τέρας!
γύρω μου πλέκεται η παγίδα του τέλους
μα εγώ προχωρώ
καρφωμένος στο ακατόρθωτο όραμα
αληθινά μόνος
σωστά μόνος
θέλω να σβήσω την άχρωμη φύση σας
γκρεμίζοντας μονάχος μου τις γέφυρες
θέλω να φύγω, να χαθώ
να δώσω ένα πελώριο κατακόκκινο φιλί στη νύχτα
τώρα που η πολιτεία πεσμένη ανάσκελα μου παραδίνεται.
Αχ! μεθυσμένη μοναξιά
λίγη αγάπη ζήτησα
κι η ομορφιά με σκότωσε.
Στο τέλος μου βρίσκεται η αρχή μου.

11/2/1975



Από τη συλλογή «Περιστατικά»:

ΣΠΟΥΔΕΣ

ΔΩΔΕΚΑ ΧΑΪ ΚΑΪ

Λευκό το φως μου
κι οι ασημένιες λέξεις
πώς γυαλίζουνε.

*

Η νύχτα είναι
μια κλειδαρότρυπα:
δέ­ος και μυστήριο.

*

Ένα φεγγάρι
όλο δροσιά και σιωπή
διάφανη χάρη.

*

Βουβή σελήνη
στο βάθος της φωλιάζουν
τα περιστέρια.

*

Μέσα στη φλόγα
υπάρχει πάντοτε μια
καρδιά που λιώνει.

*

Να τος ο μόνος
τέλεια αθάνατος:
εί­ναι ο θάνατος.


Γενάρης - Φλεβάρης 1982



Από τη συλλογή «Πρισματικά»: 

14/5/1989, των Μυροφόρων, γιορτή της Μητέρας, Αθήνα


Κυριακή
μυροφόρα μητέρα
κυανή Κυριακή
μια γαλάζια κηλίδα στη σκουρόχρωμη μνήμη
η θάλασσα
κι η πολιτεία
ανυπεράσπιστη
στις κραυγές των κιβδηλοποιών
που επαιτούν τον ψήφον ημών τον επιούσιον



28/5/1989, Πόρτο Γερμένο (αρχαία Αιγόσθενα)

Μέσα από τ' αρχαία τείχη
το παλιό ξωκλήσι αναδύεται.
Πέρα απ' τα ίχνη του χρόνου
το ίδιο πάντα τοπίο
προσμένει.
Όλα υπάρχουν στο εύθραυστο ποίημα:
Το πεύκο, το κυπαρίσσι, η ελιά, η θάλασσα
και οι βαριές πέτρες της μνήμης
κάτω απ' τον ήλιο του μεσημεριού
στ' απέριττα υψώματα.

20/8/1989, αρχαία Σικυώνα

Στο Γιάννη Σώκο


Μερικές κολώνες ορθές
γύρω γύρω ελιές και βερικοκιές
μες στα παλιά λιθάρια
τώρα φυτρώνουνε της λήθης τ' αγριόχορτα
κι οι αγριοαχλαδιές
και στο καταστραμμένο θέατρο
το εφήμερο τζιτζίκι μονότονα ηχά
στην αιωνιότητα.



Από τη συλλογή «Πορίσματα – Προβλήματα»:

ΕΤΑ ΕΙΚΟΣΙ ΕΤΗ

ΑΝΗΣΥΧΗ ΖΩΗ ΣΤΗ ΛΙΜΝΟΥΠΟΛΗ

Ήρθε και σε μας το κακό σιγά σιγά
οι λύκοι* μάς απειλούνε καθημερινά
κλοπές, ληστείες, διαρρήξεις
τρομοκρατικές επιθέσεις, βόμβες, εκρήξεις
δολοφονίες, βιασμοί, ναρκωτικά
δεν έχουμε ησυχία τώρα πια
ύφεση, ανεργία, κρίση, στασιμοπληθωρισμός
όλο και φουσκώνει αυτός ο ποταμός
οικονομικά σκάνδαλα, πλαστογραφίες, υπεξαιρέσεις
ποιον να πιστέψεις τελικά και ποιον να εξαιρέσεις;
Έχουμε και εκλογές- ποιον να ψηφίσεις
ποιον να διαλέξεις και ποιον ν' αφήσεις
με ποιον μπορείς να πας μπροστά
με όλα τα δεινά που ο τόπος τραβά
ποιος θα διορθώσει τούτα τα στραβά
τώρα που ξέφτισαν τα ωραία ιδανικά
θυμόμαστε με νοσταλγία τα χρόνια τα παλιά
κι αναπολούμε την καλή Λιμνούπολη διαρκώς και πιο συχνά!

25/7/1992



* συμμορία λύκων ληστών που λυμαίνεται τη Λιμνούπολη.

Φάκελος υπερρεαλισμός - Μακριά από τον ρεαλισμό (2)

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί συνέχεια της αμέσως προηγούμενης ανάρτησης:

Περνώντας μέσα από αυτές τις συμπληγάδες ο υπερρεαλισμός στην Ελλάδα δεν μπόρεσε να καταγραφεί ούτε ως "κίνημα" ούτε ως "ομάδα" ούτε ως κοινή δημιουργική πορεία. Ακόμα και στις λίγες περιπτώσεις που κάποιοι δημιουργoί δοκίμασαν να συσπειρωθούν σε κάποια περιοδικά (π.χ. η όψιμη περίπτωση του περιοδικού "Πάλι" -1963-1967) το εγχείρημα πολύ δύσκολα θα οριζόταν "συλλογικό" (δες Νάνου Βαλαωρίτη: Μοντερνισμός, πρωτοπορία  και Πάλι, Καστανιώτης 1997). Εδώ εξάλλου δεν υπάρχουν τα πολιτικά και κοινωνικά οράματα με τον στρατευμένο χαρακτήρα του γαλλικού κινήματος. Εδώ οι εκφράσεις περιορίζονται στη λογοτεχνία και ελάχιστα στον εικαστικό χώρο - και ούτε φυσικά υπήρξε η προγενέστερη εμπειρία ενός Νταντά ούτε έγινε αντιληπτή η συμμετοχή στον υπερρεαλισμό ως σύνθετο καλλιτεχνικό/πολιτικό κ.λπ. δρώμενο.

Για όλους αυτούς τους λόγους στην Ελλάδα κρίνεται προτιμότερο να μιλούμε για "υπερρεαλιστικές φωνές". Ο Αναστάσιος Δρίβας (1899-1942), ο Ανδρέας Εμπειρίκος της Υψικαμίνου, ο Νίκος Εγγονόπουλος (1910-1985), ο Δημήτρης Παπαδίτσας (1922-1987), η Μαντώ Αραβαντινού (1926-1998), η Μάτση Χατζηλαζάρου (1914-1987), ο Μίλτος Σαχτούρης (1919-), ο Νάνος Βαλαωρίτης (1921-), ο Έκτωρ Κακναβάτος (1920-), ο Ε.Χ. Γονατάς (1924-) θεωρούνται εν γένει υπερρεαλιστές -με την πολύ απλή έννοια ότι το επίθετο "υπερρεαλιστής" προσδιορίζει σε επαρκή βαθμό (;) τον ορίζοντα του λογοτεχνικού τους έργου. Ο ύστερος όμως Εμπειρίκος δεν είναι με τίποτε υπερρεαλιστής (βλ. άρθρο τού γράφοντος στο "Βήμα της Κυριακής", 23.12.2001: "Ο μοντερνιστής... Ανατολικός"). Ούτε ο Νίκος Γκάτσος (1911-1992) της τυπικά μοντερνιστικής Αμοργού. Ούτε καν ο οιονεί "στρατευμένος" Νίκολας Κάλας (1907-1988), που τα "γαλλικά" του ποιήματα της εποχής των Foyers d' Incendie (βλ. Ν. Κάλας:16 Γαλλικά ποιήματα και Αλληλογραφία με τον Ουίλλιαμς Κάρλος Ουίλλιαμς, επιμ. Σπ. Αργυρόπουλος, Βασιλ. Κολοκοτρώνη, Ύψιλον, Αθήνα 2002) αποδεικνύουν του λόγου το αληθές. Ούτε ακόμα οι "εμπειρικοί του μοντερνισμού", πεζογράφοι Γιάννης Σκαρίμπας (1897-1984), Γιάννης Μπεράτης (1904-1968), Μέλπω Αξιώτη (1905-1973) ή ο "γήινος σαλός" Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης (1909-1993). Ούτε φυσικά ο πολυσυζητημένος Οδυσσέας Ελύτης. Ακόμα και ο διάττων αστήρ Θεόδωρος Ντόρρος (ο οποίος είθισται να κατατάσσεται πρώτος υπερρεαλιστής τη ιστορική τάξει - το γνωστό του βιβλίο εκδόθηκε στα 1930/31) έχει προ πολλού καταδειχθεί (1981) ότι είναι τέκνο του αυτόχθονος μοντερνισμού (βλ. Νάσου Βαγενά Η ειρωνική γλώσσα, σ. 63-89, Στιγμή 1998).

Εξάλλου στίχους συγγενείς στο ύφος του Δρίβα, της Χατζηλαζάρου ή ακόμα και του Σαχτούρη, διαβάζουμε σήμερα σε πολλούς νεότερους ποιητές που κάθε άλλο παρά θα κολακεύονταν αν τους κατατάσσαμε στους υπερρεαλιστές. Οι παραπάνω θέσεις δεν είναι αυθαίρετες. Ο καθένας από τους παραπάνω σημαντικούς δημιουργούς διασταυρώθηκε γόνιμα σε κάποια φάση του έργου του με τον υπερρεαλισμό (διασταυρώθηκαν κι ένα σωρό άλλοι έως τις ημέρες μας) και με εκλεκτικό τρόπο, μέσα από ζυμώσεις που δεν απορρέαν αποκλειστικά από αυτή τη μονόδρομη σχέση, διαμόρφωσε στην πορεία του χρόνου την προσωπική του νεοτερική φωνή -  αυτή που θα ήταν άδικο αν την χαρακτηρίζαμε "υπερρεαλιστική". Άδικο με την έννοια ότι θα παραγνωρίζαμε τον εμφατικά προσωπικό της νεοτερικό χαρακτήρα. Σήμερα άλλωστε, "τεχνικές" του υπερρεαλισμού, όπως και όλου του μοντερνισμού, έχουν καταχωρηθεί σε ένα κοινό ταμιευτήριο απ' όπου αντλούν οι πάντες αδιαφορώντας (με την καλή έννοια...) για τους πρώτους διδάξαντες.

Ωστόσο ο εγκλωβισμός σε μια μυθολογία συνεχών παραναγνώσεων δεν έχει επιτρέψει ακόμα και σήμερα μια ψύχραιμη αποτίμηση της συνεισφοράς των υπερρεαλιστών μας στη νεοελληνική λογοτεχνία. Υπάρχει γενικότερο έλλειμμα εφαρμογής της θεωρίας και των γνώσεών μας για τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό με συγκεκριμένο τρόπο επάνω στην ελληνική περίπτωση. Σε βαθμό που, αν δεν υπήρχαν τα δύο μοντερνικά Νόμπελ, η συζήτηση για τον μοντερνισμό θα γινόταν ακόμα με όρους επαρχιακής διαπόμπευσης και σκαιότητας. Απέναντι στον πανίσχυρο κανόνα του Ελληνικού Καθρέφτη (ηθογραφία, λαϊκισμός, αληθοφάνεια, άγνοια θεμελιωδών εννοιών ως προς τον μοντερνισμό κ.λπ.) η κριτική για τον ελληνικό μοντερνισμό εξακολουθεί να τηρεί μια περίεργα επιφυλακτική στάση που ακόμα συντηρεί τις παραναγνώσεις και τα ιδεολογήματα του παρελθόντος - με άμεση συνέπεια την καθήλωση της ελληνικής λογοτεχνίας στα παραλογοτεχνικά στερεότυπα του ευπώλητου συρμού.

Άρης Μαραγκόπουλος
πεζογράφος - κριτικός λογοτεχνίας - μεταφραστής


Δευτέρα, 6 Οκτωβρίου 2014

"Νυχτώνει αργά" της Καίτης Βασιλάκου

Νυχτώνει αργά της Καίτης Βασιλάκου, μια ποιητική συλλογή αφήνει να διαφανεί από την πρώτη στιγμή ότι υπάρχει εξέλιξη και πορεία. Το αν πρόκειται για μια πορεία σε ορισμένο χρόνο ή για μια παράλληλη και ταυτόχρονη εξέλιξη συναισθηματικών και συγκινησιακών φάσεων, θα κριθεί από την προσέγγιση που θα της επιφυλάξει ο αναγνώστης.

Το ελάχιστα σύνηθες και κατ’εξοχήν ταμπού είναι το γεγονός ότι σ’ αυτή τη συλλογή η οικογένεια, οι δεσμοί και οι αλληλουχίες βρίσκονται εξαρχής σε πρώτο πλάνο: το υποκείμενο της ποιήτριας,ο λόγος σε πρώτο πρόσωπο, είναι ένα παιδί. Και οι οικογενειακές σχέσεις δεν διαφαίνονται «ψυχαναλυτικά» αλλά ρεαλιστικά, το παιδί είναι υπαρκτό και είναι εκεί, πρωταγωνιστής και παρατηρητής πεπραγμένων, μάρτυρας ανήκουστων πραγμάτων. Θα έλεγε κανείς ότι είναι μια ισχυρά προσωπική ποίηση σε... οικογενειακό περιβάλλον. Το κέρδος αυτής της προσέγγισης είναι η ιδιαιτερότητα, και η απώλεια, ο εγκλωβισμός στο εσωτερικό εγώ και στο απόρθητο εμείς, μιας μυθοποιημένης οικογενειακής δομής από τις πλέον κλασσικές, σχεδόν αναμενόμενης.

Η αγωνία που διαφαίνεται στον στίχο, μέσα και πίσω από αυτόν, έχει να κάνει καθαρά με τη δυνατότητα της συνέχειας σε προσωπικό επίπεδο, με τα ατομικά όρια αλλά και τους εξωγενείς παράγοντες που τα διαμορφώνουν, με την επιτυχία ή μη της δημιουργίας μιας ατομικής συνείδησης. Το φάντασμα της αλληλεξάρτησης με τον οικογενειακό πυρήνα που πότε βαραίνει και πότε αποτελεί ζητούμενο κι επιθυμία, είναι ένα σημαντικό χαρακτηριστικό στο σύνολο της συλλογής, ακόμα και σε ποιήματα όπου το μείζον θέμα είναι ο χρόνος και το πέρασμά του, ο έρωτας, η συνύπαρξη με τον άλλο.

Παρόλα αυτά επικρατεί τελικά μια αίσθηση αναποφασιστικότητας από την ποιήτρια, όχι τόσο στην θεματολογία όσο στα εκφραστικά μέσα, όπως για παράδειγμα εδώ:

Και ξαφνικά η πόλη σώπασε
μόνο ένα σκυλί αλυχτά
έπειτα σταματά
σιγή απόλυτη.

Από την άλλη μεριά, η γλώσσα και γενικά το εννοιολογικό μέρος διέπονται από απλότητα που δεν καταλήγει σε υπεραπλούστευση, αλλά αντίθετα μετουσιώνεται σε αμεσότητα όσον αφορά την επικοινωνία με τον αναγνώστη: η ποιήτρια δεν χάνεται στους δαιδάλους της σκέψης, ενώ τα συναισθήματα και οι εμμονές, η αγωνία και η επιθυμία της είναι στοιχεία ορατά σε όλους. Όσοι από μας βρίσκονται κατά καιρούς αντιμέτωποι με κείμενα τόσο «εσωτερικά» που καταλήγουν να μην μας αφορούν, θα εκτιμήσουν την καθαρή ματιά της Καίτης Βασιλάκου.


Ένα χαρακτηριστικό δείγμα γραφής:
Εδώ μαζί και οι τρεις
-μια ζωντανή
δυο πεθαμένοι-
αγαπιόμαστε
με πάθος και λατρεία
αγκαλιαζόμαστε
φιλιόμαστε
ένα γινόμαστε.

Όχι, δεν σας αφήνω
να μου φύγετε.
Μαζί μου εδώ θα μείνετε
μέχρι το θάνατό μου.

Μονάχο δεν αφήνουν το παιδί τους
οι καλοί γονείς.

Κρις Λιβανίου



Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2014

"Ανεκπλήρωτοι φόβοι" του Χρήστου Αρμάντο Γκέζου (κρατικό βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα 2013)

Η προσωπική ιστορία του Χρήστου, γραμμένη λιτά στο αυτί του πρώτου του βιβλίου "Ανεκπλήρωτοι φόβοι", μιλά σε πολύ χαμηλούς τόνους για έναν νεαρό (26χρονο μόλις) Βορειοηπειρώτη, απόφοιτο του ΕΜΠ. Χάρηκα πολύ όταν την πρωτοδιάβασα. Μου άρεσε η ταπεινοφροσύνη που τη χαρακτηρίζει. Επιπλέον, το βρήκα εξαιρετικό που το κρατικό βραβείο δόθηκε σε έναν ποιητή με τέτοιο προφίλ: το γεγονός ανανέωσε την πίστη μου στον θεσμό. Και αυτό που τη βάθυνε, στη συνέχεια, ήταν η ανάγνωση των ποιημάτων της συλλογής, διότι πράγματι άξιζε βραβείο ο Γκέζος.

Αντίθετα με την προσωπική ιστορία του ποιητή στο αυτί του βιβλίου, οι ιστορίες που ο ίδιος αφηγείται μέσα από τα ποιήματά του δεν είναι γραμμένες σε χαμηλούς τόνους. Είναι επιτακτικές, ακανθώδεις, συχνά άβολες αφηγήσεις που πραγματεύονται την παραίτηση, τη μοναξιά, την αποξένωση, τη θλίψη. Είναι μάλλον εντυπωσιακό για έναν τόσο νέο άνθρωπο να μπορεί να μιλά με τέτοιο βάθος για όλα αυτά, να τα επισκέπτεται ξανά και ξανά από τόσο διαφορετικές οπτικές γωνίες. Ο ήρωάς του – και δεν θα πω ήρωας κατ’ ευφημισμόν, αν και θα μπορούσα, το γιατί θα το εξηγήσω αμέσως παρακάτω  – βιώνει τα συναισθήματα και τις καταστάσεις που αφηγείται σαν να ΄ταν ομιλών νεκρός, όπως απερίφραστα δηλώνεται σε κάθε ευκαιρία. Παραδόξως, όμως, αυτός ο οιονεί νεκρός δεν διακατέχεται από καμία διάθεση παραίτησης.

Ιδού λοιπόν το ερώτημα που θέτει ο Γκέζος με τη συλλογή του: Τι μπορεί να κάνει κάποιος όταν το παιχνίδι φαίνεται εξαρχής χαμένο; Η απάντηση μοιάζει μάλλον αυτονόητη: εξακολουθεί να παίζει, επειδή αυτό είναι το καλύτερό του στοίχημα και επειδή η έκβαση ίσως τελικά κριθεί από τον τρόπο που κινείται ο παίκτης.

Αυτή την πολεμική διάθεση ενός ανθρώπου με τραύματα ανοικτά που παρ’ όλα αυτά δεν παραιτείται, ενός ήρωα με όλη τη σημασία της  λέξης, μας τη μεταδίδει ο Γκέζος μέσα από την εικονοποιΐα του, τις ενδιαφέρουσες σκηνές που στήνει –είναι τόσο πλούσιες που αιφνιδιάζουν. Αν τα όπλα ενός ποιητή είναι οι εικόνες του, το οπλοστάσιο του Χρήστου Γκέζου είναι τεράστιο: με κάθε εικόνα, με κάθε σκηνή αναδεικνύει τις αποχρώσεις, τις λεπτομέρειες και τις διακυμάνσεις των συναισθημάτων που κατακλύζουν το ποιητικό του υποκείμενο, σφυροκοπώντας με αυτές τον αναγνώστη. Σ’ αυτό το ακατάπαυστο σφυροκόπημα οφείλεται, εν μέρει, η αίσθηση ρυθμού και μουσικότητας από την οποία ξεχειλίζουν τα ποιήματά του.

Η συλλογή διαπερνά με την οξύτητά της, ενώ παραμένει ειλικρινής και πιστή στην αρχική της πρόθεση. Δεν επιθυμεί την απόδραση, αλλά την αναμέτρηση με έναν κόσμο άδικο και σκληρό, ακόμη κι αν οι όροι είναι άνισοι. Πρόκειται για έναν ασυμβίβαστο και γεμάτο θάρρος τρόπο να αντιμετωπίζει κανείς τη ζωή. Είναι ο τρόπος του Χρήστου Γκέζου.

Χριστίνα Λιναρδάκη



(Αναδημοσίευση από το περιοδικό vakxikon.gr τεύχος 26, στήλη "Αναγνώσεις"

Παρασκευή, 3 Οκτωβρίου 2014

"ERO(S) 7 βήματα – 7 λεύγες εντός" του Γιώργου Αλισάνογλου

Αν έκανα την παρουσίαση του ERO(S) 7 βήματα – 7 λεύγες εντός του Γιώργου Αλισάνογλου ζωντανά, θα σήκωνα το βιβλίο για να το δείξω στο ακροατήριο, ως κίνηση αντί προλόγου. Η αιτία: το βιβλίο είναι τυπωμένο σε τυρκουάζ χαρτί. Σπάνιο, σπανιότατο μάλιστα γεγονός, μια συλλογή, ή και ένα βιβλίο γενικότερα, να παρουσιάζει μια τόσο... εκκεντρική εμφάνιση. Και ξαφνικά, η εμφάνιση αποκτά ρόλο σε ένα είδος εξ ορισμού αποστασιοποιημένο από αυτή. Ευτυχώς, το μείζον παραμένει τι γράφει μέσα, ανεξαρτήτως χρώματος χαρτιού.

Εκεί που η εικόνα είναι θέαμα, η ποίηση είναι πρώτα και πάνω από όλα άκουσμα, αίσθηση ήχου και έκθεση μύχιων σκέψεων και το τυρκουάζ βιβλίο τραβάει τον αναγνώστη να το ανοίξει. Το υγρό στοιχείο εμφανίζεται σαν βάση και σαν παλέτα στη θεματολογία, η θάλασσα, το νερό, το δάκρυ, είναι τα στοιχεία που επανέρχονται στο σύνολο της συλλογής για να της προσφέρουν έναν άξονα, αλλά συμβαίνει το εξής αποθαρρυντικό: ο αναγνώστης επικοινωνεί με τα ποιήματα αποσπασματικά. Κάποιες στιγμές, σε κάποιους στίχους αφουγκράζεται μια πραγματικότητα που τον αφορά, για να χάσει την επαφή του με τον ποιητή λίγες λέξεις αργότερα, και το μοτίβο αυτό επαναλαμβάνεται σε ολόκληρη την συλλογή. Το εγώ του συγγραφέα εμφανίζεται σε μια αγωνιώδη αναζήτηση του άλλου και πετυχαίνει να διαγράψει μια αρμονική πορεία σε μια σχεδόν ορφική μυθολογία που όμως τελικά αφήνει τον αποδέκτη του ποιήματος απ’έξω. Είναι δύσκολο να εντοπίσει κανείς το ανεπαίσθητο σημείο όπου η προσωπική ποίηση καταδικάζεται σε αμιγώς ατομική, φαίνεται όμως ότι ο Γιώργος Αλισάνογλου το πέρασε χωρίς να το αντιληφθεί, και έτσι τόσο εκείνος ο ίδιος όσο και ο αναγνώστης καταλήγουν να ακολουθούν παράλληλες και μοναχικές πορείες όπως για παράδειγμα εδώ:

Η διπολική ροπή του θετικού σου φορτίου να αγγίζει την πιο υψηλή ηλεκτρική σύζευξη της ένυδρης ερωτικής μας ένωσης.

Οι ασάφειες αν όχι ανακρίβειες στην στίξη και την εικόνα των ποιημάτων αποτελούν μια επιπλέον τροχοπέδη στην κατανόηση, ο αναγνώστης δυσκολεύεται να διακρίνει το γιατί των αλλαγών και των «αυθαιρεσιών» στη στίξη, μένει με το συναίσθημα ότι στο ποίημα συμβαίνουν πράγματα, αισθήματα και αισθήσεις εν αγνοία του, κάτι που ενισχύεται με τη μάλλον υπερβολικά ελεύθερη χρήση του συντακτικού.

Η πρώτη εντύπωση σ’αυτή τη συλλογή φθίνει και εξαφανίζεται, με την ανάγκη για μια όσο το δυνατόν πιο οικουμενική έκφραση του βιώματος και της σκέψης να γίνεται όλο και πιο επιτακτική όσο παραμένει ανικανοποίητη. Οι λέξεις είναι, θα λέγαμε, όλες εκεί, ατομικές εικόνες σκέψεων και αισθήσεων, όμως το νόημά τους αποσιωπήθηκε προς όφελος του εντυπωσιασμού και της εφήμερης εικόνας.

Το χέρι στα μάτια
υπερχείληση αμνιακής (ώ)ρα/σης
-τώρα ζεις;-
το άλλο προταγμένο
στην μνήμη
στην μνή-μη
στην μη-μνήμη
στην (μί)- μισή
μνήμη
σκιά – διάχυση στο
νερό
όπως την πρώτη φορά
πετάς χρυσόσκονη
βλέμμα στα ψάρια
φωτίζεις τον βυθό
-εγώ σε κοιτώ-
όπως τότε που
σώμα μέσα σε σώμα
ονειρεύτηκες-
στην ευθραυστότητα
μιας οπτικής διάρκειας
που ξεπερνάει
το περιθώριο
της κάθε/
της όλης
της πάντα
μορφής σου
όπως τότε
που ονειρεύτηκες
πως ζεις
έξω απ΄το
ενυδρείο



Κρις Λιβανίου