Τετάρτη, 24 Σεπτεμβρίου 2014

"Μουσείο άδειο" της Μαρίας Κουλούρη

Το Μουσείο Άδειο της Μαρίας Κουλούρη αποτελείται από είκοσι οκτώ σχεδόν αναπάντεχα ποιήματα: ένας ικανός αριθμός, που αφενός της επιτρέπει να παρουσιάσει μια ολοκληρωμένη εικόνα δουλειάς και αφετέρου δίνει στον αναγνώστη την ευκαιρία να καλλιεργήσει μια πιο σφαιρική ματιά στα τεκταινόμενα της συλλογής.

Το αναπάντεχο του πράγματος έγκειται στο γεγονός ότι πρόκειται σχεδόν στο σύνολό της για αφηγηματική ποίηση. Η ποιήτρια διηγείται ιστορίες, ή καλύτερα περιγράφει μεμονωμένες εικόνες εκτεθειμένες σε έντονο φως, σαν ενσταντανέ άλλοτε αυθύπαρκτα και άλλοτε σε στενή αλληλουχία, μένοντας πιστή σε έναν δουλεμένο ρυθμό και σε απρόβλεπτους όσο και ακριβείς εκφραστικούς συνδυασμούς. Αποσκοπώντας σε ένα συγκεκριμένο αισθητικό και νοηματικό αποτέλεσμα, η Μαρία Κουλούρη βρίσκει τα στυλιστικά μέσα που θα το υποστηρίξουν, ώστε ο αναγνώστης να καταλήξει να κοιτάζει τα πράγματα αποκλειστικά μέσα από τις δικές τις λέξεις.

Το ότι δεν πρόκειται για προσωπική ποίηση, τουλάχιστον όχι με την κλασσική έννοια του όρου, είναι ένα στοιχείο που ελάχιστα το περιμένει κανείς σε μια περίοδο όπου το μεγαλύτερο μέρος της ποιητικής παραγωγής γράφεται στο πρώτο ενικό πρόσωπο. Είναι όμως ενδιαφέρον, επειδή τόσο οι εικόνες όσο και η θεματική που πραγματεύεται η ποιήτρια παρουσιάζονται σταθερά από την ματιά του παρατηρητή, του τρίτου ματιού, μια τεχνική κατεξοχήν συνδεδεμένη με την πρόζα. Και με τον Καβάφη ίσως, αλλά ας μην πάμε μέχρι εκεί. Και από την άλλη μεριά, τις φορές που η ποίησή της όντως γίνεται προσωπική, ο στίχος είναι άμεσος και αμείλικτος, στηρίζεται και λειτουργεί στην ισορροπία των αντιθέσεων με επιτυχία: η προσοχή του αναγνώστη καρφώνεται στις λέξεις.

Την εμφανή απουσία του εγώ έρχεται να καλύψει το εμείς που εμφανίζεται και δρα σαν συνολική οντότητα, δίνοντας ένα άλλο ειδικό βάρος στο κείμενο. Στα ποιήματα της Μαρίας Κουλούρη το εμείς τοποθετεί στο ίδιο ισότιμο επίπεδο τον αναγνώστη, τους άλλους ανθρώπους και την ίδια, και τους κάνει όλους κοινωνούς της ίδιας κοινής πραγματικότητας, αυτό είναι κάτι που δεν το συναντάμε συχνά.

Μπορεί η απουσία του εγώ τόσο εκφραστικά όσο και θεματικά να αναιρεί την εσωστρέφεια, από την άλλη όμως η ποιήτρια σε κάποιες περιπτώσεις φαίνεται να παίρνει αποστάσεις από το ίδιο της το κείμενο, σαν να κρύβεται πίσω από τους απρόσμενους λεκτικούς συνδυασμούς και τις αποσπασματικές εικόνες. Ποιήματα όπως το Απόπειρα πρώτη, Στου Κάφκα, ή η Ιδανική μεταφορά είναι τόσο αφαιρετικά, ή τόσο προσωπικά, που δεν παρέχουν στον αναγνώστη διόδους επικοινωνίας και συμμετοχής, θέτοντας έτσι σε κίνδυνο την αμφίδρομη διαδικασία της ανάγνωσης.

Παραθέτω τρία ποιήματα που τράβηξαν περισσότερο την προσοχή μου και περιμένω να δω την εξέλιξη της Μαρίας Κουλούρη στην ποίηση, ας μην ξεχνάμε ότι αυτή είναι η πρώτη της συλλογή.

Κρις Λιβανίου



ΠΙΝΑΚΑΣ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΕΩΝ

Θα’χει περάσει μια συντέλεια από τότε
Και αυτός ακόμα εκεί
Στέκει με τη βαλίτσα στο χέρι
Όρθιος
Τα γένια του απλώθηκαν στις ράγες
Έλιωσαν τα ρούχα απ’τους αιώνες
Λίπασμα ιδανικό
Βλάστησε ολόκληρος
Άνθη αποδημητικά ρίζωσαν στα μαλλιά του
Φωλιές χελιδονιών οι τσέπες του
Πτυχώσεις γραμμένες στην αναμονή
Ο συρμός δεν έφτασε ποτέ
Εμείς ή κάποιος απ’τους επόμενους δεν είδε τίποτα
να έρχεται
Ταξιδιώτες δεν επιβιβάστηκαν
Κι όμως
Είναι σίγουρος για το δρομολόγιο
Το εισιτήριο δέρμα δεύτερο στο χέρι του
Λάκκος στο μέγεθος του πέλματος
Σκάφτηκε με τα χρόνια
Οριζόντια κολόνα μιας κατ’ επίφασιν ύπαρξης
Θα’ρθει η μέρα που η γη θα πιει το επίμονο σαρκίο
Κατά καιρούς πέρασαν πολλοί από τον σταθμό
Αργόσχολοι περαστικοί
Εμπειρογνώμονες βεβαιοτήτων
Απεγνωσμένοι ποιητές
Θρασύδειλοι επαναστάτες
Άντρες, γυναίκες, παιδιά
Όλοι να δούνε θέλησαν
Αυτόν που περιμένει τον «Γκοντό»
Όνομα κι αυτό για μια αμαξοστοιχία
Συνώνυμο της προσμονής του απόντα
Αυτού που ίσως και να έρθει
Μέχρι τότε
Μόνος στην αποβάθρα
υπάρχει



ΑΠΟΔΟΧΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ

Σοβάρεψε η καρδιά
Μεγάλωσαν και οι προθέσεις
Ακόμα κι η όμορφη μελαχρινή ελπίδα
Σταμάτησε τις βόλτες
Έδωσε στη θάλασσα του έρωτα τα ρούχα
Αντάλλαγμα μια στάλα υγρασία για τον ξερό της μενεξέ
Σε κάποιο σύννεφο οι ρίζες του κρατιούνται
Οι φίλοι
Οι παλιοί μας ουρανοί
Τις μοιρασιές αρχίσαν
Αυτοί το μέλι
Εγώ τον αέρα
Γι’αυτούς το γάλα
Για μένα ο θάνατος
Όχι, δε μ’ενοχλεί η προίκα μου
Ψάχνω να βρω το χώρο
Δεν ευδοκιμεί παντού το οριστικό
Χώμα κυρίως θέλει



ΝΑΥΜΑΧΙΑ

Παραταγμένα στην ακτή
Κουφάρια κι αποσκευές
Επιμελώς συλλεγμένα από την απελπισία του χρόνου
Επέζησε αυτή
Με χέρι τρεμάμενο
Επέμενε να χωρέσει όλο το κάρβουνο και όλο το χιόνι
Ποιος νοιάζεται πια
Ούτε καν η κλαίουσα προδοσία
Έτρεξε χιλιόμετρα σε δρόμους άγνωστους
Τώρα περιμένει να επιστρέψει ο ήλιος στο σπίτι
Μέρες παραιτημένες από τη μνήμη
Κι ο καπνός του φουγάρου ακόμα μπλέκεται στα σύννεφα
Το μόνο ζωντανό από το ταξίδι εκείνο
Ο θολός ουρανός
Στο λιμάνι πάντα θα χάνεται η νίκη
Και κάποιος, ελπίζω, κάποιος
Να έχει χρόνο για την περισυλλογή






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου