Δευτέρα, 1 Σεπτεμβρίου 2014

Το φθινόπωρο στην ποίηση

Τα "Φθινοπωρινά φύλλα" του Ουγγρογάλλου συνθέτη Joseph Kosma

Πρώτη Σεπτέμβρη σήμερα, καλό μήνα σε όλους! Υποδεχόμαστε το φθινόπωρο, την εποχή που τα φύλλα  πέφτουν και οι άνθρωποι φεύγουν για άλλα μέρη... Έτσι και εμείς φύγαμε κατά το ένα τρίτο: ο Ηλίας Θ. Παππάς αποφάσισε να αποχωρήσει. Δυστυχώς, γιατί η αλήθεια είναι ότι, χωρίς τον Ηλία, στίγμαΛόγου δεν θα υπήρχε. Ήταν η δική του αποφασιστικότητα και το δικό του πάθος που, τότε στην αρχή, οδήγησαν στη δημιουργία του. Θα θέλαμε πολύ να είχε παραμείνει κοντά μας, αλλά τι να κάνουμε! Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε εμείς, δηλ. η Κρις Λιβανίου και η υπογράφουσα, είναι να του ευχηθούμε καλή συνέχεια στην (ελπιδοφόρα) ποιητική του πορεία και στη ζωή του γενικότερα!

Φθινόπωρο λοιπόν και θα κάνουμε ποδαρικό στο ιστολόγιο με ένα αφιέρωμα στο πνεύμα λίγο-πολύ εκείνου που είχαμε κάνει για την άνοιξη: φθινόπωρο στην ποίηση. Ας αρχίσουμε με δύο ποιήματα που πραγματεύονται το θέμα του πόθου σε σχέση με το φθινόπωρο, ένα του Λαπαθιώτη και ένα του Εμπειρίκου:

ΠΟΘΟΣ - Ναπολέων Λαπαθιώτης

Βαθύ χινόπωρο γοερό, πόσο καιρό σε καρτερώ,
με τις πλατιές, βαριές σου στάλες
των φύλλων άραχλοι χαμοί, των δειλινών αργοί καημοί,
που με μεθούσατε τις άλλες...

Τα καλοκαίρια μ᾿ έψησαν και τα λιοπύρια τα βαριά,
κι οι ξάστεροι ουρανοί οι γαλάζοι:
απόψε μου ποθεί η καρδιά πότε να ῾ρθεί μέσ᾿ τα κλαριά,
ο θείος βοριάς και το χαλάζι!

Τότε, γερτός κι εγώ ξανά, μέσ᾿ τα μουγγά τα δειλινά,
θ᾿ αναπολώ γλυκά, -ποιος ξέρει-,
και θα με σφάζει πιο πολύ, σαν ένα μακρινό βιολί,
το περασμένο καλοκαίρι...


ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΣ ΤΟΝ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟ ΒΟΩΝ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΠΛΑΣΗ - Ανδρέας Εμπειρίκος
(απόσπασμα)

Τις μέρες τις γλυκιές του Σεπτεμβρίου, όταν δεν έχει ακόμη βρέξει και είναι το άκουσμα των ήχων πιο αραιό και η γεύσις των ωρών και από του θέρους πιο πυκνή, όταν στους κήπους σκάνε τα ρόδια, και πάλλονται υψιτενείς οι στήμονες των λουλουδιών, και σφύζουν στις πορφύρες των φλεγόμενοι οι ιβίσκοι, όλοι σαν υπερβέβαιοι γαμβροί που στων νυμφών κτυπούν τις θύρες, τότε, σαν να ‘ναι πάντα καλοκαίρι (γιατί όποια κι αν είναι η εποχή, ο πόθος είναι πάντα θέρος) αναγαλλιάζουν οι ψυχές, και ο Έρωτας, ο πιο ξανθός αρχάγγελος του Παραδείσου, βοά και λέγει στο κάθε που άγγιξε κορμί:
Τα ρούχα πέτα, γδύσου.
Τίποτε μη φοβάσαι.
Έαρ, χειμώνας, θέρος-
όπου κι αν είσαι-
είναι η ρομφαία μου μαζί σου.


Από τους πιο σύγχρονους, η Κική Δημουλά έχει γράψει δύο ποιήματα για το φθινόπωρο. Το ένα έχει τον τίτλο "Αποδημητικές καλημέρες" και το άλλο "Βροχή επιστροφής"

ΑΠΟΔΗΜΗΤΙΚΕΣ ΚΑΛΗΜΕΡΕΣ - Κική Δημουλά

Άρχισε ψύχρα.
Το γύρισε ο καιρός σε αναχώρηση.
Η πρώτη μέρα του Σεπτέμβρη
ξοδεύτηκε σε κάποια υδρορροή.
Ως χθες ακόμα όλα έρχονταν.
Ζέστες, η διάθεση για φως,
λόγια, πουλιά,
πλαστογραφία ζωής.
Γονιμοποιούνταν κάθε βράδυ τα φεγγάρια,
πολλοί διάττοντες έρωτες
ήρθαν στον κόσμο τον περασμένο μήνα.
Τώρα η γνωστή ψύχρα
κι όλα να φεύγουν.
Ζέστες, πουλιά, η διάθεση για φως.
Φεύγουν τα πουλιά, ακολουθούν τα λόγια
η μία ερήμωση τραβάει πίσω της την άλλη
με λύπη αυτοδίδακτη.
Ήδη αποσυνδέθηκε το φως από την επανάπαυση
κι από τις καλημέρες σου.
Τα παράθυρα ενδίδουν.
Το χέρι του μεταβλητού κλείνει τα τζάμια,
άλλοι λεν ως την άνοιξη,
άλλοι φοβούνται διά βίου.
Κι εσύ τι κάθεσαι;
Καιρός να μπεις κι εσύ στα αλλαγμένα.
Να γίνεις ό,τι αναρωτιόμουν πέρυσι:
«ποιος ξέρει τ᾿ άλλο μου φθινόπωρο;».
Καιρὸς να γίνεις «τ᾿ άλλο μου φθινόπωρο».
Άρχισε ψύχρα.
Ρῖξε στην πλάτη σου ένα ρούχο αποδημίας.


ΒΡΟΧΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ - Κική Δημουλά

Εγώ, όταν μεγαλώσω
θα γίνω Σεπτέμβριος έλεγε ο Αύγουστος.
Έβρεξε δω λιγάκι.
Δοκιμαστικά, σαν έλεγχος
αν λειτουργούν καλά οι πτώσεις.
Όπως χτυπάνε κάθε τόσο
ξαφνικά οι σειρήνες, δοκιμαστικά,
αν λειτουργεί καλά
ο τρόμος του πολέμου.
Ελάχιστη βροχή,
ίσα που την πλατάγισε στο στόμα του
το χώμα τη σταγόνα
– καθώς δοκιμαστής κρασιών-,
μόλις που πρόλαβε η υγρόεσσα ευωδιά
παραπονιάρα να τριφτεί
πάνω στα περιβόλια.
Δέναν οι παραθεριστές
στις σχάρες των αυτοκινήτων την Αθήνα
μαρσάραν τις βαλίτσες τους και φεύγαν.
Πεθαίναν απ’ τη ζήλια τους τα σπίτια
κοιτώντας τα τροχόσπιτα
στην Εθνική Οδό του Σεπτεμβρίου.
Απ’ τ’ ανοιχτά παραθυράκια τους
μικρά όσο ένα σάντουιτς ματιάς
κουρτινάκια φτερακίζαν κατά έξω,
νάιλον γλάροι εμπριμέ, δεμένοι.
Λοξά στημένη
νανούριζε τα τέλια της
μια κιθάρα ηλιοκαμένη.
Ευτυχώς βελτιώθηκε
το βιοτικό επίπεδο της βάρκας.
Γίνανε βάρκες κατοικίδιες
– αστυφιλία των σκαριών.
Αστραφτερές, εξωλέμβιες,
πάνω στα τρέιλερ κουρνιασμένες
ακολουθούν τ’ αφεντικά τους,
σκυλάκια ράτσας
χωρίς καθόλου τρίχωμα θαλάσσης.
Γαύροι πηδάνε κατά πάνω,
μια τελευταία ασημένια περιέργεια.
Κάτι θα την πονέσει απόψε τη βραδιά
γι’ αυτό το προς το τέλος.
Αν έχει ξαστεριά
θα πιει κάποιο παυσίπονο αστέρι.
Εγώ θα μείνω ακόμα λίγο.
Μήπως και ξαναβρέξει.
Να σε ξεπλύνω λίγο.
Είσαι μες στην αρμύρα και τ’ αλάτια
από τότε που ήμουνα θάλασσα.


Και από την Κική Δημουλά σε έναν άλλον αγαπημένο, τον Τάσο Λειβαδίτη. Αμέσως μετά, ακολουθεί ένα ποίημα της Μελισσάνθης:

ΑΝΕΜΟΣ ΤΟΥ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ - Τάσος Λειβαδίτης

Τώρα όμως βράδιασε. Ας κλείσουμε την πόρτα κι ας κατεβάσουμε τις κουρτίνες
γιατί ήρθε ο καιρός των απολογισμών. Τι κάναμε στη ζωή μας;
Ποιοι είμαστε; Γιατί εσύ κι όχι εγώ;
Καιρό τώρα δεν χτύπησε κανείς την πόρτα μας κι ο ταχυδρόμος έχει
αιώνες να φανεί. Α, πόσα γράμματα, πόσα ποιήματα
που τα πήρε ο άνεμος του Νοεμβρίου. Κι αν έχασα τη ζωή μου
την έχασα για πράγματα ασήμαντα: μια λέξη ή ένα κλειδί, ένα χτες ή ένα αύριο
όμως οι νύχτες μου έχουν πάντα ένα άρωμα βιολέτας
γιατί θυμάμαι. Πόσοι φίλοι που έφυγαν χωρίς ν’ αφήσουν διεύθυνση,
πόσα λόγια χωρίς ανταπόκριση
κι η μουσική σκέφτομαι είναι η θλίψη εκείνων που δεν πρόφτασαν ν’ αγαπήσουν.

Ώσπου στο τέλος δεν μένει παρά μια θολή ανάμνηση από το παρελθόν (πότε ζήσαμε;)
και κάθε που έρχεται η άνοιξη κλαίω γιατί σε λίγο θα φύγουμε και κανείς δεν θα μας θυμηθεί.


ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ - Μελισσάνθη

Ώρα δειλινού.
Του φθινοπώρου τα νέφη στίβουν το φουστάνι
να στεγνώση τ’ ουρανού
και στου απόβροχου τη σκόλη
βγαίνουν για σεργιάνι
οι σαλίγκαροι όλοι
κάτω απ’ το ξεθωριασμένο παρασόλι
του ήλιου… Τώρα η λάμια
η γη λιάζει τα βρεγμένα της τα χράμια
με των κάμπων τα πλουμίδια
κι από τα χορτάρια
κι από τα ψιλά γρασίδια
οι σταλαματιές γλυστρούνε χάντρες
και μαργαριτάρια
από ουράνια δαχτυλίδια.
Τις μαζώνουν οι νεράιδες οι ανυφάντρες
μες στα υπόγεια τους σεράγια και στ’ ανήλια
πολυέλαιους κι αργυρά καντίλια
σε πλεμμάτια κρυσταλλένιες μπάλλες
μάγισσα γριά κι αράχνη τις κρεμάει μες στυς κουφάλες
και λογής-λογής
ένα-ένα όλα τα ζούδια
ξεφαντώνουν απ’ τη γης
κι απομέσα από τα φλούδια,
κ’ ένας μύρμηκας σκαλώνει σ’ ένα αγκάθι φουντωτό
ν’ αγναντέψη όλο τον κόσμον από τέτοιο λιακωτό!..
Να! Το αυλάκι
κάνει χάζι,
το άχυρο – σχεδία που αράζει
και το δρασκελούν βαθράκοι!..
Κόσμοι ολόκληροι, ζωύφια,
ταξιδεύουν με πιρόγιες τα κελύφια!..
(...Κρύα ανατριχίλα στα νερά
σαν πεταλουδιώνε σμάροι…
Τώρα ο σίφουνας θα πάρη
απ’ τα δέντρα όλα τα φύλλα τα ξερά!
Στα καλάμια τη φλογέρα του σφυράει,
κι όπως πάη, πάη, πάη,
ο άνεμος-τσοπάνος σαλαγάει
σ’ άλλα πια λημέρια –

σ' άλλο τώρα χειμαδιό τα καλοκαίρια!...

Και η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ έχει μιλήσει για το φθινόπωρο:

Η ΦΥΣΗ ΕΧΕΙ ΤΗΝ ΠΙΟ ΩΡΑΙΑ ΜΝΗΜΗ - Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

Η φύση έχει μια μνήμη με σύννεφα μπλάβα
με κίτρινες προεκτάσεις του φεγγαριού
στις λίγες αναμνήσεις που μου μένουν
όταν υμνούσα το Σεπτέμβρη
κι απ' τα νερά τα γκρίζα, τα μαλαματένια του
είχα δει ν' αναδύονται τα πιο ωραία
σώματα της αγάπης μου.
Ήταν α υ τ ή η ψύχρα
α υ τ ή  η θολή καθαρότητα
κι ένα γλυκό φωτοστέφανο
τριγύριζε τα πρωινά ψάρια
στον μαρμάρινο μπάγκο.
Ο αέρας ύφασμα
με τέλεια εφαρμογή
η μυρωδιά του γιασεμιού
λες κι ήταν προσωπικό μου χάρισμα
λες και με αφορούσε κι εμένα
η ωραιότητα.
Η αγάπη έχει αξία συλλογική
τα τόσα πρόσωπα είναι ένα
μες στο γαλάζιο
κι η συμβολή τους συμβολική
στης εποχής το γύρισμα
στον τρύγο
στο πλύσιμο των βαρελιών
δίπλα στη θάλασσα
στα μαύρα σακιά με κοπριά
ακουμπισμένα στην πόρτα μου
σαν κακοί οιωνοί.
Η φύση έχει την πιο ωραία μνήμη
φοράει το ίδιο φως
σε κάθε επέτειο
κρατάει το ίδιο κλαρί
με τα λαχανιασμένα φύλλα
στην εκθαμβωτική πτώση τους.
Γιατί εγώ άσχημα θυμούμαι
Βλέπω μόνο σταγόνες πίκρας
στα χείλη μου που τα ΄σχιζε
η χαρά
και σημάδια αλλοίωσης στα μέλη
τα κρυφά
ανθεστήρια θανάτου.

Θα κλείσουμε το μίνι αφιέρωμα με Μίλτο Σαχτούρη και Οδυσσέα Ελύτη:

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ - Μίλτος Σαχτούρης

Τι γυρεύει το κορίτσι στο σκοτάδι της καρέκλας;
Γρήγορα καθώς νυχτώνει το φθινόπωρο
γδύνεται με σύννεφα μπροστά στα μάτια
με τη βροχή μες στο κεφάλι με τη βελόνα στην καρδιά
βγάζει τις κάλτσες βγάζει τα λουλούδια πετάει το φωτοστέφανο
έξω τα φύλλα του καιρού βάφονται μες στο αίμα


ΕΛΕΝΗ - Οδυσσέας Ελύτης
(απόσπασμα)

Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι
Μουσκέψανε τα λόγια πού είχανε γεννήσει αστροφεγγιές
Όλα τα λόγια που είχανε μοναδικό τους προορισμόν Εσένα!
Κατά πού θ' απλώσουμε τα χέρια μας τώρα που δε μας λογαριάζει πια ο καιρός
Κατά πού θ' αφήσουμε τα μάτια μας τώρα πού οι μακρινές γραμμές ναυάγησαν στα σύννεφα
Τώρα που κλείσανε τα βλέφαρα σου απάνω στα τοπία μας
Κι είμαστε — σαν να πέρασε μέσα μας η ομίχλη —
Μόνοι ολομόναχοι τριγυρισμένοι απ' τις νεκρές εικόνες σου.


Μελαγχολική η διάθεση, αλλά έτσι είναι το φθινόπωρο... καιρός για στοχασμό! Μετά την καλοκαιρινή ανάπαυλα, άλλωστε, λίγη ενδοσκόπηση επιβάλλεται.

Χριστίνα Λιναρδάκη




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου