Τετάρτη, 2 Ιουλίου 2014

Η συνέχεια για το ποίημα "Mending a wall" του Ρόμπερτ Φροστ - με τη ματιά του Διονύση Καψάλη

(Συνέχεια από την προηγούμενη ανάρτηση).

Κάτω από την πεφωτισμένη στάση του ομιλητή υποβόσκει ένας ανεξιλέωτος τρόμος που φέρνει αντιμέτωπη τη φύση, σαν μια σκοτεινή απρόθετη δύναμη που εργάζεται "ανεπαισθήτως", με τα φιλήσυχα έργα των ανθρώπων, τους φράχτες, τους τοίχους και τα λόγια τους. Η περιφρόνηση που δείχνει προς τις απαρχαιωμένες ιδέες του γείτονά του είναι ίσως ο τρόπος του να εξευμενίσει, αντιστρέφοντάς τη, την απρόσωπη βούληση που νιώθει να τον απειλεί. Στο τέλος του ποιήματος ο ομιλητής θα παραδοθεί ολοκληρωτικά σ' ένα ανήμερο σκοτάδι που έρχεται από πολύ μακριά, και δεν είναι το σκοτάδι του δάσους ή ο ίσκιος των δέντρων. Ο γείτονάς του κατοικεί τώρα την ευερέθιστη φαντασία του σαν ένας ρουσωικός άγριος, που με την αταβιστική, μη στοχαστική συμπεριφορά του εντέλει εξευμενίζει καλύτερα και είναι σε θέση να αντιμετωπίσει αποτελεσματικότερα την απειλή, κάνοντας απλώς ό,τι έκαναν αι γενεαί πάσαι πριν από αυτόν - εκπολιτίζοντάς τη με την εργασία του:

Something there is that doesn't love a wall,
That wants it down. I could say 'Elves' to him,
But it's not elves exactly, and I'd rather
He said it for himself. I see him there
Bringing a stone grasped firmly by the top
In each hand, like an old-stone savage armed.
He moves in darkness as it seems to me -
Not of woods only and the shade of trees.
He will not go behind his father's saying,
And he likes having thought of it so well
He says again, "Good fences make good neighbors".

Κάτι στον κόσμο αντιπαθεί τους τοίχους
και θέλει να τους ρίξει. "Ξωτικά"
θα' θελα να του πω, αλλά δεν είναι
ξωτικά ακριβώς, και θα προτιμούσα
να το πει μόνος του. Τον βλέπω εκεί
να φέρνει την κοτρόνα που κρατά
από την άκρη, μια σε κάθε χέρι,
σαν οπλισμένος άγριος βγαλμένος
από τη λίθινη εποχή. Κινείται,
όπως μου μοιάζει εμένα, σε σκοτάδι.
όχι από δάση μόνο κι ίσκιους δέντρων.
Δεν θ' αναρωτηθεί, δεν θα ερευνήσει
την παροιμία του πατέρα του.
Τόσο του αρέσει που τη σκέφτηκε,
που όλο την ξαναλέει: "Οι καλοί φράχτες
κάνουνε τους καλούς γειτόνους".

Συνοψίζω. Ο γείτονας, παρά την αρχαϊκή, πρωτόγονη εντέλει αντίληψή του, εξανθρωπίζει τον τρόμο, εκεί που ο ομιλητής, παρά την υπέρτερη γνώση του (ίσως εξαιτίας της), στέκει αμήχανος απέναντί του και προσπαθεί να τον εξορθολογίσει παρωδώντας τον στο πρόσωπο του γείτονά του. Κανένας απ΄ τους δύο δεν περιέχει τον άλλον ώστε να αποτελέσει την υπέρβασή του. Μάλλον, για να είμαι ακριβέστερος, ο ομιλητής, που η στάση του, ως πιο ορθολογική, πιο στοχαστική, πιο φωτισμένη, μοιάζει να περιέχει τη στάση του άλλου, δε μπορεί τελικά ν' αφομοιώσει και να υπερβεί τη στάση του άλλου. Την προσπάθειά του την εμποδίζει η ίδια δύναμη που χαλάει και τους τοίχους: η ανεπαίσθητη και απρόσωπη δύναμη μιας φύσης που στη φαντασία του ομιλητή έχει λάβει δυσθεώρητες διαστάσεις.

Αλλά και η στάση του γείτονα δεν αποβαίνει για τούτο θετική: το ότι ο τοίχος ανάμεσά τους δεν χρειάζεται, όπως ισχυρίζεται ο ομιλητής, είναι απολύτως ακριβές. Τουλάχιστον δεν χρειάζεται για τους προφανείς λόγους που προκαλούν την πατροπαράδοτη θυμοσοφία του γείτονα: για να μην συγχέονται οι ιδιοκτησίες τους ή για να παραμείνουν καλοί γείτονες. Χρειάζεται όμως ως όριο ανάμεσα σε αυτούς και σε κείνο που δεν επιδέχεται όρια και περιορισμούς, εκείνο που δεν αγαπάει τους τοίχους που χτίζουν οι άνθρωποι. Τελικά, η μια στάση υποδεικνύει τα όρια της άλλης, και το ποίημα μοιάζει να ξαναχτίζει το όριο ανάμεσά τους, αλλά με διαφορετικό τρόπο, με λιγότερη βεβαιότητα και σίγουρα με λιγότερη αλαζονεία, καθώς φανερώνει την απρόσωπη δύναμη ως μέρος, οσοδήποτε ανεξέλεγκτο, της ζωής των ανθρώπων.

Η ηθική αμηχανία που λανθάνει στην αλαζονική βεβαιότητα του ομιλητή δεν βρίσκεται πολύ μακριά από την αντίστοιχη του καβαφικού ομιλητή των "Τειχών". Εδώ η δύναμη που χαλάει τους τοίχους, και στην οποία δεν μπορεί να αποδοθεί εμπρόθετη δράση ή ευθύνη, είναι εκείνη που ενεργοποιεί την ανήσυχη σκέψη ότι οι τοίχοι χρειάζονται ακριβώς σαν όριο ανάμεσα στον άνθρωπο και αυτή τη δύναμη. Ο ομιλητής χρειάζεται τον γείτονα για να μπορέσει να ενσωματώσει στη συνείδησή του μια παραδοχή που, χωρίς την περιφρόνησή του προς τον γείτονα, θα του ήταν αφόρητη. Το ποίημα τελικώς τον δείχνει να βαδίζει επικίνδυνα πάνω στο όριο ανάμεσα στον άνθρωπο και αυτό που δεν εξανθρωπίζεται, το οποίο ο ίδιος μπορεί να το αντιληφθεί μόνον ως απειλή. Ένα βήμα μετά τον Φροστ - ένα μεγάλο όμως και αποφασιστικό βήμα - βρίσκεται η τραγωδία και η τραγική αντίληψη του κόσμου.

[...]

Οι υπερβολές των ποιητών που ψηλαφούν το φθαρμένο ύφασμα του κόσμου εκεί όπου είναι ακόμα λαμπερό, στον έρωτα, τη φιλία, τη βαθιά αλληλεγγύη των ανθρώπων, και ο κατεδαφιστικός γέλως, όπου ακούγονται τα κουδούνια του γελωτοποιού αλλά και το μαστίγιο της σάτιρας, ίσως αυτές οι δυναμικά αντίρροπες στάσεις να κατεβαίνουν στο ίδιο βάθος πόνου και απορίας και να ενεργοποιούνται από τον ίδιο ηθικό πυρήνα: μια τραγική αντίληψη του κόσμου, η οποία συνομιλεί βαθύτερα με αυτό που η βλοσυρή φιλοσοφία δυσκολεύεται να αναγνωρίσει - το τρομαχτικό ηθικό κύρος της τύχης στις υποθέσεις των ανθρώπων.

Δεν αλλάζει σε τίποτε αν την τύχη αυτή την ονομάσουμε χρησμό, μοίρα ή πεπρωμένο. Ούτε ωφελεί να διαπιστώσουμε, όπως το ακούμε στις Τραχίνιες, κουδέν τούτων ό τι μη Ζευς: δεν υπάρχει τίποτε σε όλα αυτά που να μην είναι Δίας, δηλαδή εκ θεού. Δεν ωφελεί, γιατί, όπως παρατηρεί ο Bernard Williams, η φράση "απλώς καταγράφει την ανεξήγητη αναγκαιότητα, μιαν αναγκαιότητα που μπορεί βεβαίως να αποδοθεί στη δράση των θεών, αλλά, σ' αυτή την περίπτωση, σε θεούς που ούτε εξηγήσεις δίνουν ούτε την παραμικρή σημασία στον πόνο που προκαλούν". Αναγκαία τύχη (a necessary chance) είναι το μεγαλειώδες οξύμωρο που δανείζεται ο Άγγλος φιλόσοφος από τον Αίαντα του Σοφοκλή για να εξηγήσει με ποιον τρόπο οι αδροί μύθοι της αρχαίας τραγωδίας, και πρωτίστως του Σοφοκλή, μπορούν να χρησιμεύσουν στον σημερινό ηθικό στοχασμό. "Ένα από τα προφανέστερα επιτεύγματα [αυτών των μύθων]", γράφει ο Williams, "αν όχι το πιο θεμελιώδες και σημαντικό, είναι ότι παρέχουν ένα αναγκαίο συμπλήρωμα και τον αρμόζοντα περιορισμό στην ακαταπόνητη προσπάθεια της ηθικής φιλοσοφίας να κάνει τον κόσμο ασφαλή για τους καλοπροαίρετους ανθρώπους".

Όταν θα έρθει η ώρα να ακούσουμε τον ήχο της αναγκαίας τύχης, το πιθανότερο είναι ότι δεν θα ξέρουμε αν ο τοίχος* που έπεσε ήταν ο τοίχος μιας φυλακής, ο τοίχος στον οποίο ήταν ζωγραφισμένος ο "Μυστικός δείπνος" ή το ντουβάρι που στήριζε κάποτε ο Χάρπο. Μπορούμε το πολύ πολύ να ελπίζουμε ότι δεν θα ορθώσουμε νέους τοίχους προσπαθώντας να καταρρίψουμε τους παλιούς ή ότι η ηρωική έξοδός μας, για όσους το επιθυμούν, δεν θα είναι προς μια νέα, χειρότερη τυραννία. Αλλά και αυτή ακόμα η ελπίδα μοιάζει ουτοπική μπροστά στη μελαγχολική γνώση που μας προσφέρει ο προηγούμενος αιώνας. Το πιθανότερο πάλι είναι πως είτε θα βλέπουμε τους τοίχους να σωριάζονται σιωπηλά, σαν σε βουβή ταινία, ή θα ακούμε τον εκκωφαντικό πάταγο της πτώσης τους χωρίς να βλέπουμε, τυφλοί. "Επάνω,/στα τείχη, άρχισεν ήδη ο θρήνος".**

* Ο Δ. Καψάλης αναφέρεται στην ενδιαφέρουσα ομοηχία τύχη/τοίχοι/τείχη. Νωρίτερα έχει αναφερθεί στα "Τείχη" του Κ.Π. Καβάφη.
** Στίχος από το ποίημα "Διόνυσος" του Κ. Π. Καβάφη.



[Απόσπασμα από την ομιλία του Διονύση Καψάλη "Ανεπαισθήτως, ο ήχος της τύχης" στο "σεμινάριο της Παρασκευής", έναν κύκλο συζητήσεων που λειτουργεί από το φθινόπωρο του 2012 στο κεντρικό κτήριο του ΜΙΕΤ στην οδό Θουκυδίδου. Η ομιλία δημοσιεύθηκε στο πρώτο αριθμημένο τεύχος της νέας σειράς demo του ΜΙΕΤ].

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου