Τρίτη, 8 Ιουλίου 2014

"Ελάχιστος αιθέρας" του Ιάκωβου-Θήρα Καραμολέγκου


Ο Ιάκωβος Θήρας Καραμολέγκος γεννήθηκε το 1985 στο χωριό Εμπορείο της νήσου Θήρας (Σαντορίνης). Σπούδασε κοινωνική θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Γνωρίζει άριστα την αγγλική γλώσσα και μελετά από μόνος τις κύριες ευρωπαϊκές γλώσσες και λογοτεχνίες. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά από τον αείμνηστο καθηγητή Κάρολο Μητσάκη και τον ποιητή Θανάση Γιαπιτζάκη.

Ο Ιάκωβος–Θήρας Καραμολέγκος με την ποιητική του συλλογή «Ελάχιστος αιθέρας - ποιητική πορεία 2001-2013», διεισδύει στο πνεύμα των μεγάλων ποιητών της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, χωρίς να εξαιρεί και την παράδοση του δημοτικού τραγουδιού. Ένα χαρακτηριστικό της ποίησής του είναι οι επιδράσεις σε αρκετά ποιήματά του από την πλατωνική φιλοσοφία, τους μυστικούς ποιητές των μεσοβυζαντινών χρόνων (Συμεών ο νέος θεολόγος, Ιωάννης της Κλίμακος, Μάξιμος ο Ομολογητής): λέξεις και νοήματα που συνδέονται με την άνοδο του ανθρώπου για την κατάκτηση των υψηλών αρετών. Στίχοι για την αγάπη, την θεία αγάπη που πηγάζει από το αίμα της καρδιάς και όχι την νόηση, μια αγάπη που ενώνει το πρόσωπο με την εικόνα της αιώνιας ζωής. Αγάπη άναρχη, άκτιστη, «καθαρή αγάπη και μόνο παντάνασσα αγάπη» όπως εξομολογείται στο ποίημά του: «Η φωνή μιας γενιάς» από την συλλογή των πρώτων του ποιημάτων «Υψικρατήματα». Σύμβολα και έννοιες από την ορθόδοξη λατρευτική ζωή γίνονται αφορμές για ποιητικές συνθέσεις. Ο ποιητής βιώνει το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, τα βιώματά του εξωτερικεύονται σε ένα εξαίσιο ποίημα στο «Ψωμί και κρασί» όπου γράφει:

«Ψωμί και κρασί και θεία κοινωνία
Σχωρνάνε το ψέμα που ζούσα ως τώρα
Και ας τρέχουν τα ουράνια, άγιο ποτάμι
Στους κήπους της ημέρας που μάδησα χθες».

Οι «διά Χριστόν σαλοί», άγιοι της ορθόδοξης εκκλησίας που διακατέχονται από ιερή ψυχική νόσο (σαλότητα, κατά τους Συναξαριστές), ένα σπάνιο είδος αγίων, μοναδικοί στον χώρο των χριστιανικών εκκλησιών. Η σαλότητα ξεφεύγει από την κατεστημένη ηθική, ακόμη και αυτής της επίσημης εκκλησίας. Κατά τους Χριστιανούς στοχαστές η σαλότητα είναι προαίσθηση αγιότητας και οι λόγοι των σαλών αληθινή προφητεία. Ο Ι. Κ. στο «Σαλεμένο ποίημα» φαντάζεται έναν σαλεμένο αδελφό του (κατά την χριστιανική έννοια) στην έρημη οδό Σταδίου στην Αθήνα της εποχής, να προφητεύει για το επικείμενο τέλος των αδίκων καιρών με παραβολές και βιβλικές ποιητικές εικόνες από τις επτά πληγές του Φαραώ.

Το δημοτικό τραγούδι που ενέπνευσε μεγάλους ποιητές από τον Σολωμό, τον Παλαμά έως τον Γκάτσο και τον Ρίτσο δεν θα τον αφήσει αδιάφορο. Το ποίημα του «Δημοτικό Τραγούδι» γραμμένο σε ελεύθερο στίχο, μας παραπέμπει στο τραγούδι του «Νεκρού αδελφού», η θεματική όμως είναι διαφορετική. Μάνα προφανώς είναι η Ελλάδα της φτώχειας, της πείνας της κατοχής που αντέχει στον χρόνο. Την παρακαλεί ο ποιητής να του δώσει την ευχή της για να «πετά τα σύννεφα, Με άρματα χρηστά. Επίμοχθης ζωής». Ενώ στο «Λαϊκό Παραμύθι (σε πέντε πράξεις)», γραμμένο σε δεκαπεντασύλλαβους στίχους, ξαναζωντανεύει τον θρύλο του Διγενή Ακρίτα και της Ηλιογέννητης Κυράς.

Η ποίησή του δεν είναι ατομική, εσωστρεφής προσωπική, απαισιόδοξη. Είναι μια ποίηση δημόσια, αισιόδοξη με τη γλώσσα της καθημερινής ζωής των λαϊκών στρωμάτων. Ποίηση δεμένη με τις ηρωικές και τις τραγικές στιγμές της ιστορίας, τις αγωνίες των νέων, τις σημερινές σκληρές οικονομικές συνθήκες που μαστίζουν τα λαϊκά στρώματα. Αποφεύγει να χαρακτηριστεί «στρατευμένος ποιητής» όπως και ο ίδιος με ειλικρίνεια γράφει, στο ποίημά του «Δήλωση κοινωνικών φρονημάτων»: «και όμως είναι ελεύθερος πολίτης στο κόμμα της αγάπης, στη χώρα των προσώπων της ψυχωμένης πόλης». 

Ο κόσμος της ελληνικής μυθολογίας, της τραγωδίας, των φιλοσόφων και των Νεοελλήνων ποιητών κοσμεί αρκετά ποιήματά του. Μια Ελλάδα οικουμενική, δημοκρατική, γεμάτη φως που αγωνίζεται, πληγώνεται, αλλά ανασταίνεται σαν τον Ιησού Χριστό. Παραφράζοντας το ποίημα του Γ. Σεφέρη γράφει: «Όπου κι αν κοιτάξω η Ελλάδα με πεθαίνει, Κύριε και Θεέ μου», «και όμως ρε μάγκες ακόμα ελπίζω και βλέπω μια άλλη Ελλάδα λουσμένη στο φως και στην αγάπη». Η συνύπαρξη Ελλάδος και ορθοδοξίας είναι η μεγάλη παρακαταθήκη που μας κληροδοτήθηκε, όπως εννοεί στο ποίημά του «Πατερική παρακαταθήκη»: «Πατέρα μου άγιε και γιε και αδελφέ μου, Έλληνα ήλιε μου και ορθόδοξε εαυτέ μου», από την ποιητική του συλλογή «Λευκάνεμος». Οι αγώνες του κυπριακού λαού για την αυτοδιάθεση από την αγγλική αποικιοκρατία, οι αδικίες σε βάρος της Κύπρου, η Τουρκική εισβολή του 1974 και η συνεχιζόμενη κατοχή εγγίζουν τον συναισθηματικό κόσμο του.

Μια νεανική, ευγενική και μαρτυρική μορφή της Κυπριακής ελευθερίας, ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης στο ποίημα «Κυπριακό Πάντουμ» γίνεται αδέλφι του ποιητή. «Ανάξια τα λόγια μου αδέλφι Ευαγόρα και αμόλευτη η όψη σαν θα λάμπει στον αιώνα». Τον ήρωα της ΕΟΚΑ τον τοποθετεί δίπλα στον Διγενή Ακρίτα των Βυζαντινών δημοτικών τραγουδιών, και τους νεομάρτυρες της χριστιανικής πίστης.  Το «αντιηρωικό» ποίημα «Μέρες του '74», έτους της Κυπριακής τραγωδίας, με «αντιήρωα» τον Μάκη τον Καφετή, όχι στρατιώτη μαχητή της πρώτης γραμμής, αλλά ένα απλοϊκό άνθρωπο: «Σερβιρίζοντας καφέ και φαΐ σε μια επίλεκτη ρωμέικη μονάδα, λες και απένειμε παράσημα ανδρείας. Δίπλα του πέφτανε κορμιά και οι αγνοούμενοι σφαγμένοι. Μα είχε όπλο την καρδιά και άγιος πολεμιστής της ιστορίας της πατρίδας στους αντρειωμένους της αγάπης, εις τους αιώνες των αιώνων». 

Ο Γερμανός Νομπελίστας συγγραφέας Γκύντερ Γκρας, γνωστός στο διεθνές αναγνωστικό κοινό με το διήγημά του «Το Τενεκεδένιο Ταμπούρλο», στέλεχος του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, που συγκυβερνά σήμερα στην Γερμανία, σε ποίημά του-καταγγελία κατακεραυνώνει τους δανειστές-τοκογλύφους που έφεραν εξαθλίωση στην Ελλάδα. Απευθύνεται στους πολιτικούς και πνευματικούς ανθρώπους της Ευρώπης υπενθυμίζοντάς τους ότι έχουν χρέος να εκφράσουν την έμπρακτη αλληλεγγύη τους για τους δεινοπαθούντες Έλληνες. Ο Ι. Θ. Καραμολέγκος πλάθει το εγκώμιο του νέου Γερμανού φιλέλληνα, αποκαλώντας τον «πατέρα και αδελφό, αγέραστο ταμπούρλο που μ’ αγωνία αντηχεί, μες στου κόσμου την απόβλητη ενοχή».

«Ελλάς βαρβάρων αντιχρίστων»: σατιρίζοντας το σύνθημα της Απριλιανής δικτατορίας, μιλά για την Ελλάδα της παρακμής, της έλλειψης αξιών, την Ελλάδα της ιδιώτευσης των πολιτών, του ατομισμού και της αλλοτρίωσης. Ο ποιητής αμφιταλαντεύεται με την συνείδησή του ανάμεσα στη φυγή από την όμορφη χώρα του και στο χρέος να παραμείνει στις επάλξεις του αγώνα για θυσίες. Η ελπίδα όμως δεν έχει χαθεί, τελειώνει το συγκλονιστικό ποίημα λέγοντας: «Ωσότου ο κυρ Απρίλης και η Ιθάκη γίνουν ένα, κι αυτό γιατί ο κυρ Απρίλης και η Ιθάκη είναι ένα, ο Θεός και η ειρήνη του μαζί μας, Αμήν».

Η φυγή των νέων επιστημόνων της χώρας μας στο εξωτερικό για να αναζήτηση καλύτερης τύχης είναι μια σύγχρονη Οδύσσεια. Γνωστή η μετανάστευση στην ιστορική πορεία της ελληνικής φυλής. Μια Οδύσσεια, όπως κάθε Οδύσσεια έχει την Ιθάκη της, και αυτή η περιπέτεια θα έχει την ομηρική της Ιθάκη. Η σύνθεση πεζών και ποιημάτων στο «Αίμα και Μελάνι μιας αιώνιας εβδομάδας», από τη συλλογή «Ημερολόγιο μιας άλλης εποχής», μας παραπέμπει στις ημέρες της Μ. Εβδομάδας. Μια εβδομάδα χαρμολύπης που οδηγεί στην αναστάσιμη Κυριακή. Ένα ποίημα-ποταμός, σύμβολο για την Οδύσσεια των νέων της σύγχρονης Ελλάδας που αναμένουν την δική τους Ιθάκη τους, την ανάστασή τους.

Η ποίηση του Ι. Θ. Κ. δεν είναι παρά μια κραυγή αγωνίας, ένα σάλπισμα για να αφυπνισθούν ξανά οι συνειδήσεις. Μια επίκληση των ανθρωπίνων αλλά και των θείων δυνάμεων, προκειμένου να παραμείνει άσβεστη η φλόγα για τον αγώνα του ανθρώπου, ώστε να εξυψωθεί και να καταξιωθεί ως πρόσωπο και ως υποκείμενο της ιστορίας. Στίχοι γραμμένοι με επιγραμματική λιτότητα, επηρεασμένοι από τον ταλαντούχο ποιητή του μεσοπολέμου Γ. Σαραντάρη.


Λουκάς Θεοχαρόπουλος

Επιλογή ποιημάτων:

(ΥΨΙΚΡΑΤΗΜΑ)

ΨΩΜΙ ΚΑΙ ΚΡΑΣΙ

Ψωμί ζυμωμένο με ρόζους κι ιδρώτα
Κρασί τρυγημένο ρογούλα ρογούλα
Νωρίς το πρωί θα ξυπνήσω το γέλιο
Στους δρόμους της χώρας που έκλαιγα χθες.

Ψωμί και κρασί και θεία κοινωνία
Σχωρνάτε το ψέμα που ζούσα ως τώρα
Κι ας τρέξουν τα ουράνια άγιο ποτάμι
Στους κήπους της μέρας που μάδησα χθες.

Ψωμί και κρασί και πράξη αγάπης
Αδιάλειπτα οφείλω να είναι εσείς
Πομπός και δέκτης μουράτης γιορτής
Στα κλαμπ των αγγέλων που πλήγωσα χθες.



ΣΑΛΕΜΕΝΟ ΠΟΙΗΜΑ

Ο σαλεμένος μου αδερφός
Βολτάροντας στην έρημη Σταδίου
Μιλούσε για ακρίδες και βατράχια
Του αρχαίου βασιλείου της Αιγύπτου
Και για το τέλος των αδίκων
Μα και για κείνους που διαβαίνουν
Τη θάλασσα των κόκκινων ψαριών
Απ’ την πολλή αγάπη και το αίμα
Και για τους λίγους από δαύτους
Που φτάνουν σώοι κι αβλαβείς
Στη χώρα της πρώτης υπόσχεσης
Για δουλειά στους αγρούς του Κυρίου
Κι αργία στους δρόμους της μέρας
Που ασπρίζει τη μαύρη ανάγκη
Με προαίρεση βιώνοντας
Χρυσές ενσαρκώσεις
Τραγούδια γυμνά
Που υμνούν τις καλές μας:

Αρχή στη γέννησή μου
Πνοή στη βάφτισή μου
Πτώση στα βήματά μου
Πτήση στα ρήματά μου
Σαλεμένα σ’ αγαπώ
Για τον υψηλό σκοπό
Να διπλοθανατωνόμαστε
Για να διαπλανασταινόμαστε
Παίζοντας τ’ άστρα και τους ήλιους
Θεατές σαλεμένοι
Κι αιθέριοι αθλητές
Στο στάδιο των αγγέλων.



(ΛΕΥΚΑΝΕΜΟΣ) 


ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ

Όταν μπορείς χωρίς ντροπή
Μπάλα να παίζεις σαν παιδί
Να τραγουδάς κάθε πρωί
Να ζεις την ποίηση της όποιας συγκυρίας
Τη φωτοσύνθεση των πάντων να τιμάς
Τη Μούσα να διακρίνεις στην ευγένεια των προσώπων
Τις κόρες και τους γιους σου στα παιδιά που σε αντέχουν
Την άπλα ν’ αγκαλιάζεις στην πληρότητα του σπόρου
Το αίμα σου να βρέχεις στην ανίδεη ξηρασία
Το χέρι σου να σφίγγεις συμφωνώντας με τ’ αστέρια
Να ζεις την κάθε μέρα ανασαίνοντας το τέλος
Κι άλλα πολλά μα παραπλήσια
Σε λέω άξιο του γάλακτος που πίνεις
Της αμβροσίας που κρυφά σ’ έχει μορφώσει
Με άπειρη κατάφαση στο σχέδιο της αγάπης
Πατέρα μου άγιε και γιε και αδερφέ μου
Έλληνα ήλιε μου κι ορθόδοξε εαυτέ μου.



(ΕΠΑΝΕΚΚΙΝΗΣΗ) 

ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΠΑΝΤΟΥΜ

Ανάξια τα λόγια μου αδέρφι Ευαγόρα
Την άγια θυσία σου πιστά να αποδώσουν
Ω μάρτυρα που σήκωσες στην πλάτη σου μια χώρα
Προτού οι μαύροι δαίμονες πισώπλατα σε δώσουν.

Την άγια θυσία σου πιστά να αποδώσουν
Μπορούν μονάχα ο Κύριος κι η Μούσα Ελευθερία:
Προτού οι μαύροι δαίμονες πισώπλατα σε δώσουν
Στην πάλλευκη αγκάλη της σε πήρε η Μαρία.

Μπορούν μονάχα ο Κύριος κι η Μούσα Ελευθερία
Να πλέξουν δαφνοστέφανα για την παλληκαριά σου
Στην πάλλευκη αγκάλη της σε πήρε η Μαρία
Ν’ ανοίξει ρόδο αμάραντο στον Κήπο η καρδιά σου.

Να πλέξουν δαφνοστέφανα για την παλληκαριά σου
Δεν ξέρουν μα παλεύουνε οι δώδεκα σου φίλοι
Ν’ ανοίξει ρόδο αμάραντο στον Κήπο η καρδιά σου
Κοντά σ’ αυτό τ’ Ακρίτα μας με την αιθέρια ύλη.

Δεν ξέρουν μα παλεύουνε οι δώδεκά σου φίλοι
Να φτάσουνε στο ύψος σου όσο μπορούν κι εκείνοι
Κοντά σ’ αυτό τ’ Ακρίτα μας με την αιθέρια ύλη
Κορφούλα πενταδάκτυλη μ’ ανδρείους λόφους σμήνη.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου