Κυριακή, 29 Ιουνίου 2014

Το ποίημα "Mending a wall" του Ρόμπερτ Φροστ - με τη ματιά του Διονύση Καψάλη

Στο ποίημά του "Mending a wall" ο Ρόμπερτ Φροστ λέει:

Πριν χτίσω έναν τοίχο θα ρωτούσα
τι κλείνω μέσα ή τι κλείνω απέξω
και ποιον ενδεχομένως θα προσβάλλω.

Before I built a wall I'd ask to know
What I was walling in or walling out,
And to whom I was like to give offence.

Ο Ρόμπερτ Φροστ, που όριζε την ποίηση ως τον "ήχο του νοήματος", ήταν ένας Αμερικανός ποιητής (ίσως ο σημαντικότερος του 20ού αι.) στον οποίον οι δυσάρεστες ειδήσεις έφταναν με περίεργο τρόπο. Κάτω από τη δημόσια εικόνα του ασπρομάλλη, καλοκάγαθου και κομμάτι άξεστου αγρότη της Νέας Αγγλίας, που και ο ίδιος την καλλιεργούσε και την ενεθάρρυνε, κρυβόταν επιμελώς ένας "ποιητής τρομαχτικός", όπως τον είχε αποκαλέσει ο Λάιονελ Τρίλλινγκ - ένας που ήξερε πώς να ναρκοθετεί τα ποιήματά του κάτω από την επιφάνεια, ώστε οι αφελείς να μην ακούνε τον ήχο του σαρκασμού και την παταγώδη κατεδάφιση της αφέλειάς τους. Οφείλουμε επομένως να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί όταν αποφαινόμαστε ότι "ο Ρόμπερτ Φροστ είπε" κάτι, οτιδήποτε. Δεν είναι καθόλου βέβαιο πως ό,τι λέει ένα ποίημά του το λέει ο Ρόμπερτ Φροστ.

Το ποίημα είναι γραμμένο σε χρόνο εντελώς ανύποπτο, το 1914, στο κατώφλι του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Η συνάφειά του με τα "Τείχη" του Καβάφη είναι προφανής. Πιστεύω ότι τα δύο ποιήματα κατοικούν τον ίδιο ηθικό τόπο και στοιχειοθετούν την ίδια ηθική αμηχανία. Ένα χώρισμα, ένας τοίχος, ένας φράχτης, ένα όριο γίνεται η αφορμή ενός επίμονου και ιδιότυπου ποιητικού στοχασμού για την ηθική αναγκαιότητα των τοίχων και των τειχών στη ζωή των ανθρώπων, αλλά, θα έλεγε κανείς, από την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση. Αν ο Καβάφης προβληματίζεται για ό,τι χτίζει τείχη στη ζωή των ανθρώπων, τον Φροστ, στον πρώτο κιόλας στίχο του ποιήματός του, φαίνεται να τον απασχολεί ό,τι χαλάει τους τοίχους που χτίζουν οι άνθρωποι: Something there is that doesn't love a wall. Σε ελεύθερη μετάφραση: Κάτι στον κόσμο δεν γουστάρει τοίχους, ή: Κάτι στον κόσμο αντιπαθεί τους τοίχους. Τι είναι άραγε αυτό το κάτι;

Το ποίημα, όπως οι περισσότεροι δραματικοί μονόλογοι του Φροστ, είναι γραμμένο στον κλασικό ανομοιοκατάληκτο ιαμβικό πεντάμετρο (blank verse) της αγγλικής ποίησης και διηγείται σε αδρές γραμμές μια απλή ιστορία: Ο ομιλητής και ο γείτονάς του, κάτοικοι μιας αγροτικής περιοχής, συναντώνται κάθε χρόνο την άνοιξη για να επιδιορθώσουν τον τοίχο, το φράχτη (όπως θα δούμε πρόκειται για ξερολιθιά) που οροθετεί τις ιδιοκτησίες τους. Περπατώντας κατά μήκος και εκατέρωθεν του ορίου μερεμετίζουν, ο ένας από δω, ο άλλος από κει, την ξερολιθιά ανάμεσά τους:

I let my neighbor know beyond he hill;
And on a day we meet to walk the line
And set the wall between us once again.
We keep the wall between us as we go.
To each the boulders that have fallen to each.

Στον γείτονά μου πέρα από το λόφο
μηνώ, και συναντιόμαστε μια μέρα,
και βάζοντας τον τοίχο ανάμεσά μας
τον στήνουμε ξανά, σ'  όλο το μήκος.
Πηγαίνοντας, κρατάμε σταθερά
τον τοίχο ανάμεσά μας - στον καθένα
οι πέτρες που 'χουν πέσει στη μεριά του.

To walk the line: η φράση, ούτως ή άλλως πολυσήμαντη στην αμερικανική, είναι σχεδόν αμετάφραστη στη δική μας γλώσσα. Εδώ θα την αντιληφθούμε πρώτα κυριολεκτικά: δύο άνθρωποι περπατούν κατά μήκος ενός ορίου που χωρίζει τις περιουσίες τους. Θα κρατήσουμε όμως και τους βαθύτερους απόηχους: κινούνται πάνω στην κρίσιμη διαχωριστική γραμμή, πάνω στο όριο, τηρούν το όριο, κρατούν την ισορροπία. Οι απόηχοι συμφωνούν με την υποψία ότι τους δύο γείτονες δεν τους χωρίζει μόνον η ξερολιθιά. Αν εμπιστευτούμε τον ομιλητή, φαίνεται να τους διακρίνει μια ριζικά διαφορετική στάση απέναντι στην αναγκαιότητα των τοίχων, των συνόρων και των ορίων. Ο ομιλητής κρατάει αποστάσεις από την αρχαϊκή νοοτροπία του γείτονά του, τη στενοκεφαλιά του και την επιμονή του να επιδιορθώνουν σχολαστικά την ξερολιθιά από τις ζημιές που έχει υποστεί μέσα στον ατίθασο χειμώνα, όταν μάλιστα είναι εντελώς απίθανο να μπερδέψουν, οι ίδιοι ή κάποιοι άλλοι, τις δύο ιδιοκτησίες: καθαρός πευκώνας από τη μεριά του γείτονα και μόνο μηλιές από τη μεριά του ομιλητή. Για τον ομιλητή, όλη αυτή η δραστηριότητα δεν σημαίνει τίποτε περισσότερο από ένα παιχνίδι, "άλλο ένα υπαίθριο παιχνίδι", στο οποίο εκείνος ενδίδει από απλή κόπωση, αδιαφορία ή εθιμοφροσύνη. Δεν πρόκειται ποτέ να αλλάξει τα μυαλά του γείτονά του, όσο κι αν προσπαθήσει. Χλευάζει μάλιστα ανοιχτά τη συνήθεια του γείτονά του να σφραγίζει την εθιμική υποχρέωση της επισκευής με το ίδιο πάντα γνωμικό απόφθεγμα της αταβιστικής του θυμοσοφίας: good fences make good neighbors - οι καλοί φράχτες κάνουν τους καλούς γειτόνους:

Oh, just another kind of out-door game,
One on a side. It comes a little more:
There where it is we do not need the wall:
He is all pine and I am apple orchard.
My apple trees will never get across
And eat the cones under his pines, I tell him.
He only says, "Good fences make good neighbors".

Α, ένα ακόμα υπαίθριο παιχνίδι,
και τίποτε άλλο. Εκεί που βρίσκεται,
τι να τον κάνουμε τον τοίχο. Εκείνος
μόνο πεύκα κι εγώ μόνο μηλιές.
Δεν θα 'ρθουν οι μηλιές μου στη μεριά του
να φαν τα κουκουνάρια του, του λέω,
κι αυτός να λέει μόνο, "Οι καλοί φράχτες
κάνουν τους καλούς γειτόνους".

Ας επαναφέρουμε την αρχική μας απορία: τι είναι αυτό το "κάτι" που δεν πολυαγαπά τους τοίχους; Στην περιγραφή του ομιλητή, η ανώνυμη και απρόβλεπτη δύναμη που διαβρώνει και χαλάει το φράχτη προέρχεται από τη φύση ή ταυτίζεται με αυτήν: το "κάτι" βάζει κάτω από το φράχτη την παγωμένη γη που διαστέλλεται και τον καταστρέφει και ύστερα, με τον δυνατό ήλιο, σκορπίζει τις πάνω κάτω κοτρόνες κι από τις δυο μεριές της ξερολιθιάς. Αυτό το "κάτι", λοιπόν, ευθύνεται για τα κενά που προέκυψαν "ανεπαισθήτως", για τα χάσματα στον τοίχο που κανείς δεν άκουσε ή δεν είδε να γίνονται, αλλά οι δύο γείτονες τα βρίσκουν μπροστά τους την άνοιξη, όταν έρχεται η ώρα να επισκευάσουν τον φράχτη:

The gaps I mean,
No one has seen them made or heard them made,
But at spring mending-time we find them there.

Τα κενά εννοώ
που δεν τα είδε ούτε τα άκουσε κανείς
να γίνονται, όμως τα βρίσκουμε εκεί
όταν την άνοιξη έρχεται η ώρα
για τις επισκευές.

Αυτές τις ζημιές, όσες έγιναν ανεπαισθήτως και ανεξήγητα, ο ομιλητής θεωρεί μάταιο να τις επισκευάσουν. Για τις άλλες, εκείνες που προκαλεί η εμπρόθετη ανθρώπινη δραστηριότητα - οι κυνηγοί, επί παραδείγματι, που το χειμώνα ανοίγουν τρύπες στους φράχτες για να περνούν -, ο ομιλητής έχει άλλη άποψη: δεν το θεωρεί μάταιο να τις επιδιορθώνει, όπως σπεύδει και κάνει, μόνος του, κατά τη δική του ομολογία. Εδώ οι τοίχοι κρίνονται απαραίτητοι, και η επιδιόρθωσή τους αναγκαία. Η στάση του ομιλητή δεν είναι πια τόσο ευανάγνωστη όσο φαινόταν στην αρχή, και το ποίημα αρχίζει και γέρνει επικίνδυνα προς τη σκοτεινότερη εκδοχή του.

(συνεχίζεται)


[Απόσπασμα από την ομιλία του Διονύση Καψάλη "Ανεπαισθήτως, ο ήχος της τύχης" στο "σεμινάριο της Παρασκευής", έναν κύκλο συζητήσεων που λειτουργεί από το φθινόπωρο του 2012 στο κεντρικό κτήριο του ΜΙΕΤ στην οδό Θουκυδίδου. Η ομιλία δημοσιεύθηκε στο πρώτο αριθμημένο τεύχος της νέας σειράς demo του ΜΙΕΤ].

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου