Τρίτη, 17 Ιουνίου 2014

Η σιωπή, ως αντίφραση του λόγου, στην ερωτική συνάντηση (το παράδειγμα του Ερωτόκριτου)

Αριστούργημα της κρητικής λογοτεχνίας κι έργο ορόσημο της νεοελληνικής ποίησης ο Ερωτόκριτος εξακολουθεί ακόμα και σήμερα να αποτελεί σημείο αναφοράς του υψηλού, λυρικού, ερωτικού στοχασμού και της ανιδιοτελούς, ελπιδοφόρας αγάπης, που με πίστη μάχεται δυσκολίες και βάσανα, ως το τελικό αίσιο τέλος[1]. Ο ιδεαλιστικός τόνος της γραφής, η ανεξάντλητη ευρηματική φαντασία, η γλωσσική ικανότητα στην αφηγηματική διατύπωση καθιστούν (διαχρονικά) καθηλωτική την ανάγνωση του σπουδαίου αυτού κειμένου, αλλά και την εκφραστική αρτιότητα του αφηγητή του, του Βιντσέντζου Κορνάρου, ο οποίος από την αρχή κιόλας της συγγραφής του, υμνεί τη δύναμη του λόγου και τη μαγική γοητεία της λέξης στο ερωτικό γίγνεσθαι (και όχι μόνο)[2]:

«Απ’ ότι κάλλη έχει ο άνθρωπος, τα λόγια ‘χουν τη χάρη
να κάνουσι κάθε καρδιά παρηγοριά να πάρει,
κι οπού κατέχει να μιλεί με γνώση και με τρόπο,
κάνει και κλαίσιν και γελού τα μάτια των αθρώπω».
(Α 887-90)

Πολυσήμαντη η έννοια «του λέγειν» στην ερμηνευτική της θεώρηση, αναδεικνύει στην οντολογική προσέγγιση τη γλώσσα ως τον συντομότερο δρόμο στην κοινοποίηση του ανθρώπινου συναισθήματος, πολύ περισσότερο της ερωτικής φιλότητας, απεικασμένης στην κάθαρση του ατομικού παρελθόντος και στο αντάμωμα της προσωπικής πορείας του «εγώ» με το «εμείς». Ολοφάνερη η λειτουργία της στην ποιητική του Κορνάρου γίνεται το άγκιστρο του ερωτικού συναισθήματος, που κάνει τους ανθρώπους να ξεπερνούν όρια και συμβάσεις για χάρη της αγάπης:

«Εμίλειε κείνη ‘ς μια μερά, εμίλειε αυτός στην άλλη,
…τους επαίδευγε, ένας καημός μια ζάλη».
(Γ 100-102)

«Tα λόγια του τα γνωστικά κάθομαι και λογιάζω,
γραμμένα τα 'χω, και συχνά κλαίγοντας τα διαβάζω».
(Α 860-861)

Κι αν ο λόγος κρίνεται ως ο αυθεντικός «οίκος του Είναι», κατά τον Heidegger[3], η ερωτική ποιητική γλώσσα είναι ο τόπος που κατοικεί, πρωτίστως, η αληθινή ουσία του ανθρώπου. «Προσήλωση στο άξιο να αγαπηθεί, ως δικαίωση του άξιου να αγαπηθεί και ως υπέρτατη δημιουργική ελευθερία του ικανού να αγαπά»[4] ο έρωτας γεννά λόγους[5] και είναι στη δίκαιη παραδοχή «η συμφωνία και η ουσία της προοπτικής του ανθρώπου και του κόσμου»[6]. Κι όταν η γλώσσα του αισθητοποιείται και γίνεται εμμελής ποιητικός λόγος, τότε αποκαλύπτεται με διαύγεια η λειτουργία του στο πλήρες νόημα της, που ακόμα και ασύμβατη[7], όπως στην περίπτωση του Ερωτόκριτου, μπορεί να ανατρέπει όλους τους απαγορευτικούς κοινωνικούς περιορισμούς και να νικά:

«Όντεν η νύκτα η δροσερή καθ΄ άνθρωπο αναπεύγει,
και κάθε ζω να κοιμηθεί τρόπο να βρει να γυρεύγει,
ήπαιρνε το λαγούτο του κι εσιγανοπερπάτει………
Ήτον η χέρα ζάχαρη, φωνή ‘χε σαν αηδόνι,
κάθε καρδιά να του γροικά, κλαίει κι αναδακρυώνει.
Ήλεγε κι ανεθίβανε του Έρωτα τα πάθη,
ογιά να ακούει πάσα εις, τσι πράξεις του να μάθει».
(Α 375-380)

«Μ’ απ’ όλους κι όλες πλια γλυκιά ήσα’ στην Αρετούσα
και τα τραγούδια ξυπνητή συχνιά την εκρατούσα
κι οληνυκτίς ανάπαψη δεν είχε να λογιάζει
ποιος είναι αυτός που τραγουδεί και βαριαναστενάζει
Και μέρα νύκτα η Πεθυμιά πληθαίνει να τ’ ακούγει
μη γνώθοντας κι ο Έρωτας όντε γελά μας κρούγει»
(Α 409-414)

Αν όμως ο λόγος γίνεται κοινωνός του έρωτα και ευαίσθητη αποτύπωση του ενδόμυχου φίλιου συναισθήματος, είναι η σιωπή ωστόσο αυτή που εμφαίνει-σχήμα οξύμωρο-το μεγαλείο του και την υψηλή ουσία του. Κι αν η ερωτική διαδικασία έχει αναλογία και δομή συνομιλίας, νομιμοποιώντας τον συσχετισμό του έρωτος με την έννοια του συνδιαλέγεσθαι, είναι η σιωπή αυτή που αναδεικνύει την ορμή και το ασίγαστο μένος του ερωτικού συναισθήματος, εξαιτίας ακριβώς της έντασης που δημιουργεί η αντίθεση. Κι ακόμα κι αν και τα δύο ερωτικά υποκείμενα εμφορούνται από επιθυμία λόγου, ως διαυγή έκφραση της εσώτερης συναισθηματικής κατάστασης, είναι η σιωπή αυτή που, υπερβαίνοντας τη ρητή έκφραση, εξωτερικεύει με σαφήνεια και δύναμη το συναίσθημα που υφέρπει. Η σκηνή της φυλακής όπου η Αρετούσα συναντά τον Ερωτόκριτο κι η αγάπη τους ανήμπορη αρχικά να δηλωθεί, ανήμπορη να εκφρασθεί, αναγνωρίζεται κι επικοινωνεί χωρίς λόγο, αποτελεί δραματουργικά μία από τις κορυφαίες στιγμές του κρητικού θεάτρου, γιατί η σιγή ακριβώς καταδεικνύεται το μέτρο που υπηρετεί την υποβόσκουσα ερωτική αγάπη-κι αυτό που την προβάλλει. Το υψηλό, πάντα δυσθεώρητο, κατακτάται, αλλά παραμένει άρρητο, γι’ αυτό και μεγαλειώδες.

«Εσίμωσε ο Ρωτόκριτος στο παραθύρι απλώνει,
κι αγαληνά και σιγανά ποιος είναι φανερώνει.
Με ταπεινότητα η Αρετή τρέμοντας πιλογάται,
με μια φωνή έτσι δαμινή, που δεν καλογροικάται.
Εφανέρωσαν το κ’ οι δυο, πως είν’ εκεί σωσμένοι,
κι απόκεις στέκου σα βουβοί, κ’ η γλώσσά ντως σωπαίνει.
Ήτρεμ’ εκείνη ‘ς μια μερά, κ’ η γλώσσά ντως σωπαίνει.
Ήτρεμ’ εκείνη ‘ς μια μέρα, κ’ εκείνος εις την άλλη,
κι ο γεις τον άλλο ανίμενε την εμιλιά να βγάλη.
Μιαν ώρα στέκα αμίλητοι, και τα πολλά που χώνα,
εχάσαν τα, σου φαίνεται, την ώρα που σιμώνα.
Δεν είχαν την αποκοτιά, τα θέλου να μιλήσου,
δεν ξέρουν από ποια μερά τα πάθη ντως ν’ αρχίσου.
Όσά λαήνι, που γενή πολλά πλατύ στον πάτο,
κ’ είς τον λαιμό πολλά στενό, κ’ είναι νερό γεμάτο,
κι όποιος θελήση και βαλθή έξω νερό να χύση,
και το λαήνι με τη βιά προς χαμαί να γυρίση,
μέσα κρατίζη το νερό, κι απόξω δεν το βγάνει,
κι όσον το γέρνει, τόσο πλιά μόνο τον κόπο χάνει·
εδέτσι μοιάσασι κι αυτοί, κ’ ήσα γεμάτοι πάθη,
η αποκοτιά ντως να τα πη, ως εσίμωσα, χάθη,
και θέλοντας να πουν πολλά, τα λίγα δεν μπορούσι,
το στόμα ντως εσώπαινε, με την καρδιά μιλούσι.
(Γ 1335-1345)

Και μοιάζει τούτη η σιωπή με θάνατο, γιατί ο θάνατος κι ο έρωτας συμπλέκονται αέναα σε οντολογική συμβίωση και συναλλαγή. Είναι ο έρωτας «ένα διαρκώς συντελούμενο γεγονός»[8], «φαινόμενο ρευστό»[9] σε καθεστώς διαρκούς κίνησης, μεταβολής και παύσης, ίδιο και απαράλλαχτο με τον ρυθμό του κόσμου[10] και τον ρυθμό της ζωής[11], καθώς το τέλος, αναπόφευκτο πάντα, φέρει την ολοκλήρωση, την πλήρωση του σκοπού και γίνεται η απαραίτητη προϋπόθεση, η αφετηρία, της νέας αρχής: Ο έρωτας πεθαίνει οντολογικά για να αναγεννηθεί σε νέα μορφή ή πνευματικά ενδυναμωμένος να αναβαπτισθεί στην ίδια διαδρομή. Η σιωπή στην συνάντηση του Ερωτόκριτου και της Αρετούσας συνιστά κατάφαση του ήδη παραδεδεγμένου συναισθήματος και αναγκαία συνθήκη στη νέα, υπέρτερη, μορφή. 

Αν σιωπή θεωρείται αντίφραση του λόγου και στηρίζεται ερμηνευτικά στη σιγή[12], κατ’ εξοχήν έκφραση του δέους και της υποβολής που γεννά στον ερωτευμένο η όψη του αγαπημένου προσώπου, είναι η σιγή πάλι που ιεροποιεί τον έρωτα δίνοντας του «απερίληπτον μέγεθος»[13]. Η ίδια αυτή, ερωτική, συνθήκη-πολύ περισσότερο από το να θεωρείται μια απλή διαβατήρια τελετή- θα πρέπει να αναζητηθεί στη σιωπή που ήταν υποχρεωμένη να τηρεί η νύφη κατά τη διάρκεια του γάμου της, πανάρχαιο ελληνικό έθιμο (με διαχρονική ισχύ μέχρι πρότινος) που μνημονεύεται στον Όμηρο στους άφθογγους γάμους της Θέτιδος και του Πηλέα, αλλά ανιχνεύεται και σε άλλους μεσογειακούς πολιτισμούς[14]. Γίνεται εδώ η σιωπή ερωτική απαίτηση και βαθύ υπόστρωμα του φλογερού συναισθήματος, του ίμερου, της ακατάλυτης ερωτικής ορμής που κινείται σε κοσμική εναλλαγή Φιλότητος και Νείκους, ένωσης και αποχωρισμού, σε μία εναργή στην αντιφατική ύφη εναρμόνιση των αντιθέτων: Είναι η στέρηση που ενδυναμώνει τη λαχτάρα, είναι η απουσία που μεγεθύνει την παρουσία, είναι η σιωπή αυτή που ηχεί βαρυσήμαντα την ερωτική αλήθεια. Κι αν ο Ερωτόκριτος έχει χαρακτηρισθεί ακριβοδίκαια ως το «ποίημα των εναρμονισμένων αντιθέσεων»[15] κι αν το τέλος, ειδυλλιακό και μυθιστορηματικό οδηγεί στη χαρούμενη και πολυπόθητη ζεύξη[16], αυτή ακριβώς η χαρά, στην προηγηθείσα ερωτική διαλεκτική, συνιστά σύνθεση στη θέση και την αντίθεση και γίνεται «καρδιά έρωτα»[17] και «γέννα μέσα στο ωραίο»[18]:

«Τούτη η αγάπη η μπιστική με τη χαρά τελειώθη
και πλερωμή στα βάσανα μεγάλη τως εδόθη·
και καθανείς που διάβασεν εδά ας το κατέχει
μη χάνεται στα κίντυνα, μα πάντα ολπίδα ας έχει».
(Ε 1513-1516)


Αγγελική Κομποχόλη
Φιλόλογος -Δρ. Πανεπιστημίου Αθηνών


[1] Λίνος Πολίτης, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1980, σελ. 77-80.
[2] Σκέψη που υποβλητικά υπερέχει και αιώνες μετά εμφαίνεται με την ίδια νοηματική πειθώ στον Παντελή Πρεβελάκη και στον Νέο Ερωτόκριτο, σε μια νέα, μεταφυσική στη διάστασή της, αντίληψη της γλώσσας: «Βρήκα κείνο που γύρευα, τη ριζιμιά τη λέξη/στη σκίζα του μεσονυκτιού, στου καντηλιού τη φέξη/Μια λέξη! Πες την σαϊτιά που στο κορμί δαγκάνει/και που το κάνει να πονεί και τη φωνή να βγάνει» (Άσμα Ζ, στίχ. 479-82). «Τόσα άστρα που ‘χει ο ουρανός, τόσα λουλούδια οι κάμποι, των ονομάτων ο χορός πιότερο εκείνος λάμπει» (Αφιέρωση, στίχ. 21-22).
[3] Δημήτρης Τζωρτζόπουλος, «Μάρτιν Χάιντεγκερ: Η γλώσσα είναι το Είναι μας», άρθρο στον διαδικτυακό ηλεκτρονικό χώρο www.antifono.gr (δημοσίευση 25 Ιουλίου 2012).
[4] Η. Π. Νικολούδης, Έρως και Λόγος, Αθήνα 1990, σελ. 94-95.
[5] Η σύνδεση του έρωτα με την ομιλία ολοφάνερη στην ετυμολογική προσέγγιση του λέγω με τη σημασία του διαλέγομαι αλλά και του θέλω, επιθυμώ και συνευρίσκομαι ερωτικώς (άλοχος, η σύνευνος, η σύζυγος). Βλ. Εtymologicum Magnum, Kallierges, 559, 15-39.
[6] Ο.π., σελ. 101..
[7] Για το θέμα του ασύμβατου έρωτα στη προφορική και γραπτή λογοτεχνική παράδοση βλ. Φ.Δ. Δημητρακόπουλος, Εργόχειρα Έρωτος, Υστεροβυζαντινά-δημώδη-μεταβυζαντινά κείμενα και μελέτες, Επικαιρότητα, Αθήνα σελ. 2000, σελ. 42.
[8] Λιαντίνης, ο.π., 154.
[9] Λιαντίνης, ο.π.
[10] Πρβλ. Πρόκλ., Εις Πλάτ. Τίμαιον, 2, 54, 15-16.
[11] Πρβλ. Δημητρακόπουλος, ο.π., σελ. 42: «Παραταύτα, η υπόθεση της ζωής μας είναι υπόθεση αγαπητική».
[12] Βλ. Etymologicum Magnum, Kallierges, 715, 16.
[13] Λιαντίνης, ο.π.
[14] Μ.Γ. Μερακλής, Λαογραφικά Ζητήματα, Χ. Μπούρας Αθήνα 1989, σελ. 33-58.
[15] Μ. Γ. Μερακλής, Έντεχνος Λαϊκός Λόγος, Καρδαμίτσας, Αθήνα 1993, σελ. 273-278.
[16] G. Heighet, H Kλασική Παράδοση, Ελληνικές και Ρωμαϊκές επιδράσεις στη Λογοτεχνία της Δύσης, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2000, σελ. 245.
[17] Η. Π. Νικολούδης, ο.π., σελ. 102.
[18] Ο.π.

3 σχόλια:

  1. Ένα εξαιρετικό κείμενο Αγγελική μου, μια ολοκληρωμένη και εμπεριστατωμένη προσέγγιση, με έκανες να ξαναπιάσω το κείμενο μετά από χρόνια. Η ισορροπία ανάμεσα στον φθόγγο και την σιωπή είναι τελικά η σταθερά που δίνει υπόσταση στον ποιητικό λόγο. Υποθέτω η Χριστίνα πρέπει να είναι πασιχαρής, μου μιλούσε για τον Ερωτόκριτο από πέρυσι και συνειδητοποιώ πόσα έχω ακόμα να μάθω πάνω στο θέμα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Είμαι πάρα πολύ χαρούμενη, πράγματι, και για το θέμα και που η Αγγελική μας έκανε την τιμή να γράψει στο στίγμαΛόγου. Άντε, Κρις, επόμενο (αντι)κείμενο ο Κατσούρμπος!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Κι εγώ με τη σειρά μου σας ευχαριστώ πολύ για τη τόσο ζεστή φιλοξενία σας! Και ναι συμφωνώ, ο Ερωτόκριτος είναι ένα έργο με πολλαπλές αναγνώσεις, όπως άλλωστε κάθε μεγάλο έργο! Aγγελική Κομποχόλη

    ΑπάντησηΔιαγραφή