Τρίτη, 10 Ιουνίου 2014

Το ποίημα του πεζού ή το πεζό του ποιήματος

Πώς σαλεύ’ ο βραχνάς μεσ’ τ’ ανθρώπου τα στήθια,

Πώς ο Χάρος θα έρθει στερνά………
- Την Αλήθεια που ζημώθηκε – φλόγα – με ίμερο και αίμα την μισώ. Την μισώ πιο πολύ κι απ’ το ψέμα……….. 
- Προσταγή των Μοιρών: Να ζητάς. Θα σου φέρω. Τι γυρεύ’ η ψυχή σου; Τι θέλεις; 
- Δεν ξέρω.

Έχοντας στολισμένο το ριζάφτι με ορτανσία λευκή, 
Την καρδιά με μαβιά. 
Και τραγούδαγα το θρήνο εκείνων που πέθαναν και δεν το ξέρουν. 
Επειδή ζητούσα τη ζωή κ’ εσένα και το θάνατο στη ρεματιά 
Κ’ ήσουν κ’ εσύ κι’ ο θάνατος. 
Κ’ η ζωή είχε φύγει γλυστρόντας στη στερνή ηλιαχτίδα, 
Αυτή που πάντοτε λησμονάει ο ήλιος. 
Γύρω στο αχνό, στο ξανθό φεγγί των μαλιών σου στριφογύριζαν τα σεραφείμ 
Οι δυό αρχάγγελοι στεκόντανε με το δάχτυλο στα χείλη. 
Η Κύπρις προσκαλούσε ανάσκελη το σάτυρο της αγριοκαστανιάς. 
Τα πολυτρίχια στάλαζαν την ηδονή κόμπο-κόμπο. 
Στον καταρράχτη βούιζαν τα σύννεφα της οδύνης. 
Κ’ ήταν ο Χάρος του ήλιου που σου φώτιζε τα μαλιά. 
Ο Χάρος του νερού που χρωμάτιζε τα μάτια σου. 
Ο Χάρος του δειλινού που εσάπιζε τα σπλάχνα σου. 
Ο Χάρος της νύχτας που έγραψε το τόξο των χειλιών σου, 
Σκορπόντας ύσωπο κι’ αλόη στους Μενεξέδες του χαμόγελού σου. 
Σταλάζει ο θάνατος από τα μάτια στα πολυτρίχια της πηγής. 
Και η πηγή στη ρεματιά 
Κ’ η ρεματιά στη θάλασσα. 
Έτσι σκοτώθηκε η φωτερή ζωή των σκοτινών βυθών. 
Έτσι απόμειναν οι ακάλυφες χωρίς ίχνη φώσφορου. 
Στην απαλάμη σου χαράχτηκε η σφραγίδα της Μοίρας. 
Από τότε πεθαίνω τραγουδόντας 
Τραγουδώ και πεθαίνω κάθε νύχτα, κάθε αυγή. 
Τραγουδώ τα δύο αστέρια πόχουν σβύσει από καιρό, 
Λησμονώντας στο άπειρο την αδέσποτη μαρμαρυγή τους. 
Τραγουδώ το μυστικό του κισού της ρεματιάς. 
Την αιώνια νυχτιά που πεθαίνει κάθε αυγή. 
Τον άμο του γιαλού που σκεπάζει τα μάτια των ονείρων. 
Να ντυθείς κατάσαρκα τις αγάπες των τροπικών 
Να συλάβουν τα σπλάχνα σου στων ερήμων τους άμους. 
Να θηλάσεις τον ΄Ανουβι με την σκυλίσια κεφαλή. 
Του Αιγαίου οι πνοές στραγγάλισαν το γέλιο σου. 
Ήπια το νερό της πικρής σου της λίμνης. 
Φίλησα στους κάλυκες των λευκών υακίνθων 
Τον ιό της οχιάς, τον ίδρώ της γουστέρας.

Αυτά που διαβάσατε παραπάνω είναι ένα πεζό κείμενο και ένα ποίημα. Περιέχονται και τα δύο στην φανταστική νουβέλα του Μ. Καραγάτση «Το χαμένο νησί». Ομολογώ ότι δεν το ήξερα το συγκεκριμένο κείμενο και ομολογώ ότι με εντυπωσίασε που μία εφημερίδα το έδινε μαζί με το φύλλο της. Η έκπληξη όμως που μου επιφύλασσε το ίδιο το κείμενο ήταν μεγαλύτερη από τον τρόπο απόκτησής του. Ένα κείμενο που κατατασσόταν άνετα στον χώρο της φανταστικής λογοτεχνίας λόγω της παντελώς απρόσμενης θεματολογίας, που βέβαια δικαιώνεται απόλυτα από τη χρονολογία συγγραφής του, το 1943, δηλ. στο τέλος του τρομακτικού Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στην αναγκαία για την υγεία του πνεύματος και της ψυχής στροφή σε τόπους λιγότερο φρικαλέους από τους πραγματικούς.

Τι δουλειά έχω όμως να μιλάω για μία νουβέλα σε ένα χώρο αφιερωμένο στην ποίηση; Το γεγονός ότι στο συγκεκριμένο βιβλίο, βρίσκει κανείς απρόσμενες λίμνες ποίησης. Ξαφνικά και απρόσμενα πέφτεις επάνω τους μη συνειδητοποιώντας πότε, από εκεί που περπατάς αμέριμνος στις ίσιες γραμμές του πεζού του λόγου, βρίσκεσαι να κολυμπάς σε βαθιά ποιητικά νερά. Παραπλανητικά μιας και στα αναφερόμενα παραπάνω κείμενα το πρώτο είναι το ποιητικό και βρίσκεται ως ανεξάρτητο ποίημα στο τέλος του βιβλίου, ακολουθώντας την νόρμα και τον ρυθμό της βουκολικής ποίησης. Ενώ το δεύτερο είναι καθαρά πεζό κείμενο και βρίσκεται κάπου ανάμεσα στις σελίδες του βιβλίου, όπως και αρκετά άλλα σαν και αυτό. Ο μετασχηματισμός των φράσεων σε μορφή ποιήματος έγινε επίτηδες για να δοθεί έμφαση στο γεγονός ότι θα ήταν δύσκολο σε αυτήν τη μορφή να συνειδητοποιήσει κανείς ότι πρόκειται για πεζό.

Δεν μιλάω εδώ για την ποιητική του πεζού λόγου, αλλά για καθαρή ποίηση που απλά δεν τηρεί την κανονικότητα του οργανωμένου ποιητικού λόγου. Όπως ακριβώς θα μπορούσα να μιλήσω και για το αντίθετο. Πόσο δηλαδή το ποίημα του τέλους του βιβλίου του Καραγάτση, το οποίο, παρόλο που τηρεί την ομοιοκαταληξία και γενικά τις αρχές των βουκολικών ποιημάτων, θα μπορούσε κάλλιστα να ήταν ένα πεζό κείμενο.

Τελικά πού σταματά ο πεζογράφος και πού ξεκινά ο ποιητής; Πόσοι πραγματικά από αυτούς που κατατάσσουμε στην κατηγορία των ποιητών δεν είναι παρά πεζογράφοι που κόβουν τις γραμμές των κειμένων τους πολύ πιο πριν από το τέλος της τυπογραφικής σειράς; Τα τελευταία χρόνια πολλοί περισσότεροι από ό,τι θα ήθελα πραγματικά.

Και τι ευτυχία τελικά να πέφτεις απάνω σε κάτι τόσο καθαρά ποιητικό όσο το παραπάνω κείμενο, έστω και αν το βρίσκεις καλά κρυμμένο σαν μυστικό δώρο μέσα στα σπλάχνα πεζού λόγου! Αθώα δήθεν ενταγμένο στο υπόλοιπο κείμενο να σε τραβάει από το μανίκι ζητώντας να ανασηκώσεις τα φρύδια και να αναρωτηθείς μη διάβασες λάθος τον υπότιτλο του βιβλίου «φανταστική νουβέλα» και μετά εξίσου αθώα να ενσωματώνεται πάλι στον πεζό λόγο σαν να μην συμβαίνει τίποτα Εννοείται πως αμέσως μετά ανατρέχεις πάλι σε όλο το προηγούμενο κείμενο για να δεις πόσες φορές σε ξεγέλασε αυτός ο ποιητής, φορώντας τον μανδύα του καλού πεζογράφου. Πόσες φορές σου πέρασε την υψηλή του ποίηση για φυσιολογικές παραγράφους. Ξαφνικά έχεις την αίσθηση ότι σε παρέσυρε σε ένα παιγνίδι διόλου ανεπιθύμητο: αυτό του ανιχνευτή ποίησης, εκείνου που αναζητά την αληθινή ποίηση χωρίς να περιορίζεται στα στενά όρια των ραφιών των βιβλιοπωλείων που φέρουν τον τίτλο ποίηση, αλλά παντού όπου υπάρχει γραπτός ή προφορικός λόγος. Και νομίζω πως ειδικά αυτόν τον καιρό την έχουμε απόλυτη ανάγκη αυτή την αναζήτηση.

Ποίηση λοιπόν εκτός των περιορισμών των ορισμών και των διαχωρισμών…….

Μαρία Γενιτσαρίου 

ΥΓ Στην αντιγραφή των κειμένων του Καραγάτση τηρήθηκε η ορθογραφία αλλά όχι το πολυτονικό σύστημα.

1 σχόλιο:

  1. Θα ήθελα να τονίσω, προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, πως στο κείμενό της η Μαρία εννοεί ακριβώς αυτό που εννοεί: όχι ότι τα πάντα, όλες οι φόρμες, είναι εν δυνάμει ποίηση, αλλά ότι κάποια κείμενα που δεν θα περίμενε κανείς να είναι ποιητικά κρύβουν τελικά μέσα τους περισσότερη ποίηση από οποιοδήποτε ποίημα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή