Κυριακή, 29 Ιουνίου 2014

Το ποίημα "Mending a wall" του Ρόμπερτ Φροστ - με τη ματιά του Διονύση Καψάλη

Στο ποίημά του "Mending a wall" ο Ρόμπερτ Φροστ λέει:

Πριν χτίσω έναν τοίχο θα ρωτούσα
τι κλείνω μέσα ή τι κλείνω απέξω
και ποιον ενδεχομένως θα προσβάλλω.

Before I built a wall I'd ask to know
What I was walling in or walling out,
And to whom I was like to give offence.

Ο Ρόμπερτ Φροστ, που όριζε την ποίηση ως τον "ήχο του νοήματος", ήταν ένας Αμερικανός ποιητής (ίσως ο σημαντικότερος του 20ού αι.) στον οποίον οι δυσάρεστες ειδήσεις έφταναν με περίεργο τρόπο. Κάτω από τη δημόσια εικόνα του ασπρομάλλη, καλοκάγαθου και κομμάτι άξεστου αγρότη της Νέας Αγγλίας, που και ο ίδιος την καλλιεργούσε και την ενεθάρρυνε, κρυβόταν επιμελώς ένας "ποιητής τρομαχτικός", όπως τον είχε αποκαλέσει ο Λάιονελ Τρίλλινγκ - ένας που ήξερε πώς να ναρκοθετεί τα ποιήματά του κάτω από την επιφάνεια, ώστε οι αφελείς να μην ακούνε τον ήχο του σαρκασμού και την παταγώδη κατεδάφιση της αφέλειάς τους. Οφείλουμε επομένως να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί όταν αποφαινόμαστε ότι "ο Ρόμπερτ Φροστ είπε" κάτι, οτιδήποτε. Δεν είναι καθόλου βέβαιο πως ό,τι λέει ένα ποίημά του το λέει ο Ρόμπερτ Φροστ.

Το ποίημα είναι γραμμένο σε χρόνο εντελώς ανύποπτο, το 1914, στο κατώφλι του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Η συνάφειά του με τα "Τείχη" του Καβάφη είναι προφανής. Πιστεύω ότι τα δύο ποιήματα κατοικούν τον ίδιο ηθικό τόπο και στοιχειοθετούν την ίδια ηθική αμηχανία. Ένα χώρισμα, ένας τοίχος, ένας φράχτης, ένα όριο γίνεται η αφορμή ενός επίμονου και ιδιότυπου ποιητικού στοχασμού για την ηθική αναγκαιότητα των τοίχων και των τειχών στη ζωή των ανθρώπων, αλλά, θα έλεγε κανείς, από την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση. Αν ο Καβάφης προβληματίζεται για ό,τι χτίζει τείχη στη ζωή των ανθρώπων, τον Φροστ, στον πρώτο κιόλας στίχο του ποιήματός του, φαίνεται να τον απασχολεί ό,τι χαλάει τους τοίχους που χτίζουν οι άνθρωποι: Something there is that doesn't love a wall. Σε ελεύθερη μετάφραση: Κάτι στον κόσμο δεν γουστάρει τοίχους, ή: Κάτι στον κόσμο αντιπαθεί τους τοίχους. Τι είναι άραγε αυτό το κάτι;

Το ποίημα, όπως οι περισσότεροι δραματικοί μονόλογοι του Φροστ, είναι γραμμένο στον κλασικό ανομοιοκατάληκτο ιαμβικό πεντάμετρο (blank verse) της αγγλικής ποίησης και διηγείται σε αδρές γραμμές μια απλή ιστορία: Ο ομιλητής και ο γείτονάς του, κάτοικοι μιας αγροτικής περιοχής, συναντώνται κάθε χρόνο την άνοιξη για να επιδιορθώσουν τον τοίχο, το φράχτη (όπως θα δούμε πρόκειται για ξερολιθιά) που οροθετεί τις ιδιοκτησίες τους. Περπατώντας κατά μήκος και εκατέρωθεν του ορίου μερεμετίζουν, ο ένας από δω, ο άλλος από κει, την ξερολιθιά ανάμεσά τους:

I let my neighbor know beyond he hill;
And on a day we meet to walk the line
And set the wall between us once again.
We keep the wall between us as we go.
To each the boulders that have fallen to each.

Στον γείτονά μου πέρα από το λόφο
μηνώ, και συναντιόμαστε μια μέρα,
και βάζοντας τον τοίχο ανάμεσά μας
τον στήνουμε ξανά, σ'  όλο το μήκος.
Πηγαίνοντας, κρατάμε σταθερά
τον τοίχο ανάμεσά μας - στον καθένα
οι πέτρες που 'χουν πέσει στη μεριά του.

To walk the line: η φράση, ούτως ή άλλως πολυσήμαντη στην αμερικανική, είναι σχεδόν αμετάφραστη στη δική μας γλώσσα. Εδώ θα την αντιληφθούμε πρώτα κυριολεκτικά: δύο άνθρωποι περπατούν κατά μήκος ενός ορίου που χωρίζει τις περιουσίες τους. Θα κρατήσουμε όμως και τους βαθύτερους απόηχους: κινούνται πάνω στην κρίσιμη διαχωριστική γραμμή, πάνω στο όριο, τηρούν το όριο, κρατούν την ισορροπία. Οι απόηχοι συμφωνούν με την υποψία ότι τους δύο γείτονες δεν τους χωρίζει μόνον η ξερολιθιά. Αν εμπιστευτούμε τον ομιλητή, φαίνεται να τους διακρίνει μια ριζικά διαφορετική στάση απέναντι στην αναγκαιότητα των τοίχων, των συνόρων και των ορίων. Ο ομιλητής κρατάει αποστάσεις από την αρχαϊκή νοοτροπία του γείτονά του, τη στενοκεφαλιά του και την επιμονή του να επιδιορθώνουν σχολαστικά την ξερολιθιά από τις ζημιές που έχει υποστεί μέσα στον ατίθασο χειμώνα, όταν μάλιστα είναι εντελώς απίθανο να μπερδέψουν, οι ίδιοι ή κάποιοι άλλοι, τις δύο ιδιοκτησίες: καθαρός πευκώνας από τη μεριά του γείτονα και μόνο μηλιές από τη μεριά του ομιλητή. Για τον ομιλητή, όλη αυτή η δραστηριότητα δεν σημαίνει τίποτε περισσότερο από ένα παιχνίδι, "άλλο ένα υπαίθριο παιχνίδι", στο οποίο εκείνος ενδίδει από απλή κόπωση, αδιαφορία ή εθιμοφροσύνη. Δεν πρόκειται ποτέ να αλλάξει τα μυαλά του γείτονά του, όσο κι αν προσπαθήσει. Χλευάζει μάλιστα ανοιχτά τη συνήθεια του γείτονά του να σφραγίζει την εθιμική υποχρέωση της επισκευής με το ίδιο πάντα γνωμικό απόφθεγμα της αταβιστικής του θυμοσοφίας: good fences make good neighbors - οι καλοί φράχτες κάνουν τους καλούς γειτόνους:

Oh, just another kind of out-door game,
One on a side. It comes a little more:
There where it is we do not need the wall:
He is all pine and I am apple orchard.
My apple trees will never get across
And eat the cones under his pines, I tell him.
He only says, "Good fences make good neighbors".

Α, ένα ακόμα υπαίθριο παιχνίδι,
και τίποτε άλλο. Εκεί που βρίσκεται,
τι να τον κάνουμε τον τοίχο. Εκείνος
μόνο πεύκα κι εγώ μόνο μηλιές.
Δεν θα 'ρθουν οι μηλιές μου στη μεριά του
να φαν τα κουκουνάρια του, του λέω,
κι αυτός να λέει μόνο, "Οι καλοί φράχτες
κάνουν τους καλούς γειτόνους".

Ας επαναφέρουμε την αρχική μας απορία: τι είναι αυτό το "κάτι" που δεν πολυαγαπά τους τοίχους; Στην περιγραφή του ομιλητή, η ανώνυμη και απρόβλεπτη δύναμη που διαβρώνει και χαλάει το φράχτη προέρχεται από τη φύση ή ταυτίζεται με αυτήν: το "κάτι" βάζει κάτω από το φράχτη την παγωμένη γη που διαστέλλεται και τον καταστρέφει και ύστερα, με τον δυνατό ήλιο, σκορπίζει τις πάνω κάτω κοτρόνες κι από τις δυο μεριές της ξερολιθιάς. Αυτό το "κάτι", λοιπόν, ευθύνεται για τα κενά που προέκυψαν "ανεπαισθήτως", για τα χάσματα στον τοίχο που κανείς δεν άκουσε ή δεν είδε να γίνονται, αλλά οι δύο γείτονες τα βρίσκουν μπροστά τους την άνοιξη, όταν έρχεται η ώρα να επισκευάσουν τον φράχτη:

The gaps I mean,
No one has seen them made or heard them made,
But at spring mending-time we find them there.

Τα κενά εννοώ
που δεν τα είδε ούτε τα άκουσε κανείς
να γίνονται, όμως τα βρίσκουμε εκεί
όταν την άνοιξη έρχεται η ώρα
για τις επισκευές.

Αυτές τις ζημιές, όσες έγιναν ανεπαισθήτως και ανεξήγητα, ο ομιλητής θεωρεί μάταιο να τις επισκευάσουν. Για τις άλλες, εκείνες που προκαλεί η εμπρόθετη ανθρώπινη δραστηριότητα - οι κυνηγοί, επί παραδείγματι, που το χειμώνα ανοίγουν τρύπες στους φράχτες για να περνούν -, ο ομιλητής έχει άλλη άποψη: δεν το θεωρεί μάταιο να τις επιδιορθώνει, όπως σπεύδει και κάνει, μόνος του, κατά τη δική του ομολογία. Εδώ οι τοίχοι κρίνονται απαραίτητοι, και η επιδιόρθωσή τους αναγκαία. Η στάση του ομιλητή δεν είναι πια τόσο ευανάγνωστη όσο φαινόταν στην αρχή, και το ποίημα αρχίζει και γέρνει επικίνδυνα προς τη σκοτεινότερη εκδοχή του.

(συνεχίζεται)


[Απόσπασμα από την ομιλία του Διονύση Καψάλη "Ανεπαισθήτως, ο ήχος της τύχης" στο "σεμινάριο της Παρασκευής", έναν κύκλο συζητήσεων που λειτουργεί από το φθινόπωρο του 2012 στο κεντρικό κτήριο του ΜΙΕΤ στην οδό Θουκυδίδου. Η ομιλία δημοσιεύθηκε στο πρώτο αριθμημένο τεύχος της νέας σειράς demo του ΜΙΕΤ].

Δευτέρα, 23 Ιουνίου 2014

COOL ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ σε ένα νέο συγγραφέα

Ακολουθεί σταχυολόγηση από το ομότιτλο άρθρο της Σώτης Τριανταφύλλου που δημοσιεύεται στο τεύχος 50 του περιοδικού Μανδραγόρας. Όσα λέει η Σώτη για τους λογοτέχνες γενικά, έχουν εφαρμογή και στους ποιητές ειδικότερα:

  • Μην περιγράφετε ρομαντικά τοπία, το "ροδοχάραμα της αυγής" και την "πορφυρή δύση".
  • Αποφεύγετε τις κοινότοπες παρομοιώσεις ("δέρμα σαν προσελάνη"). Αν η παρομοίωση είναι απαραίτητη πρέπει να είναι δικής σας παραγωγής ή να εκφράζεται εμμέσως ("το δέρμα της, διάστικτο για πάντα"). Ξεχάστε την έκθεση ιδεών του σχολείου και όλα τα καλολογικά στοιχεία. Περιορίστε στο ελάχιστο επίθετα και επιρρήματα. Το βουνό με τα επίθετα πέφτει και μας πλακώνει.
  • Αποφεύγετε λέξεις της μόδας, λέξεις-καραμέλες, λέξεις-σαρανταποδαρούσες. Αποφεύγετε τις υπερβολικά εξεζητημένες και πομπώδεις λέξεις. Αποφεύγετε τις ακαδημαϊκές λέξεις ("συγκριτισμός", "αιτιότητα", "σημαίνον", "συνδηλώσεις"). Αποφεύγετε τις ξένες λέξεις ("κοπιάρω", "μπλέιζερ", "μπάτζετ", διάφορες τουρκικές). Μερικές λέξεις κάνουν θόρυβο σαν τενεκέδες. Αποφεύγετε (με μανία) τις πομπώδεις δηλώσεις ("Δεν λυπάμαι που έχασα το βραβείο Νόμπελ, λυπάμαι που έχασα εσένα!"). Όταν μια λέξη είναι απολύτως αποδεκτή παρότι προέρχεται από ξένη γλώσσα πρέπει να θεωρείται κατάλληλη και να μην αντικαθίσταται από την ελληνική: π.χ. "γραβάτα" όχι "λαιμοδέτης", "παντελόνι" όχι "περισκελίς".
  • Όταν μια λέξη μπορεί να παραληφθεί, ας παραληφθεί.
  • Μάθετε να βαδίζετε προτού μάθετε να χορεύετε.
  • Προσοχή στις σεξουαλικές σκηνές. Το σεξ μπορεί να  είναι υποδηλωτικό, έμμεσο, υπαινικτικό, παρασκηνιακό. Επίσης, μπορεί να είναι αστείο. Στις περισσότερες περιπτώσεις, στη λογοτεχνία, είναι απλώς απαίσιο. Τα μυθιστορήματα [και τα ποιήματα] είναι γεμάτα bad sex (και η ζωή).
  • Αποφεύγετε τα γλωσσικά κλισέ: "η πύρινη λαίλαπα" είναι απλούστατα η φωτιά (ή η πυρκαγιά) και "ο Μολώχ της ασφάλτου" είναι απλούστατα τα δυστυχήματα. Εξάλλου, στη λογοτεχνία, οι δολοφόνοι δεν είναι "ανθρωπόμορφα κτήνη", είναι άνθρωποι των οποίων τα κίνητρα και η συμπεριφορά αξίζει να ερευνηθούν: λέξεις όπως "στυγερός" και "αδίστακτος" περιττεύουν. Η "τραγική μάνα" επίσης. Το "άτυχο θύμα" επίσης. Όπως και το "αθώο θύμα". Γράφει ο Παντελής Μπουκάλας στην εφημερίδα "Καθημερινή": "τα κλισέ είναι μάλλον αβλαβή αν και ιδιαζόντως ενοχλητικά, περίπου σαν τις κατσαρίδες".
  • Διαβάστε γραμματική. Διαβάστε ποια είναι τα συνηθισμένα λάθη στη χρήση της ελληνικής γλώσσας.
  • Μη δίνετε τα χειρόγραφά σας να τα διαβάζουν άνθρωποι που σας κολακεύουν. Be close to your friends, but closer to your enemies. Να γίνετε ο καλύτερος και αυστηρότερος κριτικός του εαυτού σας.
  • Γράφετε και σχίζετε, γράφετε και πετάτε στον κάδο ανακύκλωσης. Προχωρείτε κάθε μέρα, αναθεωρώντας, διορθώνοντας. Κλαδεύετε σαν κηπουρός.
  • Μην προσπαθείτε να μοιάσετε σε κάποιον άλλο συγγραφέα.
  • Αποφύγετε την autofiction. Η ζωή μας και τα αποτελέσματα της ψυχανάλυσής μας δεν αφορούν κανέναν. Εξάλλου, δεν είμαστε όσο ενδιαφέροντες νομίζουμε. Η αγάπη για τον εαυτό μας είναι μειονέκτημα για τη συγγραφή.
  • Οι μέτριοι συγγραφείς περιμένουν την έμπνευση. Οι καλοί συγγραφείς σηκώνονται νωρίς το πρωί και εργάζονται μέχρι τελικής πτώσεως.
  • Ο συγγραφέας γίνεται ή γεννιέται; Γεννιέται και ύστερα γίνεται. Όταν "δεν το έχεις" δεν μπορείς να το αποκτήσεις. Όταν "το έχεις" μπορείς να το καλλιεργήσεις.

Τρίτη, 17 Ιουνίου 2014

Η σιωπή, ως αντίφραση του λόγου, στην ερωτική συνάντηση (το παράδειγμα του Ερωτόκριτου)

Αριστούργημα της κρητικής λογοτεχνίας κι έργο ορόσημο της νεοελληνικής ποίησης ο Ερωτόκριτος εξακολουθεί ακόμα και σήμερα να αποτελεί σημείο αναφοράς του υψηλού, λυρικού, ερωτικού στοχασμού και της ανιδιοτελούς, ελπιδοφόρας αγάπης, που με πίστη μάχεται δυσκολίες και βάσανα, ως το τελικό αίσιο τέλος[1]. Ο ιδεαλιστικός τόνος της γραφής, η ανεξάντλητη ευρηματική φαντασία, η γλωσσική ικανότητα στην αφηγηματική διατύπωση καθιστούν (διαχρονικά) καθηλωτική την ανάγνωση του σπουδαίου αυτού κειμένου, αλλά και την εκφραστική αρτιότητα του αφηγητή του, του Βιντσέντζου Κορνάρου, ο οποίος από την αρχή κιόλας της συγγραφής του, υμνεί τη δύναμη του λόγου και τη μαγική γοητεία της λέξης στο ερωτικό γίγνεσθαι (και όχι μόνο)[2]:

«Απ’ ότι κάλλη έχει ο άνθρωπος, τα λόγια ‘χουν τη χάρη
να κάνουσι κάθε καρδιά παρηγοριά να πάρει,
κι οπού κατέχει να μιλεί με γνώση και με τρόπο,
κάνει και κλαίσιν και γελού τα μάτια των αθρώπω».
(Α 887-90)

Πολυσήμαντη η έννοια «του λέγειν» στην ερμηνευτική της θεώρηση, αναδεικνύει στην οντολογική προσέγγιση τη γλώσσα ως τον συντομότερο δρόμο στην κοινοποίηση του ανθρώπινου συναισθήματος, πολύ περισσότερο της ερωτικής φιλότητας, απεικασμένης στην κάθαρση του ατομικού παρελθόντος και στο αντάμωμα της προσωπικής πορείας του «εγώ» με το «εμείς». Ολοφάνερη η λειτουργία της στην ποιητική του Κορνάρου γίνεται το άγκιστρο του ερωτικού συναισθήματος, που κάνει τους ανθρώπους να ξεπερνούν όρια και συμβάσεις για χάρη της αγάπης:

«Εμίλειε κείνη ‘ς μια μερά, εμίλειε αυτός στην άλλη,
…τους επαίδευγε, ένας καημός μια ζάλη».
(Γ 100-102)

«Tα λόγια του τα γνωστικά κάθομαι και λογιάζω,
γραμμένα τα 'χω, και συχνά κλαίγοντας τα διαβάζω».
(Α 860-861)

Κι αν ο λόγος κρίνεται ως ο αυθεντικός «οίκος του Είναι», κατά τον Heidegger[3], η ερωτική ποιητική γλώσσα είναι ο τόπος που κατοικεί, πρωτίστως, η αληθινή ουσία του ανθρώπου. «Προσήλωση στο άξιο να αγαπηθεί, ως δικαίωση του άξιου να αγαπηθεί και ως υπέρτατη δημιουργική ελευθερία του ικανού να αγαπά»[4] ο έρωτας γεννά λόγους[5] και είναι στη δίκαιη παραδοχή «η συμφωνία και η ουσία της προοπτικής του ανθρώπου και του κόσμου»[6]. Κι όταν η γλώσσα του αισθητοποιείται και γίνεται εμμελής ποιητικός λόγος, τότε αποκαλύπτεται με διαύγεια η λειτουργία του στο πλήρες νόημα της, που ακόμα και ασύμβατη[7], όπως στην περίπτωση του Ερωτόκριτου, μπορεί να ανατρέπει όλους τους απαγορευτικούς κοινωνικούς περιορισμούς και να νικά:

«Όντεν η νύκτα η δροσερή καθ΄ άνθρωπο αναπεύγει,
και κάθε ζω να κοιμηθεί τρόπο να βρει να γυρεύγει,
ήπαιρνε το λαγούτο του κι εσιγανοπερπάτει………
Ήτον η χέρα ζάχαρη, φωνή ‘χε σαν αηδόνι,
κάθε καρδιά να του γροικά, κλαίει κι αναδακρυώνει.
Ήλεγε κι ανεθίβανε του Έρωτα τα πάθη,
ογιά να ακούει πάσα εις, τσι πράξεις του να μάθει».
(Α 375-380)

«Μ’ απ’ όλους κι όλες πλια γλυκιά ήσα’ στην Αρετούσα
και τα τραγούδια ξυπνητή συχνιά την εκρατούσα
κι οληνυκτίς ανάπαψη δεν είχε να λογιάζει
ποιος είναι αυτός που τραγουδεί και βαριαναστενάζει
Και μέρα νύκτα η Πεθυμιά πληθαίνει να τ’ ακούγει
μη γνώθοντας κι ο Έρωτας όντε γελά μας κρούγει»
(Α 409-414)

Αν όμως ο λόγος γίνεται κοινωνός του έρωτα και ευαίσθητη αποτύπωση του ενδόμυχου φίλιου συναισθήματος, είναι η σιωπή ωστόσο αυτή που εμφαίνει-σχήμα οξύμωρο-το μεγαλείο του και την υψηλή ουσία του. Κι αν η ερωτική διαδικασία έχει αναλογία και δομή συνομιλίας, νομιμοποιώντας τον συσχετισμό του έρωτος με την έννοια του συνδιαλέγεσθαι, είναι η σιωπή αυτή που αναδεικνύει την ορμή και το ασίγαστο μένος του ερωτικού συναισθήματος, εξαιτίας ακριβώς της έντασης που δημιουργεί η αντίθεση. Κι ακόμα κι αν και τα δύο ερωτικά υποκείμενα εμφορούνται από επιθυμία λόγου, ως διαυγή έκφραση της εσώτερης συναισθηματικής κατάστασης, είναι η σιωπή αυτή που, υπερβαίνοντας τη ρητή έκφραση, εξωτερικεύει με σαφήνεια και δύναμη το συναίσθημα που υφέρπει. Η σκηνή της φυλακής όπου η Αρετούσα συναντά τον Ερωτόκριτο κι η αγάπη τους ανήμπορη αρχικά να δηλωθεί, ανήμπορη να εκφρασθεί, αναγνωρίζεται κι επικοινωνεί χωρίς λόγο, αποτελεί δραματουργικά μία από τις κορυφαίες στιγμές του κρητικού θεάτρου, γιατί η σιγή ακριβώς καταδεικνύεται το μέτρο που υπηρετεί την υποβόσκουσα ερωτική αγάπη-κι αυτό που την προβάλλει. Το υψηλό, πάντα δυσθεώρητο, κατακτάται, αλλά παραμένει άρρητο, γι’ αυτό και μεγαλειώδες.

«Εσίμωσε ο Ρωτόκριτος στο παραθύρι απλώνει,
κι αγαληνά και σιγανά ποιος είναι φανερώνει.
Με ταπεινότητα η Αρετή τρέμοντας πιλογάται,
με μια φωνή έτσι δαμινή, που δεν καλογροικάται.
Εφανέρωσαν το κ’ οι δυο, πως είν’ εκεί σωσμένοι,
κι απόκεις στέκου σα βουβοί, κ’ η γλώσσά ντως σωπαίνει.
Ήτρεμ’ εκείνη ‘ς μια μερά, κ’ η γλώσσά ντως σωπαίνει.
Ήτρεμ’ εκείνη ‘ς μια μέρα, κ’ εκείνος εις την άλλη,
κι ο γεις τον άλλο ανίμενε την εμιλιά να βγάλη.
Μιαν ώρα στέκα αμίλητοι, και τα πολλά που χώνα,
εχάσαν τα, σου φαίνεται, την ώρα που σιμώνα.
Δεν είχαν την αποκοτιά, τα θέλου να μιλήσου,
δεν ξέρουν από ποια μερά τα πάθη ντως ν’ αρχίσου.
Όσά λαήνι, που γενή πολλά πλατύ στον πάτο,
κ’ είς τον λαιμό πολλά στενό, κ’ είναι νερό γεμάτο,
κι όποιος θελήση και βαλθή έξω νερό να χύση,
και το λαήνι με τη βιά προς χαμαί να γυρίση,
μέσα κρατίζη το νερό, κι απόξω δεν το βγάνει,
κι όσον το γέρνει, τόσο πλιά μόνο τον κόπο χάνει·
εδέτσι μοιάσασι κι αυτοί, κ’ ήσα γεμάτοι πάθη,
η αποκοτιά ντως να τα πη, ως εσίμωσα, χάθη,
και θέλοντας να πουν πολλά, τα λίγα δεν μπορούσι,
το στόμα ντως εσώπαινε, με την καρδιά μιλούσι.
(Γ 1335-1345)

Και μοιάζει τούτη η σιωπή με θάνατο, γιατί ο θάνατος κι ο έρωτας συμπλέκονται αέναα σε οντολογική συμβίωση και συναλλαγή. Είναι ο έρωτας «ένα διαρκώς συντελούμενο γεγονός»[8], «φαινόμενο ρευστό»[9] σε καθεστώς διαρκούς κίνησης, μεταβολής και παύσης, ίδιο και απαράλλαχτο με τον ρυθμό του κόσμου[10] και τον ρυθμό της ζωής[11], καθώς το τέλος, αναπόφευκτο πάντα, φέρει την ολοκλήρωση, την πλήρωση του σκοπού και γίνεται η απαραίτητη προϋπόθεση, η αφετηρία, της νέας αρχής: Ο έρωτας πεθαίνει οντολογικά για να αναγεννηθεί σε νέα μορφή ή πνευματικά ενδυναμωμένος να αναβαπτισθεί στην ίδια διαδρομή. Η σιωπή στην συνάντηση του Ερωτόκριτου και της Αρετούσας συνιστά κατάφαση του ήδη παραδεδεγμένου συναισθήματος και αναγκαία συνθήκη στη νέα, υπέρτερη, μορφή. 

Αν σιωπή θεωρείται αντίφραση του λόγου και στηρίζεται ερμηνευτικά στη σιγή[12], κατ’ εξοχήν έκφραση του δέους και της υποβολής που γεννά στον ερωτευμένο η όψη του αγαπημένου προσώπου, είναι η σιγή πάλι που ιεροποιεί τον έρωτα δίνοντας του «απερίληπτον μέγεθος»[13]. Η ίδια αυτή, ερωτική, συνθήκη-πολύ περισσότερο από το να θεωρείται μια απλή διαβατήρια τελετή- θα πρέπει να αναζητηθεί στη σιωπή που ήταν υποχρεωμένη να τηρεί η νύφη κατά τη διάρκεια του γάμου της, πανάρχαιο ελληνικό έθιμο (με διαχρονική ισχύ μέχρι πρότινος) που μνημονεύεται στον Όμηρο στους άφθογγους γάμους της Θέτιδος και του Πηλέα, αλλά ανιχνεύεται και σε άλλους μεσογειακούς πολιτισμούς[14]. Γίνεται εδώ η σιωπή ερωτική απαίτηση και βαθύ υπόστρωμα του φλογερού συναισθήματος, του ίμερου, της ακατάλυτης ερωτικής ορμής που κινείται σε κοσμική εναλλαγή Φιλότητος και Νείκους, ένωσης και αποχωρισμού, σε μία εναργή στην αντιφατική ύφη εναρμόνιση των αντιθέτων: Είναι η στέρηση που ενδυναμώνει τη λαχτάρα, είναι η απουσία που μεγεθύνει την παρουσία, είναι η σιωπή αυτή που ηχεί βαρυσήμαντα την ερωτική αλήθεια. Κι αν ο Ερωτόκριτος έχει χαρακτηρισθεί ακριβοδίκαια ως το «ποίημα των εναρμονισμένων αντιθέσεων»[15] κι αν το τέλος, ειδυλλιακό και μυθιστορηματικό οδηγεί στη χαρούμενη και πολυπόθητη ζεύξη[16], αυτή ακριβώς η χαρά, στην προηγηθείσα ερωτική διαλεκτική, συνιστά σύνθεση στη θέση και την αντίθεση και γίνεται «καρδιά έρωτα»[17] και «γέννα μέσα στο ωραίο»[18]:

«Τούτη η αγάπη η μπιστική με τη χαρά τελειώθη
και πλερωμή στα βάσανα μεγάλη τως εδόθη·
και καθανείς που διάβασεν εδά ας το κατέχει
μη χάνεται στα κίντυνα, μα πάντα ολπίδα ας έχει».
(Ε 1513-1516)


Αγγελική Κομποχόλη
Φιλόλογος -Δρ. Πανεπιστημίου Αθηνών


[1] Λίνος Πολίτης, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1980, σελ. 77-80.
[2] Σκέψη που υποβλητικά υπερέχει και αιώνες μετά εμφαίνεται με την ίδια νοηματική πειθώ στον Παντελή Πρεβελάκη και στον Νέο Ερωτόκριτο, σε μια νέα, μεταφυσική στη διάστασή της, αντίληψη της γλώσσας: «Βρήκα κείνο που γύρευα, τη ριζιμιά τη λέξη/στη σκίζα του μεσονυκτιού, στου καντηλιού τη φέξη/Μια λέξη! Πες την σαϊτιά που στο κορμί δαγκάνει/και που το κάνει να πονεί και τη φωνή να βγάνει» (Άσμα Ζ, στίχ. 479-82). «Τόσα άστρα που ‘χει ο ουρανός, τόσα λουλούδια οι κάμποι, των ονομάτων ο χορός πιότερο εκείνος λάμπει» (Αφιέρωση, στίχ. 21-22).
[3] Δημήτρης Τζωρτζόπουλος, «Μάρτιν Χάιντεγκερ: Η γλώσσα είναι το Είναι μας», άρθρο στον διαδικτυακό ηλεκτρονικό χώρο www.antifono.gr (δημοσίευση 25 Ιουλίου 2012).
[4] Η. Π. Νικολούδης, Έρως και Λόγος, Αθήνα 1990, σελ. 94-95.
[5] Η σύνδεση του έρωτα με την ομιλία ολοφάνερη στην ετυμολογική προσέγγιση του λέγω με τη σημασία του διαλέγομαι αλλά και του θέλω, επιθυμώ και συνευρίσκομαι ερωτικώς (άλοχος, η σύνευνος, η σύζυγος). Βλ. Εtymologicum Magnum, Kallierges, 559, 15-39.
[6] Ο.π., σελ. 101..
[7] Για το θέμα του ασύμβατου έρωτα στη προφορική και γραπτή λογοτεχνική παράδοση βλ. Φ.Δ. Δημητρακόπουλος, Εργόχειρα Έρωτος, Υστεροβυζαντινά-δημώδη-μεταβυζαντινά κείμενα και μελέτες, Επικαιρότητα, Αθήνα σελ. 2000, σελ. 42.
[8] Λιαντίνης, ο.π., 154.
[9] Λιαντίνης, ο.π.
[10] Πρβλ. Πρόκλ., Εις Πλάτ. Τίμαιον, 2, 54, 15-16.
[11] Πρβλ. Δημητρακόπουλος, ο.π., σελ. 42: «Παραταύτα, η υπόθεση της ζωής μας είναι υπόθεση αγαπητική».
[12] Βλ. Etymologicum Magnum, Kallierges, 715, 16.
[13] Λιαντίνης, ο.π.
[14] Μ.Γ. Μερακλής, Λαογραφικά Ζητήματα, Χ. Μπούρας Αθήνα 1989, σελ. 33-58.
[15] Μ. Γ. Μερακλής, Έντεχνος Λαϊκός Λόγος, Καρδαμίτσας, Αθήνα 1993, σελ. 273-278.
[16] G. Heighet, H Kλασική Παράδοση, Ελληνικές και Ρωμαϊκές επιδράσεις στη Λογοτεχνία της Δύσης, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2000, σελ. 245.
[17] Η. Π. Νικολούδης, ο.π., σελ. 102.
[18] Ο.π.

Πέμπτη, 12 Ιουνίου 2014

Η ποίηση και ο χρόνος - το πέρασμα

Πώς κυλάει ο χρόνος σε ένα ποίημα; Αν υποθέσουμε ότι ένα ποίημα είναι για τον αναγνώστη του μια μικροσκοπική διαφυγή από την εξ’επαφής πραγματικότητά του, τότε το ερώτημα πόσο κρατάει μοιάζει εύλογο. Εξηγούμαι: όταν διαβάζει κανείς ένα μυθιστόρημα ή ένα διήγημα, βρίσκεται εκ των πραγμάτων σε ένα χρονικό περίγραμμα συγκεκριμένο, υπάρχει το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον του ήρωα, καθώς επίσης και μια ιστορία να διηγηθεί ο συγγραφέας, μια πλοκή η οποία με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τοποθετείται κάπου χρονικά, έχει δηλαδή μια ιστορική διάσταση. Στην ποίηση τα πράγματα διαφέρουν αισθητά, και μάλιστα με ένα σχεδόν παράδοξο τρόπο: ό,τι αγγίζεται σε ένα ποίημα, είτε είναι συναίσθημα, είτε γεγονός, δεν εντάσσεται σε κανένα χρονικό πλέγμα.

Πώς ο ποιητής διαχειρίζεται τον χρόνο, το χρονικό διάστημα που «κλειδώνει» μέσα στο ποίημα...; Στην πραγματικότητα το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο περνάει ο χρόνος σε ένα ποίημα, αν αντίθετα μένει στάσιμος ή αν πολύ απλά δεν εμφανίζεται καν ως συνιστώσα. Είναι προφανές ότι σε ένα είδος τόσο ελάχιστα «διηγηματικό» όπως είναι η ποίηση δεν θα έπρεπε να ξενίζει η απουσία χρονικού περιγράμματος. Το ενδιαφέρον όμως έγκειται ακριβώς εκεί, στο γεγονός ότι λίγο-πολύ ένα ποίημα κινείται στα πάντα αγωνιώδη νερά του σταματημένου χρόνου. Οι λέξεις και τα νοήματα, απογυμνωμένα από το βάρος της εξέλιξης της πλοκής, γίνονται αγωγοί συναισθημάτων και συγκινήσεων, βγαίνουν δηλαδή εκτός χρόνου. Ο αναγνώστης εισέρχεται σε ένα σύμπαν το οποίο καλείται να εξερευνήσει και εξημερώσει με μόνο άξονα τις αισθήσεις του, αποκομένος από την πεπατημένη οδό των συνδεόμενων γεγονότων, βυθίζεται δηλαδή σε μια κατάσταση που τον τοποθετεί προσωπικά στο τώρα, όχι στο μέλλον, ούτε στο παρελθόν: στην ποίηση η επικοινωνία του δημιουργού με τον αποδέκτη του περικλείεται σε μια ατελείωτη στιγμή, εξ’ορισμού ανέντακτη στον χρόνο.

Η ιστορία που διηγείται ένα ποίημα είναι αυτή που διαδραματίζεται ανάμεσα στον ποιητή και στο κοινό του, μια απεικόνιση της αλληλεξάρτησής τους και τελικά του δεσμού τους, και είναι μια διαδικασία που λαμβάνει χώρα στο διηνεκές. Η παράλληλη αλληλουχία συγκινήσεων ακυρώνει το παρελθόν και συμπτύσσει το μέλλον με το παρόν, προσφέρει στον αναγνώστη την ευκαιρία να βρεθεί όχι έξω από τον χρόνο αλλά μάλλον μέσα στις ίδιες του τις σκέψεις.

Κρις Λιβανίου

Τρίτη, 10 Ιουνίου 2014

Το ποίημα του πεζού ή το πεζό του ποιήματος

Πώς σαλεύ’ ο βραχνάς μεσ’ τ’ ανθρώπου τα στήθια,

Πώς ο Χάρος θα έρθει στερνά………
- Την Αλήθεια που ζημώθηκε – φλόγα – με ίμερο και αίμα την μισώ. Την μισώ πιο πολύ κι απ’ το ψέμα……….. 
- Προσταγή των Μοιρών: Να ζητάς. Θα σου φέρω. Τι γυρεύ’ η ψυχή σου; Τι θέλεις; 
- Δεν ξέρω.

Έχοντας στολισμένο το ριζάφτι με ορτανσία λευκή, 
Την καρδιά με μαβιά. 
Και τραγούδαγα το θρήνο εκείνων που πέθαναν και δεν το ξέρουν. 
Επειδή ζητούσα τη ζωή κ’ εσένα και το θάνατο στη ρεματιά 
Κ’ ήσουν κ’ εσύ κι’ ο θάνατος. 
Κ’ η ζωή είχε φύγει γλυστρόντας στη στερνή ηλιαχτίδα, 
Αυτή που πάντοτε λησμονάει ο ήλιος. 
Γύρω στο αχνό, στο ξανθό φεγγί των μαλιών σου στριφογύριζαν τα σεραφείμ 
Οι δυό αρχάγγελοι στεκόντανε με το δάχτυλο στα χείλη. 
Η Κύπρις προσκαλούσε ανάσκελη το σάτυρο της αγριοκαστανιάς. 
Τα πολυτρίχια στάλαζαν την ηδονή κόμπο-κόμπο. 
Στον καταρράχτη βούιζαν τα σύννεφα της οδύνης. 
Κ’ ήταν ο Χάρος του ήλιου που σου φώτιζε τα μαλιά. 
Ο Χάρος του νερού που χρωμάτιζε τα μάτια σου. 
Ο Χάρος του δειλινού που εσάπιζε τα σπλάχνα σου. 
Ο Χάρος της νύχτας που έγραψε το τόξο των χειλιών σου, 
Σκορπόντας ύσωπο κι’ αλόη στους Μενεξέδες του χαμόγελού σου. 
Σταλάζει ο θάνατος από τα μάτια στα πολυτρίχια της πηγής. 
Και η πηγή στη ρεματιά 
Κ’ η ρεματιά στη θάλασσα. 
Έτσι σκοτώθηκε η φωτερή ζωή των σκοτινών βυθών. 
Έτσι απόμειναν οι ακάλυφες χωρίς ίχνη φώσφορου. 
Στην απαλάμη σου χαράχτηκε η σφραγίδα της Μοίρας. 
Από τότε πεθαίνω τραγουδόντας 
Τραγουδώ και πεθαίνω κάθε νύχτα, κάθε αυγή. 
Τραγουδώ τα δύο αστέρια πόχουν σβύσει από καιρό, 
Λησμονώντας στο άπειρο την αδέσποτη μαρμαρυγή τους. 
Τραγουδώ το μυστικό του κισού της ρεματιάς. 
Την αιώνια νυχτιά που πεθαίνει κάθε αυγή. 
Τον άμο του γιαλού που σκεπάζει τα μάτια των ονείρων. 
Να ντυθείς κατάσαρκα τις αγάπες των τροπικών 
Να συλάβουν τα σπλάχνα σου στων ερήμων τους άμους. 
Να θηλάσεις τον ΄Ανουβι με την σκυλίσια κεφαλή. 
Του Αιγαίου οι πνοές στραγγάλισαν το γέλιο σου. 
Ήπια το νερό της πικρής σου της λίμνης. 
Φίλησα στους κάλυκες των λευκών υακίνθων 
Τον ιό της οχιάς, τον ίδρώ της γουστέρας.

Αυτά που διαβάσατε παραπάνω είναι ένα πεζό κείμενο και ένα ποίημα. Περιέχονται και τα δύο στην φανταστική νουβέλα του Μ. Καραγάτση «Το χαμένο νησί». Ομολογώ ότι δεν το ήξερα το συγκεκριμένο κείμενο και ομολογώ ότι με εντυπωσίασε που μία εφημερίδα το έδινε μαζί με το φύλλο της. Η έκπληξη όμως που μου επιφύλασσε το ίδιο το κείμενο ήταν μεγαλύτερη από τον τρόπο απόκτησής του. Ένα κείμενο που κατατασσόταν άνετα στον χώρο της φανταστικής λογοτεχνίας λόγω της παντελώς απρόσμενης θεματολογίας, που βέβαια δικαιώνεται απόλυτα από τη χρονολογία συγγραφής του, το 1943, δηλ. στο τέλος του τρομακτικού Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στην αναγκαία για την υγεία του πνεύματος και της ψυχής στροφή σε τόπους λιγότερο φρικαλέους από τους πραγματικούς.

Τι δουλειά έχω όμως να μιλάω για μία νουβέλα σε ένα χώρο αφιερωμένο στην ποίηση; Το γεγονός ότι στο συγκεκριμένο βιβλίο, βρίσκει κανείς απρόσμενες λίμνες ποίησης. Ξαφνικά και απρόσμενα πέφτεις επάνω τους μη συνειδητοποιώντας πότε, από εκεί που περπατάς αμέριμνος στις ίσιες γραμμές του πεζού του λόγου, βρίσκεσαι να κολυμπάς σε βαθιά ποιητικά νερά. Παραπλανητικά μιας και στα αναφερόμενα παραπάνω κείμενα το πρώτο είναι το ποιητικό και βρίσκεται ως ανεξάρτητο ποίημα στο τέλος του βιβλίου, ακολουθώντας την νόρμα και τον ρυθμό της βουκολικής ποίησης. Ενώ το δεύτερο είναι καθαρά πεζό κείμενο και βρίσκεται κάπου ανάμεσα στις σελίδες του βιβλίου, όπως και αρκετά άλλα σαν και αυτό. Ο μετασχηματισμός των φράσεων σε μορφή ποιήματος έγινε επίτηδες για να δοθεί έμφαση στο γεγονός ότι θα ήταν δύσκολο σε αυτήν τη μορφή να συνειδητοποιήσει κανείς ότι πρόκειται για πεζό.

Δεν μιλάω εδώ για την ποιητική του πεζού λόγου, αλλά για καθαρή ποίηση που απλά δεν τηρεί την κανονικότητα του οργανωμένου ποιητικού λόγου. Όπως ακριβώς θα μπορούσα να μιλήσω και για το αντίθετο. Πόσο δηλαδή το ποίημα του τέλους του βιβλίου του Καραγάτση, το οποίο, παρόλο που τηρεί την ομοιοκαταληξία και γενικά τις αρχές των βουκολικών ποιημάτων, θα μπορούσε κάλλιστα να ήταν ένα πεζό κείμενο.

Τελικά πού σταματά ο πεζογράφος και πού ξεκινά ο ποιητής; Πόσοι πραγματικά από αυτούς που κατατάσσουμε στην κατηγορία των ποιητών δεν είναι παρά πεζογράφοι που κόβουν τις γραμμές των κειμένων τους πολύ πιο πριν από το τέλος της τυπογραφικής σειράς; Τα τελευταία χρόνια πολλοί περισσότεροι από ό,τι θα ήθελα πραγματικά.

Και τι ευτυχία τελικά να πέφτεις απάνω σε κάτι τόσο καθαρά ποιητικό όσο το παραπάνω κείμενο, έστω και αν το βρίσκεις καλά κρυμμένο σαν μυστικό δώρο μέσα στα σπλάχνα πεζού λόγου! Αθώα δήθεν ενταγμένο στο υπόλοιπο κείμενο να σε τραβάει από το μανίκι ζητώντας να ανασηκώσεις τα φρύδια και να αναρωτηθείς μη διάβασες λάθος τον υπότιτλο του βιβλίου «φανταστική νουβέλα» και μετά εξίσου αθώα να ενσωματώνεται πάλι στον πεζό λόγο σαν να μην συμβαίνει τίποτα Εννοείται πως αμέσως μετά ανατρέχεις πάλι σε όλο το προηγούμενο κείμενο για να δεις πόσες φορές σε ξεγέλασε αυτός ο ποιητής, φορώντας τον μανδύα του καλού πεζογράφου. Πόσες φορές σου πέρασε την υψηλή του ποίηση για φυσιολογικές παραγράφους. Ξαφνικά έχεις την αίσθηση ότι σε παρέσυρε σε ένα παιγνίδι διόλου ανεπιθύμητο: αυτό του ανιχνευτή ποίησης, εκείνου που αναζητά την αληθινή ποίηση χωρίς να περιορίζεται στα στενά όρια των ραφιών των βιβλιοπωλείων που φέρουν τον τίτλο ποίηση, αλλά παντού όπου υπάρχει γραπτός ή προφορικός λόγος. Και νομίζω πως ειδικά αυτόν τον καιρό την έχουμε απόλυτη ανάγκη αυτή την αναζήτηση.

Ποίηση λοιπόν εκτός των περιορισμών των ορισμών και των διαχωρισμών…….

Μαρία Γενιτσαρίου 

ΥΓ Στην αντιγραφή των κειμένων του Καραγάτση τηρήθηκε η ορθογραφία αλλά όχι το πολυτονικό σύστημα.

Δευτέρα, 2 Ιουνίου 2014

"Ημερολόγιο ήχων" της Ιουλίας Τολιά

Η Ιουλία Τολιά επανέρχεται στα ποιητικά πράγματα με τη συλλογή "Ημερολόγιο ήχων", συνεχίζοντας το ταξίδι των αισθήσεων στον μέσα και έξω κόσμο. Λέω "συνεχίζοντας" γιατί η αμέσως προηγούμενη συλλογή της, "Οι περιπέτειες ενός τυφλού" ήταν ένα παιχνίδι με την όραση και την έλλειψή της, όπως ακριβώς το "Ημερολόγιο ήχων" είναι τώρα ένας προβληματισμός σχετικά με την ακοή και τις προσλήψεις της.

Δεν είναι παράξενο, λοιπόν, που τα περισσότερα ποιήματα αυτής της τελευταίας της συλλογής κατοικούνται από ψιθύρους, θροΐσματα φύλλων, μουσικά όργανα, φωνές εκλιπόντων, αντηχήσεις, αφηγήσεις και τον ήχο της θάλασσας, μεταξύ άλλων ήχων. Καθένας από αυτούς συνείρει αναμνήσεις από το παρελθόν, τραύματα και μια αίσθηση ανικανοποίητου, ιδίως στη σχέση του ποιητικού υποκειμένου με τη μητέρα του, γεγονός που δίνει έναν σπαρακτικό τόνο στη συλλογή. Ναι, ελλοχεύει εκεί ένας υπόκωφος λυγμός, ένα παράπονο που όμως είναι συμφιλιωμένο με την επίγνωση ότι τίποτε δεν μπορεί να πληρώσει το κενό  του παρελθόντος.

Ακόμη κι η επίγνωση, όμως, δεν μπορεί να εμποδίσει την επιθυμία, ούτε φυσικά την αναζήτηση της μητρικής φιγούρας, η οποία συνεχίζεται και φθάνει μέχρι και σε αυτήν ακόμη την ταύτιση με την εκλιπούσα, δηλ. σε έναν ψυχολογικό μηχανισμό που ενεργοποιείται σε περιπτώσεις πένθους προκειμένου να μπορέσει το υποκείμενο να αντιμετωπίσει την έλλειψη και τη σκληρή πραγματικότητα. Μόνο που εδώ το ποιητικό υποκείμενο διακρίνεται για τη θαυμαστή του ενάργεια: γνωρίζει πολύ καλά τι κάνει και μας το αποδεικνύει δηλώνοντας απερίφραστα: "είναι επικίνδυνη η μίμηση". Σε αυτό διαφέρει από το ποιητικό υποκείμενο της προηγούμενης ποιητικής συλλογής, "Οι περιπέτειες ενός τυφλού", το οποίο αδυνατούσε να καταλάβει τι του συμβαίνει και αυτό ακριβώς προσπαθούσε να αποκρυπτογραφήσει.

Το βιβλίο δίνει την εντύπωση εσωτερικού μονολόγου με αξιοσημείωτη συνοχή, καθώς ιδέες που γεννιούνται σε ένα ποίημα μετεξελίσσονται στα επόμενα, βαθαίνουν και συνδέονται μεταξύ τους σαν σε πλέγμα. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει το δελτίο τύπου των εκδόσεων Στοχαστής που συνοδεύει τη συλλογή, " βιώματα, ασυνείδητες-υποσυνείδητες σκέψεις, απωθημένες εικόνες, ήχοι γνώριμοι από το σκοτεινό χθες μπλέκονται (...) σε μικρά άτιτλα ποιήματα-επεισόδια, που μοιάζουν με σχεδόν άναρθρη κραυγή. Μια κραυγή αγωνίας για το ποιος κινεί τα νήματα, ποιος ορίζει το είναι".Η απάντηση βέβαια είναι καταφανής: η μνήμη και η επιθυμία είναι που  ορίζουν σε πολύ μεγάλο βαθμό το ψυχικό γινόμενο της ύπαρξής μας.

Η Ιουλία Τολιά γράφει απλά και στρωτά, χωρίς περιττά λόγια και φραστικές περικοκλάδες. Είναι ένα χαρακτηριστικό της ποίησής της που προσωπικά εκτιμώ πολύ.

Τα ποιήματά της συνθέτουν αυτοτελή φωτογραφικά κάδρα, αφού αποτελούν ουσιαστικά στατικές εικόνες ενός παγωμένου παρελθόντος που βρίσκει τον δρόμο του στο παρόν. Οι μετασχηματισμοί της έχουν βελτιωθεί συγκριτικά με την προηγούμενη συλλογή της και η διαχείριση των ιδεών γίνεται πιο αβίαστα. Έχω την εντύπωση πως, παρόλο που δεν έχει αλλάξει ιδιαίτερα τον τρόπο με τον οποίο γράφει, η Ιουλία Τολιά συνέχεια βελτιώνεται ως ποιήτρια κι αυτό είναι πραγματικά σημαντικό.

Χριστίνα Λιναρδάκη


Ακολουθούν μερικά ποιήματα από το "Ημερολόγιο ήχων". Παρέλειψα να αναφέρω νωρίτερα ότι όλα τα ποιήματα του βιβλίου είναι άτιτλα:


Πώς να αφηγηθώ τα χάσματα της μνήμης;
Έζησα ηχηρά συμβάντα.
Όμως τα ζούσα
μέσα από την πολλαπλή αντήχησή τους.
Έζησα αφηρημένα.
Κάπως έτσι εγγράφηκε εντός μου
ένα κείμενο δυσανάγνωστο.


Το παρελθόν μου όλο
έχει εκπέσει σ' έναν ήχο.
Τον νιώθω
σαν μουσική υπόκρουση
σε μια ανύπαρκτη αφήγηση.
Λες και υπήρξα θεατής
ενός θεατρικού έργου.
Πέφτει η αυλαία
και δεν θυμάμαι τίποτα.
Προσπαθώ να αφηγηθώ το έργο
και καταλήγω να περιγράφω την κουρτίνα.
Ή τη μητέρα
καθώς παραμερίζει την κουρτίνα
και κοιτάζει τη νύχτα.


Είμαι τώρα εγώ που παραμερίζω την κουρτίνα,
ιδιοποιούμενη τις κινήσεις της,
και κοιτάζω τη νύχτα.
Είμαι εγώ που παραμερίζω τη δική μου,
την έσω νύχτα.

Είναι επικίνδυνη η μίμηση.