Κυριακή, 11 Μαΐου 2014

Τα τετράδια του Βορρά 01: Καθημερινότητα και ποίηση

Δύο μήνες βροχή, σχεδόν τέσσερις μήνες δίχως ήλιο είναι ο απολογισμός του 2014 στην περιοχή που ζω και εργάζομαι στη Νορβηγία.
Κατά την είσοδο της άνοιξης, μόνο, το φως κατάφερε να ξεμυτίσει και να χτίσει μια-δυο εστίες εδώ κι εκεί, που τα απεγνωσμένα μάτια τις αποζητούν σαν σωτήριους φάρους.

Ξέρετε, τα μάτια αποκτούν μνήμη του φωτός και έχουν την τάση να το αναζητούν εκεί που το θυμούνται, ακόμα και όταν το φως δεν είναι πια εκεί.


Πρόκειται για μια διαδικασία σχεδόν υπερβατική ή αντίστοιχα τόσο παραπλανητική που σκοπό έχει να λυτρώσει και όχι να ξεγελάσει, σαν την πίστη στο θαύμα μπροστά σε κάποια αχαλίνωτη δίνη.

Εντούτοις, για τον ποιητή, που συχνά επισκοπεί τις αισθήσεις του με αφορμή τις πιο ασήμαντες ευαισθησίες του, σχεδόν καμία διαδικασία δεν λαμβάνει χώρα εκτός των παραμέτρων της ποίησης. Έτσι, για παράδειγμα, εγώ τείνω να συνδέω σχεδόν οποιαδήποτε ποιητική λειτουργία με την καθημερινότητά μου, προσπαθώντας να φτάσω σε συμπεράσματα που ένας Θεός ξέρει αν όντως με απασχολούν.

Υπό αυτή την έννοια, η διαβίωση σε μια ξένη χώρα δεν διαφέρει ιδιαίτερα από την ανάγκη για ποιητική δημιουργία, καθώς μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο σε επιλογές που στην ουσία μπορεί να μη θέλει, αλλά είναι αναγκασμένος να κάνει επειδή οι συνθήκες το απαιτούν.

Το παραπάνω, για παράδειγμα, ταιριάζει γάντι στην ανάγκη του ποιητή να κόβει τους αγαπημένους του στίχους από ένα ποίημα, μια διαδικασία που είναι ιδιαίτερα επίπονη. Ο ποιητής βλέπετε περνάει το μεγαλύτερό του διάστημα μέσα στην ανασφάλεια και την αυτο-αμφισβήτηση, οπότε σε εκείνες τις περιπτώσεις που η έμπνευσή του και η εργασία του αποδίδουν καρπούς, γίνεται υπερπροστατευτικός: οι στίχοι γίνονται παιδιά του κι έτσι η απόρριψή τους είναι εξοντωτική.   

Η σύγχρονή μας ποίηση, στο μεγαλύτερό ποσοστό της, φέρει βαθέως αυτή την εξάρτηση των ποιητών από την ανασφάλειά τους, που είναι ούτως ή άλλως ένα διαχρονικό φαινόμενο, προκαλώντας σωρεία εκδοτικών αντιδράσεων (δράσεων) και μια παραγωγή ολιγόστιχων ποιημάτων αποτελούμενα από τους καίριους στίχους του ποιητή, στίχους που έπρεπε στις περισσότερες περιπτώσεις να κοπούν ή να μειωθούν και να δώσουν τη θέση τους σε άλλους, πιο αδύναμους αλλά με διαφορετικές ιδιότητες, ικανούς να δημιουργήσουν τον πυρήνα ενός ποιήματος και να αναδείξουν επιτυχώς την όποια κορύφωσή του.

Αλλά όταν δεν έχεις φως, είπαμε, τα μάτια επικεντρώνονται στα σημεία που το φως έχει υπάρξει, ακόμα και όταν το φως δεν είναι πια εκεί.

Είναι, βέβαια, δύσκολο. Όταν προσπαθείς να εξηγήσεις ή να αντέξεις την καθημερινότητα μέσω της ποιητικής διαδικασίας αποκτάς ταυτόχρονα μια πανοπλία και μια γύμνια. Όταν, π.χ., η απουσία του φωτός σε οδηγεί στο καταφύγιο μιας ηλιόλουστης ποίησης, η ξαφνική παρουσία του μπορεί να σε βυθίσει στο σκοτάδι και στην μελαγχολία. Η φράση «πρόσεχε τι εύχεσαι» μάλλον εφευρέθηκε για τέτοιες περιστάσεις, αν και ο ποιητής έχει την τάση να μην δίνει σημασία στη σοφία των κλισέ. 

Προσωπικά μιλώντας, η αντοχή της καθημερινότητα μέσω της ποιητικής διαδικασίας είναι μια μέθοδος που, αν είχα επιλογή, δεν θα την ακολουθούσα. Όταν ολοκλήρωνα τις «Αρνήσεις μιας Ημέρας» το 2012 (τον τελευταίο χρόνο που ήμουν στην Ελλάδα, τώρα είμαι σχεδόν δύο χρόνια στη Νορβηγία) είχα οριοθετήσει με κάποια σχετική επιτυχία τα δύο στρατόπεδα, καθημερινότητα δηλαδή και ποίηση. Έτσι μπορούσα με ευχέρεια να θρέψω το ένα με τις δυνάμεις του άλλου και τούμπαλιν.

Ο ξενιτεμός μου όμως στη Νορβηγία (προσοχή: ξενιτιά και αλλάζω χώρα κατ’ επιλογή διαφέρουν πυρηνικά) έμπλεξε εκ νέου αυτά τα δύο στρατόπεδα με αποτέλεσμα να είναι δύσκολο να ξεχωρίσω τις δυνάμεις τους. Αυτό, όπως καταλαβαίνετε, περιέπλεξε τα πράγματα και στις δύο πλευρές, καθώς η καθημερινότητα άρχισε να μοιάζει με ποίηση και η ποίηση με καθημερινότητα. Αυτή η διαπλοκή στην αρχή είχε εξαιρετικά αποτελέσματα, καθώς το τρίτο βιβλίο μου, οι «Ανατάσεις», που περιλαμβάνει δέκα ποιήματα, ολοκληρώθηκε με πειστικότητα και ελπίζω να εκδοθεί στο τρέχον ή στο επόμενο έτος.

Η συνέχεια όμως έχει αποφέρει σημαντικά προβλήματα μιας και οι δυνάμεις της ποίησης και της καθημερινότητας έχουν λιμνάσει, μην ξέροντας ποια εκβολή να αναζητήσουν. Έτσι, φαίνεται, είμαι στη διαδικασία να βιώσω κάτι που αποτελεί, κατά τη (φρέσκια) γνώμη μου, ένα από τα σημαντικά χρέη του ποιητή: τη σημασία του διαχωρισμού των δημιουργικών διαδικασιών, οι οποίοι λαμβάνουν χώρα στην καθημερινότητα και στην ποίηση με απόλυτη ισορροπία. 
Θα σας κρατήσω ενήμερους για τα αποτελέσματα (και τους πέντε που ενδιαφέρεστε).

Στο επόμενο τετράδιο: «Η παρατεταμένη εφηβεία των αισθήσεων» και πώς μας βασανίζει.



Ο Ηλίας Θ. Παππάς ζει και εργάζεται στη Νορβηγία. Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές: "Λυρική Αρχή και Τέλος" (1997) και "Οι Αρνήσεις μιας Ημέρας" (2013).


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου