Τετάρτη, 9 Απριλίου 2014

"Φυσικό αντίδοτο" της Τζούλιας Φουρτούνη


Η ποιητική συλλογή της Τζούλιας Φορτούνη περικλείει μέσα της μια καθόλα προσωπική ποίηση. Η αμεσότητα και ο γρήγορος ρυθμός είναι δύο από τα βασικά χαρακτηριστικά του συνόλου αυτής της δουλειάς που σε γενικές γραμμές κυλάει ομαλά χωρίς δυσκολίες και εξάρσεις. Χωρίς εκπλήξεις επίσης. Το καθημερινό, σχεδόν υπερβολικά ομαλό λεξιλόγιο καθιστά τα ποιήματα στο σύνολό τους απτά στον αναγνώστη, όμως από την άλλη η σπιρτάδα της έμπνευσης λείπει. Πρόκειται σίγουρα για μια ιδιαίτερα προσωπική ποίηση, οριακά εσωτερική, ένα παράξενο όσο και ειλικρινή διάλογο της ποιήτριας με τον εαυτό της... τον κρυμμένο αλλά και τον σε όλους προφανή.

Από τη μια η αέναη αναζήτηση του ποιητή και η αγωνία της δημιουργίας και από την άλλη ο έρωτας για τον Άλλο αλλά και για το άπιαστο και το άυλο, είναι οι δυο πυλώνες του Φυσικού αντίδοτου. Είναι γεγονός ότι οι μαίανδροι της ποιητικής παραγωγής είναι δύσκολο να χαρτογραφηθούν, η διαδικασία μπορεί να αποδειχτεί επίπονη... μπορεί όμως αυτή η αναζήτηση να αποτελέσει το ίδιο το αντικείμενο του ποιήματος; Και με τι είδους αποτέλεσμα για τον αναγνώστη; Όταν ο ποιητής κλείνεται στον εαυτό του και αυτοεξετάζεται, είναι εφικτή η επικοινωνία του με τον αποδέκτη της τέχνης του...; Η διαδικασία της συγγραφής ήταν πάντα και παραμένει μια υπόθεση αυστηρά χωρίς θεατές: το μυστήριο οφείλει να παραμένει ανέπαφο.

Κατά τα άλλα ο έρωτας ως leitmotiv της ποίησης της Τζούλιας Φορτούνη είναι σαφέστατα παρών, σε πνευματικό, συγκινησιακό και σχεδόν σωματικό επίπεδο και αποκτά σταδιακά έναν απόλυτα κεντρικό ρόλο. Συμβαίνει ως αντιπαράθεση στην υποβόσκουσα μοναξιά; Λειτουργεί ως καταλύτης πράξεων και συναισθημάτων; Η αλήθεια υποθέτω ότι βρίσκεται κάπου στη μέση, στα θολά όρια. Παρόλο που ο λόγος είνα οργανωμένος και η απόδοση του συναισθήματος μάλλον ακριβής, θα περίμενε κανείς ένα λεξιλόγιο λιγότερο αναμενόμενο, λιγότερο προβλέψιμο. Αν η συγκίνηση και η λέξη είναι ο διπλός καθρέφτης της ίδιας πραγματικότητας, τότε οι αναμενόμενοι συνδυασμοί οδηγούν σε απλοϊκές εικόνες συναισθημάτων: η ανθρώπινη φύση στον έρωτα ειδικά, είναι μακράν η πλέον περίπλοκη κατάσταση, δύσκολα χωράει σε πεπατημένες οδούς.

Παρόλα αυτά, το -ευχάριστο- ξάφνιασμα προέρχεται συχνά από μια λεπτή, και ευαίσθητη ισορροπία ανάμεσα στο ήδη γνωστό και στο ξαφνικά πρωτόγνωρο, η αμεσότητα της ποίησης της Τζούλιας Φορτούνη μπορεία να έγκειται τελικά ακριβώς εκεί: στην μοναδική οικειότητα του ξανά-ειδωμένου συναισθήματος.

Κρις Λιβανίου

Ποιήματα που τράβηξαν την προσοχή μου:

ΠΟΙΗΜΑ ΤΣΕΠΗΣ

θέλω να γράψω
ένα ποίημα τόσο μικρό
ίσα που να χωράει στην τσέπη

ένα ποίημα τόσο ελαφρύ
να μη σε βαραίνει ποτέ
πάντα να το’χεις μαζί
ποίημα φυλαχτό

να’χει λέξεις κοφτές
σαν ανάσες
και νότες της χαράς
για μελωδία

θα’ναι σαν μια πεταλούδα
με ανέγγιχτα φτερά
για πάντα θα σ’ακολουθεί

σαν ποίημα μικρό
στην τσέπη σου η ψυχή μου


TOUCH SCREEN

Η πόλη μετά τη βροχή
Το δάσος μετά το παραμύθι
Μια εικονική παρτίδα σκάκι
Που τελείωσε πανηγυρικά
Γιατί ο στρατιώτης μου
Προχώρησε ίσια μπροστά

Μόνο και μόνο
Από αλλόκοτη επιθυμία
Να αγγίξει τη βασίλισσα
Την αμέμπτου ηθικής
Στα γόνατα

Παρασύρθηκαν στους δρόμους
Σκουπίδια καρέκλες και αυτοκίνητα
Στάζουν ακόμα οι ομπρέλες
Κλειστές στις ομπρελοθήκες
Στο ξέφωτο άνοιξε μια τρύπα
Εκεί που φύτρωνε άλλοτε
Το γιγάντιο μανιτάρι

Μα πού πήγαν όλοι;
Οι άνθρωποι. Οι δουλειές τους.
Τα πλάσματα. Τα εφήμερα.
Καμία κίνηση
Ματ

ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΩΣ

Ζούμε σ' ένα παράξενο ενυδρείο
γεμάτο λέξεις και χρυσόψαρα
που πηγαινοέρχονται
μας μιλούν και μας χαιρετούν
λες και γνωριζόμαστε από παλιά
από ναυάγια άλλα

σ' ένα υποβρύχιο ζούμε
έξω από το φινιστρίνι μας
ενεδρεύουν τα μεγάλα κήτη

τίποτα δεν ανιχνεύει τις προθέσεις τους
τις άναρθρες κραυγές τους δεν ακούμε
εμείς κι αυτά
συγκατοικούμε παράλληλα

ώσπου να σπάσει η γυάλα
κι ό,τι είναι έξω
εντός μας να βρεθεί

κι όλες οι λέξεις
και τα τιμαλφή μας
στο στόμα του κήτους.

1 σχόλιο:

  1. Θα σχολιάσω, Κρις, την ανάρτησή σου με ένα ποίημα του Νίκου Δόικου, τη συλλογή του οποίου (Απόδειπνο για PIGS) σχολιάσαμε 2-3 αναρτήσεις πιο πριν:

    ΚΟΛΠΟΙ ΑΛΙΚΤΥΠΟΙ

    Λέτε
    πως κάποιες λέξεις δεν αρμόζουνε στην Ποίηση,
    πως θέλουνε στεφάνωμα με λούλουδα του δάσους,
    προτού δεθούν με προσοχή στον στίχο.

    Λέξεις απόκληρες ορίζετε και λέξεις παστρικές.

    Μα όταν στερείς σε μια λεξούλα τόση δα
    την θέση της στην Ποίηση είναι
    σα να στερείς το μητρικό στο γεννητάρι γάλα.

    Θαρρώ τα λόγια δεν χρειάζονται στεφάνωμα.
    Αστόλιστα μοσχοβολούν την πρώτη σύλληψη,
    τις καθαρές ανάσες της σπηλιάς.

    Λεξούλες αφτιασίδωτες,
    παρθένες φοβισμένες στις γωνιές,
    πασχίζουν να 'βρουνε τον πρώτο έρωτα
    να τις ελευθερώσει
    από την μούχλα της καλής ανατροφής.

    Γύρω παντού απέριττα νοήματα ωδίνουν
    -κόλποι αλίκτυποι -
    να στήσουνε μικρές απλές εναρμονίσεις.

    Με άλλα λόγια, δεν φταίνε οι λέξεις, αν κάτι δεν πηγαίνει καλά. Και ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος χρησιμοποιεί πολύ απλές λέξεις στα ποιήματά του, αλλά φτιάχνει μαγεία. Αν, λοιπόν, το αποτέλεσμα δεν είναι μαγεία, κάτι άλλο φταίει και όχι οι λέξεις...

    ΑπάντησηΔιαγραφή