Παρασκευή, 11 Απριλίου 2014

Με αφορμή τον διάλογο μετά την παρουσίαση της νέας ποιητικής συλλογής του Θεοχάρη Παπαδόπουλου «Πρόγνωση καιρού» την Παρασκευή 4 Απριλίου 2014 στο Βιβλιοκαφέ Έναστρον

Είναι αξιοσημείωτο ότι εκείνο το βράδυ διάβασα πάνω από δυόμισι σελίδες θετικά σχόλια για την ποίηση του Θεοχάρη Παπαδόπουλου και την πιο πρόσφατη συλλογή του, κι όμως όλα αυτά δεν κατάφεραν να επισκιάσουν την εντύπωση της τελευταίας παραγράφου της ομιλίας μου, στην οποία αναρωτήθηκα αν η «Πρόγνωση καιρού» είναι η καλύτερη συλλογή του και απάντησα με ειλικρίνεια πως όχι δεν είναι, αλλά είναι εφάμιλλη με τις προηγούμενες, προσθέτοντας ότι περιμένω πώς και πώς το πότε ο ποιητής θα κάνει το άλμα στο επόμενο επίπεδο.

Η αντίδραση ήταν θυελλώδης. «Και γιατί πρέπει ο ποιητής να κάνει το άλμα; Η ποίηση είναι κάτι που βγαίνει από την ψυχή, άρα δεν έχει προσδιοριστικούς, εξελικτικούς ή άλλους παράγοντες, είναι καθαρή έκφραση». Αυτό αντέταξε σημαντικό τμήμα του κοινού, για να μην πω η πλειονότητα.

Θα επιμείνω, όμως, στη θέση μου: ο ποιητής πρέπει να το κάνει το άλμα. Οφείλει να εξελιχθεί και να μη μένει σε έναν μόνο τρόπο που ξέρει (και ξέρει ότι τον κάνει καλά και είναι ασφαλής μέσα σε αυτόν). Το οφείλει, γιατί διαφορετικά μένει στάσιμος, εγκλωβίζεται σε αυτόν τον τρόπο, όπως ένας ηθοποιός εγκλωβίζεται σε μια μανιέρα και δεν μπορεί να βγει από αυτήν. Ειδάλλως, δεν θα έχει σε λίγο τίποτε πια  να δώσει στον εαυτό του, την ποίηση ή τον αναγνώστη.  

Αυτό δεν έχει καθόλου να κάνει με το ότι η ποίηση πρέπει να γράφεται μόνο από μια ελίτ, όπως ερμήνευσαν τα λεγόμενά μου κάποιοι. Καθόλου. Όλοι είμαστε εν δυνάμει ποιητές, αλλά για να γίνουμε και τω όντι πρέπει να διανύσουμε μιαν απόσταση, πώς θα γίνει!

Επιπλέον, η ποίηση ναι μεν είναι καθαρή έκφραση, αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Πρέπει να υπάρχει κάτι, όχι απαραίτητα κανόνες, όπως υποστήριξαν μερικοί εκείνο το βράδυ, γιατί οι κανόνες καταργούνται και ξαναθεσπίζονται διαρκώς, οδηγώντας κάθε φορά σε μια ανασύσταση του δημιουργικού σύμπαντος που πηγαίνει την ποίηση παραπέρα. Αλλά πρέπει να υπάρχει κάτι που να προσδιορίζει ότι το αποτέλεσμα είναι ποίηση και ότι αυτή η ποίηση είναι καλή.

Γιατί, ναι, υπάρχει καλή και κακή ποίηση, τι να κάνουμε τώρα! Δεν είναι ένα αποτέλεσμα αυτόματα καλό, επειδή ο δημιουργός του το βαφτίζει «ποίηση». Ούτε επειδή έχει καλές δημόσιες σχέσεις και παράδες και μπορεί να το προωθήσει. Κάτι άλλο είναι που κρίνει αν η ποίηση είναι καλή: Το αποτύπωμά της στον αναγνώστη. Η αναγνώρισή της από κάποιους που βαρύνει η γνώμη τους. Το πόσο συζητείται από ανεξάρτητους φορείς. Κυρίως, το αν θα επιζήσει, αν δηλ. ένα χρόνο μετά θα αναφέρεις το έργο ή τον δημιουργό του και ο συνομιλητής σου θα τους θυμάται.

Αυτά ειπώθηκαν και διαμείφθηκαν στην παρουσίαση της «Πρόγνωσης καιρού» του Θεοχάρη Παπαδόπουλου, η οποία αποδείχτηκε στην πράξη θυελλώδης. Ένα είναι το σίγουρο: ήταν μια παρουσίαση που γέννησε προβληματισμούς και που πολλοί θα την θυμούνται...


Χριστίνα Λιναρδάκη

Τετάρτη, 9 Απριλίου 2014

"Φυσικό αντίδοτο" της Τζούλιας Φουρτούνη


Η ποιητική συλλογή της Τζούλιας Φορτούνη περικλείει μέσα της μια καθόλα προσωπική ποίηση. Η αμεσότητα και ο γρήγορος ρυθμός είναι δύο από τα βασικά χαρακτηριστικά του συνόλου αυτής της δουλειάς που σε γενικές γραμμές κυλάει ομαλά χωρίς δυσκολίες και εξάρσεις. Χωρίς εκπλήξεις επίσης. Το καθημερινό, σχεδόν υπερβολικά ομαλό λεξιλόγιο καθιστά τα ποιήματα στο σύνολό τους απτά στον αναγνώστη, όμως από την άλλη η σπιρτάδα της έμπνευσης λείπει. Πρόκειται σίγουρα για μια ιδιαίτερα προσωπική ποίηση, οριακά εσωτερική, ένα παράξενο όσο και ειλικρινή διάλογο της ποιήτριας με τον εαυτό της... τον κρυμμένο αλλά και τον σε όλους προφανή.

Από τη μια η αέναη αναζήτηση του ποιητή και η αγωνία της δημιουργίας και από την άλλη ο έρωτας για τον Άλλο αλλά και για το άπιαστο και το άυλο, είναι οι δυο πυλώνες του Φυσικού αντίδοτου. Είναι γεγονός ότι οι μαίανδροι της ποιητικής παραγωγής είναι δύσκολο να χαρτογραφηθούν, η διαδικασία μπορεί να αποδειχτεί επίπονη... μπορεί όμως αυτή η αναζήτηση να αποτελέσει το ίδιο το αντικείμενο του ποιήματος; Και με τι είδους αποτέλεσμα για τον αναγνώστη; Όταν ο ποιητής κλείνεται στον εαυτό του και αυτοεξετάζεται, είναι εφικτή η επικοινωνία του με τον αποδέκτη της τέχνης του...; Η διαδικασία της συγγραφής ήταν πάντα και παραμένει μια υπόθεση αυστηρά χωρίς θεατές: το μυστήριο οφείλει να παραμένει ανέπαφο.

Κατά τα άλλα ο έρωτας ως leitmotiv της ποίησης της Τζούλιας Φορτούνη είναι σαφέστατα παρών, σε πνευματικό, συγκινησιακό και σχεδόν σωματικό επίπεδο και αποκτά σταδιακά έναν απόλυτα κεντρικό ρόλο. Συμβαίνει ως αντιπαράθεση στην υποβόσκουσα μοναξιά; Λειτουργεί ως καταλύτης πράξεων και συναισθημάτων; Η αλήθεια υποθέτω ότι βρίσκεται κάπου στη μέση, στα θολά όρια. Παρόλο που ο λόγος είνα οργανωμένος και η απόδοση του συναισθήματος μάλλον ακριβής, θα περίμενε κανείς ένα λεξιλόγιο λιγότερο αναμενόμενο, λιγότερο προβλέψιμο. Αν η συγκίνηση και η λέξη είναι ο διπλός καθρέφτης της ίδιας πραγματικότητας, τότε οι αναμενόμενοι συνδυασμοί οδηγούν σε απλοϊκές εικόνες συναισθημάτων: η ανθρώπινη φύση στον έρωτα ειδικά, είναι μακράν η πλέον περίπλοκη κατάσταση, δύσκολα χωράει σε πεπατημένες οδούς.

Παρόλα αυτά, το -ευχάριστο- ξάφνιασμα προέρχεται συχνά από μια λεπτή, και ευαίσθητη ισορροπία ανάμεσα στο ήδη γνωστό και στο ξαφνικά πρωτόγνωρο, η αμεσότητα της ποίησης της Τζούλιας Φορτούνη μπορεία να έγκειται τελικά ακριβώς εκεί: στην μοναδική οικειότητα του ξανά-ειδωμένου συναισθήματος.

Κρις Λιβανίου

Ποιήματα που τράβηξαν την προσοχή μου:

ΠΟΙΗΜΑ ΤΣΕΠΗΣ

θέλω να γράψω
ένα ποίημα τόσο μικρό
ίσα που να χωράει στην τσέπη

ένα ποίημα τόσο ελαφρύ
να μη σε βαραίνει ποτέ
πάντα να το’χεις μαζί
ποίημα φυλαχτό

να’χει λέξεις κοφτές
σαν ανάσες
και νότες της χαράς
για μελωδία

θα’ναι σαν μια πεταλούδα
με ανέγγιχτα φτερά
για πάντα θα σ’ακολουθεί

σαν ποίημα μικρό
στην τσέπη σου η ψυχή μου


TOUCH SCREEN

Η πόλη μετά τη βροχή
Το δάσος μετά το παραμύθι
Μια εικονική παρτίδα σκάκι
Που τελείωσε πανηγυρικά
Γιατί ο στρατιώτης μου
Προχώρησε ίσια μπροστά

Μόνο και μόνο
Από αλλόκοτη επιθυμία
Να αγγίξει τη βασίλισσα
Την αμέμπτου ηθικής
Στα γόνατα

Παρασύρθηκαν στους δρόμους
Σκουπίδια καρέκλες και αυτοκίνητα
Στάζουν ακόμα οι ομπρέλες
Κλειστές στις ομπρελοθήκες
Στο ξέφωτο άνοιξε μια τρύπα
Εκεί που φύτρωνε άλλοτε
Το γιγάντιο μανιτάρι

Μα πού πήγαν όλοι;
Οι άνθρωποι. Οι δουλειές τους.
Τα πλάσματα. Τα εφήμερα.
Καμία κίνηση
Ματ

ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΩΣ

Ζούμε σ' ένα παράξενο ενυδρείο
γεμάτο λέξεις και χρυσόψαρα
που πηγαινοέρχονται
μας μιλούν και μας χαιρετούν
λες και γνωριζόμαστε από παλιά
από ναυάγια άλλα

σ' ένα υποβρύχιο ζούμε
έξω από το φινιστρίνι μας
ενεδρεύουν τα μεγάλα κήτη

τίποτα δεν ανιχνεύει τις προθέσεις τους
τις άναρθρες κραυγές τους δεν ακούμε
εμείς κι αυτά
συγκατοικούμε παράλληλα

ώσπου να σπάσει η γυάλα
κι ό,τι είναι έξω
εντός μας να βρεθεί

κι όλες οι λέξεις
και τα τιμαλφή μας
στο στόμα του κήτους.

Δευτέρα, 7 Απριλίου 2014

Ηλίας Θ. Παππάς - Συνέντευξη με αφορμή την κυκλοφορίας της ποιητικής του συλλογής, "Οι Αρνήσεις μιας Ημέρας"

(Αναδημοσίευση της συνέντευξης του Ηλία Θ. Παππά στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη και στo site ελληνική-γνώμη, με αφορμή την πρόσφατη κυκλοφορία της ποιητικής του συλλογής "Οι Αρνήσεις μιας Ημέρας")



Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης: Ποια ήταν η αφορμή για να γραφεί η ποιητική συλλογή «Οι αρνήσεις μια ημέρας», εκδόσεις Στοχαστής;

Ηλίας Θ. Παππάς: Η αφορμή ήταν απλή, να σας πω την αλήθεια, όπως πιστεύω απλές είναι συχνά και οι πιο σημαντικές αφορμές. Μου έκανε εντύπωση, πριν αρκετά χρόνια, στην τελική ευθεία προς το πρώτο μνημόνιο, μια γενικότερη αδιαφορία γύρω μου για την καθημερινότητα, την οποία παρατήρησα φυσικά πρώτα στις δικές μου ενέργειες. Μια παραίτηση, αν θέλετε, μάλλον υποσυνείδητη, η οποία με έκανε να αναρωτηθώ πώς μπορεί κάποιος να ζει μέρα τη μέρα μέσα σε τέτοιες αποδυναμωτικές, ναρκωτικές αντιθέσεις, δίχως να αντιδρά. 

Η ξέφρενη ταχεία της κυβέρνησης Καραμανλή έδωσε τη θέση της στην αποπλανητική κυβέρνηση Παπανδρέου, που κατέληξε στην απόβαση της Τρόικας, με τα γνωστά φυσικά αποτελέσματα. Για να επιβιώσουμε, λοιπόν, έχω την εντύπωση ότι έπρεπε να αρνηθούμε τα περισσότερα από όσα βλέπαμε να συμβαίνουν, τουλάχιστον ως πρώτη αντίδραση, η οποία μου μοιάζει αρκετά ως μια συλλογική προσπάθεια ψυχολογικής αυτοπροστασίας.

Στις «Αρνήσεις μιας Ημέρας» προσπάθησα να αποτυπώσω όλη την ασχήμια που αρνούμαστε να δούμε, με απώτερο σκοπό να δείξω ότι μόνο αν ανοίξουμε τα μάτια μας, αν αποδεχτούμε δηλαδή την καθημερινότητα ως έχει -κατ’ ουσία τη θέση μας σε αυτή- μπορούμε να την αλλάξουμε.


Ε. Ι.: Στην ποιητική συλλογή μιλάτε για τις αρνήσεις της μιας ημέρας. Στην πραγματικότητα πόσες αρνήσεις μπορούν να υπάρξουν στις δύσκολες στιγμές της ζωής;

Η.Θ. Παππάς: Οι αρνήσεις δεν τελειώνουν ποτέ κατά τη γνώμη μου. Ο άνθρωπος έχει μια ριζωμένη ανάγκη να αρνείται, να μην αποδέχεται τον εαυτό του, όπως φυσικά και να μην αποδέχεται τον συνάνθρωπό του (που σημαίνει κατ’ επέκταση την ίδια του τη χώρα) για να μπορεί κουτσά στραβά να επιβιώνει. Μια συνεχής πάλη ενάντια σε αυτές τις αρνήσεις, ενάντια στον αδύναμο εαυτό μας, αν θέλετε, είναι το μοναδικό όπλο που έχουμε στα χέρια μας για να βγούμε από την προσωπική μας πλάνη και να βοηθήσουμε, πιθανώς, τόσο εμάς τους ίδιους όσο και τους γύρω μας.


Ε.Ι.: Ξεκινάτε την γραφή ως ημερολογιακή αναφορά . Αλήθεια ο σημερινός άνθρωπος έχει την συνήθεια να γράφει τις προσωπικές του στιγμές σε ένα ημερολόγιο;

Η. Θ. Παππάς: Ναι, περισσότερο από ποτέ. Ίσως όχι τόσο σε χαρτί αλλά ψηφιακά. Αν ρίξετε μια ματιά στο internet θα δείτε ότι υπάρχουν εκατομμύρια blogs, με αυτόν ακριβώς τον ημερολογιακό χαρακτήρα. Λογικό, θα έλεγα, αφού όσο οι πληθυσμοί απομακρύνονται, τόσο μεγαλώνει η ανάγκη συσπείρωσης του ατόμου. 


Ε.Ι.:  Γράφετε «Ας πούμε Ελλάδα την Ελλάδα». Ποιες είναι οι σκέψεις σας για αυτή την δύσκολη οικονομική κατάσταση που έχουμε πέσει;

Η. Θ. Παππάς: Η οικονομική μας κατάσταση δεν είναι κάτι το πρωτοφανές. Δεν είναι δα η πρώτη φορά που έχουμε το καρκινοφόρο χέρι του Δ.Ν.Τ. να καθοδηγεί το δικό μας. Αυτό που προσωπικά μου προκαλεί τη μέγιστη εντύπωση είναι ο τρόπος που φτάνουμε να επιτρέπουμε σε αυτό το χέρι να μας μολύνει. Και αναφέρομαι φυσικά στη δουλικότητα των εκάστοτε κυβερνήσεων απέναντι στις «μεγάλες δυνάμεις», που φτάνει στα όρια του δοσιλογισμού.

Το πρόβλημά μας, φυσικά, είναι πρωτίστως η έλλειψη παιδείας. Αυτή η ρίζα τρέφει τόσο την πολιτική ασέλγεια όσο και την ατομική μας παραίτηση και εξάρτηση από το κομματικό σύστημα. Σαν λαός έχουμε φτάσει στην πρωτόγνωρη σχεδόν θέση να ενδιαφερόμαστε αποκλειστικά για την προσωπική μας επιβίωση εις βάρος του διπλανού μας, όχι απλώς εις βάρος των νόμων ή των κρατικών μηχανισμών (μια κατάσταση που ούτως ή άλλως επιστρέφει ως κοινωνικό μπούμερανγκ).

Αυτό που κατάφεραν οι πολιτικές δυνάμεις, με τις δημαγωγίες τους, είναι η ανάδειξη του προσωπικού συμφέροντος ως κινητήρια δύναμη του ψηφοφόρου, ενάντια βέβαια στην επίτευξη του συλλογικού συμφέροντος που διατυμπανίζεται στις ιδεολογικές τους θέσεις. Πρόκειται για ένα τραγικό, πέρα ως πέρα παρανοϊκό αποτέλεσμα.

Είμαι της γνώμης ότι η Ελλάδα πρέπει να σταματήσει τις εξωφρενικές υποχωρήσεις στην Τρόικα και να ισορροπήσει, μια και καλή, την τεχνοκρατική με την κοινωνική πολιτική. Η εκάστοτε κυβέρνηση πρέπει να καταλάβει ότι η πρώτη εξαρτάται από τη δεύτερη και όχι το αντίστροφο. Οι συχνές παραβιάσεις του συντάγματος και του ευρωπαϊκού εργατικού δικαίου δεν αφήνουν επιλογές στους πολίτες, που σημαίνει ότι αργά ή γρήγορα θα μας ωθήσουν σε αντιδράσεις που δεν θα είναι υπέρ κανενός.


Ε.Ι.: «Ύπνο δεν θα αφήσω να με λούσει ούτε μουντή βροχή να με ονειρέψει. Ξάγρυπνος θα μείνω…». Και τι θα απογίνει το όνειρο;

Η.Θ. Παππάς: Μα αν δεν δεις τον κόσμο ως έχει, αν δεν αντέξεις να τον αποδεχτείς, πρώτα, πώς θα ονειρευτείς έναν καλύτερο;


Ε.Ι.: «Περνάω και ισορροπώ σε σχοινί τεντωμένο». Μα μια ζωή έτσι δεν ζει ο καθημερινός άνθρωπος; Σε τι μπορεί να τον βοηθήσει η ποίηση;

Η.Θ. Παππάς: Δεν ξέρω σε τι μπορεί να τον βοηθήσει η ποίηση, νομίζω για τον καθένα είναι ένα προσωπικό ζήτημα. Θα πω όμως, με κίνδυνο να διαβαστώ ως ελιτιστής, ότι όταν η ποίηση απουσιάζει οι άνθρωποι χαλαρώνουν τις αντιστάσεις τους, με τη κακή έννοια, και χάνουν μεγάλο κομμάτι της κοινωνικής και συναισθηματικής τους συνείδησης.


Ε.Ι.: Έχετε εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές. Πώς νιώθετε όταν σας αναφέρουν ως ποιητή;

Η.Θ. Παππάς: Περίεργα, θα έλεγα, αν και δεν το έχω σκεφτεί ποτέ αναλυτικά. Προσπαθώ πάντως να μην το ενθαρρύνω, αν θέλετε να είμαι ειλικρινής. Είμαι της άποψης (ίσως λόγω κάποιας παραπλανημένης σεμνοτυφίας) ότι αυτός ο χαρακτηρισμός κερδίζεται μετά από πολλά, ποιοτικά χρόνια γραφής και σημαντικό προσωπικό τίμημα. Ρωτήστε με ξανά σε δέκα χρόνια.


Ε.Ι.: Η ποίηση σήμερα μοιάζει σαν να έχει χάσει την παλιά αίγλη της. Τι συνέβη και η χώρα της ποίησης έχει κρατήσει αποστάσεις από τις νέες εκδόσεις νέων ποιητικών βιβλίων;

Η.Θ. Παππάς: Αυτό που συνέβη είναι απλό, νομίζω: έχουμε γεμίσει ποίηση, μα έχουμε ελάχιστους ποιητές.


Ε.Ι.: Η πλειοψηφία των περιοδικών και των εφημερίδων γράφουν ελάχιστα για την ποίηση και τις νέες συλλογές. Υπάρχει ελπίδα να αλλάξει αυτή η κατάσταση;

Η.Θ. Παππάς: Ναι, υπάρχει. Αν ξεκινήσουν να γράφουν βασιζόμενοι στην ποιότητα και όχι στις πελατειακές σχέσεις και στις προσωπικές επαφές. Το αναγνωστικό κοινό δεν ξεγελιέται εύκολα και καταλαβαίνει όταν του σερβίρουν χαζομάρες, άρα αδιαφορεί. Και όταν το κοινό αδιαφορεί, τότε το μέσο αδιαφορεί επίσης, δημιουργώντας έναν τέλειο, φαύλο κύκλο. Ειρωνικό, δεν βρίσκετε;


Ε.Ι.: Πριν από λίγο καιρό φύγατε για μόνιμη εγκατάσταση στο εξωτερικό. Θα θέλατε να μας κάνετε μια μικρή αναφορά στην χώρα υποδοχής σας αλλά και την εργασία σας;

Η.Θ. Παππάς: Δεν θα ήθελα να αναφερθώ ιδιαίτερα. Η Νορβηγία είναι μια χώρα που με υποδέχτηκε καλά, όπως και οι άνθρωποι που έχω γνωρίσει, αλλά η αναγκαστική φυγή μου λόγω πολυετούς ανεργίας και η ενασχόλησή μου με ένα άσχετο επάγγελμα είναι δύο πράγματα που δεν θα τα ευχόμουν σε κανέναν.


Ε.Ι.: Πώς νιώθει ο ποιητής μακριά από τον γενέθλιο τόπο;

Η.Θ. Παππάς: Το ίδιο, πιστεύω, που νιώθουν και όσοι δεν γράφουν ποίηση: έρμαιος.


Ε.Ι.: Ποιο είναι το αγαπημένο σας βιβλίο ποίησης που έχετε στο προσκεφάλι;

Η.Θ. Παππάς: Ενίοτε πολλά. Κυρίως το «Φωτόδεντρο και η Δέκατη Τέταρτη Ομορφιά».


Ε.Ι.: Μπορείτε να μου αναφέρετε κάποιους σημαντικούς στίχους που σας επηρέασαν;

Η.Θ. Παππάς: Έτσι άμεσα μόνο έναν μπορώ να θυμηθώ: «Είναι διγαμία να αγαπάς και να ονειρεύεσαι» του Ελύτη.


Ε.Ι.: Τι θα απευθύνατε στους αναγνώστες που θα διαβάσουν την συνέντευξή σας;

Η.Θ. Παππάς: Ό,τι θα ευχόμουν και σε μένα: να νοιάζονται για τον τόπο τους, πάνω απ’ όλα.





Τρίτη, 1 Απριλίου 2014

Μαρία Πολυδούρη - "Η τρίλια που έσβησε νωρίς"

Ήταν Πρωταπριλιά του 1902 όταν το κλάμα της Μαρία Πολυδούρη ακούστηκε για πρώτη φορά στον κόσμο τούτο. Ένα κλάμα που έμελλε να διαρκέσει τόσο λίγο, λες κι ήταν πρωταπριλιάτικο αστείο η ζωή της.

Η ίδια μιλάει για την ημερομηνία που γεννήθηκε κάπως έτσι:

«Να η μέρα μου! Η ημέρα που ήρθα στον κόσμο μέσα σ' ένα σπιτάκι όμορφο, γεμάτο φως ημέρα που άκουσα τα πρώτα κελαηδήματα των πουλιών, είδα τα πρώτα ρόδα του έαρος. Επέρασαν από τότε είκοσι χρόνια και θα μπορούσα να πιστέψω ότι μόλις τα δέκα έχω περάσει. Και όμως πόσες στιγμές, ημέρες, μήνες, χρόνια λύπης και απελπισίας, στεναγμών και δακρύων βρίσκονται μέσα σ' αυτήν την ζωή των 20 ετών. Κι' ακόμα πόσες φορές είμαι πολύ-πολύ περισσότερο από 20 ετών με τις νευρικές χειρονομίες μου, τις ρυτίδες του μετώπου μου, την μελαγχολική σιωπή μου! Ο μήνας που μου έδωκε την ζωή και ο μήνας που όταν μπει μου παίρνει κάθε ίχνος ζωής! Μια μελαγχολία χωρίς όρια με πνίγει, μια πλήξη τρομερή με παραλύει, μια νευρικότης με πεθαίνει. Απρίλιε… Απρίλιε πόσο ευχάριστα μου ψάλλεις τη δυστυχία μου, μου θυμίζεις ότι μου λείπει… με απελπίζεις»

-1η Απριλίου του 1922-

Οι γονείς της ακούν στα ονόματα Ευγένιος Πολυδούρης και Κυριακή Μαρκάτου και τα μέρη όπου «φιλοξένησαν» τη Μαρία στο μικρό της διάβα από τη ζωή ήταν η Καλαμάτα, το Γύθειο , τα Φιλιατρά, η Αθήνα και το φωτεινό Παρίσι.

Απ’ ό,τι γράφεται η Μαρία ήταν ένα φιλήσυχο πλάσμα από παιδί, ένα κορίτσι αλλιώτικο από τα άλλα, κάτι που εκδηλώθηκε λίγο αργότερα στα 14 της, όταν ξεκίνησε το χέρι να αποζητά την πέννα.

«Οικογενειακός αστήρ» λέγεται ο πρώτος «ώμος» που εμπιστεύθηκε τη Μαρία. Ένα περιοδικό που φιλοξένησε το πρώτο ποίημα της με τίτλο «Ο πόνος της μάνας».

Αυτό το ποίημα το «ζωγράφισε» όταν βρισκόταν στα Φιλιατρά και ήταν γεμάτο από την ειλικρίνεια, που αργότερα είδαμε να πλημμυρίζει τις ποιητικές της αράδες. Η θεματική του αφορούσε ένα ναυτικό που κείτεται νεκρός στις ακτές των Φιλιατρών.

Σίγουρα, το «μοιρολόγι», σαν είδος τραγουδιού, είχε επηρεάσει τη Μαρία κι η ευαισθησία της δεν μπορούσε να κρυφτεί πίσω από καμιά λέξη. Έτσι, η πρώτη της συλλογή παίρνει το όνομα «Μαργαρίτες». Τα πρωτόλεια έργα της παίρνουν ένα όνομα ρομαντικού λουλουδιού, το οποίο έρχεται κι αυτό να μας υποδείξει το πόσο ευαίσθητος άνθρωπος ήταν, αλλά δυστυχώς, αυτή η συλλογή μένει στα συρτάρια της δικής της ψυχής.

Η νεορομαντική Μαρία λοιπόν, στα 16 διορίζεται στη Νομαρχία της Μεσσηνίας κι έτσι αρχίζει να εργάζεται.

Το γονίδιο της ζωηράδας όμως, δεν την αφήνει ήσυχη ως ήταν, αλλά αντιθέτως την ξυπνά. Απευθυνόμαστε στην έντονη φεμινιστική τάση της μητέρας της , όπου κληρονόμησε κι η ίδια. Δείχνει ενδιαφέρον για το άνισο των ανθρώπων, ενδιαφέρεται για την Οκτωβριανή επανάσταση και την χειραφέτηση των γυναικών. Έτσι είχε γαλουχηθεί το πνεύμα κι η ψυχή της από το ίδιο της το σπίτι. Συγκεκριμένα ο πατέρας της έλεγε στα παιδιά του: «Τι κάθεστε και κεντάτε, εγώ θέλω να γίνετε γυναίκες για να ανοίξετε τον δρόμο προς την χειραφέτηση. Εάν δεν τον ανοίξετε εσείς ποιος θα το κάνει στη θέση σας;»

Η Μαρία ήταν μια γυναίκα τριαντάφυλλο, πολυσχιδής ως προσωπικότητα που τα δικά της αγκάθια την πρόδωσαν, η δική της θέληση για ζωή. Αν και γεμάτη ενέργεια και φλόγα το πρόσωπο κι η ζωή της, η μοναξιά ήταν το αποκούμπι της κι ποίηση ο εξωτερικός της προορισμός που δεν έμελλε να ολοκληρωθεί ποτέ, αλλά έμεινε στον προθάλαμο της δημιουργίας, χαρίζοντας μας μόνο λίγες στιγμές εσωτερικής αλήθειας.

Έπειτα από δύο χρόνια , στα 1920, η μοναξιά έρχεται να πάρει τη θέση της στο πλευρό της πολύ πιο έντονα, μιας και χάνει και τους δυο γονείς της τόσο άδοξα και ξαφνικά. Άμεσα μετατίθεται στην Νομαρχία Αθηνών κι εγκαταλείπει την Μεσσηνία.

Ερχόμενη στην Αθήνα , σπεύδει να γραφτεί στη Νομική Σχολή Αθηνών, αν κι η υπόσχεση που είχε δώσει στον πατέρα της αφορούσε τη φιλολογία. Δεν μπορούσε όμως να παραβεί των προσωπικών τάσεων και ορμών της. Το ήθος της δεν της επέτρεπε να μένει αμέτοχη στην άνιση συμπεριφορική , όπως εκείνη έκρινε, απέναντι στις γυναίκες. Ένιωθε την ανάγκη της υπεράσπισης και του δικαίου.

Ήταν εκείνη η θαραλλέα μορφή, που μαζί με άλλες αντίστοιχης εμβέλειας γυναίκες, έστειλαν προσωπική επιστολή ( επί Βενιζέλου) στην οποία ζητούσαν το «ελευθερωθεί» το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες.

Αυτή ήταν η Μαρία Πολυδούρη, μια γυναίκα που δεν φοβόταν να κυκλοφορεί μόνη στους σκοτεινούς δρόμους της Αθήνας, κόντρα στον καθωσπρεπισμό της εποχής και διεκδικώντας το όνειρο, ίσως και μία ουτοπία.

Φώναζε με πάθος, αγάπησε κι ερωτεύθηκε με πάθος και έγραψε με πάθος. Πάθος, πάθος, πάθος.. Ναι μια τέτοια λέξη ίσως να ήταν ο τέλειος χαρακτηρισμός για το σύνολο των χρόνων που της δόθηκαν. Μια μαχόμενη καρδιά.

Λίγο πριν γνωρίσει τον έρωτα της ζωής της, που επισκίασε την ψυχή αλλά και την καθάρια δόξα της, είχε δηλώσει: «Ας φανερωθεί μπρος μου ο άνθρωπος που θα μπορέσω να τον αγαπήσω αληθινά, με τρέλα κι ας μη με αγαπήσει, δε με μέλλει. Θα ζω με την ευτυχία του να αγαπώ και θα πεθάνω έτσι...»

Κάπου εδώ μπαίνει στη ζωή της ο Κώστας Καρυωτάκης, ο μοναδικός της έρωτας, ο έρωτας που λαχτάρησε, πόθησε κι «έζησε». Η δική τους σχέση κρατά τόσο λίγο, όσο διαρκεί κι ένα όνειρο. Ο Καρυωτάκης προσβάλλεται από τη σύφιλη και εγκαταλείπει την αγαπημένη του. Εκείνη δεν δειλιάζει μπρος στο «θάνατο», αντιθέτως παίρνει δύναμη και θάρρος και ζητά να παντρευτούν, να σταθεί ο ένας δίπλα στον άλλον αφού όπως κι η ίδια ομολόγησε σε ένα ποίημα της για κείνον: « για σένα γεννήθηκα».

Πρόκειται για έναν έρωτα δίχως προηγούμενο, γεμάτο από το αίσθημα του παραλογισμού, του πάθους και της αδικίας.

Η Μαρία συνεχίζει να γράφει σε διάφορα περιοδικά όπως στον «Έσπερο» της Σύρου, στην «Ελληνική Επιθεώρησι», την «Πανδώρα» κ.α. κι εγκαταλείπει τις σπουδές της το 1925.

Η απελπισία κι ο πόνος οδηγούν την καρδιά της αλλά και τα βήματα της στην κυριολεξία. Ήταν τόσο δύσκολο κι επίπονο να ζει μακριά από τον Καρυωτάκη.

Η Φτέρη Αιγίου την φιλοξενεί για ένα μικρό χρονικό διάστημα μιας και το ταραγμένο της πνεύμα δεν χωρούσε πουθενά κι επιστρέφει σύντομα στην Αθήνα.

Αποφασίζει να αφοσιωθεί στο θέατρο σπουδάζοντας στο Εθνικό Θέατρο και στη Σχολή «Κουνελάκη», απόφαση που διήρκεσε τόσο λίγο, όσο και μία παράσταση όπου έπαιξε: το «Κουρέλι» του Νικοντέμι.

Στο πλευρό της βρισκόταν ένας νέο γοητευτικός που άκουγε στο όνομα Αριστοτέλης Γεωργίου κι ο αρραβώνας τους δεν κράτησε παραπάνω από 2 χρόνια μιας κι η καρδιά της ήταν δοσμένη αλλού.

Την ίδια χρονιά, φεύγει από την Ελλάδα και ταξιδεύει στο φωτεινό Παρίσι όπου διδάσκεται ραπτική από την Ecole Pigier. Μπορεί το Παρίσι να φημίζεται για την ομορφιά και τη φωτεινότητα του, αλλά στην περίπτωση της Μαρίας στάθηκε ως φάρος της πιο άσχημης εξέλιξης της ζωή της. Η φυματίωση διαγνώστηκε και η Μαρία σκοτείνιαζε εντός της.

Επιστρέφει στην Ελλάδα και η νοσηλεία της ξεκινά το 1928. Εκεί , στο νοσοκομείο Σωτηρία γνωρίζεται και με τον Γιάννη Ρίτσο που του αφιερώνει το ποίημα «Θυσία.

«Τώρα, για σένα είνε όλα τελειωμένα.
Και τη στερνή πνοούλα έχεις αφήσει.
Η σκέψη μου που μάταια έχει ανθίσει
Μαδάει σε νεκράνθια σπαραγμένα.(……..)
»

Το δωματιάκι όπου νοσηλευόταν, το διακόσμησε με πορτραίτα ποιητών, όπως ο Μπάιρον, ο Μπωντλέρ, ενώ την φωτογραφία του Καρυωτάκη την είχε στο κομοδίνο της. Την επισκεπτόταν ο Φώτος Πολίτης, η Μαρίκα Κοτοπούλη, οι ποιητές Παπαδάκης, Ζώτος, Χονδρογιάννης κ.α. Ήταν τόσο αγαπητή, όσο συνεχίζει να είναι σήμερα και σε μας.

Δεν παύει να ζει μες στην απελπισία της. Συνεχίζει και γράφει με μανία και εκδίδει μέσα από το νοσοκομείο την πρώτη της συλλογή : «Οι τρίλιες που σβήνουν». Την ίδια χρονιά αυτοκτονεί ο αγαπημένος της Κώστας Καρυωτάκης. Η ζωή της; Πιο σημαδεμένη από ποτέ. Κανένα απάγκιο για κείνη δεν υπήρχε πια, παρά μονάχα η ανάσα της που σχημάτιζε στον αέρα την αγάπη της για κείνον και βλέποντας την εικόνα έπαιρνε δύναμη. Μα πόσο ανοίκεια μας είναι σήμερα τέτοια ένταση αγάπης; Τόση αλήθεια και πόνος την ίδια στιγμή; Η Μαρία δεν φοβόταν τον πόνο, αντιθέτως τον αποζητούσε και τον ζούσε με όλο της το είναι.

Έγραφε η Μαρία για κείνον:

«Πάει ο καιρός που αχτιδωτό το αστέρι της ματιάς μου
έφεγγε και των θείων και των γηίνων.
Ω των παθών δεν κράτησα εγώ την ανόσια Λύρα,
εμένα τα τραγούδια μου ήταν μόνο για Κείνον. (….)
»

–Απόσπασμα από ανέκδοτο ποίημά της-

Κάπως έτσι φτάνουμε στο 1929, όπου βρίσκεται ακόμα στο νοσοκομείο και από εκεί εκδίδει τη δεύτερη συλλογή της «Ηχώ στο χάος».

Ο Άγγελος Σικελιανός, ο μείζον ποιητής του ελληνισμού, πήρε την απόφαση να μεταφερθεί η Μαρία ,πριν σβήσει, στην κλινική Χρηστομάνου που βρίσκεται στα Πατήσια. Το να βλέπει κανείς έναν τόσο σπουδαίο και νέο άνθρωπο να αργοπεθαίνει υπό άθλιες συνθήκες ήταν κάτι που μαράζωσε και σπάραξε την καρδιά του λυρικού ποιητή. Την ίδια περίοδο το Βήμα είχε ανοίξει έρανο για την πάμφτωχη Μαρία, κάτι που η ίδια απαίτησε να σταματήσει. Η λύπηση δεν ήταν κάτι που της ταίριαζε, πως μπορούσε λοιπόν αφού έζησε με περηφάνεια να πεθάνει με λύπηση;

Έτσι στις 29 Απριλίου του 1930 η Μαρία αφήνει την τελευταία της πνοή με ενέσεις μορφίνης που ζήτησε να της "περάσει" ένας αφοσιωμένος θαυμαστής της ο Βασίλης Γεντέκος.

Κηδεύτηκε την ίδια μέρα στο Α Νεκροταφείο Αθηνών .

Αυτή ήταν η Μαρία που χάθηκε σαν σήμερα. Μια αέρινη ύπαρξη , που όσο ξαφνικά κι απρόσμενα ήρθε σε τούτο τον κόσμο, τόσο ξαφνικά έφυγε.

Δεν φοβήθηκε ποτές της το θάνατο, μιας και τον βίωνε καθημερινά στην ψυχή της και στον απύθμενο ανεκπλήρωτο έρωτα της.

Πρόκειται για μια ύπαρξη που μνημονεύει το υπέρτατο της αγάπης και του θανάτου, δύο σκιών που αγκάλιασε η ίδια με την ίδια ένταση και το ίδιο πάθος.

Η Μαρία ένιωθε τον πρόωρο θάνατο της, έγραφε σαν να ήξερε:

«Θα πεθάνω μιαν αυγούλα μελαγχολική του Απρίλη,

Όταν αντικρύ θ ανοίγει μες στη γάστρα μου δειλά ένα ρόδο-μια ζωούλα. Και θα μου κλειστούν τα χείλη και θα μου κλειστούν τα μάτια μοναχά τους σιωπηλά.(….)
» , έγραψε το 1922, 8 χρόνια πριν το Απριλιάτικο της φευγιό.

Μαρία, Απρίλη ήρθες στη ζωή, Απρίλη έφυγες. Στην καρδιά μας όμως ήρθες κι έμεινες για πάντα….σαν ένα βιβλίο με την ομορφότερη ιστορία που το τέλος δυστυχώς δεν γράφτηκε ποτέ…

Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ αγάπησες λοιπόν…..

Κι εύχομαι σε όλους μας να ζήσουμε έναν έρωτα τόσο δυνατό που να νιώσουμε πως για εκείνον γεννηθήκαμε μονάχα….

Από μένα για σας με περίσσια αγάπη προς το πρόσωπο της Μαρίας,


Βάσια Aργέντη