Δευτέρα, 17 Μαρτίου 2014

Στους κήπους της Γιάννας Μπούκοβα...

...όπου η συγγραφέας του «Ελάχιστου κήπου» μας δέχεται στα ενδότερα



οικοδέσποινα/ξεναγός: Γιάννα Μπούκοβα
επισκέπτρια με ερωτηματολόγιο, για το στίγμαΛόγου: Παυλίνα Μάρβιν


Παυλίνα Μάρβιν: Γιάννα, το βιβλίο σου «Ο ελάχιστος κήπος» (Ίκαρος, 2006) είναι ένα από τα αγαπημένα μου ποιητικά βιβλία της τελευταίας δεκαετίας και, ενώ γνωρίζω πως το μετέφρασε από τα βουλγάρικα ο ποιητής και σύντροφός σου Δημήτρης Άλλος, μου είναι σχεδόν αδύνατο να συλλάβω πώς η εν λόγω συλλογή δεν είναι γραμμένη στα ελληνικά. Ως μεταφράστρια και η ίδια, πώς νομίζεις ότι κατορθώθηκε ένα τέτοιο αποτέλεσμα μεταφραστικά; Και πώς βλέπεις σήμερα τον «Ελάχιστο κήπο»;

Γιάννα Μπούκοβα: Αγαπάω ακόμα τον «Ελάχιστο κήπο». Ακόμα με εκφράζει. Είχα μια πολύ σπάνια τύχη με τη μετάφραση – και επειδή ο Δημήτρης είναι ο ποιητής που είναι, και επειδή γνωρίζει τόσο καλά την γλώσσα και την έχει ζήσει, και επειδή γνωρίζει τόσο καλά εμένα, τον εσωτερικό μου ρυθμό και τον ρυθμό της σκέψης μου. Η αντιστοιχία πρωτότυπου – μετάφρασης είναι σε τέτοιο βαθμό ακριβής που το ελληνικό μου βιβλίο λειτουργεί ως ένα ακόμα πρωτότυπο, από το οποίο μπορούν να γίνονται μεταφράσεις σε άλλες γλώσσες.

Π.Μ.: «(…)«Σαραγόσα» – έλεγα/ όπως θά ‘λεγε κανείς «Στο διάολο»/ ή κάποιος άλλος «Άνοιξε, Σουσάμι»/ «Καρχηδόνα» –έλεγα – «Τραφαλγκάρ»/ Αλλά δεν είχα πια άλλους χάρτες/ άλλα χαρτιά δεν είχα στο μανίκι μου/ Έβλεπα από πάνω μου σκυμμένο το φεγγάρι/ Για αίμα διψούσε και θεάματα/ Σίγουρα/ σίγουρα υπάρχει εξήγηση/ όταν μεγαλώσω», γράφεις στο ποίημά σου «Τραφαλγκάρ», μιλώντας, μεταξύ άλλων, για την παιδική σου ηλικία και για τα (πονεμένα, θα τολμούσα ίσως να σημειώσω) παιδικά σου παιχνίδια. (Πως) μεγάλωσες; (Τι) κατάλαβες;

Γ.Μπ.: Το μόνο που κατάλαβα με σιγουριά μεγαλώνοντας είναι ότι με τόσο μαύρο μέσα μου και έξω δεν έχω άλλη επιλογή από το να καλλιεργήσω ένα κάποιο μαύρο χιούμορ.

Π.Μ.: Έζησες το 1989 ―τη λεγόμενη «κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ»― στη Σόφια. Τι σηματοδότησε αυτή η κατάρρευση για σένα;

Γ.Μπ.: Το 1989 ήμουν εικοσιενός ετών και έγραφα συστηματικά ήδη πέντε χρόνια. Είχα κάνει τη πρώτη μου προσπάθεια να δημοσιεύσω ποιήματα, ο συντάκτης μού ζήτησε να κάνω μια πολιτική αφιέρωση και αρνήθηκα. Είχα προετοιμαστεί για μια ζωή που θα έγραφα ποίηση και πιθανόν δεν θα δημοσίευα. H λογοκρισία δεν έβλεπε με καλό μάτι τον αφαιρετικό λόγο στην ποίηση, τον αντιμετώπιζε ως «φορμαλιστικό» και ύποπτο. Ήξερα ότι ποτέ δεν θα γίνω μέλος του Κόμματος – το θεωρούσα αυτό ανήθικο. Ήξερα ότι ποτέ δεν θα ταξιδεύσω έξω από τα σύνορα της χώρας μου, στην καλύτερη περίπτωση ποτέ έξω από τα σύνορα του μπλοκ – το προνόμιο να ταξιδεύουν το είχαν μόνο αυτοί που ήταν πολύ κοντά στην εξουσία. Υπήρχε ένα συγκεκριμένο μέλλον μπροστά μου και ήμουν προετοιμασμένη. Μέρες μόνο πριν καταρρεύσει το καθεστώς κανείς δεν φανταζόταν καν ότι είναι δυνατόν να συμβεί κάτι τέτοιο. Ο Γκορμπατσόφ είναι ο προσωπικός μου ήρωας επειδή άλλαξε τη ζωή μου. Παρόλο που ξέρω πόσο ενοχλητικά μπορεί να ακούγεται αυτό σ’ εκείνους που νοσταλγούν ακόμα το Ανατολικό μπλοκ ως «αντίπαλο δέος» του καπιταλισμού. Βρίσκω αυτήν την θέση εξοργιστική και απάνθρωπη. Γιατί στο κομμάτι του κόσμου που χρησίμευε ως αντίβαρο σ’ αυτήν τη γεωπολιτική και ιδεολογική ισορροπία δεν υπήρχαν ως βαρίδια πέτρες και σίδερα, ούτε κάποια βιολογική μάζα, υπήρχαν ανθρώπινα όντα.

Π.Μ.: Έχεις μεταφέρει στη μητρική σου γλώσσα το έργο κορυφαίων εκπροσώπων της αρχαίας ελληνικής, λυρικής και ρωμαϊκής ποίησης (Σαπφώ, Πίνδαρος, Κάτουλλος) καθώς και έργα νεώτερων ή σύγχρονων ελλήνων ποιητών και πεζογράφων ― του Μίλτου Σαχτούρη, του Νίκου Εγγονόπουλου, του Γιάννη Ρίτσου, του Δημήτρη Νόλλα, του Κώστα Μόντη, του Δημήτρη Άλλου, της Παυλίνας Παμπούδη κ.ά. Ποια ή ποιες από αυτές τις μεταφραστικές εργασίες έχουν εντυπωθεί περισσότερο στο μυαλό σου και για ποιο λόγο;

Γ.Μπ.: Νιώθω πολύ δεμένη με κάθε μία από της μεταφράσεις μου. Κάθε καινούρια δουλειά μου έθετε διαφορετικές δυσκολίες, η πείρα δεν βοηθούσε και μάθαινα την μετάφραση από την αρχή. Τα ονόματα που ανέφερες είναι των ποιητών που έχουν ξεχωριστά βιβλία. Απόλαυσα πολύ και τις ανθολογίες που έκανα –να επιλέγω και να οργανώνω τα κείμενα μέσα σ’ ένα βιβλίο είναι πολύ δημιουργικό κομμάτι τής μετάφρασης και είναι συνήθως αυτό που μου δίνει την ώθηση να ξεκινήσω. Έτσι έγινε στην ανθολογία «Έξω από τα τείχη» που ήθελα να παρουσιάσω «μεγάλου μήκους» ποιήματα: τον κύκλο «Σημειώσεις για μια βδομάδα» του Σεφέρη, «Όχι Μπραζίλια, μα Οκτάνα!» του Εμπειρίκου, «Μπολιβάρ» του Εγγονόπουλου, «Ορέστης» του Ρίτσου, «Ad libitum» του Ελύτη, «Η γνωριμία με τον Μαξ» του Σινόπουλου, «Νεολιθική νυχτωδία στην Κρονστάνδη» του Καρούζου. Πιστεύω ότι λειτουργούν πολύ δυνατά μαζί. Όπως με πολύ ωραίο τρόπο πιστεύω ότι συνυπάρχουν τα κείμενα πέντε αγαπημένων μου ποιητών της γενιάς του 70: Τζένη Μαστοράκη, Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Λευτέρης Πούλιος, Μιχάλης Γκανάς, Γιάννης Κοντός στην ανθολογία «Ιστορίες ανθρώπων και πτητικών μηχανών». Πάντα ανθολογώ όταν μεταφράζω, και τα αυτόνομα βιβλία ποιητών είναι στην πλειοψηφία τους ανθολογήσεις του έργου τους.

Μια διαφορετική εμπειρία και πολύ σημαντική για μένα ήταν η συμμετοχή μου στην «Ανθολογία βαλκανικής ποίησης - ΑΙΜΟΣ» που παρουσιάζει σε έξι τόμους την ποίηση απ’ όλες τις βαλκανικές χώρες σ’ όλες τις βαλκανικές γλώσσες. Ήμουνα συντονίστρια του βουλγάρικου τόμου. Ως μεταφράστρια μου έδωσε την ευκαιρία εκτός από τους σύγχρονους ποιητές να ασχοληθώ και με κείμενα του Σολωμού, Κάλβου, Καρυωτάκη, Καβάφη – πολύ δυνατή πρόκληση. Ήταν μια καταπληκτική συλλογική προσπάθεια με τη συμμετοχή δεκάδων μεταφραστών, επιμελητών, συνεργατών απ’ όλα τα Βαλκάνια, ουτοπική, ηρωική θα έλεγα για τον τρόπο, με τον οποίο ο εκδότης Χρήστος Παπουτσάκης την υποστήριξε και την ολοκλήρωσε. Με πονάει ότι δεν έχει την αναγνώριση που θα της άξιζε.

Π.Μ.: Θυμάσαι ποια ήταν τα πρώτα λογοτεχνικά κείμενα που διάβασες στα ελληνικά; Αν ναι, τι εντύπωση αποκόμισες από αυτά; Ξεχωρίζεις κάποιους Έλληνες ποιητές; Πως θα χαρακτήριζες την ελληνική ποιητική παραγωγή του τελευταίου αιώνα;

Γ.Μπ.: Η πρώτη μου και μεγαλύτερη αγάπη ήταν και παραμένει ο Μίλτος Σαχτούρης. Στα ονόματα που αναφέρω πιο πάνω θα προσέθετα ακόμα την Βακαλό, τον Γονατά, τον Νικήτα Ράντο, τον Λειβαδίτη, τον Γκάτσο. Θεωρώ την ελληνική ποίηση του εικοστού αιώνα μοναδικό φαινόμενο. Όχι μόνο λόγω της εκπληκτικής ποιότητάς της, αλλά και λόγω της εκπληκτικής ποσότητας και πολυχρωμίας αυτής της ποιότητας. Είναι απίστευτο πόσο δυνατές, ιδιαίτερες και ξεχωριστές είναι τόσες πολλές φωνές. Και μέχρι σήμερα συνεχίζω να ανακαλύπτω ποιητές στη Ελλάδα. Μια τέτοια πρόσφατη ανακάλυψη είναι ο Γιώργος Β. Μακρής.

Π.Μ.: Σπούδασες κλασική φιλολογία στη Σόφια και δίδαξες τη βουλγάρικη γλώσσα στο Πανεπιστήμιο Κρήτης (Ρέθυμνο). Ποια η γνώμη σου για το βουλγάρικο και το ελληνικό Πανεπιστήμιο; Σε ωφέλησε η σχέση σου μαζί τους;

Γ.Μπ: Οι σπουδές μου ήταν απογοητευτική εμπειρία. Βρήκα την προσέγγιση στα αρχαία κείμενα πολύ στεγνή και τον ακαδημαϊκό λόγο περιοριστικό. Έκανα και την τρομακτική για την ηλικία μου τότε ανακάλυψη ότι μπορεί κάποιος να διδάσκει σε πανεπιστήμιο και να έχει παραμείνει εντελώς αμόρφωτος σε όλα εκτός από το στενό του αντικείμενο. Κάπως έτσι παραιτήθηκα από κάθε σκέψη ακαδημαϊκής καριέρας. Δεύτερες, προσωπικές μου σπουδές κλασικής φιλολογίας έκανα όταν μετέφραζα τους αρχαίους ποιητές και έγραφα τις εισαγωγές και τις σημειώσεις για τα βιβλία.

Στο Ρέθυμνο ήμουν επισκέπτρια, δίδασκα την γλώσσα σε ένα μεταπτυχιακό πρόγραμμα. Εισέπραξα ό,τι πιο καλό θα μπορούσε κανείς από την συνεργασία του με ένα πανεπιστήμιο: καταπληκτική ατμόσφαιρα, ευγενικοί συνάδελφοι, σοβαροί φοιτητές (το μάθημα ήταν επιλογής), πολύς ελεύθερος χρόνος. Ήταν η καλύτερη δουλειά που είχα ποτέ, αλλά δεν συμμετείχα στη πανεπιστημιακή ζωή και δεν γνώρισα τα προβλήματά της.

Π.Μ.: Θα μπορούσες να φτιάξεις για μας μια λίστα, χωρίς αξιολογική σειρά, με δέκα βιβλία ποίησης, σε οποιαδήποτε γλώσσα, που βρίσκεις ξεχωριστά;

Γ.Μπ: Δεν θα μπορούσα να σου δώσω απάντηση σ’ αυτή τη μορφή. Κάθε ιδέα λίστας –ό,τι και να αφορά– με παραλύει. Διαβάζω ποίηση και μαθαίνω ποίηση συχνά από βιβλία που δεν είναι αμιγώς ποιητικά, όπως τα κοάν (τα πιο όμορφα κείμενα παραλόγου που έχω ποτέ συναντήσει) ή τις ιστορίες των Σούφι. Ποτέ δεν κουράζομαι να επιστρέφω σ’ αυτά. Αγαπάω τους αρχαίους λυρικούς, ειδικά τη Σαπφώ και τον Αρχίλοχο, την αρχαία τραγωδία, λατρεύω τα χαϊκού. Η σχέση μου με την ποίηση του εικοστού αιώνα που διαβάζω περισσότερα απ’ όλα είναι πιο περίπλοκη. Σε διάφορες περιόδους της ζωής μου δέθηκα πολύ με ποιητές σαν τον Βάσκο Πόπα, Σέσαρ Βαγιέχο, Ζμπίγκνιεβ Χέρμπερτ, Δανιήλ Χάρμς οι οποίοι είναι τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους που μου φαίνεται παράξενο να τους αναφέρω στην ίδια πρόταση. Έχω μια ιδιαίτερη αδυναμία στην Τζόυς Μανσούρ. Μιλάω για πολύ προσωπικές σχέσεις. Υπάρχουν δεκάδες ποιητές που εκτιμώ και βρίσκω ξεχωριστούς. Δεν μου έχει συμβεί να απορρίψω με τον καιρό κάποιον που έχω αγαπήσει, μερικές φορές όμως απομακρύνομαι, ξαναγυρίζω, κάνω κύκλους, έχω καινούριες προτιμήσεις ανάμεσα στα κείμενά του. Το τοπίο είναι πολύ ρευστό, δεν θα μπορούσα να το αποτυπώσω σ’ έναν χάρτη.

Π.Μ.: Έχεις γράψει διηγήματα αλλά και ένα μυθιστόρημα, που δεν έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά. Θα ήθελες να μεταφραστούν; Ως αναγνώστρια, διαβάζεις περισσότερο ποίηση ή πεζογραφία, και γιατί;

Γ.Μπ: Διαβάζω πεζογραφία μανιωδώς, σε τεράστιες ποσότητες, ασύγκριτα περισσότερο απ’ όσο ποίηση. Μου φαίνεται αδύνατο να διαβάζει κανείς ποίηση καθημερινά και να είναι ποιοτική η ανάγνωση. Ταυτόχρονα η πεζογραφία που απολαμβάνω πιο πολύ απ’ όλα είναι αυτή που αφομοιώνει τρόπους της ποίησης: μη γραμμική, μη εξηγητική, η οποία απαιτεί εγρήγορση και συμμετοχή από τον αναγνώστη. Αυτό είναι και το είδος πεζογραφίας που γράφω. Και ναι, βέβαια θα ήθελα να μεταφραστούν τα πεζά μου, ελπίζω ότι κάποια στιγμή θα παρουσιαστεί η κατάλληλη ευκαιρία.

Π.Μ.:Θα θέλαμε επίσης, να διαλέξεις ένα ποίημά σου που εκτιμάς σταθερά και να κάνεις ένα σχόλιο για το ποίημα αυτό ―αναφορικά, ίσως, με τη συνθήκη στην οποία το έγραψες, με το εσωτερικό ή εξωτερικό γεγονός στο οποίο βασίζεται το ποίημα, με την αξία του για εσένα σήμερα, ή ο,τι άλλο θα ήθελες.

Γ.Μπ: Το «Οδηγίες για αρπαχτικό πουλί» είναι για τον θάνατο του πατέρα μου – μια μακριά και βασανιστική αγωνία. Το παράξενο είναι ότι σκέφτηκα τον τίτλο και τις πρώτες προτάσεις πριν αρχίσουν καν όλα αυτά και πριν καν φανταστώ ότι είναι δυνατόν να συμβούν. Το ολοκλήρωσα αρκετό καιρό μετά, όταν όλα είχαν τελειώσει. Μεσολάβησαν μερικά χρόνια. Και μόνο όταν το τελείωσα κατάλαβα ότι αυτό ήταν το θέμα του – η εμπειρία μου αυτή και η σχέση μου με αυτήν την εμπειρία.

Π.Μ.: Έχεις δηλώσει ολιγογράφος. Καταγίνεσαι με κάτι συγγραφικά αυτήν την περίοδο; Μπορείς να σχολιάσεις τις τωρινές σου αναζητήσεις και λογοτεχνικές διαδρομές;

Γ.Μπ.: Σκέφτομαι, συσσωρεύω, επεξεργάζομαι. Δοκιμάζω τον εαυτό μου με αισθητικές που μου είναι ξένες, δύσκολες, ακόμα και κατά κάποιο τρόπο απωθητικές. Θεωρώ πολύ σημαντικό να βγαίνω από την ζώνη ασφάλειας και να χάνω την κεκτημένη ταχύτητα. Είναι βασανιστικό και καταναλώνει τεράστιες ποσότητες χρόνου, αλλά για μένα είναι ο μόνος τρόπος να λειτουργήσω.

Π.Μ.: Φέτος κλείνεις 20 χρόνια στην Αθήνα. Ποια η γνώμη σου γι’ αυτή την πόλη; Σου λείπει η (ζωή στη) Σόφια;

Γ.Μπ.: Είμαι πάντα με το ένα πόδι στην Σόφια. Πηγαίνω όσο πιο συχνά μπορώ, έχω τα βιβλία που εκδίδω εκεί, την μητέρα μου, τους φίλους μου. Η Αθήνα δεν μου άρεσε όταν πρωτοήρθα – πολύς θόρυβος, πολλά αυτοκίνητα, καθόλου πράσινο. Άργησα αρκετά να δεθώ μαζί της. Ενδιάμεσα με τα χρόνια και η Σόφια άρχισε να μοιάζει με την Αθήνα – τα ίδια αυτοκίνητα, το ίδιο χάος. Όμως αυτό δεν με απομάκρυνε, την δέχτηκα όπως είναι. Ταυτόχρονα η Αθήνα άρχισε να ομορφαίνει. Μέχρι σήμερα δεν κατάλαβα – ομόρφυνε όντως τόσο ή απλά την αγάπησα. Η σχέση μου με τις δύο πόλεις με έκανε να ξεμπερδέψω μια για πάντα με το ζήτημα της νοσταλγίας. Βλέπω κάτι πολύ εγωιστικό σ’ αυτό το συναίσθημα, ακόμα και στον πόνο που προκαλεί. Σαν να απαιτούμε το δικαίωμα κάποιου ιδιωτικού χρόνου, ένας χρόνος ρυθμισμένος με το εγώ μας και μόνο. Σαν να είναι υποχρεωμένη να παγώσει η ζωή των άλλων για να διατηρηθεί η ωραία μας ανάμνηση.

Π.Μ.: Ανήκεις στην ομάδα των βασικών συνεργατών του περιοδικού «Φάρμακο», του οποίου το 2ο τεύχος κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό, ενώ συμμετείχες επίσης στην ομάδα «Greek Poetry Now», λαμβάνοντας μέρος σε δράσεις― αναγνώσεις, συζητήσεις και performances. Πόσο σημαντικό είναι για σένα να «μοιράζεσαι» την ποίηση και τις σκέψεις σου γι’ αυτήν; Χρειάζεσαι ή/και απολαμβάνεις τα ποιητικά δρώμενα;

Γ.Μπ.: Καταβάλλω στις δράσεις μας και στo «Φρμκ» την ίδια δημιουργική ενέργεια όπως στα γραπτά ή στις μεταφράσεις μου. Πιστεύω ότι το γεγονός της ποίησης δεν περιορίζεται στα κείμενά μας και μόνο. Μου αρέσει που είμαστε ποιητές πολύ διαφορετικοί στη γραφή μας – αυτό κάνει τη συζήτηση πλούσια. Μοιραζόμαστε μια κοινή ανάγκη διεύρυνσης του πεδίου της ποίησης, διερεύνησης των ορίων της και των σχέσεών της με τα εικαστικά και τις άλλες τέχνες, εύρεσης καινούριων τρόπων επικοινωνίας με το κοινό έξω από την γνωστή δημόσια ανάγνωση. Ήταν αναμενόμενο να ενωθούμε γύρω από ένα περιοδικό που να εκφράζει μια παρόμοια αισθητική πρόταση. Παρατηρώ ότι και άλλα από τα νέα περιοδικά συσπειρώνονται γύρω από συγκεκριμένες αισθητικές απόψεις. Είναι κάτι που έχει να συμβεί εδώ και πάρα πολύ καιρό. Αυτές οι απόψεις μπορεί να είναι διαφορετικές, ακόμα και συγκρουόμενες μεταξύ τους, πράγμα πολύ θετικό και γόνιμο.

Π.Μ.: Ποιο είναι το πιο ενδιαφέρον σχόλιο που έχεις λάβει από αναγνώστες σου;

Γ.Μπ.: Μετά από την ανάγνωσή μου σ’ ένα ελληνικό φεστιβάλ με πλησίασε μια κοπέλα και μου είπε πόσο της άρεσαν τα ποιήματα μου στα βουλγαρικά. Είχα διαβάσει και στις δύο γλώσσες. «Ξέρετε βουλγαρικά;» την ρώτησα. «Δεν ξέρω» μου είπε. «Και στα ελληνικά δεν σας άρεσαν;» «Καλά ήταν», μου λέει «αλλά στα βουλγαρικά ήταν καταπληκτικά, τόσο όμορφα!» Τίποτα άλλο δεν με έχει κάνει να σκεφτώ τόσο πολύ πάνω στην αυθυποβολή στο βίωμα της ποίησης όσο αυτό το σχόλιο. Αυτή η καθ’ όλα καλοπροαίρετη κοπέλα που προτίμησε να φαντάζεται ποίηση στους όμορφους ήχους μιας σλαβικής γλώσσας (στην οποία θα μπορούσα να είχα διαβάσει και τον τηλεφωνικό κατάλογο) και όχι να ακούσει αυτό που λένε οι λέξεις μου, είναι ένα ακραίο, σχεδόν ανεκδοτικό παράδειγμα για κάτι που συμβαίνει αρκετά συχνά όταν υπάρχουν συναισθηματικές προσδοκίες από το ποιητικό κείμενο: το να μην διαβάζεται το ίδιο το κείμενο, το να φαντασιώνεται ο αναγνώστης ποίηση στη θέση της ποίησης.

Π.Μ.: Διαβάζεις ειδήσεις, παρακολουθείς την επικαιρότητα; «Ομολογώ ότι εδώ και καιρό ούτε καν έχω σκεφτεί να χρησιμοποιήσω τον όρο "ξένη ποιήτρια στην Ελλάδα"(…).Η λέξη που με εκφράζει είναι "ανήκω"», είπες το 2010, σε συνέντευξη για την Ελευθεροτυπία. Τι άλλαξε από τότε; Τι αισθήματα σου προκαλεί ο όρος «ξένος» στην Ελλάδα σήμερα, μεσουρανούσης της κρίσης και δεδομένου του χάους που επικρατεί;

Γ.Μπ.: Η πόλη γέμισε με ξένους και άδειασε από ξένους ερήμην της πολιτείας. Η πολιτεία ποτέ δεν ανέλαβε την ευθύνη. Άφησε συναισθήματα και ένστικτα να αποφασίζουν τη μοίρα τους, όχι νόμους, ούτε μια ευρύτερη κοινωνική συμφωνία. Τώρα κατέληξε ανήμπορη να εγγυηθεί ακόμα και την ασφάλεια της ζωής τους. Νιώθω αυτά ως τρομερή ήττα της δημοκρατίας.

Εγώ ποτέ δεν βρέθηκα έξω από την ελληνική κοινωνία, συνεχίζω να ανήκω. Αυτό σημαίνει ότι μου αναλογεί ένα μερίδιο ηθικής ευθύνης αυτής της ήττας.

Π.Μ.: «Ένα πρωί ο ποιητής φόρεσε το άσπρο του σακάκι, έβαλε το άσπρο του καπέλο, έσφιξε τα λουριά στα δύο άσπρα σκυλιά του και βγήκε στο δρόμο. Και στο περίπτερο, ενώ έπαιρνε τα ρέστα απ΄τα τσιγάρα ξαφνικά –σ΄αγαπώ, είπε. Κάτι που πείραξε πολύ εκείνον που πουλούσε τα τσιγάρα. Του έθιξε την ανδρική του τιμή, την εθνική του υπόληψη και όλο του το σόι γενεές δεκατέσσερις. Κι ό,τι ήταν έτοιμος να πεταχτεί επάνω για να βάλει τα πράγματα στη θέση τους, είδε τον ποιητή να προσπερνάει, με ανθηρή διάθεση, γοητεύοντας άστοχα όλα τα έντομα, αφήνοντας ξοπίσω του ένα ακανόνιστο αυλάκι γεμάτο αίματα και τελικές προτάσεις», γράφεις, πάλι στον «ελάχιστο κήπο». Μήπως πιστεύεις, λοιπόν, σε κάποιο (μέσω της λογοτεχνίας) δημιουργικό…θίξιμο, και αν ναι, σε ποιους θα ήθελες να απευθύνεται;

Γ.Μπ.: Δεν έχω κανένα πρόβλημα να θίξω οποιονδήποτε περιμένει ένα «απλό» ποίημα, δηλαδή εύκολα εισπράξιμο και άμεσα χρηστικό. Αυτό το είδος «απλότητας» σημαίνει να βλέπεις ξανά και ξανά μόνο αυτά που ήδη ξέρεις. Όσο πιο σύνθετο είναι ένα ζήτημα τόσο πιο σύνθετη είναι η γλώσσα που το επεξεργάζεται. Το «απλό» στην πολιτική είναι το σύνθημα, το «απλό» στα μαθηματικά εξαντλείται με τις αριθμητικές πράξεις για τα ψώνια μας. Θεωρώ την ποίηση εργαλείο γνώσης και ό,τι έχει σχέση με την γνώση θέλει προσπάθεια. Τα αποτελέσματα του «απλού» τα βλέπουμε παντού γύρω μας και είναι από άχρηστα έως άκρως επικίνδυνα.-



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου