Παρασκευή, 7 Μαρτίου 2014

Η ανατομία ενός ποιητικού πτώματος ή πώς γίνεται ένα ποίημα κακό (μια πρώτη προσέγγιση)

Η ερώτηση τι είναι τελικά ένα καλό ποίημα είναι δύσκολο να απαντηθεί, είναι δύσκολο να οριοθετηθεί καν. Δεν υπάρχει αμφιβολία, ένα καλό ποίημα είναι αυτό που τραβάει τον αναγνώστη του κοντά του, τον προσελκύει και στη συνέχεια τον κρατάει εκεί, κολλημένο στην ανάγνωση, βυθισμένο στις λέξεις. Πώς παράγεται όμως αυτή η αίσθηση ή, ακόμα καλύτερα, τί είναι αυτό που λείπει από ένα ποιήμα για να είναι καλό, να αποτελεί δηλαδή πηγή συγκίνησης...;

Θα επιχειρήσω να ακουμπήσω μια κριτική ματιά στο παρακάτω ποίημα, το οποίο έγραψε η Χριστίνα Λιναρδάκη γι’ αυτόν ακριβώς τον σκοπό, προκειμένου να ψηλαφήσω τον εσωτερικό μηχανισμό του, να δω αν προκαλεί μια συναισθηματική αντίδραση ή όχι.

Έχω καταπιεί μια Ερινύα
αιμοχαρή
σκληρή σαν πέτρα
κολυμπά μες στις σκέψεις μου
- νόμιζες πως θα γλιτώσεις, λοιπόν
λογάριαζες λάθος, τ’ ακούς;
χίλια ηλιοβασιλέματα θ’ αναστενάζεις το λεπτό
μυριάδες κύματα θ’ ανεβοκατεβαίνει αυτό το στέρνο –
έρπει κάτω απ’ το δέρμα
τυλίγεται στα δίχτυα των ματιών
κυλά την κατηφόρα των λυγμών
πλημμυρίζει
το δωμάτιο
το σπίτι
τον κόσμο
γρήγορα, μου λέει χαιρέκακα, βιάσου
να πιεις
να με καταπιείς
να με κρύψεις ξανά στην καρδιά σου
προτού καταλάβει κανείς πως μέσα σου ζω.
(Κι εγώ από κει
θα σε δαγκώνω για πάντα).

Υπάρχει καταρχάς το θέμα της απουσίας τίτλου: χωρίς βέβαια να είναι απαραίτητος, ο τίτλος δίνει το στίγμα του ποιήματος, είναι η πρώτη απόπειρα του συγγραφέα να καλλιεργήσει στον αναγνώστη του μια ορισμένη συναισθηματική κατάσταση. Το ποιήμα αυτό είναι χτισμένο γύρω από ένα διάλογο ανάμεσα στο εγώ και στην Ερινύα, που φαίνεται να λειτουργεί σαν μια προσωποποίηση των τύψεων. Η διαλογική μορφή στηρίζει με την κατεξοχήν αμεσότητά της μια ατμόσφαιρα εσωτερικής αγωνίας που είναι ένας από τους πυλώνες του ποιήματος.

Οι πλατειασμοί και οι εκφραστικές υπερβολές που υπάρχουν όπως π.χ. «χίλια ηλιοβασιλέματα θ’αναστενάζεις το λεπτό» δεν βοηθούν στην κατανόηση: δεν είναι μόνο το γεγονός ότι στερούν απλότητα στο ποίημα, αλλά ακόμα και έτσι περίπλοκο, τον στόχο του, την αγωνιώδη συγκίνηση δηλαδή, δεν φαίνεται να τον προσεγγίζει.

Οι στίχοι 7 και 8 ξεκινούν με δυο συνώνυμες λέξεις (χίλια / μυριάδες), ενώ οι στίχοι 17 και 18 ουσιαστικά αποτελούνται από το ίδιο ρήμα: τόσο στο λεξιλογικό όσο και στον εννοιολογικό τομέα, η έμπνευση είναι μάλλον απούσα. Ανάλογο πρόβλημα συναντάται και στους στίχους 9-12 και 13-15, όπου αφενός με τα ρήματα έρπει / τυλίγεται / κυλά / πλημμυρίζει όσο και με τα ουσιαστικά δωμάτιο / σπίτι / κόσμο έχουμε ένα μάλλον προβλέψιμο πέρασμα από το γήινο στο υγρό στοιχείο και από το μεγαλύτερο στο μικρότερο σε μια προσπάθεια από τον συγγραφέα να εντείνει την αγωνία, ενδεχομένως μια αίσθηση ασφυξίας και πανικού. Λείπει η έκπληξη όμως, ο αναγνώστης ακολουθεί τα βήματα του ποιητή σε πεπατημένες οδούς χωρίς συγκίνηση.

Στο μυθολογικό επίπεδο, η Ερινύα της ιστορίας δίνει μια κατάρα και όχι μια τιμωρία όπως είναι και ο ρόλος της. Οι αρχαίες ερινύες ούτε απειλούσαν, ούτε ανακοίνωναν τι έμελλε γενέσθαι: το θύμα τους βίωνε την τιμωρία κατευθείαν. Επίσης οι Ερινύες δεν τιμωρούσαν όλα τα είδη εγκλημάτων παρά μόνο μια συγκεκριμένη κατηγορία: το έγκλημα κατά της μάνας. Σήμερα η λέξη Ερινύες σημαίνει σχεδόν ενοχή, όμως αυτό είναι αρκετά μακριά από την πρωταρχική έννοια. Αυτό που συμβαίνει λοιπόν είναι ότι έχει πειραχτεί ο μύθος. Και παρόλο που αυτό ως γεγονός δεν είναι απαραίτητα επιλήψιμο, εν προκειμένω δρα μάλλον μειονεκτικά. Ο μύθος όπως και κάθε σύμβολο για να λειτουργήσει και να φτάσει στον σκοπό του βασίζεται στην αναγνωρισιμότητα, στο ότι ο αποδέκτης-αναγνώστης διακρίνει μια γνωστή του εικόνα, μια πολιτισμικά οικεία πραγματικότητα. Σ’αυτό το ποίημα ο μύθος της Ερινύας έχει τροποποιηθεί και έχει χάσει έτσι την δύναμη του πρωταρχικού συμβολισμού του: την στιγμή που ο ποιητής τον οικειοποιήθηκε αλλάζοντάς τον, έχασε την σύνδεσή του με τον αναγνώστη-αποδέκτη.

Αν ο σκοπός ενός ποιήματος είναι να οδηγήσει τον αναγνώστη σε σκέψεις που δεν έχει πάει ποτέ αλλά και που είναι ταυτόχρονα δικές του, μύχιες και βαθιά προσωπικές, τότε το συγκεκριμένο κείμενο είναι μακριά από τον στόχο. Είναι ένα ποίημα προσωπικό, ένας διάλογος του εγώ με τον εαυτό, τον φοβισμένο και μοναχικό, αλλά τελικά χάνει την ευκαιρία να βγει από το στενό πλαίσιο της προσωπικής ποίησης και να αγγίξει ένα ευρύτερο σύνολο.

Κρις Λιβανίου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου