Τρίτη, 1 Απριλίου 2014

Μαρία Πολυδούρη - "Η τρίλια που έσβησε νωρίς"

Ήταν Πρωταπριλιά του 1902 όταν το κλάμα της Μαρία Πολυδούρη ακούστηκε για πρώτη φορά στον κόσμο τούτο. Ένα κλάμα που έμελλε να διαρκέσει τόσο λίγο, λες κι ήταν πρωταπριλιάτικο αστείο η ζωή της.

Η ίδια μιλάει για την ημερομηνία που γεννήθηκε κάπως έτσι:

«Να η μέρα μου! Η ημέρα που ήρθα στον κόσμο μέσα σ' ένα σπιτάκι όμορφο, γεμάτο φως ημέρα που άκουσα τα πρώτα κελαηδήματα των πουλιών, είδα τα πρώτα ρόδα του έαρος. Επέρασαν από τότε είκοσι χρόνια και θα μπορούσα να πιστέψω ότι μόλις τα δέκα έχω περάσει. Και όμως πόσες στιγμές, ημέρες, μήνες, χρόνια λύπης και απελπισίας, στεναγμών και δακρύων βρίσκονται μέσα σ' αυτήν την ζωή των 20 ετών. Κι' ακόμα πόσες φορές είμαι πολύ-πολύ περισσότερο από 20 ετών με τις νευρικές χειρονομίες μου, τις ρυτίδες του μετώπου μου, την μελαγχολική σιωπή μου! Ο μήνας που μου έδωκε την ζωή και ο μήνας που όταν μπει μου παίρνει κάθε ίχνος ζωής! Μια μελαγχολία χωρίς όρια με πνίγει, μια πλήξη τρομερή με παραλύει, μια νευρικότης με πεθαίνει. Απρίλιε… Απρίλιε πόσο ευχάριστα μου ψάλλεις τη δυστυχία μου, μου θυμίζεις ότι μου λείπει… με απελπίζεις»

-1η Απριλίου του 1922-

Οι γονείς της ακούν στα ονόματα Ευγένιος Πολυδούρης και Κυριακή Μαρκάτου και τα μέρη όπου «φιλοξένησαν» τη Μαρία στο μικρό της διάβα από τη ζωή ήταν η Καλαμάτα, το Γύθειο , τα Φιλιατρά, η Αθήνα και το φωτεινό Παρίσι.

Απ’ ό,τι γράφεται η Μαρία ήταν ένα φιλήσυχο πλάσμα από παιδί, ένα κορίτσι αλλιώτικο από τα άλλα, κάτι που εκδηλώθηκε λίγο αργότερα στα 14 της, όταν ξεκίνησε το χέρι να αποζητά την πέννα.

«Οικογενειακός αστήρ» λέγεται ο πρώτος «ώμος» που εμπιστεύθηκε τη Μαρία. Ένα περιοδικό που φιλοξένησε το πρώτο ποίημα της με τίτλο «Ο πόνος της μάνας».

Αυτό το ποίημα το «ζωγράφισε» όταν βρισκόταν στα Φιλιατρά και ήταν γεμάτο από την ειλικρίνεια, που αργότερα είδαμε να πλημμυρίζει τις ποιητικές της αράδες. Η θεματική του αφορούσε ένα ναυτικό που κείτεται νεκρός στις ακτές των Φιλιατρών.

Σίγουρα, το «μοιρολόγι», σαν είδος τραγουδιού, είχε επηρεάσει τη Μαρία κι η ευαισθησία της δεν μπορούσε να κρυφτεί πίσω από καμιά λέξη. Έτσι, η πρώτη της συλλογή παίρνει το όνομα «Μαργαρίτες». Τα πρωτόλεια έργα της παίρνουν ένα όνομα ρομαντικού λουλουδιού, το οποίο έρχεται κι αυτό να μας υποδείξει το πόσο ευαίσθητος άνθρωπος ήταν, αλλά δυστυχώς, αυτή η συλλογή μένει στα συρτάρια της δικής της ψυχής.

Η νεορομαντική Μαρία λοιπόν, στα 16 διορίζεται στη Νομαρχία της Μεσσηνίας κι έτσι αρχίζει να εργάζεται.

Το γονίδιο της ζωηράδας όμως, δεν την αφήνει ήσυχη ως ήταν, αλλά αντιθέτως την ξυπνά. Απευθυνόμαστε στην έντονη φεμινιστική τάση της μητέρας της , όπου κληρονόμησε κι η ίδια. Δείχνει ενδιαφέρον για το άνισο των ανθρώπων, ενδιαφέρεται για την Οκτωβριανή επανάσταση και την χειραφέτηση των γυναικών. Έτσι είχε γαλουχηθεί το πνεύμα κι η ψυχή της από το ίδιο της το σπίτι. Συγκεκριμένα ο πατέρας της έλεγε στα παιδιά του: «Τι κάθεστε και κεντάτε, εγώ θέλω να γίνετε γυναίκες για να ανοίξετε τον δρόμο προς την χειραφέτηση. Εάν δεν τον ανοίξετε εσείς ποιος θα το κάνει στη θέση σας;»

Η Μαρία ήταν μια γυναίκα τριαντάφυλλο, πολυσχιδής ως προσωπικότητα που τα δικά της αγκάθια την πρόδωσαν, η δική της θέληση για ζωή. Αν και γεμάτη ενέργεια και φλόγα το πρόσωπο κι η ζωή της, η μοναξιά ήταν το αποκούμπι της κι ποίηση ο εξωτερικός της προορισμός που δεν έμελλε να ολοκληρωθεί ποτέ, αλλά έμεινε στον προθάλαμο της δημιουργίας, χαρίζοντας μας μόνο λίγες στιγμές εσωτερικής αλήθειας.

Έπειτα από δύο χρόνια , στα 1920, η μοναξιά έρχεται να πάρει τη θέση της στο πλευρό της πολύ πιο έντονα, μιας και χάνει και τους δυο γονείς της τόσο άδοξα και ξαφνικά. Άμεσα μετατίθεται στην Νομαρχία Αθηνών κι εγκαταλείπει την Μεσσηνία.

Ερχόμενη στην Αθήνα , σπεύδει να γραφτεί στη Νομική Σχολή Αθηνών, αν κι η υπόσχεση που είχε δώσει στον πατέρα της αφορούσε τη φιλολογία. Δεν μπορούσε όμως να παραβεί των προσωπικών τάσεων και ορμών της. Το ήθος της δεν της επέτρεπε να μένει αμέτοχη στην άνιση συμπεριφορική , όπως εκείνη έκρινε, απέναντι στις γυναίκες. Ένιωθε την ανάγκη της υπεράσπισης και του δικαίου.

Ήταν εκείνη η θαραλλέα μορφή, που μαζί με άλλες αντίστοιχης εμβέλειας γυναίκες, έστειλαν προσωπική επιστολή ( επί Βενιζέλου) στην οποία ζητούσαν το «ελευθερωθεί» το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες.

Αυτή ήταν η Μαρία Πολυδούρη, μια γυναίκα που δεν φοβόταν να κυκλοφορεί μόνη στους σκοτεινούς δρόμους της Αθήνας, κόντρα στον καθωσπρεπισμό της εποχής και διεκδικώντας το όνειρο, ίσως και μία ουτοπία.

Φώναζε με πάθος, αγάπησε κι ερωτεύθηκε με πάθος και έγραψε με πάθος. Πάθος, πάθος, πάθος.. Ναι μια τέτοια λέξη ίσως να ήταν ο τέλειος χαρακτηρισμός για το σύνολο των χρόνων που της δόθηκαν. Μια μαχόμενη καρδιά.

Λίγο πριν γνωρίσει τον έρωτα της ζωής της, που επισκίασε την ψυχή αλλά και την καθάρια δόξα της, είχε δηλώσει: «Ας φανερωθεί μπρος μου ο άνθρωπος που θα μπορέσω να τον αγαπήσω αληθινά, με τρέλα κι ας μη με αγαπήσει, δε με μέλλει. Θα ζω με την ευτυχία του να αγαπώ και θα πεθάνω έτσι...»

Κάπου εδώ μπαίνει στη ζωή της ο Κώστας Καρυωτάκης, ο μοναδικός της έρωτας, ο έρωτας που λαχτάρησε, πόθησε κι «έζησε». Η δική τους σχέση κρατά τόσο λίγο, όσο διαρκεί κι ένα όνειρο. Ο Καρυωτάκης προσβάλλεται από τη σύφιλη και εγκαταλείπει την αγαπημένη του. Εκείνη δεν δειλιάζει μπρος στο «θάνατο», αντιθέτως παίρνει δύναμη και θάρρος και ζητά να παντρευτούν, να σταθεί ο ένας δίπλα στον άλλον αφού όπως κι η ίδια ομολόγησε σε ένα ποίημα της για κείνον: « για σένα γεννήθηκα».

Πρόκειται για έναν έρωτα δίχως προηγούμενο, γεμάτο από το αίσθημα του παραλογισμού, του πάθους και της αδικίας.

Η Μαρία συνεχίζει να γράφει σε διάφορα περιοδικά όπως στον «Έσπερο» της Σύρου, στην «Ελληνική Επιθεώρησι», την «Πανδώρα» κ.α. κι εγκαταλείπει τις σπουδές της το 1925.

Η απελπισία κι ο πόνος οδηγούν την καρδιά της αλλά και τα βήματα της στην κυριολεξία. Ήταν τόσο δύσκολο κι επίπονο να ζει μακριά από τον Καρυωτάκη.

Η Φτέρη Αιγίου την φιλοξενεί για ένα μικρό χρονικό διάστημα μιας και το ταραγμένο της πνεύμα δεν χωρούσε πουθενά κι επιστρέφει σύντομα στην Αθήνα.

Αποφασίζει να αφοσιωθεί στο θέατρο σπουδάζοντας στο Εθνικό Θέατρο και στη Σχολή «Κουνελάκη», απόφαση που διήρκεσε τόσο λίγο, όσο και μία παράσταση όπου έπαιξε: το «Κουρέλι» του Νικοντέμι.

Στο πλευρό της βρισκόταν ένας νέο γοητευτικός που άκουγε στο όνομα Αριστοτέλης Γεωργίου κι ο αρραβώνας τους δεν κράτησε παραπάνω από 2 χρόνια μιας κι η καρδιά της ήταν δοσμένη αλλού.

Την ίδια χρονιά, φεύγει από την Ελλάδα και ταξιδεύει στο φωτεινό Παρίσι όπου διδάσκεται ραπτική από την Ecole Pigier. Μπορεί το Παρίσι να φημίζεται για την ομορφιά και τη φωτεινότητα του, αλλά στην περίπτωση της Μαρίας στάθηκε ως φάρος της πιο άσχημης εξέλιξης της ζωή της. Η φυματίωση διαγνώστηκε και η Μαρία σκοτείνιαζε εντός της.

Επιστρέφει στην Ελλάδα και η νοσηλεία της ξεκινά το 1928. Εκεί , στο νοσοκομείο Σωτηρία γνωρίζεται και με τον Γιάννη Ρίτσο που του αφιερώνει το ποίημα «Θυσία.

«Τώρα, για σένα είνε όλα τελειωμένα.
Και τη στερνή πνοούλα έχεις αφήσει.
Η σκέψη μου που μάταια έχει ανθίσει
Μαδάει σε νεκράνθια σπαραγμένα.(……..)
»

Το δωματιάκι όπου νοσηλευόταν, το διακόσμησε με πορτραίτα ποιητών, όπως ο Μπάιρον, ο Μπωντλέρ, ενώ την φωτογραφία του Καρυωτάκη την είχε στο κομοδίνο της. Την επισκεπτόταν ο Φώτος Πολίτης, η Μαρίκα Κοτοπούλη, οι ποιητές Παπαδάκης, Ζώτος, Χονδρογιάννης κ.α. Ήταν τόσο αγαπητή, όσο συνεχίζει να είναι σήμερα και σε μας.

Δεν παύει να ζει μες στην απελπισία της. Συνεχίζει και γράφει με μανία και εκδίδει μέσα από το νοσοκομείο την πρώτη της συλλογή : «Οι τρίλιες που σβήνουν». Την ίδια χρονιά αυτοκτονεί ο αγαπημένος της Κώστας Καρυωτάκης. Η ζωή της; Πιο σημαδεμένη από ποτέ. Κανένα απάγκιο για κείνη δεν υπήρχε πια, παρά μονάχα η ανάσα της που σχημάτιζε στον αέρα την αγάπη της για κείνον και βλέποντας την εικόνα έπαιρνε δύναμη. Μα πόσο ανοίκεια μας είναι σήμερα τέτοια ένταση αγάπης; Τόση αλήθεια και πόνος την ίδια στιγμή; Η Μαρία δεν φοβόταν τον πόνο, αντιθέτως τον αποζητούσε και τον ζούσε με όλο της το είναι.

Έγραφε η Μαρία για κείνον:

«Πάει ο καιρός που αχτιδωτό το αστέρι της ματιάς μου
έφεγγε και των θείων και των γηίνων.
Ω των παθών δεν κράτησα εγώ την ανόσια Λύρα,
εμένα τα τραγούδια μου ήταν μόνο για Κείνον. (….)
»

–Απόσπασμα από ανέκδοτο ποίημά της-

Κάπως έτσι φτάνουμε στο 1929, όπου βρίσκεται ακόμα στο νοσοκομείο και από εκεί εκδίδει τη δεύτερη συλλογή της «Ηχώ στο χάος».

Ο Άγγελος Σικελιανός, ο μείζον ποιητής του ελληνισμού, πήρε την απόφαση να μεταφερθεί η Μαρία ,πριν σβήσει, στην κλινική Χρηστομάνου που βρίσκεται στα Πατήσια. Το να βλέπει κανείς έναν τόσο σπουδαίο και νέο άνθρωπο να αργοπεθαίνει υπό άθλιες συνθήκες ήταν κάτι που μαράζωσε και σπάραξε την καρδιά του λυρικού ποιητή. Την ίδια περίοδο το Βήμα είχε ανοίξει έρανο για την πάμφτωχη Μαρία, κάτι που η ίδια απαίτησε να σταματήσει. Η λύπηση δεν ήταν κάτι που της ταίριαζε, πως μπορούσε λοιπόν αφού έζησε με περηφάνεια να πεθάνει με λύπηση;

Έτσι στις 29 Απριλίου του 1930 η Μαρία αφήνει την τελευταία της πνοή με ενέσεις μορφίνης που ζήτησε να της "περάσει" ένας αφοσιωμένος θαυμαστής της ο Βασίλης Γεντέκος.

Κηδεύτηκε την ίδια μέρα στο Α Νεκροταφείο Αθηνών .

Αυτή ήταν η Μαρία που χάθηκε σαν σήμερα. Μια αέρινη ύπαρξη , που όσο ξαφνικά κι απρόσμενα ήρθε σε τούτο τον κόσμο, τόσο ξαφνικά έφυγε.

Δεν φοβήθηκε ποτές της το θάνατο, μιας και τον βίωνε καθημερινά στην ψυχή της και στον απύθμενο ανεκπλήρωτο έρωτα της.

Πρόκειται για μια ύπαρξη που μνημονεύει το υπέρτατο της αγάπης και του θανάτου, δύο σκιών που αγκάλιασε η ίδια με την ίδια ένταση και το ίδιο πάθος.

Η Μαρία ένιωθε τον πρόωρο θάνατο της, έγραφε σαν να ήξερε:

«Θα πεθάνω μιαν αυγούλα μελαγχολική του Απρίλη,

Όταν αντικρύ θ ανοίγει μες στη γάστρα μου δειλά ένα ρόδο-μια ζωούλα. Και θα μου κλειστούν τα χείλη και θα μου κλειστούν τα μάτια μοναχά τους σιωπηλά.(….)
» , έγραψε το 1922, 8 χρόνια πριν το Απριλιάτικο της φευγιό.

Μαρία, Απρίλη ήρθες στη ζωή, Απρίλη έφυγες. Στην καρδιά μας όμως ήρθες κι έμεινες για πάντα….σαν ένα βιβλίο με την ομορφότερη ιστορία που το τέλος δυστυχώς δεν γράφτηκε ποτέ…

Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ αγάπησες λοιπόν…..

Κι εύχομαι σε όλους μας να ζήσουμε έναν έρωτα τόσο δυνατό που να νιώσουμε πως για εκείνον γεννηθήκαμε μονάχα….

Από μένα για σας με περίσσια αγάπη προς το πρόσωπο της Μαρίας,


Βάσια Aργέντη


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου