Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2014

«Απόδειπνο για PIGS» του Νίκου Δόικου

Καιρό τώρα περιμένω ως αναγνώστρια να δω να αποτυπώνεται στον ποιητικό λόγο ο αντίκτυπος της πολύπαθης οικονομικής μας συγκυρίας και επιτέλους τον είδα στο «Απόδειπνο για PIGS» του Νίκου Δόικου.

Σε αυτό το βιβλίο που συνδυάζει πολιτικές αιχμές, κοινωνική ευαισθησία και πολλά στοιχεία ακόμη, ο Νίκος Δόικος γράφει ποιήματα που μυρίζουν Ελλάδα κυρίως, αλλά αναδύουν και λεπτά αρώματα από την Ιταλία, την Ισπανία και την Πορτογαλία. Ίσως να ήταν αναμενόμενο ένα τέτοιο αποτέλεσμα, δεδομένης της προηγούμενης δουλειάς του (το 2012 τιμήθηκε με πανελλήνιο βραβείο πολιτικο-κοινωνικού δοκιμίου για το βιβλίο του «Μετά τη βαρβαρότητα»), αλλά αυτό που σίγουρα δεν ήταν αναμενόμενο για όσους έχουν διαβάσει την πρώτη του ποιητική συλλογή («Γενιά του Νοέμβρη», 2010) είναι το άπλωμα που καταφέρνει στο «Απόδειπνο» και, κυρίως, η απεικόνιση, ανάδυση και έγερση συναισθημάτων με μια ευκολία που απουσιάζει από την πρώτη του δουλειά.

PIGS λοιπόν και ο Δόικος μας ταξιδεύει σε κεντρικές πλατείες και των τεσσάρων χωρών, καβάλα πάνω σε έναν άνεμο σαρωτικό που φέρνει μαζί του τον απόηχο των προγόνων, τον σημερινό κοινωνικό παλμό και πολλές ακόμη εικόνες που καταφέρνουν αυτό που για τους περισσότερους σύγχρονους ποιητές είναι άπιαστο όνειρο: να βγάλουν τα ποιήματα από το πλαίσιο της προσωπικής εμπειρίας και να τα κάνουν κάτι διαφορετικό, ένα κοίταγμα στην ουσία των πραγμάτων.

Επικαλούμενος από τη Θεοδώρα του Βυζαντίου μέχρι σοφούς της αρχαιότητας και ήρωες της νεότερης ιστορίας, ο Δόικος εμπλουτίζει τους στίχους του με ένα πραγματικά εντυπωσιακό εύρος πραγματολογικών στοιχείων. Αυτό όμως που είναι ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι ο τρόπος που τα εντάσσει στα ποιήματά του: η χρήση τους γίνεται με βάση τη μουσική τους αυταξία για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες του ρυθμού και συχνά αντιστέκεται στους παραδοσιακούς ορισμούς τους ή τους παραβλέπει ολότελα, με αποτέλεσμα π.χ. η Ανάβρα από όνομα χωριού να γίνεται ουσιαστικό για τις ανάγκες του στίχου. Υπάρχουν πολλές τέτοιες «προσαρμογές» λέξεων στα ποιήματα του Νίκου Δόικου (είναι ένας από τους βασικούς μηχανισμούς της ποίησής του) που προκαλούν πότε τον αιφνιδιασμό του αναγνώστη και πότε τη δημιουργία μιας αίσθησης οικειότητας με αυτό που διαβάζει, η οποία επιτυγχάνεται ακριβώς μέσα από την ανοικείωση την οποία προκαλεί η χρήση τους με τέτοιο απροσδόκητο τρόπο.

Την ίδια στιγμή, δευτερεύοντα θέματα, με κυρίαρχα ίσως εκείνο της ερημωμένης ελληνικής υπαίθρου και εκείνο της διάψευσης του ούτως ή άλλως πλαστού ονείρου της ευημερίας «με δανεικά», βαθαίνουν τα νοήματα του βιβλίου. Ενδιαφέρουσα είναι και η δομή της συλλογής που, πιστή στον τίτλο της (γιατί, αλήθεια, απόδειπνο κι όχι απλά προσευχή; Μάλλον υφέρπει ο υπαινιγμός ότι αφού «τα φάγαμε» – μαζί ή χώρια δεν έχει σημασία – τώρα πρέπει πια να κάνουμε την προσευχή μας!), ξεκινά με το Άγιος ο Θεός, Άγιος Ισχυρός για να κλείσει με το Δι’ ευχών, έχοντας στο μεταξύ παραδώσει ένα κοντάκιο κι ένα απόδειπνο στον αναγνώστη. Παρά την πολλαπλή διαστρωμάτωση των νοημάτων, μια ισχυρή κεντρομόλος δύναμη κυριαρχεί στη συλλογή (ο ποιητής είναι εστιασμένος σε αυτό που θέλει να πει και δεν παραστρατεί) προσδίδοντάς της συνέχεια και συνέπεια.

Υπάρχουν βέβαια και κάποιες αδυναμίες: σε ένα-δυο ποιήματα η κατάληξη αποδεικνύεται μάλλον ατυχής, ενώ η χρήση ορισμένων φραστικών συνδυασμών υπονομεύει την προσπάθεια του αναγνώστη να εξεύρει νόημα (διαβάζουμε π.χ. για «έκλυτους θησαυρούς» ή «μουσειακές εκρήξεις εν κενώ») και κάπου-κάπου συναντούμε λαϊκές εκφράσεις που δεν ταιριάζουν με τον συνολικό τόνο του συγκειμένου τους (π.χ. «χορεύουν τους κανόνες στο ταψί»). Ενδιαφέρουσα πάντως παραμένει η γλωσσοπλαστική προσπάθεια του ποιητή (όπως στο σχεδόν επικό «αργοπλακοπατούν»), όπως και ο πιο αφηγηματικός/πεζολογικός τόνος που υιοθετεί σε ορισμένα ποιήματα (όπως τα «Συμπόσιο Σοφών», «Κοντάκιο», «Ωδή στην Αυγούστα Θεοδώρα»), χωρίς ωστόσο ποτέ να θέτει σε κίνδυνο τον εσωτερικό ρυθμό τους.

Χριστίνα Λιναρδάκη

* Αναδημοσίευση από το λογοτεχνικό περιοδικό "Κοράλλι".

Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2014

Ιστορικά δημοτικά τραγούδια: ισορροπία ανάμεσα στο γεγονός και στο σύμβολο

Τα ιστορικά τραγούδια, μαζί με τα ακριτικά και τα κλέφτικα είναι κυρίως αυτά που έχουν κατά καιρούς τραβήξει την προσοχή των ειδικών και όχι μόνο. Ο λόγος είναι κατά βάση ότι έχουν θεωρηθεί ως οι κατεξοχήν εκφραστές του ελληνικού αισθήματος και ήθους σε μια εποχή όπου τα όρια στους περισσότερους τομείς ήταν ρευστά, και δεν αναφέρομαι μόνο στην εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας.

Είναι γεγονός ότι είναι ίσως η μόνη κατηγορία στην δημοτική ποίηση με την δυνατότητα να τοποθετηθεί σε ένα χρονολογικό πλαίσιο έστω ασαφές, και όχι μόνο: το γεγονός που αποτελεί κάθε φορά τον πυρήνα του τραγουδιού μπορεί να χαρτογραφηθεί και να ενταχθεί σε ένα γενικότερο ιστορικό-κοινωνικό σύνολο συνθηκών και παραμέτρων. Το εκάστοτε ιστορικό γεγονός, είτε είναι η κατάληψη μιας πόλης από τον εχθρό (τους Τούρκους κατακτητές στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων), είτε η καταστροφή ενός μοναστηριού ή εκκλησίας, είναι ταυτόχρονα ο καταλύτης αλλά και ο καμβάς πάνω στον οποίο εκτυλίσσονται τα τεκταινόμενα του τραγουδιού. Το ότι ένα μεμονωμένο συμβάν μπορεί να λειτουργεί τόσο ως «στιγμιαίο» ιστορικό δεδομένο όσο και ως ευρύ πεδίο έκφρασης της λαϊκής σκέψης, είναι ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα παράδοξα της δημοτικής ποίησης.

Ο λαϊκός ποιητής επικεντρώνεται στο ιστορικό γεγόνος όχι με σκοπό να το μεταφέρει ή να το διασώσει ως είδηση, αλλά για να αποκρυπτογραφήσει και να εκφράσει τις συνέπειές που έχει στην κοινωνική ομάδα που θα το υποστεί. Το πραγματικό, το ουσιώδες επίκεντρο του τραγουδιού είναι το πώς βίωσαν οι άνθρωποι τις συνέπειες και τις απώλειες που αυτό επέφερε στην ζωή τους ως θύματα καταρχάς αλλά και ως εν δυνάμει αγωνιστές στη συνέχεια. Το λαογραφικό και εθνολογικό ενδιαφέρον αυτής της κατηγορίας δημοτικών τραγουδιών έγκειται στο ότι μπορεί κανείς να μελετήσει την επίδραση που είχαν οι πλείστες όσες στρατιωτικές καταστροφές στην κοινωνική ομάδα ως μέρος ενός ευρύτερου συνόλου: του ελληνισμού. Το πλήγμα που αναφέρεται στο εκάστοτε τραγούδι είναι καίριο επειδή στοχεύει με επιτυχία στην ιστορική και πολιτισμική ταυτότητα ενός ολόκληρου λαού: η εθνική απειλή τον βρίσκει ενωμένο σε ένα κοινό στόχο, μπροστά σε ένα κοινό κίνδυνο.
Πήραν την Πόλη, πήραν την! πήραν τη Σαλονίκη!
πήραν και την Αγιά Σοφιά, το μέγα μοναστήρι,
που είχε τριακόσια σήμαντρα, κ’ εξήντα δυο καμπάνες
κάθε καμπάνα και παπάς, κάθε παπάς και διάκος.
Σιμά να ‘βγουν τα άγια, κι ο βασιλιάς του κόσμου,
φωνή τους ήρθ’ εξ ουρανού, αγγέλων απ’το στόμα
- «Αφήτ’ αυτή την ψαλμουδιά, να χαμηλώσουν τ’άγια,
και στείλτε λόγο στη Φραγκιά, να έρθουν να τα πιάσουν,
να πάρουν το χρυσό σταυρό, και τ’άγιο ευαγγέλιο,
και την αγία τράπεζα, να μην την αμολύνουν».
Σαν τ’άκουσεν η Δέσποινα, δακρύζον οι εικόνες
-«Σώπα κυρία Δέσποινα, μην κλαίης, μη δακρύζης
πάλε με χρόνους με καιρούς, πάλε δικά σου είναι».[1]
Όπως συμβαίνει συχνά στην συγκεκριμένη ποίηση, ο λαϊκός ποιητής περιγράφει γεγονότα που κινούνται στα άκρα, είτε πρόκειται για ισχυρά δράματα (άλωση, δολοφονίες μοναχών...) είτε για πράξεις μεγαλειώδους ανδρείας: το ιστορικό δημοτικό τραγούδι είναι ένας μεγενθυντικός φακός συγκινήσεων και συμβάντων, αλλά και ένας καθρέφτης αγωνίας και ανασφάλειας, πολιτικής, κοινωνικής και προφανώς οικονομικής ενός λαού που ζούσε για αιώνες την σταδιακή παρακμή μιας από τις σημαντικότερες αυτοκρατορίες όλων των εποχών. Τα μυθολογικά στοιχεία που σε άλλα είδη δημοτικής ποίησης επικεντρώνονται ως επί το πλείστον στα στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος, στα ιστορικά δημοτικά αφορούν μνημεία και σύμβολα του ελληνισμού και της εθνικής ταυτότητας: σ’αυτό το σημείο είναι που συναντιώνται με τα κλέφτικα.
Ανάθεμά σε, βασιλιά, και τρισανάθεμά σε
με το κακόν οπ’οκαμες, και το κακό που κάνεις.
Στέλνεις, δένεις τους γέροντας, τους πρώτους, τους παπάδες,
να μάσεις παιδομάζωμα, να κάμης γενιτσάρους.
Κλαίν’οι γονέοι τα παιδιά κ’οι αδερφές τ’αδέρφια,
κλαίγω κι εγώ και καίγομαι και όσο ζω θα κλαίω,
πέρσι πήραν το γιόκα μου, φέτο τον αδερφό μου.[2]
Η άλωση της Πόλης, της Τραπεζούντας και της Αγιά Σοφιάς, αλλά και τακτικές όπως το παιδομάζωμα και η άκαρπη αναζήτηση πολιτικής υποστήριξης από την Ευρώπη είναι αυτά που εμπνέουν τον λαϊκό ποιητή και ταυτόχρονα τον κρατάνε στην πραγματικότητα και τον φέρνουν σε επαφή με το κοινό του. Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι τα ιστορικά τραγούδια είναι κατά βάση τραγούδια πένθους και απόγνωσης, όχι σε επίπεδο οικογένειας ή στενής κοινωνίας, αλλά σε κάτι ευρύτερο και ως εκ τούτου σημαντικότερο: σε επίπεδο αντίληψης της εθνικής οντότητας. Σκιαγραφούν για πρώτη φορά (αφού είναι παλαιότερα από τα κλέφτικα) αυτό που θα αποτελέσει τη μαγιά της μετέπειτα εθνικής ιδιοσυγκρασίας, αυτό που θα οδηγήσει στην επανάσταση του ΄21.


Κρις Λιβανίου



[1] «Της Αγιά-Σοφιάς» στο: Ελληινικά Δημοτικά Τραγούδια, εκδ. Βασική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, σελ. 125-126.
[2] Op.cit σελ. 133.

Δευτέρα, 24 Μαρτίου 2014

Όταν λιμνάζεις, λιμνάζεις παντού

Είναι πάντα οδυνηρό, και κυρίως στην ποίηση, όταν λιμνάζεις.

Το βλέπεις στα πιο μικρά πράγματα. Όταν μια λέξη δεν σου κάνει πια κι έτσι, χιλιοχρησιμοποιημένη που είναι, προσπαθείς να την αλλάξεις. Όταν ένας στίχος προβλέψιμα σε οδηγεί εκεί που έχεις οδηγήσει τον εαυτό σου ξανά και ξανά, εγκλωβισμένος στα ίδια νοήματα και στις ίδιες εκβολές, δίχως καμία έκπληξη.

Το συναντώ συχνά σε πολλά ποιητικά βιβλία που διαβάζω, αλλά και στα ποιήματα που γράφω. Μου είναι σχεδόν άμεσα φανερό αυτό το συρματόπλεγμα που κρατάει τον ποιητή εσώκλειστο, όχι επειδή αναγνωρίζω τις αδυναμίες του τόσο εύκολα, αλλά επειδή έχω βρεθεί στη θέση του επανειλημμένα, δέσμιος ανάμεσα στην υποτιθέμενη σιγουριά των χαρακωμάτων και στη ριψοκίνδυνη έφοδο.

Κατανοώ όμως τις προσπάθειες όλων όσων γράφουμε ποίηση να έχουμε μια ασφαλιστική δικλείδα, να περιφερόμαστε γύρω από την ποιητική μας γειτονιά, ώστε αν τύχει και απομακρυνθούμε περισσότερο από το αναμενόμενο να μπορούμε εύκολα να επιστρέψουμε.

Είναι μια ποιητική - όπως λέμε ανθρώπινη- αδυναμία, που μας σταματάει από το να δοκιμάσουμε τα όριά μας ή να απομακρυνθούμε εντελώς από τα πάτρια εδάφη των, μικρών έστω, επιτεύξεών μας.

Η ασφάλεια αυτή δεν είναι τίποτα άλλο, ουσιαστικά, από μια αναμέτρηση. Τουλάχιστον έτσι λειτουργεί στη δική μου περίπτωση.

Πολλές φορές έχω βρεθεί μπλεγμένος ανάμεσα στις επιρροές μου και στο τι θέλω πραγματικά να πω. Εντούτοις, το πιο τρομακτικό δεν είναι το ξεκαθάρισμα αυτού του μπουρδουκλώματος, αλλά το τι έρχεται αμέσως μετά. Όταν δηλαδή κάποιος μείνει μόνος με τον εαυτό του, με το όποιο ταλέντο του και πρέπει να το προκαλέσει για να το φέρει στη ζωή, να το τιθασεύσει και να το μεταμορφώσει, πιθανώς κάθε φορά με ένα ποίημα (μικροποιητικά) ή με μία συλλογή (μακροποιητικά).

Κι εκεί ακριβώς είναι που λιμνάζεις, που ο φόβος σου στερεί τα δυνατότητα να ανακαλύψεις τι πραγματικά ισχύει μεταξύ εσού και της ποίησης. Η πιθανότητα της αποκάλυψης κάποιας οδυνηρής αλήθειας μας κρατάει στα ρηχά, εκεί που ως συχνοί λουόμενοι τα βρωμίζουμε, αναμφίβολα, γρηγορότερα απ΄ όσο πρέπει.

Όσο απλοϊκό κι αν είναι, βέβαια, πρόκειται όντως για ένα καθρέφτισμα των πιο απλών καταστάσεων που συναντάμε στην καθημερινότητα, ξεκινώντας π.χ. από το φόβο της απόρριψης μέχρι την παρανοϊκή μέθη μιας πολιτικής εξάρτησης. Και πάει λέγοντας.

Δεν είναι μεγάλη αποκάλυψη ότι η ποίηση συχνά βασίζεται σε καθημερινές αποκαθηλώσεις, που με τη σειρά τους, εν καιρώ, χρίζουν τον πνευματικό παράδεισο του ποιητή.

Που σημαίνει: αν δεν ανασταίνεσαι συνεχώς, πάει στράφι και η όποια σταύρωση.

Ηλίας Θ. Παππάς (eliastpappas@gmail.com)

Το βιβλίο μου "Οι Αρνήσεις μιας Ημέρας" κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Στοχαστή.

Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2014

Ένα νέο λογοτεχνικό περιοδικό, αδερφάκι της ιστορικής "Νέας Ευθύνης"


"Γεννήθηκε" μόλις πριν από λίγες ημέρες. Το όνομά του "Κοράλλι". Γιατί να θέλει ο Γιώργος Γκέλμπεσης, εκδότης της ιστορικής "Νέας Ευθύνης", να ανοιχτεί σε  νέα πελάγη; Όπως λέει ο ίδιος, η πληθώρα των κειμένων που δεν χωρούσαν πια στη "Νέα Ευθύνη" τον έσπρωξε στη δημιουργία ενός δεύτερου πόλου, απαλλαγμένου από το βαρύ φορτίο της ιστορίας της "Νέας Ευθύνης" και ταυτόχρονα πιο σύγχρονου και ανοικτού και σε πειραματισμούς ακόμη. 

Ο σημαντικότερος όμως λόγος ήταν η προσφορά ενός ακόμη βήματος από το οποίο μπορούν να εκφραστούν ακόμη περισσότεροι δημιουργοί, ιδίως σήμερα που η ψυχολογική πίεση από την κρίση ωθεί πολλούς να γράφουν περισσότερο και άλλους να διαβάζουν περισσότερο, ιδίως όταν τα έντυπα συνιστούν προσπάθειες που δεν είναι ψεύτικες ή χυδαίες... Από την άλλη, η συχνότητα της έκδοσής του (τριμηνιαία) κάνει την ετήσια συνδρομή (€30) πιο προσιτή στους χαλεπούς καιρούς που ζούμε.

Αντιγράφω από το editorial του πρώτου τεύχους: 

"Ο εκδοτικός μας οίκος έχει ιστορία πνευματικής μαρτυρίας, άνω των πενήντα ετών. Και η πορεία και οι καταθέσεις του, οι μέχρι σήμερα, έχουν απ' όλους συνεκτιμηθεί, ως ένα βαρύ χρέος, για εμάς που διαχειριζόμαστε, σήμερα, την ιστορία ετούτη. Το χρέος μετράται με τον πνευματικό καρπό του σήμερα. (...) Όμως το "Κοράλλι" φιλοδοξεί να γίνει ένας άλλος πόλος: Η ιστορία, η φιλολογική έρευνα, ο φιλοσοφικός προβληματισμός, τα ζητήματα των κοινωνικών προβλημάτων, θα ερευνώνται ουσιαστικώτερα και αναλυτικώτερα. Και η μαρτυρία της τέχνης, θα καταγράφει τη σύγχρονη ευαισθησία...".

Τι μπορούμε, λοιπόν, εμείς να ευχηθούμε πέρα από "καλό ταξίδι"; Καλοτάξιδο, "Κοράλλι"!

Τετάρτη, 19 Μαρτίου 2014

"Διαλεκτική βυθού" του Σταύρου Σταμπόγλη

Τα ποιήματα της Διαλεκτικής βυθού χαρακτηρίζονται από μια εκ πρώτης όψεως ευθεία προσέγγιση της πραγματικότητας. Ο Σταύρος Σταμπόγλης ακουμπάει την ματιά του στα πράγματα, τους ανθρώπους και τα συμβαίνοντα με τρόπο απλό, φυσικό θα έλεγε κανείς: γράφει με ακρίβεια και χωρίς τυμπανοκρουσίες αυτό που θέλει να εκφράσει, και η επικοινωνία του με τον αναγνώστη γίνεται αβίαστα. Ο σχετικά μεγάλος αριθμός ποιημάτων που απαρτίζουν την συλλογή δίνει την ευκαιρία στον αναγνώστη να αντιληφθεί το ποιητικό σύμπαν του Σταμπόγλη σε όλο του το εύρος, ενώ ταυτόχρονα διαπιστώνει κανείς ότι η συλλογή στο σύνολό της έχει τη δική της λογική, την οποία ο ποιητής υπηρετεί με συνέπεια.

Το βασικό πεδίο έμπνευσης είναι η απτή πραγματικότητα με τις ανασφάλειες και τους φόβους που εμπεριέχουν οι αλλαγές των καιρών. Ο έρωτας είναι απών. Είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι στη συγκεκριμένη συλλογή, η συγκίνηση ως απόρροια της όποιας ανθρώπινης επαφής βρίσκεται σε δεύτερο πλάνο: η κυρίαρχη πηγή της βρίσκεται στη σχέση του ατόμου με το περιβάλλον του, απτό ή μη. Ο Άλλος ως μεταβλητή συναισθήματος, ως επιρροή στην εξίσωση της καθημερινότητας είναι ανεπαίσθητα αχνός, σβησμένος. Στη σχέση αντιπαράθεσης ανάμεσα στο άτομο και την κοινωνία που σκιαγραφείται στη Διαλεκτική βυθού οι δυνάμεις απέχουν από το να είναι ισότιμες, και το ποιητικό υποκείμενο των ποιημάτων υποφέρει προσπαθώντας να διαχειριστεί αυτό το βάρος. Το θεμελιώδες ίσως ερώτημα είναι η αναζήτηση αυτών των στοιχείων που κάνουν τις κοινωνίες μας βιώσιμες (ο σεβασμός, η ειλικρινεία, ο ρεαλισμός απέναντι στις συνθήκες), και η εφαρμογή τους ως αντίβαρο, ως σημείο αναφοράς και στήριξης για ό,τι έρθει στο μέλλον. Ένας τρόπος να ξορκιστεί η ανασφάλεια των καιρών; Μπορεί. Στο κάτω-κάτω ο ποιητής ανασαίνει επίκαιρο αέρα, αλλιώς η ποιήσή του δεν αφορά κανέναν εκτός από τον ίδιο.

Κοιτάζοντας από μια περισσότερο τεχνική οπτική, είναι γεγονός ότι σε επίπεδο λεξιλογικών συνδυασμών ο Σταμπόγλης έχει βρει τις ισορροπίες που έχει ανάγκη, αν και σε κάποιες περιπτώσεις λόγω της περιπλοκότητας των συσχετισμών χάνεται στους ίδιους του τους μαιάνδρους και η επαφή με τον αποδέκτη συρρικνώνεται αρκετά. Το κάθε ποίημα προσβλέπει κατ’εξοχήν στο γεφύρωμα του χάσματος μεταξύ ποιητή και αναγνώστη, στην επικοινωνία μύχιων πραγμάτων και ει δυνατόν τη δημιουργία μια καινούριας, προσωπικης πραγματικότητας, τόσο στον ποιητή όσο και στον αποδέκτη του. Και παρόλο που δεν είναι ο κανόνας και ευτυχώς, συμβαίνει σε κάποιες περιπτώσεις στην Διαλεκτική βυθού τα όρια μεταξύ του εύκολα κατανοητού και του μεταίχμιού του να σβήνουν, να αλλοιώνονται. Και ο αναγνώστης αναζητά το επόμενο ποίημα όπου οι λέξεις και οι σκέψεις θα μιλήσουν ξανά τη γλώσσα του.

Κρις Λιβανίου

Παραθέτω κάποια από τα ποιήματα που τράβηξαν την προσοχή μου:

ΕΤΥΜΗΓΟΡΙΑ ΕΤΟΙΜΟΛΟΓΙΑΣ

«Ο σεβασμός κερδίζεται με το όπλο»
Να ένα σύνθημα κατευθείαν
από τα αρχαία έπη
Αλλά ο σεβασμός έχει πλέον καταλήξει
στην πάστρα των λεξικών
Κι ύστερα ποιος ο λόγος να δανειζόμαστε
από άλλες αξίες όταν η λέξη τρόμος
εκτελεί ότι υπόσχεται


ΣΤΑΥΡΩΣΗ ΕΠΙ ΣΠΕΙΡΑΣ

Κλείσε το παράθυρο
Υποφέρω από τα γεγονότα
Τους θορύβους που έχουν μεταμφιεστεί
σε προτάσεις˙ τις δημοσιεύσεις περί κέρδους
και κινήτρων˙ τους είδεχθείς διαλόγους
για το αειπάρθενο της μητρός μου.
Καθώς χαϊδεύονται δημόσια οι αμνησίες,
η ένταση των συναισθημάτων συγκαλύπτει την
ανομία και την άνοια˙ δυο αξίες εποχής
Αν όμως αποδεχτούμε πως είμαστε
η καμένη πλευρά των ερώτων που
προδώσαμε;

Μα έτσι κι αλλιώς, τα ψήγματα
του μέλλοντος είναι η βαρύτατη
μοναξιά της μέρας μου


ΣΧΕΔΟΝ ΦΑΥΛΗ ΠΟΛΗ ΙΙ

Λες «αυγή» και βυθίζεσαι στην
υποτροπή του σκότους
Λες «χρυσάφι» και αντιλαμβάνεσαι την
υπεραξία της ευτέλειας
Λες «πατρίδα» και πιάνεις τα παράσιτα
των ναρκοθετήσεων
Λες «ξένος» και ακούς τους χειροτέχνες
των συρματοπλεγμάτων
Λες «αποδοχή» και ο άνεμος φέρνει τον
πανικό της στάχτης στα μαλλιά σου
Λες «μέλλον» και ακούς αγχέμαχο
βηματισμό στο σαλόνι σου
Λες «ειρήνη» κι εννοούν το διάνυσμα
της συνωμοσίας.
Απωλέσαμε το αναστάσιμο
παράστημα του λόγου.

Δευτέρα, 17 Μαρτίου 2014

Στους κήπους της Γιάννας Μπούκοβα...

...όπου η συγγραφέας του «Ελάχιστου κήπου» μας δέχεται στα ενδότερα



οικοδέσποινα/ξεναγός: Γιάννα Μπούκοβα
επισκέπτρια με ερωτηματολόγιο, για το στίγμαΛόγου: Παυλίνα Μάρβιν


Παυλίνα Μάρβιν: Γιάννα, το βιβλίο σου «Ο ελάχιστος κήπος» (Ίκαρος, 2006) είναι ένα από τα αγαπημένα μου ποιητικά βιβλία της τελευταίας δεκαετίας και, ενώ γνωρίζω πως το μετέφρασε από τα βουλγάρικα ο ποιητής και σύντροφός σου Δημήτρης Άλλος, μου είναι σχεδόν αδύνατο να συλλάβω πώς η εν λόγω συλλογή δεν είναι γραμμένη στα ελληνικά. Ως μεταφράστρια και η ίδια, πώς νομίζεις ότι κατορθώθηκε ένα τέτοιο αποτέλεσμα μεταφραστικά; Και πώς βλέπεις σήμερα τον «Ελάχιστο κήπο»;

Γιάννα Μπούκοβα: Αγαπάω ακόμα τον «Ελάχιστο κήπο». Ακόμα με εκφράζει. Είχα μια πολύ σπάνια τύχη με τη μετάφραση – και επειδή ο Δημήτρης είναι ο ποιητής που είναι, και επειδή γνωρίζει τόσο καλά την γλώσσα και την έχει ζήσει, και επειδή γνωρίζει τόσο καλά εμένα, τον εσωτερικό μου ρυθμό και τον ρυθμό της σκέψης μου. Η αντιστοιχία πρωτότυπου – μετάφρασης είναι σε τέτοιο βαθμό ακριβής που το ελληνικό μου βιβλίο λειτουργεί ως ένα ακόμα πρωτότυπο, από το οποίο μπορούν να γίνονται μεταφράσεις σε άλλες γλώσσες.

Π.Μ.: «(…)«Σαραγόσα» – έλεγα/ όπως θά ‘λεγε κανείς «Στο διάολο»/ ή κάποιος άλλος «Άνοιξε, Σουσάμι»/ «Καρχηδόνα» –έλεγα – «Τραφαλγκάρ»/ Αλλά δεν είχα πια άλλους χάρτες/ άλλα χαρτιά δεν είχα στο μανίκι μου/ Έβλεπα από πάνω μου σκυμμένο το φεγγάρι/ Για αίμα διψούσε και θεάματα/ Σίγουρα/ σίγουρα υπάρχει εξήγηση/ όταν μεγαλώσω», γράφεις στο ποίημά σου «Τραφαλγκάρ», μιλώντας, μεταξύ άλλων, για την παιδική σου ηλικία και για τα (πονεμένα, θα τολμούσα ίσως να σημειώσω) παιδικά σου παιχνίδια. (Πως) μεγάλωσες; (Τι) κατάλαβες;

Γ.Μπ.: Το μόνο που κατάλαβα με σιγουριά μεγαλώνοντας είναι ότι με τόσο μαύρο μέσα μου και έξω δεν έχω άλλη επιλογή από το να καλλιεργήσω ένα κάποιο μαύρο χιούμορ.

Π.Μ.: Έζησες το 1989 ―τη λεγόμενη «κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ»― στη Σόφια. Τι σηματοδότησε αυτή η κατάρρευση για σένα;

Γ.Μπ.: Το 1989 ήμουν εικοσιενός ετών και έγραφα συστηματικά ήδη πέντε χρόνια. Είχα κάνει τη πρώτη μου προσπάθεια να δημοσιεύσω ποιήματα, ο συντάκτης μού ζήτησε να κάνω μια πολιτική αφιέρωση και αρνήθηκα. Είχα προετοιμαστεί για μια ζωή που θα έγραφα ποίηση και πιθανόν δεν θα δημοσίευα. H λογοκρισία δεν έβλεπε με καλό μάτι τον αφαιρετικό λόγο στην ποίηση, τον αντιμετώπιζε ως «φορμαλιστικό» και ύποπτο. Ήξερα ότι ποτέ δεν θα γίνω μέλος του Κόμματος – το θεωρούσα αυτό ανήθικο. Ήξερα ότι ποτέ δεν θα ταξιδεύσω έξω από τα σύνορα της χώρας μου, στην καλύτερη περίπτωση ποτέ έξω από τα σύνορα του μπλοκ – το προνόμιο να ταξιδεύουν το είχαν μόνο αυτοί που ήταν πολύ κοντά στην εξουσία. Υπήρχε ένα συγκεκριμένο μέλλον μπροστά μου και ήμουν προετοιμασμένη. Μέρες μόνο πριν καταρρεύσει το καθεστώς κανείς δεν φανταζόταν καν ότι είναι δυνατόν να συμβεί κάτι τέτοιο. Ο Γκορμπατσόφ είναι ο προσωπικός μου ήρωας επειδή άλλαξε τη ζωή μου. Παρόλο που ξέρω πόσο ενοχλητικά μπορεί να ακούγεται αυτό σ’ εκείνους που νοσταλγούν ακόμα το Ανατολικό μπλοκ ως «αντίπαλο δέος» του καπιταλισμού. Βρίσκω αυτήν την θέση εξοργιστική και απάνθρωπη. Γιατί στο κομμάτι του κόσμου που χρησίμευε ως αντίβαρο σ’ αυτήν τη γεωπολιτική και ιδεολογική ισορροπία δεν υπήρχαν ως βαρίδια πέτρες και σίδερα, ούτε κάποια βιολογική μάζα, υπήρχαν ανθρώπινα όντα.

Π.Μ.: Έχεις μεταφέρει στη μητρική σου γλώσσα το έργο κορυφαίων εκπροσώπων της αρχαίας ελληνικής, λυρικής και ρωμαϊκής ποίησης (Σαπφώ, Πίνδαρος, Κάτουλλος) καθώς και έργα νεώτερων ή σύγχρονων ελλήνων ποιητών και πεζογράφων ― του Μίλτου Σαχτούρη, του Νίκου Εγγονόπουλου, του Γιάννη Ρίτσου, του Δημήτρη Νόλλα, του Κώστα Μόντη, του Δημήτρη Άλλου, της Παυλίνας Παμπούδη κ.ά. Ποια ή ποιες από αυτές τις μεταφραστικές εργασίες έχουν εντυπωθεί περισσότερο στο μυαλό σου και για ποιο λόγο;

Γ.Μπ.: Νιώθω πολύ δεμένη με κάθε μία από της μεταφράσεις μου. Κάθε καινούρια δουλειά μου έθετε διαφορετικές δυσκολίες, η πείρα δεν βοηθούσε και μάθαινα την μετάφραση από την αρχή. Τα ονόματα που ανέφερες είναι των ποιητών που έχουν ξεχωριστά βιβλία. Απόλαυσα πολύ και τις ανθολογίες που έκανα –να επιλέγω και να οργανώνω τα κείμενα μέσα σ’ ένα βιβλίο είναι πολύ δημιουργικό κομμάτι τής μετάφρασης και είναι συνήθως αυτό που μου δίνει την ώθηση να ξεκινήσω. Έτσι έγινε στην ανθολογία «Έξω από τα τείχη» που ήθελα να παρουσιάσω «μεγάλου μήκους» ποιήματα: τον κύκλο «Σημειώσεις για μια βδομάδα» του Σεφέρη, «Όχι Μπραζίλια, μα Οκτάνα!» του Εμπειρίκου, «Μπολιβάρ» του Εγγονόπουλου, «Ορέστης» του Ρίτσου, «Ad libitum» του Ελύτη, «Η γνωριμία με τον Μαξ» του Σινόπουλου, «Νεολιθική νυχτωδία στην Κρονστάνδη» του Καρούζου. Πιστεύω ότι λειτουργούν πολύ δυνατά μαζί. Όπως με πολύ ωραίο τρόπο πιστεύω ότι συνυπάρχουν τα κείμενα πέντε αγαπημένων μου ποιητών της γενιάς του 70: Τζένη Μαστοράκη, Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Λευτέρης Πούλιος, Μιχάλης Γκανάς, Γιάννης Κοντός στην ανθολογία «Ιστορίες ανθρώπων και πτητικών μηχανών». Πάντα ανθολογώ όταν μεταφράζω, και τα αυτόνομα βιβλία ποιητών είναι στην πλειοψηφία τους ανθολογήσεις του έργου τους.

Μια διαφορετική εμπειρία και πολύ σημαντική για μένα ήταν η συμμετοχή μου στην «Ανθολογία βαλκανικής ποίησης - ΑΙΜΟΣ» που παρουσιάζει σε έξι τόμους την ποίηση απ’ όλες τις βαλκανικές χώρες σ’ όλες τις βαλκανικές γλώσσες. Ήμουνα συντονίστρια του βουλγάρικου τόμου. Ως μεταφράστρια μου έδωσε την ευκαιρία εκτός από τους σύγχρονους ποιητές να ασχοληθώ και με κείμενα του Σολωμού, Κάλβου, Καρυωτάκη, Καβάφη – πολύ δυνατή πρόκληση. Ήταν μια καταπληκτική συλλογική προσπάθεια με τη συμμετοχή δεκάδων μεταφραστών, επιμελητών, συνεργατών απ’ όλα τα Βαλκάνια, ουτοπική, ηρωική θα έλεγα για τον τρόπο, με τον οποίο ο εκδότης Χρήστος Παπουτσάκης την υποστήριξε και την ολοκλήρωσε. Με πονάει ότι δεν έχει την αναγνώριση που θα της άξιζε.

Π.Μ.: Θυμάσαι ποια ήταν τα πρώτα λογοτεχνικά κείμενα που διάβασες στα ελληνικά; Αν ναι, τι εντύπωση αποκόμισες από αυτά; Ξεχωρίζεις κάποιους Έλληνες ποιητές; Πως θα χαρακτήριζες την ελληνική ποιητική παραγωγή του τελευταίου αιώνα;

Γ.Μπ.: Η πρώτη μου και μεγαλύτερη αγάπη ήταν και παραμένει ο Μίλτος Σαχτούρης. Στα ονόματα που αναφέρω πιο πάνω θα προσέθετα ακόμα την Βακαλό, τον Γονατά, τον Νικήτα Ράντο, τον Λειβαδίτη, τον Γκάτσο. Θεωρώ την ελληνική ποίηση του εικοστού αιώνα μοναδικό φαινόμενο. Όχι μόνο λόγω της εκπληκτικής ποιότητάς της, αλλά και λόγω της εκπληκτικής ποσότητας και πολυχρωμίας αυτής της ποιότητας. Είναι απίστευτο πόσο δυνατές, ιδιαίτερες και ξεχωριστές είναι τόσες πολλές φωνές. Και μέχρι σήμερα συνεχίζω να ανακαλύπτω ποιητές στη Ελλάδα. Μια τέτοια πρόσφατη ανακάλυψη είναι ο Γιώργος Β. Μακρής.

Π.Μ.: Σπούδασες κλασική φιλολογία στη Σόφια και δίδαξες τη βουλγάρικη γλώσσα στο Πανεπιστήμιο Κρήτης (Ρέθυμνο). Ποια η γνώμη σου για το βουλγάρικο και το ελληνικό Πανεπιστήμιο; Σε ωφέλησε η σχέση σου μαζί τους;

Γ.Μπ: Οι σπουδές μου ήταν απογοητευτική εμπειρία. Βρήκα την προσέγγιση στα αρχαία κείμενα πολύ στεγνή και τον ακαδημαϊκό λόγο περιοριστικό. Έκανα και την τρομακτική για την ηλικία μου τότε ανακάλυψη ότι μπορεί κάποιος να διδάσκει σε πανεπιστήμιο και να έχει παραμείνει εντελώς αμόρφωτος σε όλα εκτός από το στενό του αντικείμενο. Κάπως έτσι παραιτήθηκα από κάθε σκέψη ακαδημαϊκής καριέρας. Δεύτερες, προσωπικές μου σπουδές κλασικής φιλολογίας έκανα όταν μετέφραζα τους αρχαίους ποιητές και έγραφα τις εισαγωγές και τις σημειώσεις για τα βιβλία.

Στο Ρέθυμνο ήμουν επισκέπτρια, δίδασκα την γλώσσα σε ένα μεταπτυχιακό πρόγραμμα. Εισέπραξα ό,τι πιο καλό θα μπορούσε κανείς από την συνεργασία του με ένα πανεπιστήμιο: καταπληκτική ατμόσφαιρα, ευγενικοί συνάδελφοι, σοβαροί φοιτητές (το μάθημα ήταν επιλογής), πολύς ελεύθερος χρόνος. Ήταν η καλύτερη δουλειά που είχα ποτέ, αλλά δεν συμμετείχα στη πανεπιστημιακή ζωή και δεν γνώρισα τα προβλήματά της.

Π.Μ.: Θα μπορούσες να φτιάξεις για μας μια λίστα, χωρίς αξιολογική σειρά, με δέκα βιβλία ποίησης, σε οποιαδήποτε γλώσσα, που βρίσκεις ξεχωριστά;

Γ.Μπ: Δεν θα μπορούσα να σου δώσω απάντηση σ’ αυτή τη μορφή. Κάθε ιδέα λίστας –ό,τι και να αφορά– με παραλύει. Διαβάζω ποίηση και μαθαίνω ποίηση συχνά από βιβλία που δεν είναι αμιγώς ποιητικά, όπως τα κοάν (τα πιο όμορφα κείμενα παραλόγου που έχω ποτέ συναντήσει) ή τις ιστορίες των Σούφι. Ποτέ δεν κουράζομαι να επιστρέφω σ’ αυτά. Αγαπάω τους αρχαίους λυρικούς, ειδικά τη Σαπφώ και τον Αρχίλοχο, την αρχαία τραγωδία, λατρεύω τα χαϊκού. Η σχέση μου με την ποίηση του εικοστού αιώνα που διαβάζω περισσότερα απ’ όλα είναι πιο περίπλοκη. Σε διάφορες περιόδους της ζωής μου δέθηκα πολύ με ποιητές σαν τον Βάσκο Πόπα, Σέσαρ Βαγιέχο, Ζμπίγκνιεβ Χέρμπερτ, Δανιήλ Χάρμς οι οποίοι είναι τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους που μου φαίνεται παράξενο να τους αναφέρω στην ίδια πρόταση. Έχω μια ιδιαίτερη αδυναμία στην Τζόυς Μανσούρ. Μιλάω για πολύ προσωπικές σχέσεις. Υπάρχουν δεκάδες ποιητές που εκτιμώ και βρίσκω ξεχωριστούς. Δεν μου έχει συμβεί να απορρίψω με τον καιρό κάποιον που έχω αγαπήσει, μερικές φορές όμως απομακρύνομαι, ξαναγυρίζω, κάνω κύκλους, έχω καινούριες προτιμήσεις ανάμεσα στα κείμενά του. Το τοπίο είναι πολύ ρευστό, δεν θα μπορούσα να το αποτυπώσω σ’ έναν χάρτη.

Π.Μ.: Έχεις γράψει διηγήματα αλλά και ένα μυθιστόρημα, που δεν έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά. Θα ήθελες να μεταφραστούν; Ως αναγνώστρια, διαβάζεις περισσότερο ποίηση ή πεζογραφία, και γιατί;

Γ.Μπ: Διαβάζω πεζογραφία μανιωδώς, σε τεράστιες ποσότητες, ασύγκριτα περισσότερο απ’ όσο ποίηση. Μου φαίνεται αδύνατο να διαβάζει κανείς ποίηση καθημερινά και να είναι ποιοτική η ανάγνωση. Ταυτόχρονα η πεζογραφία που απολαμβάνω πιο πολύ απ’ όλα είναι αυτή που αφομοιώνει τρόπους της ποίησης: μη γραμμική, μη εξηγητική, η οποία απαιτεί εγρήγορση και συμμετοχή από τον αναγνώστη. Αυτό είναι και το είδος πεζογραφίας που γράφω. Και ναι, βέβαια θα ήθελα να μεταφραστούν τα πεζά μου, ελπίζω ότι κάποια στιγμή θα παρουσιαστεί η κατάλληλη ευκαιρία.

Π.Μ.:Θα θέλαμε επίσης, να διαλέξεις ένα ποίημά σου που εκτιμάς σταθερά και να κάνεις ένα σχόλιο για το ποίημα αυτό ―αναφορικά, ίσως, με τη συνθήκη στην οποία το έγραψες, με το εσωτερικό ή εξωτερικό γεγονός στο οποίο βασίζεται το ποίημα, με την αξία του για εσένα σήμερα, ή ο,τι άλλο θα ήθελες.

Γ.Μπ: Το «Οδηγίες για αρπαχτικό πουλί» είναι για τον θάνατο του πατέρα μου – μια μακριά και βασανιστική αγωνία. Το παράξενο είναι ότι σκέφτηκα τον τίτλο και τις πρώτες προτάσεις πριν αρχίσουν καν όλα αυτά και πριν καν φανταστώ ότι είναι δυνατόν να συμβούν. Το ολοκλήρωσα αρκετό καιρό μετά, όταν όλα είχαν τελειώσει. Μεσολάβησαν μερικά χρόνια. Και μόνο όταν το τελείωσα κατάλαβα ότι αυτό ήταν το θέμα του – η εμπειρία μου αυτή και η σχέση μου με αυτήν την εμπειρία.

Π.Μ.: Έχεις δηλώσει ολιγογράφος. Καταγίνεσαι με κάτι συγγραφικά αυτήν την περίοδο; Μπορείς να σχολιάσεις τις τωρινές σου αναζητήσεις και λογοτεχνικές διαδρομές;

Γ.Μπ.: Σκέφτομαι, συσσωρεύω, επεξεργάζομαι. Δοκιμάζω τον εαυτό μου με αισθητικές που μου είναι ξένες, δύσκολες, ακόμα και κατά κάποιο τρόπο απωθητικές. Θεωρώ πολύ σημαντικό να βγαίνω από την ζώνη ασφάλειας και να χάνω την κεκτημένη ταχύτητα. Είναι βασανιστικό και καταναλώνει τεράστιες ποσότητες χρόνου, αλλά για μένα είναι ο μόνος τρόπος να λειτουργήσω.

Π.Μ.: Φέτος κλείνεις 20 χρόνια στην Αθήνα. Ποια η γνώμη σου γι’ αυτή την πόλη; Σου λείπει η (ζωή στη) Σόφια;

Γ.Μπ.: Είμαι πάντα με το ένα πόδι στην Σόφια. Πηγαίνω όσο πιο συχνά μπορώ, έχω τα βιβλία που εκδίδω εκεί, την μητέρα μου, τους φίλους μου. Η Αθήνα δεν μου άρεσε όταν πρωτοήρθα – πολύς θόρυβος, πολλά αυτοκίνητα, καθόλου πράσινο. Άργησα αρκετά να δεθώ μαζί της. Ενδιάμεσα με τα χρόνια και η Σόφια άρχισε να μοιάζει με την Αθήνα – τα ίδια αυτοκίνητα, το ίδιο χάος. Όμως αυτό δεν με απομάκρυνε, την δέχτηκα όπως είναι. Ταυτόχρονα η Αθήνα άρχισε να ομορφαίνει. Μέχρι σήμερα δεν κατάλαβα – ομόρφυνε όντως τόσο ή απλά την αγάπησα. Η σχέση μου με τις δύο πόλεις με έκανε να ξεμπερδέψω μια για πάντα με το ζήτημα της νοσταλγίας. Βλέπω κάτι πολύ εγωιστικό σ’ αυτό το συναίσθημα, ακόμα και στον πόνο που προκαλεί. Σαν να απαιτούμε το δικαίωμα κάποιου ιδιωτικού χρόνου, ένας χρόνος ρυθμισμένος με το εγώ μας και μόνο. Σαν να είναι υποχρεωμένη να παγώσει η ζωή των άλλων για να διατηρηθεί η ωραία μας ανάμνηση.

Π.Μ.: Ανήκεις στην ομάδα των βασικών συνεργατών του περιοδικού «Φάρμακο», του οποίου το 2ο τεύχος κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό, ενώ συμμετείχες επίσης στην ομάδα «Greek Poetry Now», λαμβάνοντας μέρος σε δράσεις― αναγνώσεις, συζητήσεις και performances. Πόσο σημαντικό είναι για σένα να «μοιράζεσαι» την ποίηση και τις σκέψεις σου γι’ αυτήν; Χρειάζεσαι ή/και απολαμβάνεις τα ποιητικά δρώμενα;

Γ.Μπ.: Καταβάλλω στις δράσεις μας και στo «Φρμκ» την ίδια δημιουργική ενέργεια όπως στα γραπτά ή στις μεταφράσεις μου. Πιστεύω ότι το γεγονός της ποίησης δεν περιορίζεται στα κείμενά μας και μόνο. Μου αρέσει που είμαστε ποιητές πολύ διαφορετικοί στη γραφή μας – αυτό κάνει τη συζήτηση πλούσια. Μοιραζόμαστε μια κοινή ανάγκη διεύρυνσης του πεδίου της ποίησης, διερεύνησης των ορίων της και των σχέσεών της με τα εικαστικά και τις άλλες τέχνες, εύρεσης καινούριων τρόπων επικοινωνίας με το κοινό έξω από την γνωστή δημόσια ανάγνωση. Ήταν αναμενόμενο να ενωθούμε γύρω από ένα περιοδικό που να εκφράζει μια παρόμοια αισθητική πρόταση. Παρατηρώ ότι και άλλα από τα νέα περιοδικά συσπειρώνονται γύρω από συγκεκριμένες αισθητικές απόψεις. Είναι κάτι που έχει να συμβεί εδώ και πάρα πολύ καιρό. Αυτές οι απόψεις μπορεί να είναι διαφορετικές, ακόμα και συγκρουόμενες μεταξύ τους, πράγμα πολύ θετικό και γόνιμο.

Π.Μ.: Ποιο είναι το πιο ενδιαφέρον σχόλιο που έχεις λάβει από αναγνώστες σου;

Γ.Μπ.: Μετά από την ανάγνωσή μου σ’ ένα ελληνικό φεστιβάλ με πλησίασε μια κοπέλα και μου είπε πόσο της άρεσαν τα ποιήματα μου στα βουλγαρικά. Είχα διαβάσει και στις δύο γλώσσες. «Ξέρετε βουλγαρικά;» την ρώτησα. «Δεν ξέρω» μου είπε. «Και στα ελληνικά δεν σας άρεσαν;» «Καλά ήταν», μου λέει «αλλά στα βουλγαρικά ήταν καταπληκτικά, τόσο όμορφα!» Τίποτα άλλο δεν με έχει κάνει να σκεφτώ τόσο πολύ πάνω στην αυθυποβολή στο βίωμα της ποίησης όσο αυτό το σχόλιο. Αυτή η καθ’ όλα καλοπροαίρετη κοπέλα που προτίμησε να φαντάζεται ποίηση στους όμορφους ήχους μιας σλαβικής γλώσσας (στην οποία θα μπορούσα να είχα διαβάσει και τον τηλεφωνικό κατάλογο) και όχι να ακούσει αυτό που λένε οι λέξεις μου, είναι ένα ακραίο, σχεδόν ανεκδοτικό παράδειγμα για κάτι που συμβαίνει αρκετά συχνά όταν υπάρχουν συναισθηματικές προσδοκίες από το ποιητικό κείμενο: το να μην διαβάζεται το ίδιο το κείμενο, το να φαντασιώνεται ο αναγνώστης ποίηση στη θέση της ποίησης.

Π.Μ.: Διαβάζεις ειδήσεις, παρακολουθείς την επικαιρότητα; «Ομολογώ ότι εδώ και καιρό ούτε καν έχω σκεφτεί να χρησιμοποιήσω τον όρο "ξένη ποιήτρια στην Ελλάδα"(…).Η λέξη που με εκφράζει είναι "ανήκω"», είπες το 2010, σε συνέντευξη για την Ελευθεροτυπία. Τι άλλαξε από τότε; Τι αισθήματα σου προκαλεί ο όρος «ξένος» στην Ελλάδα σήμερα, μεσουρανούσης της κρίσης και δεδομένου του χάους που επικρατεί;

Γ.Μπ.: Η πόλη γέμισε με ξένους και άδειασε από ξένους ερήμην της πολιτείας. Η πολιτεία ποτέ δεν ανέλαβε την ευθύνη. Άφησε συναισθήματα και ένστικτα να αποφασίζουν τη μοίρα τους, όχι νόμους, ούτε μια ευρύτερη κοινωνική συμφωνία. Τώρα κατέληξε ανήμπορη να εγγυηθεί ακόμα και την ασφάλεια της ζωής τους. Νιώθω αυτά ως τρομερή ήττα της δημοκρατίας.

Εγώ ποτέ δεν βρέθηκα έξω από την ελληνική κοινωνία, συνεχίζω να ανήκω. Αυτό σημαίνει ότι μου αναλογεί ένα μερίδιο ηθικής ευθύνης αυτής της ήττας.

Π.Μ.: «Ένα πρωί ο ποιητής φόρεσε το άσπρο του σακάκι, έβαλε το άσπρο του καπέλο, έσφιξε τα λουριά στα δύο άσπρα σκυλιά του και βγήκε στο δρόμο. Και στο περίπτερο, ενώ έπαιρνε τα ρέστα απ΄τα τσιγάρα ξαφνικά –σ΄αγαπώ, είπε. Κάτι που πείραξε πολύ εκείνον που πουλούσε τα τσιγάρα. Του έθιξε την ανδρική του τιμή, την εθνική του υπόληψη και όλο του το σόι γενεές δεκατέσσερις. Κι ό,τι ήταν έτοιμος να πεταχτεί επάνω για να βάλει τα πράγματα στη θέση τους, είδε τον ποιητή να προσπερνάει, με ανθηρή διάθεση, γοητεύοντας άστοχα όλα τα έντομα, αφήνοντας ξοπίσω του ένα ακανόνιστο αυλάκι γεμάτο αίματα και τελικές προτάσεις», γράφεις, πάλι στον «ελάχιστο κήπο». Μήπως πιστεύεις, λοιπόν, σε κάποιο (μέσω της λογοτεχνίας) δημιουργικό…θίξιμο, και αν ναι, σε ποιους θα ήθελες να απευθύνεται;

Γ.Μπ.: Δεν έχω κανένα πρόβλημα να θίξω οποιονδήποτε περιμένει ένα «απλό» ποίημα, δηλαδή εύκολα εισπράξιμο και άμεσα χρηστικό. Αυτό το είδος «απλότητας» σημαίνει να βλέπεις ξανά και ξανά μόνο αυτά που ήδη ξέρεις. Όσο πιο σύνθετο είναι ένα ζήτημα τόσο πιο σύνθετη είναι η γλώσσα που το επεξεργάζεται. Το «απλό» στην πολιτική είναι το σύνθημα, το «απλό» στα μαθηματικά εξαντλείται με τις αριθμητικές πράξεις για τα ψώνια μας. Θεωρώ την ποίηση εργαλείο γνώσης και ό,τι έχει σχέση με την γνώση θέλει προσπάθεια. Τα αποτελέσματα του «απλού» τα βλέπουμε παντού γύρω μας και είναι από άχρηστα έως άκρως επικίνδυνα.-



Παρασκευή, 14 Μαρτίου 2014

Κριτική της Χριστίνας Λιναρδάκη στην "Αυγή" της περασμένης Δευτέρας 10.3.2014 - "Τελευταία πατρίδα" του Λουκά Αξελού

ΠΟΙΗΣΗ ΣΕ ΠΕΡΙΚΛΕΙΣΤΟ ΧΩΡΟ...

ΛΟΥΚΑΣ ΑΞΕΛΟΣ, "Τελευταία πατρίδα", εκδ. Στοχαστής, 2013



Η νέα ποιητική συλλογή του επικεφαλής των εκδόσεων "Στοχαστής" συγγραφέα Λουκά Αξελού τιτλοφορείται "Τελευταία πατρίδα" και είναι, από κάθε άποψη, ένα όμορφο ποιητικό βιβλίο.

Η "Τελευταία πατρίδα" διαρθρώνεται σε δύο μέρη, ένα που φέρει το ίδιο όνομα με τον γενικότερο τίτλο και ένα άλλο που ονομάζεται "Πλανόδιοι πόθοι". Το πρώτο είναι ένα λυρικό ταξίδεμα στο οποίο ο ουρανός, το κύμα, η αμμουδιά, οι φωτοσκιάσεις και η ομίχλη μπερδεύονται γλυκά με τη σιωπή, την απώλεια, τη μνήμη, το όνειρο και τη θλίψη. Ο Αξελός διαχειρίζεται με πλήρη επίγνωση και με τεχνική αρτιότητα (θα έλεγα, μάλιστα, ότι από τεχνικής άποψης τούτη είναι η καλύτερη από τις συλλογές του) θέματα που αγγίζουν όλους, όπως τη στιγμή που το αιφνίδιο συναντά και ανατρέπει τη συνηθισμένη ροή της ζωής, τη θλίψη της απώλειας, τη διάψευση της ελπίδας και την προδοσία του ονείρου, την καθοριστική παντοδυναμία της μνήμης, τον χρόνο που δεν μας ανήκει και πάντα μας ξεπερνά, τους ατέλειωτους μικρούς - ή μεγάλους - θανάτους, τις πτερόεσσες ιδέες, το ευάλωτο όλων μπροστά στον πόνο, τον θάνατο. Σε αμμουδιές πυρπολημένες από τον ήλιο και γοητευμένες από τους νυχτερινούς ουρανούς, ο Αξελός μιλά για μια ύπαρξη πυρπολημένη, γοητευμένη και παραδομένη στο αναπόφευκτο, ανεξαρτήτως.

Μέσα σε όλα αυτά, η αναζήτηση της ομορφιάς, το κατεξοχήν επίδικο στοιχείο στην ποιητική του Αξελού, και ο προβληματισμός για την εφήμερη φύση της που την καθιστά εσαεί φευγαλέα διατρέχουν τη συλλογή και γίνονται ένα Leitmotiv και μια συνθήκη προσέγγισης της ζωής και του κόσμου:

Ανεξήγητο ερώτημα παραμένει
πώς αποτυπώνεται η ομορφιά
πέρα από την πραγματικότητα και τον χρόνο.
Πώς ο καθρέφτης αυτοδιαψεύδεται
από μιαν όλο χάρη, κίνηση ή ματιά
τέτοια που,
έστω και για λίγο,
τον αποσπά
από τα απαρέγκλιτα 
καθήκοντά του,
κλείνοντας στιγμιαίο ραντεβού
με την αιωνιότητα.

Το δεύτερο μέρος της συλλογής, "Πλανόδιοι πόθοι", ασχολείται ακριβώς με την ερωτική έλξη, τον πόθο, το σμίξιμο, την προδοσία του έρωτα. Μολονότι η προσέγγιση του Λουκά Αξελού δεν καθορίζεται από ηθικολογίες ή καθωσπρεπισμούς, παραμένει εντός των ορίων της ευπρέπειας, είναι περισσότερο υπαινικτική και γι' αυτό περισσότερο αληθινή, χωρίς να χάνει σε ένταση.

Η επίγνωση της παρουσίας του γυναικείου σώματος κάνει το φυσικό όριό του να εκτείνεται πέρα από το δέρμα προς τον παρατηρητή σε πρώτο χρόνο και τον αναγνώστη σε δεύτερο, δημιουργώντας ένα κλειστό σύστημα (άλλωστε, ο έρωτας είναι περίκλειστος χώρος, όπως μας λέει ο ποιητής), το οποίο περιέχει τη συνείδηση του ποιητή/αναγνώστη που παρατηρεί και αναστοχάζεται ή του παρατηρητή που γράφει ποίηση με την πράξη της παρατήρησής του και μόνο.

Έχει ειπωθεί ότι η λυρική ποίηση είναι ατομική, μοναχική υπόθεση, τόσο στη συγγραφή όσο και στην ανάγνωσή της. Δεν μπορεί να γίνει αλλιώς. Το κλειδί στην όλη ιστορία είναι η εμπιστοσύνη που θα εμπνεύσει ο ποιητής στον αναγνώστη προκειμένου εκείνος να παραδοθεί στο αισθητικό ταξίδι που του προτείνει. Ο Αξελός με την "Τελευταία πατρίδα" του μας κερδίζει ολοκληρωτικά, αφήνοντας ένα απαλό αποτύπωμα στην ψυχή μας, μια απρόσμενη ελαφρότητα στο κέντρο του ουρανού...

Χριστίνα Λιναρδάκη

(Δημοσίευση στην εφημ. "Αυγή", φύλλο της 11.3.2014, σελ. 24)
http://www.avgi.gr/article/2044516/poiisi-se-perikleisto-xoro-

Τετάρτη, 12 Μαρτίου 2014

Η άνοιξη όπως την είδαν μείζονες και ελάσσονες ποιητές

Την ιδέα γι'  αυτήν την ανάρτηση μου έδωσε ο φίλος Παναγιώτης Παναγάκης, που ξεκινάει σήμερα στο ανανεωμένο Γ΄ πρόγραμμα την εκπομπή του "Νυχτερινή πτήση" (συντονιστείτε κάθε Τετάρτη στις 12.00 τα μεσάνυχτα στις συχνότητες 90,9 95,6 102,9 και 103,7 για την Αθήνα! http://www.hprt.gr/trito-programma-live):

Το ξύπνημα της φύσης και η αναγέννηση της ζωής ήταν φυσικό να εμπνεύσουν τους ποιητές που άλλοτε την ύμνησαν και άλλοτε επιχείρησαν την αντίστιξή της με τον θάνατο. Σε τούτη την ανάρτηση θα σταθούμε στο πρώτο σκέλος, τον ύμνο της φύσης, του έρωτα και της ζωής, όπως τον απέδωσαν περισσότερο και λιγότερο γνωστοί ποιητές.

Πρώτη στάση μας ο Λορέντζος Μαβίλης με την αρχική στροφή του ποίηματός του "Πατρίδα":

Πάλε ξυπνάει της άνοιξης τ'  αγέρι
στην πλάση μυστικής αγάπης γλύκα,
σα νύφ' η γη, πόχει άμετρα άνθη προίκα
λάμπει ενώ σβηέται της αυγής τ'  αστέρι.

Ένας ελάσσων ποιητής, ο Ιωάννης Καρασούτσας στα τέλη του 19ου αι. έγραψε το "Γέρος αοιδός ψάλλων το Έαρ", από το οποίο παραθέτω την πρώτη στροφή:

Ήλθες Μάρτιε, ήλθες λοιπόν,
κ' επρασίνισαν πάλιν οι κάμποι
και το βλέμμα του Έαρος λάμπει
λάμπ' εις όλην την γην χαρωπόν.

Έναν αιώνα μετά, η Μάγια-Μαρία Ρούσσου έγραψε το πολύ καλό "Το άνοιγμα της καρδιάς", το οποίο παραθέτω ολόκληρο, μια και είναι μικρό:

Μα πρόσεχε λοιπόν.
Τι την άνοιξες διάπλατη έτσι
την καρδιά σου.

Θέλεις ν'  αρπάξω πυρκαγιά
και να κάψω το σύμπαν;

Δεν συλλογίζεσαι καθόλου
τα χλωρά μου μάτια;
Δεν συλλογίζεσαι καθόλου
την Άνοιξη;

Ακόμη και ο Κώστας Καρυωτάκης δεν έμεινε ασυγκίνητος μπροστά στο μεγαλείο της άνοιξης και έγραψε το ομώνυμο ποίημα που δεν χαρακτηρίζεται από μελαγχολία. Δείτε εδώ την καταληκτική στροφή:

Παντού ξεχύνετ' η χαρά. Μόνον εσύ, μικρή μου, βλέπεις τις τόσες
ομορφιές με μάτια δακρυσμένα. Έλα να βρεις παρηγοριά στ'
ολόθερμο φιλί μου! Επρόβαλε η Άνοιξη! Ξέχνα τα περασμένα!

Άλλο ένα ολόκληρο ποίημα, από τον Γιώργη Παυλόπουλο αυτή τη φορά. Τιτλοφορείται "Μαρτυρία για μιαν Άνοιξη":

Την άνοιξη κατέβηκα πάλι στους δρόμους
τα χελιδόνια γύρω στο καπέλο μου
κι εγώ τυφλός που ακούει πηγαίνοντας
φωνές απ'  τις μικρές του αγάπες.

Κοντά στους κήπους κάτω απ' τα παράθυρα
βράδυασα και δεν ένιωθα ποιος είμουν.
Τη νύχτα ο ψίθυρος απ' τα πουλιά μ' ανέβαζε
σε ουράνιες αγορές, θέατρα του απείρου.

Κάποιον ερωτικό Απρίλη αναπολεί ο Ηλίας Βουτιερίδης (ας πούμε με την ευκαιρία ότι ο Απρίλης είναι ο εαρινός μήνας με τις συχνότερες αναφορές στην ποίηση):

Μήτε η δροσάτη νειότη σου θα στείλει
Τον όμορφό σας θρίαμβο να μένει
Μες στην ψυχή σαν θύμηση του Απρίλη.

Η Φαίδρα Παγουλάτου-Ζαμπαθά έγραψε ένα πολύ όμορφο "Νανούρισμα" με ανοιξιάτικη νότα:

Δειλό της άνοιξης το χέρι
Δειλό και το χαμόγελό σου
Στης μυγδαλιάς το άσπρο μαντήλι
Το βλέμμα σου αποξεχάστη.
Και της αγάπης το τραγούδι
Νανούρισμα κι αυτό τ'  Απρίλη

Η Λιλή Ιακωβίδη αναπολεί, μιλώντας για την άνοιξη, τα νιάτα και τα πάθη:

Ω, πώς σε χάρηκα Άνοιξη
Με τα γαλάζια κλώνια,
Δεντρί πολυανθισμένο!
Κεντούσες φως ολόχρυσο
Κελαηδισμούς στα χρόνια
Κι εγώ να μην χορταίνω

Ο Γιώργος Σαραντάρης έγραψε το ποίημα "Ο άνεμος και η άνοιξη", από το οποίο παραθέτω την τελευταία στροφή:

Η Άνοιξη είναι μια παρθένα που δεν την ξέρουμε
Κι όλους μας φίλησε με θάρρος προτού το ζητήσουμε
Τώρα αγκαλιάζει τον άνεμο και κάνει σαν τρελή
Κι αναγκάζει κι εμάς να την αγαπήσουμε.

Ο Ιάσων Ιωαννίδης μιλά κι αυτός, μέσα από την άνοιξη, για τον έρωτα:

Ωρίμασαν τα χείλια σου.
Σάλεμα της σίκαλης
Στον ανοιξιάτικο αγέρα
Το βάδισμά σου.
Σε θέλω.

Ο Πάνος Κυπαρίσσης, από την άλλη, μιλά για το περίκλειστο της άνοιξης, την εποχή που εκείνη είναι ακόμη απλώς μια υπόσχεση:

Βαθύ το πηγάδι
ο χρόνος κατοικεί στις λέξεις, κρυφά
οι άγιοι στα υπερώα
και η άνοιξη
στις φλέβες του χειμώνα

Λακωνικός ο Κώστας Μόντης (παραθέτω ολόκληρο το ποίημα-επίγραμμα):

Από το όνομά σου ξεκινά η άνοιξη,
Απ' τις συλλαβές του κρέμουνται κόκκινα κεράσια.

Ας θυμηθούμε και ένα σχολικό τετράστιχο του Αριστομένη Προβελέγγιου (το δίδασκαν παλιά στο δημοτικό):

Ήλθε ο Μάρτης και ξυπνά
σα νυφούλα η πλάση,
λουλουδίζουνε βουνά,
πρασινίζουν δάση.

Πιο σύγχρονη, η Αλεξάνδρα Πλαστήρα μας λέει στα "Ανοιξιάτικα νερά":

άνοιξη πόσο είσαι σκληρή
με τον παλιό ουρανό

με μια καμτσικιά
η άμαξα φεύγει
μα όλα τα λόγια θα μείνουν εκεί

και ο Γιώργος Καραπάνος στην "Ανοιξιάτικη βροχή":

Ανοιξιάτικη βροχή
στάλα στάλα στην ψυχή
μου πέφτεις
στην ψυχή μου που είν' ωχρός
βενετσιάνικος παληός
καθρέφτης.

Λίγο πριν το τέλος, ένα απόσπασμα του Στράτη Μυριβήλη (κι ας μην ασχολήθηκε τόσο με την ποίηση, το έχει γράψει πολύ ποιητικά):

Στ' ακρογιάλια του Αιγαίου η άνοιξη βγαίνει από τη θάλασσα. Ένα πρωί ο αγέρας φέγγει πιο γαλάζιος, τα κύματα ξεδιπλώνουν στον άμμο το νέο ρυθμό με κοντές αναπνοές. Το πέλαγο μυρίζει φρεσκάδα, παντού το κεντάνε σύντομες απανωτές αστραψιές. Τότες ανοίγουν πάνω στα τρεμουλιάρικα νερά κύκλοι ασημένιοι, μ'  ένα χρώμα σαν το στήθος του παγονιού. Είναι αμέτρητοι, ο ένας μέσα στον άλλον, ο ένας κυνηγά τον άλλον. Έτσι ως τον ορίζοντα.

Και, για το τέλος, το "Σονέτο 98" του Ουίλιαμ Σαίξπηρ (σε μετάφραση του Μιλτιάδη Σαριγιαννίδη-Θαλασσινού):

Δεν ήμουν πλάι σου την άνοιξη αυτή
καθώς ο Απρίλης, πολύχρωμος και λαμπερός της νιότης την πνοή φυσούσε μες
στο καθετί - ως και ο Κρόνος γελούσε και έπαιζε, ο σκοτεινός
Μα ούτε τα τραγούδια των πουλιών, ούτε η γλυκιά η ευωδιά τόσων και τόσων λουλουδιών, με μύρια
χρώματα κι οσμές
δε με κατάφεραν το καλοκαίρι να ιστορήσω ξανά
κι άνθη να δρέψω, απ' τις θαυμάσιες της γης τις αγκαλιές.
Πώς να παινέσω το βαθύ το πορφυρό της τριανταφυλλιάς;
πώς να θαυμάσω το υπέροχο του κρίνου το λευκό; ανούσια ήταν χάδια,
σκαριφήματα και μόνο της χαράς,
και πρότυπό τους μόνο εσύ, μοντέλο τους εσύ, μοναδικό.
Κι έμοιαζε γύρω τους παγερός χειμώνας, ναι, εσύ μακριά
κι εγώ εκεί, με τη σκιά σου λες να παίζω, με όλα αυτά.


Θα κλείσω με μια μουσική επιλογή του Παναγιώτη από την αποψινή του εκπομπή. Απολαύστε:

(Beethoven.Violin Sonata No.5, Op. 24, Spring)
Χριστίνα Λιναρδάκη

Δευτέρα, 10 Μαρτίου 2014

Η φαντασία στη λογοτεχνία

Η φαντασία είναι η καταγραφή φανταστικών γεγονότων που δεν έχουν συμβεί και δεν μπορούν να συμβούν, ως ορισμός όμως μοιάζει, αν όχι φτωχός, τουλάχιστον ρηχός.

Σύμφωνα με έναν άλλο ορισμό, με τον όρο φαντασία εννοούμε εκείνη την ψυχική λειτουργία που εκδηλώνεται ως παραστατική λειτουργία της συνείδησης. Αντλεί το υλικό της από παραστάσεις του παρελθόντος και του παρόντος, που διασπώνται στα βασικά τους στοιχεία και κατόπιν αναπλάθονται.

Αποτελεί βασικό αντικείμενο έρευνας της κλασικής ψυχολογίας και κατέχει πρωτεύουσα θέση στις ανθρωπιστικές επιστήμες και τις νευροεπιστήμες. Είναι θεμελιώδης λειτουργία, μέσω της οποίας οι άνθρωποι αναζητούν νόημα στον κόσμο και κατέχει ρόλο-κλειδί στη μαθησιακή διαδικασία.

Σύμφωνα με την πλατωνική αντίληψη, η φαντασία είναι η δημιουργική ικανότητα της ψυχής, που δημιουργεί «φαντάσματα», στηριγμένη σε στοιχεία της πραγματικότητας. Ο Πλάτωνας έθεσε για πρώτη φορά το πλαίσιο της φαντασίας, όταν ανέφερε ότι ο άνθρωπος λαμβάνει μέσω των αισθήσεών του γνώμες και λεγόμενα και κρατά κατόπιν στο νου του τις εικόνες των γνωμών και των λεγομένων αυτών. Ο Αριστοτέλης με τη σειρά του θεωρούσε ότι χωρίς τη φαντασία δεν υπάρχει σύλληψη, ιδέα δηλαδή και δημιουργία, ενώ ο Άλμπερτ Αϊνστάιν πίστευε πως η φαντασία είναι σημαντικότερη από τη γνώση.

Καθώς λοιπόν η φαντασία, για τους περισσότερους, δεν είναι παρά μία λειτουργία που δεν εξυπηρετεί τίποτα περισσότερο από τη διασκέδαση, μελετητές, φιλόσοφοι και ερευνητές διαφωνούν, θεωρώντας την αναπόσπαστο κομμάτι της προόδου και της εξέλιξης.

Οι ρίζες της φαντασίας είναι τόσο αρχαίες όσο και το ανθρώπινο είδος. Ο άνθρωπος, πριν ακόμα αρχίσει να σκέφτεται, είχε μάθει να φοβάται τη φύση, τα τρομακτικά πλάσματα, τα καιρικά, γεωλογικά και αστρονομικά φαινόμενα, το σκοτάδι. Όταν άρχισε να σκέφτεται, αντιλήφθηκε πως ο κόσμος γύρω του ήταν γεμάτος με άγνωστες έννοιες, που δεν μπορούσε να κατανοήσει, όπως ο ύπνος και κυρίως ο θάνατος.

Μέσω της φαντασίας, προσπάθησε να εξηγήσει το άγνωστο και όσο η ανθρώπινη κοινωνία εξελισσόταν και η ανθρώπινη νόηση γινόταν πιο πολύπλοκη, τόσο η ανάγκη για εξηγήσεις και κατανόηση γινόταν και πιο επιτακτική.

Η φαντασία λοιπόν αποτέλεσε το κύριο μέσο της αναζήτησης, καθώς πρώτα υπήρξε η σκέψη και η αντίληψη, μετά η προσπάθεια για εξήγηση μέσω της φαντασίας και μετά η εξέλιξη και η πρόοδος. Διεργασίες βέβαια εξαιρετικά αργές, αφού χρειάζονταν γενιές ολόκληρες για να παρατηρηθεί αυτή η πρόοδος στην κατανόηση, μικρά βήματα κάθε φορά, που όμως, αν αναλογιστεί κανείς σε ποιο σημείο έχουμε φτάσει σήμερα, θα αντιληφθεί πως τα μικρά αυτά βήματα απαρτίζουν ένα μεγάλο ταξίδι.

Η πρώτη οργανωμένη μορφή της φαντασίας - και η πιο ανθεκτική στο χρόνο - είναι η μυθολογία, με σημαντικά ονόματα μεγάλων συγγραφέων και ποιητών που έδωσαν λαμπρά δείγματα της δουλειάς τους με έργα που έμειναν αθάνατα όπως ο Λουκιανός, ο Όμηρος και ο Ησίοδος. Στην πρώτη αυτή περίοδο της ιστορίας της φαντασίας, που ξεκινά από τα ορφικά και τα ομηρικά χρόνια και ολοκληρώνεται το 50 μ.Χ, περίπου, η ελληνική παρουσία είναι σημαντική και αποτέλεσε βάση για πολλά μεταγενέστερα έργα, δίνοντας υλικό σε συγγραφείς, ποιητές και σεναριογράφους μέχρι και σήμερα.

Αξίζει να σημειωθεί πως σε σημαντικό βαθμό, τα μυθολογικά αυτά κείμενα είχαν τη μορφή έμμετρου λόγου, πράγμα που τα κατατάσσει στην ποίηση, με ιδιαίτερη αναφορά φυσικά στην ορφική ποίηση και στα έπη του Ομήρου, που εκτός από ραψωδός, χαρακτηρίζεται και ποιητής.

Εκτός από την ελληνική μυθολογία όμως, κάθε λαός, έθνος και φυλή έχει ή είχε τη δική του μυθολογία, που περιγράφει τη δημιουργία και τη μορφοποίηση του κόσμου των θεών και των ανθρώπων, με τη σκανδιναβική και την αιγυπτιακή να έχουν απασχολήσει περισσότερο τους μεταγενέστερους δημιουργούς.

Οι δύο επόμενες περίοδοι, η μεσαιωνική, από τον 11ο έως και τον 14ο αιώνα, και η ρομαντική, 18ος και 19ος αιώνας, ήταν περίοδοι ιδιαίτερα παραγωγικές για την Ευρώπη και κυρίως τις αγγλοσαξονικές χώρες, όχι όμως και για την Ελλάδα που δεν έχει δώσει αξιόλογα δείγματα δουλειάς.

Το πλέον σημαντικό όνομα της μεσαιωνικής περιόδου, κατά γενική ομολογία, ήταν αυτό του Δάντη, (Dante Alighieri), ο οποίος θεωρείται ότι ήταν ο πρώτος σημαντικός δημιουργός στην ιταλική ποίηση ενώ το περίφημο έργο του, η Θεία Κωμωδία εκτιμάται έως σήμερα ως ένα από τα σημαντικότερα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Ένα υποείδος της λογοτεχνίας του φανταστικού της περιόδου αυτής είναι η γοτθική λογοτεχνία, της οποία τα χαρακτηριστικά στοιχεία ήταν ο τρόμος (φυσικός και ψυχολογικός), το υπερφυσικό, το σκότος, ο θάνατος, η τρέλα, τα μυστικά και οι κληρονομούμενες κατάρες, με κυριότερο εκπρόσωπο και εφευρέτη του είδους τον Οράτιο Γουάλπολ με το έργο του «Το κάστρο του Οτράντο».

Χαρακτηριστικότερος εκπρόσωπος της ρομαντικής περιόδου ήταν ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε, συγγραφέας και ποιητής, του οποίου το έργο είχε σημαντική επιρροή τόσο στην αμερικανική όσο και στην παγκόσμια λογοτεχνία, αποτελώντας το θεμέλιο λίθο για σύγχρονα είδη όπως η αστυνομική λογοτεχνία και οι ιστορίες τρόμου ή φαντασίας. Στην ίδια περίοδο δημιουργούν η Μαίρη Σέλευ και ο ποιητής Κόλεριτζ, που σε κάποια στιγμή της πορείας του στράφηκε στη φαντασία και στο μεταφυσικό, εκπροσωπώντας επάξια το είδος αυτό που είχε τόσο χαρακτηριστεί από τον πεσιμισμό και τη μελαγχολία.

Η σύγχρονη περίοδος, που ξεκίνησε στα τέλη του 19ου αιώνα και συνεχίζεται και σήμερα, έχει να παρουσιάσει παγκοσμίως πληθώρα δημιουργών και έργων, καθώς υπάρχει έντονη ενασχόληση με κάθε είδος της λογοτεχνίας του φανταστικού, μέσα από την οποία έχουν αναδειχθεί ονόματα που όχι μόνο άφησαν ως κληρονομιά έργα τεράστιας αξίας, αλλά και που το έργο τους χαρακτηρίστηκε «προφητικό», αποτελώντας πηγή έμπνευσης για μεταγενέστερες τεχνολογικές ανακαλύψεις, όπως ο Ιούλιος Βέρν, ο Arthur Clark, ο Isaac Asimof.

Ο H.P.Lovecraft, ο Lord Dunsany, ο C. S. Lewis, ο J.R.R.Tolkien, ο H.G.Wells, ο Jack Vance, ο Robert E.Howard  πιο σύγχρονοι αυτών, ο Stephen King, ο δημιουργός που έχουν γίνει ταινία περισσότερα έργα του από κάθε άλλον συγγραφέα, φαντασίας ή μη, ο Dan Simmons (Ίλιον, Όλυμπος), η J.K.Rowling (Harry Potter), ο R.A. Salvatore (Dritzz Do Erden), η Anne Rice (Συνέντευξη με ένα βρικόλακα), ο George R.R. Martin (Το παιχνίδι του θρόνου) έχουν επηρεάσει τη σημερινή λογοτεχνία του φανταστικού, δίνοντας υλικό για βιβλία, ταινίες και τηλεοπτικές σειρές, αλλά και δημιουργώντας τη βάση για τις δημιουργίες μεταγενέστερών τους συγγραφέων και σεναριογράφων.

Στην Ελλάδα, δύο από τα μεγαλύτερα ονόματα είναι ο Γιώργος Μπαλάνος και ο Μάκης Πανώριος, άνθρωποι που έδωσαν πολλά στη φανταστική λογοτεχνία.

Ένα είδος εξίσου γνωστό στη χώρα μας, αν και παραμελημένο αρκετά, αφορά κείμενα λαογραφικά, τις περισσότερες φορές αγνώστων ποιητών, που όμως έχουν μείνει χαραγμένα στις μνήμες μας ως κομμάτια της παράδοσης, έργα όπως «Το έπος του Διγενή Ακρίτη», γραμμένο σε μορφή έμμετρου αφηγήματος. Πρόκειται για το παλαιότερο λογοτεχνικό γραπτό δείγμα της δημώδους ελληνικής μεσαιωνικής γλώσσας, το οποίο έχει θεωρηθεί ως το έργο που σηματοδοτεί την αρχή της νεοελληνικής λογοτεχνίας και που στη συνέχεια ενέπνευσε τραγούδια και ποιήματα, κυρίως για την περιβόητη μάχη του ήρωα με το θάνατο.

Αν θα έπρεπε να ορίσουμε κανόνες, παρότι η φαντασία σήμερα έχει διαμορφωθεί από το ρομαντισμό που είχε αναπτυχθεί παγκοσμίως, θα λέγαμε πως η λογοτεχνία του φανταστικού άνθισε και ανθίζει κυρίως στις αγγλόφωνες χώρες, δηλαδή στη Μεγάλη Βρετανία και στις ΗΠΑ.

Μια πρώτη ερμηνεία του φαινομένου είναι ότι οι κλιματολογικές συνθήκες, ειδικά της Αγγλίας, διαμόρφωσαν μια ατμόσφαιρα σκοτεινή που μεταφέρθηκε σε ολόκληρη σχεδόν την αγγλόφωνη κουλτούρα.

Μια άλλη ερμηνεία βρίσκεται στη φύση του καπιταλισμού, που είναι ιδιαίτερα αναπτυγμένος στις χώρες αυτές. Οι συντηρητικοί συγγραφείς που υπηρέτησαν και υπηρετούν το είδος αποτυπώνουν τη βαθιά περιφρόνηση του καπιταλισμού απέναντι σε οτιδήποτε λαϊκό ή μη αγγλοσαξονικό και το αποκρυσταλλώνουν στη μορφή του απόλυτου, μεταφυσικού κακού. Αντίθετα, οι προοδευτικοί μεταφέρουν στο έργο τους τη σκοτεινή ατμόσφαιρα που δημιουργούν οι συγκεκριμένες κοινωνικές δομές για να πλάσουν έναν εξωκοσμικό χώρο φρίκης και να καταγγείλουν την επίγεια βαρβαρότητα.

Τα είδη της λογοτεχνίας του φανταστικού είναι πολλά και τα όρια μεταξύ τους πολλές φορές δυσδιάκριτα: επιστημονική φαντασία, space opera, cyberpunk, ηρωική φαντασία, sword and sorcery, μυθοπλαστικά παραμύθια, τρόμος, αστικός τρόμος, γοτθικός τρόμος, μαγικός ρεαλισμός.

Τα είδη όμως που έχουν κερδίσει τις καρδιές του κοινού είναι αυτά που έχουν μεταφερθεί στη μεγάλη οθόνη και είναι προφανώς η επιστημονική φαντασία, ο τρόμος, η ηρωική φαντασία και ο μαγικός ρεαλισμός, που σαν είδος είναι το πλέον εύπεπτο από όλα, καθώς απευθύνεται σε ευρύ κοινό.

Η φαντασία όμως δεν είναι απλή περιγραφή φανταστικών γεγονότων που δεν έχουν συμβεί και δεν πρόκειται να συμβούν.

Πίσω από κάθε ιστορία, υπάρχει ένα άλλο νοηματικό επίπεδο που προσπαθεί να μεταφέρει νοήματα στον αναγνώστη. Πιο ξεκάθαρο και γνωστό παράδειγμα όλων, τα βιβλία του J.R.R.Tolkien που, πίσω από τη φανταστική μεσαιωνική περιπέτεια θάρρους και αγνότητας στην οποία μπλέκονται οι ήρωες τους, ακολουθώντας όλους τους κανόνες της νομοτέλειας, ο Tolkien θέλησε να δείξει την αντίθεσή του στην εκβιομηχανοποίηση της χώρας του και την καταστροφή που αυτή έφερε στη φύση.

Η φαντασία λοιπόν, όταν ακολουθεί τους βασικούς κανόνες της λογοτεχνίας, μπορεί να περάσει μηνύματα και ο στόχος της να μην είναι μόνο η τέρψη αλλά η σκέψη και ο προβληματισμός.

Η φανταστική λογοτεχνία αφήνει τεράστια περιθώρια στη φαντασία να δημιουργήσει κόσμους, είδη και ανθρώπους, καταστάσεις και συνθήκες που δεν δεσμεύονται από τον ορθολογισμό. Δεν αναφερόμαστε απλά στο άγνωστο ή στο παράξενο αλλά στη δυνατότητα να δώσουμε μορφή στις ιδέες, στις επιθυμίες και στις φοβίες μας. Είναι η κύρια πνευματική λειτουργία, μέσω της οποίας ο άνθρωπος μπορεί να σημασιοδοτήσει τα πράγματα και να ορίσει τον εαυτό του.

Και παρότι η έμπνευση αφορά φανταστικούς κόσμους και χαρακτήρες, βρίσκεται σε κάθε στιγμή της καθημερινότητας. Οι ήρωες είναι άνθρωποι - ή περίπου - που έχουν ελαττώματα και προτερήματα, προβλήματα, εμπειρίες, βιώματα και ανησυχίες όπως κάθε άνθρωπος.

Όσο και αν η έμπνευση της ιστορίας δεν μπορεί να προέρχεται από την καθημερινότητα, ένα έργο φαντασίας απαρτίζεται από πάμπολλα ρεαλιστικά στοιχεία για τα οποία αντλούμε πληροφορίες από την ίδια μας τη ζωή και αυτός είναι ο μόνο τρόπος για να αποφευχθεί η δημιουργία επίπεδων χαρακτήρων και ψεύτικων συμπεριφορών.

Η φαντασία μπορεί να είναι πολυεπίπεδη και μέσα από τα επίπεδα αυτά μπορούμε να εκφράσουμε σκέψεις και συναισθήματα, προβληματισμούς, ενδοιασμούς και αναζητήσεις. Δεν πρόκειται μόνο για ιστορίες που δεν έχουν συμβεί και δεν πρόκειται να συμβούν, γιατί οι ιστορίες αυτές είναι μόνο το πλαίσιο, ο σκελετός πάνω στον οποίο θα διαμορφωθούν χαρακτήρες, καταστάσεις και σχέσεις και οι χαρακτήρες αυτοί, οι καταστάσεις και οι σχέσεις αυτές μπορούν να είναι πιο αληθινοί από ποτέ.

Η φαντασία δεν περιορίζει, αντίθετα απελευθερώνει, ανοίγει δρόμους εύπλαστους καθώς δεν οριοθετείται από τους ίδιους νόμους που διέπουν τη συμβατική λογοτεχνία και βέβαια αυτό δεν αφορά νόμους γλωσσικούς ή δομικούς.

Το καλό και το κακό μεγεθύνονται και εκφράζουν εύγλωττα τους φόβους και τις ανησυχίες μας και μόνο αντιμετωπίζοντας τους, μπορούμε να βελτιωθούμε και να προχωρήσουμε.

«Ένας σωρός πέτρες παύει να είναι σκέτες πέτρες,
από τη στιγμή που ένας άνθρωπος τις κοιτάζει και
φαντάζεται την εικόνα μιας εκκλησίας.»
(Αντουάν Ντε Σαιντ Εξυπερύ)

Εριέλλα Χρυσού

Παρασκευή, 7 Μαρτίου 2014

Η ανατομία ενός ποιητικού πτώματος ή πώς γίνεται ένα ποίημα κακό (μια πρώτη προσέγγιση)

Η ερώτηση τι είναι τελικά ένα καλό ποίημα είναι δύσκολο να απαντηθεί, είναι δύσκολο να οριοθετηθεί καν. Δεν υπάρχει αμφιβολία, ένα καλό ποίημα είναι αυτό που τραβάει τον αναγνώστη του κοντά του, τον προσελκύει και στη συνέχεια τον κρατάει εκεί, κολλημένο στην ανάγνωση, βυθισμένο στις λέξεις. Πώς παράγεται όμως αυτή η αίσθηση ή, ακόμα καλύτερα, τί είναι αυτό που λείπει από ένα ποιήμα για να είναι καλό, να αποτελεί δηλαδή πηγή συγκίνησης...;

Θα επιχειρήσω να ακουμπήσω μια κριτική ματιά στο παρακάτω ποίημα, το οποίο έγραψε η Χριστίνα Λιναρδάκη γι’ αυτόν ακριβώς τον σκοπό, προκειμένου να ψηλαφήσω τον εσωτερικό μηχανισμό του, να δω αν προκαλεί μια συναισθηματική αντίδραση ή όχι.

Έχω καταπιεί μια Ερινύα
αιμοχαρή
σκληρή σαν πέτρα
κολυμπά μες στις σκέψεις μου
- νόμιζες πως θα γλιτώσεις, λοιπόν
λογάριαζες λάθος, τ’ ακούς;
χίλια ηλιοβασιλέματα θ’ αναστενάζεις το λεπτό
μυριάδες κύματα θ’ ανεβοκατεβαίνει αυτό το στέρνο –
έρπει κάτω απ’ το δέρμα
τυλίγεται στα δίχτυα των ματιών
κυλά την κατηφόρα των λυγμών
πλημμυρίζει
το δωμάτιο
το σπίτι
τον κόσμο
γρήγορα, μου λέει χαιρέκακα, βιάσου
να πιεις
να με καταπιείς
να με κρύψεις ξανά στην καρδιά σου
προτού καταλάβει κανείς πως μέσα σου ζω.
(Κι εγώ από κει
θα σε δαγκώνω για πάντα).

Υπάρχει καταρχάς το θέμα της απουσίας τίτλου: χωρίς βέβαια να είναι απαραίτητος, ο τίτλος δίνει το στίγμα του ποιήματος, είναι η πρώτη απόπειρα του συγγραφέα να καλλιεργήσει στον αναγνώστη του μια ορισμένη συναισθηματική κατάσταση. Το ποιήμα αυτό είναι χτισμένο γύρω από ένα διάλογο ανάμεσα στο εγώ και στην Ερινύα, που φαίνεται να λειτουργεί σαν μια προσωποποίηση των τύψεων. Η διαλογική μορφή στηρίζει με την κατεξοχήν αμεσότητά της μια ατμόσφαιρα εσωτερικής αγωνίας που είναι ένας από τους πυλώνες του ποιήματος.

Οι πλατειασμοί και οι εκφραστικές υπερβολές που υπάρχουν όπως π.χ. «χίλια ηλιοβασιλέματα θ’αναστενάζεις το λεπτό» δεν βοηθούν στην κατανόηση: δεν είναι μόνο το γεγονός ότι στερούν απλότητα στο ποίημα, αλλά ακόμα και έτσι περίπλοκο, τον στόχο του, την αγωνιώδη συγκίνηση δηλαδή, δεν φαίνεται να τον προσεγγίζει.

Οι στίχοι 7 και 8 ξεκινούν με δυο συνώνυμες λέξεις (χίλια / μυριάδες), ενώ οι στίχοι 17 και 18 ουσιαστικά αποτελούνται από το ίδιο ρήμα: τόσο στο λεξιλογικό όσο και στον εννοιολογικό τομέα, η έμπνευση είναι μάλλον απούσα. Ανάλογο πρόβλημα συναντάται και στους στίχους 9-12 και 13-15, όπου αφενός με τα ρήματα έρπει / τυλίγεται / κυλά / πλημμυρίζει όσο και με τα ουσιαστικά δωμάτιο / σπίτι / κόσμο έχουμε ένα μάλλον προβλέψιμο πέρασμα από το γήινο στο υγρό στοιχείο και από το μεγαλύτερο στο μικρότερο σε μια προσπάθεια από τον συγγραφέα να εντείνει την αγωνία, ενδεχομένως μια αίσθηση ασφυξίας και πανικού. Λείπει η έκπληξη όμως, ο αναγνώστης ακολουθεί τα βήματα του ποιητή σε πεπατημένες οδούς χωρίς συγκίνηση.

Στο μυθολογικό επίπεδο, η Ερινύα της ιστορίας δίνει μια κατάρα και όχι μια τιμωρία όπως είναι και ο ρόλος της. Οι αρχαίες ερινύες ούτε απειλούσαν, ούτε ανακοίνωναν τι έμελλε γενέσθαι: το θύμα τους βίωνε την τιμωρία κατευθείαν. Επίσης οι Ερινύες δεν τιμωρούσαν όλα τα είδη εγκλημάτων παρά μόνο μια συγκεκριμένη κατηγορία: το έγκλημα κατά της μάνας. Σήμερα η λέξη Ερινύες σημαίνει σχεδόν ενοχή, όμως αυτό είναι αρκετά μακριά από την πρωταρχική έννοια. Αυτό που συμβαίνει λοιπόν είναι ότι έχει πειραχτεί ο μύθος. Και παρόλο που αυτό ως γεγονός δεν είναι απαραίτητα επιλήψιμο, εν προκειμένω δρα μάλλον μειονεκτικά. Ο μύθος όπως και κάθε σύμβολο για να λειτουργήσει και να φτάσει στον σκοπό του βασίζεται στην αναγνωρισιμότητα, στο ότι ο αποδέκτης-αναγνώστης διακρίνει μια γνωστή του εικόνα, μια πολιτισμικά οικεία πραγματικότητα. Σ’αυτό το ποίημα ο μύθος της Ερινύας έχει τροποποιηθεί και έχει χάσει έτσι την δύναμη του πρωταρχικού συμβολισμού του: την στιγμή που ο ποιητής τον οικειοποιήθηκε αλλάζοντάς τον, έχασε την σύνδεσή του με τον αναγνώστη-αποδέκτη.

Αν ο σκοπός ενός ποιήματος είναι να οδηγήσει τον αναγνώστη σε σκέψεις που δεν έχει πάει ποτέ αλλά και που είναι ταυτόχρονα δικές του, μύχιες και βαθιά προσωπικές, τότε το συγκεκριμένο κείμενο είναι μακριά από τον στόχο. Είναι ένα ποίημα προσωπικό, ένας διάλογος του εγώ με τον εαυτό, τον φοβισμένο και μοναχικό, αλλά τελικά χάνει την ευκαιρία να βγει από το στενό πλαίσιο της προσωπικής ποίησης και να αγγίξει ένα ευρύτερο σύνολο.

Κρις Λιβανίου

Τετάρτη, 5 Μαρτίου 2014

Η ποίηση θεωρεί τον θάνατο

Η επιθετική εφόρμηση τής ζωής σε μια μόνο σωματική διαπίστωση μπορεί να οδηγήσει: «είναι όλα τόσο ζωντανά που δεν αντέχονται!». Τόσο ζωντανά που μάς πεθαίνουν. Μοιρασμένος μεταξύ εκπνοής και εισπνοής, ιδού! ο καθοδηγητής στο Αδύνατο, μόνιμος κάτοικος τής ανάσας μας. Θάνατος, ο οξύηχος επισκέπτης «με σημαίες και με ταμπούρλα». Ο εισερχόμενος προς συνάντηση ως Διόνυσος Ωμηστής, προσφέροντας ακατέργαστη βακχεία. Θάνατος, ο αεί καταληψίας του ώμου μου, ο πιο κολλητός πάνω μου κι απ’ τό πετσί μου. Η πιο ζεστή ανάσα στο στόμα μου. Ο οινοχόος στις πλάγιες νύχτες μου. Ο παρακοιμώμενος στις φωτολάγνες καταδύσεις μου. Ο λυτρωτής απ’ την αυτάρκεια των παιδικών μου παιχνιδιών, καθότι τα μετατόπιζε, τα ρηγμάτωνε, τα επισημοποιούσε.

Μιλώντας για το Θάνατο, μιλώ για τον κλειδοκράτορα τής επικράτειας τής εφηβείας ή ακόμη, και με απαιτητικότερους εντοπισμούς, για τον συμπαίκτη στο κρυφτό της παιδικής μου ηλικίας. Μιλώ για κάποιον κατάδικο μου. Μιλώ για μένα τον ίδιο. Αναγκαστικά αυτοβιογραφούμαι. Μιλώ τρυφερά και απολαυστικά για τον επιστήθιο φίλο μου. Τον λατρευτικό, νυχθημερόν, προστάτη μου. Τον αεί κυκλικό βηματοδότη μου. Τον αχώριστο συνοδοιπόρο, συνομιλητή και συμπαίκτη μου (συμμαρτυρεί ιπποτικά γι αυτό ο Dürer και σκακιστικά ο Bergmann). Αληθινά, για το οικειότατό μου Πρόσωπο.

Οι διαχωριστικές γραμμές εξασφαλίζουν ένα είδος φυγής, «Flucht vor ihm» (φυγή προ αυτού): Από εκεί ο θάνατος, από εδώ η ζωή. Ω, μα εμείς καιγόμαστε να ζήσουμε. Γίνεται ζωντανός ο θάνατος ; Αφορά ολοζώντανα την αγωνία και τη δίψα μας; Γεμίζει ζωτικά την ξαγρύπνια μας;

Ουσιωδώς είμαστε οι Οδυσσείς του Νοήματος, οι σαρκοβόροι μεταφραστές των γεγονότων σε Νόημα, και γι αυτό τα απαιτούμε όλα, παίζουμε με όλα. Η φιλοσοφία τί λέει για όλα αυτά; Ω, η πειθήνια φιλοσοφία άρθρωσε λόγο, κυρίως, διαιρετικό και αποξενωτικό. Συνταυτίστηκε με τη θεολογία.

Η πλατωνική «μελέτη θανάτου» είναι ένα πνευματικό «γκάζι» για να αφήσουμε οριστικά πίσω μας μια κυριαρχική πραγματικότητα της Ζωής: το Σώμα. Τολμώ να προσάψω την κατηγορία της ύβρεως. Παράλληλα, όμως, υπενθυμίζω την πλατωνική αντίληψη, πως ο θάνατος συνιστά μέσον για τη γνώση της αλήθειας. Προσθέτω: αναντικατάστατο. Αποποιούμαι, όμως, κάθε θέαση που τον αντικρίζει ως μιας χρήσεως αναλώσιμο υλικό και μάλιστα καταργώντας την ιερή οντότητα του σώματος. Συνταυτίζομαι απολύτως με τον Αρτώ, όταν λέει πως «υπάρχει πνεύμα στη σάρκα, ένα πνεύμα γοργό σαν αστραπή».

Στέκομαι στον Επίκουρο. Για να πλήξω το Das Man, την αποποίηση δηλ. της προσωπικής διακινδύνευσης έναντι της Ζωής που στήνει την αιώρα της στο νου μας, ώστε να ξεμπερδέψει με την Ομορφιά και τους κοπτήρες της, θυμιάζοντας το υπόδειγμα ταχυφαγίας που έστησε ο 20ος αιώνας.

Η γνωστή επικούρεια καισαρική τομή, μεταξύ υποκειμένου και ζωής και υποκειμένου και θανάτου, είναι ακραιφνώς παιδαριώδης και, ως εκ τούτου, ανίκανη να κάνει υψηλών προδιαγραφών παιχνίδι με το άκρας εμπειρικής συνθετότητας Παίγνιον που έχει συστήσει η Ζωή. Η Ζωή ως αδιάσπαστο Ενιαίο, η Ζωή ως θάνατος και ζωή, «Könnten wir sein ohne sie [die Toten]?» (θα μπορούσαμε να υπάρχουμε, τάχα, χωρίς τους πεθαμένους;), αναρωτιέται δυναμικά και πάλι η Ποίηση ή «Άοσμος κι όμως πιάνεται / όπως ανθός από τα ρουθούνια / ο θάνατος», παίρνοντας απ’ το χέρι την απείθαρχη φιλοσοφία, που αξίως δηλώνει «Das Sein zum Ende… gehört wesenhaft zur Geworfenheit des Daseins» (Το Είναι-προς-το-τέλος …ιδιάζει ουσιαστικά στο ερριμένον του Dasein). Ο Επίκουρος δεν τα υπολήπτεται αυτά και χωρίζει το ΕΝΙΑΙΟ επιπόλαια παιγνιωδώς και με αβαθή ευθυμία, στερώντας, ολωσδιόλου αντιρεαλιστικά, από το υποκείμενο την όντως απολαυστική εμβίωση αμφοτέρων των καταστάσεων. Ωστόσο, αν ελαφρά ρίξουμε τον προβολέα της Μνήμης στη δημοτική μας ποίηση, φερ’ ειπείν, βλέπουμε πως απολύτως ΦΥΣΙΚΑ, δεν παραδέχεται, ούτε αναγνωρίζει τέτοιους περιορισμούς και στενότητες. Το υποκείμενο είναι παρόν και στις δύο καταστάσεις υπακούοντας αφεύκτως στο Ενιαίο του Είναι.

   «…φκιάστε μ’ ωριό κιβούρι…
   και στη δεξιά μου τη μεριά ν’αφήστε παραθύρι,
   να μπαίνει ο ήλιος το πρωί και το δροσό το βράδυ,
   να μπαινοβγαίνουν τα πουλιά, της άνοιξης τ’αηδόνια,
   και να περνούν οι γέμορφες, να με καλημεράνε».

Το ίδιο και αν στρέψουμε ευλαβικά το βλέμμα στον Ντουίνο: «Aber Lebendige machen alle den Fehler, daß sie zu stark unterscheiden. Engel wüßten oft nicht, ob sie unter Lebenden gehn oder Toten» (Μα οι ζωντανοί, όλοι, πέφτουν στο λάθος, περίσσια να τους ξεχωρίζουν. Οι Άγγελοι, (λένε), δε θα ’ξεραν, πολλές φορές, αν περπατάνε ανάμεσα σε ζωντανούς ή πεθαμένους). Ο Επίκουρος - αναμενόμενος και ανεπιτυχής παρηγορητής. Τεμαχιστής του ΕΝΙΑΙΟΥ, όπως όλες οι θρησκευτικές παραδόσεις. Η ζωή όμως κινείται αλλιώς: πάντα στα άκρα σχοινοβατώντας στο μέσον. Έτσι, δηλώνω με εφηβικό πάθος, πως κάνουμε τον θάνατο «Und das Totsein ist mühsam und voller Nachholn…» (Κοπιαστικό ’ναι και το νεκρός νά ’σαι κ’είναι επανόρθωση γεμάτο…), πως ο Θάνατος συνιστά Πράξη και μάλιστα στη θήρα της Ζωής, Πράξη Ποιητική.Δεν ομιλούμε θεωρητικά γι αυτόν, ούτε τον αντιμετωπίζουμε, με μια χρονική μετάθεσή του, ως ένα μελλοντικό γεγονός, όπως ακαλαίσθητα και απωθητικά έπραττε ο Ιβάν Ίλιτς του Τολστόη, για τον οποίον γράφτηκε μια από τις εξοχότερες, κατά τη γνώμη μου, φράσεις της οντολογίας του κοινότοπου, της οντολογίας του υπαρκτικού μικροαστισμού : «прошедшая история жизни ивана ильича была самая простая и обыκновенная и самая ужасная» (Η ιστορία της ζωής του Ιβάν Ίλιτς ήταν η πιο απλή και συνηθισμένη, γι' αυτό και η πιο τρομαχτική). Προσπαθούμε να πεθάνουμε. Το κατορθώνουμε αυτό, δεν παρέχεται ευκόλως και δωρεάν, ακόπως, υπό την έννοια ότι θέλουμε να τεντώσουμε τη Ζωή μέχρι τα έσχατα όριά μας, μέχρι να τεντωθούμε και να «σπάσει»… Καθίσταμαι ο εαυτός μου μόνον εν όψει του θανάτου μου. Ο Θάνατος μάς εντάσσει στον εαυτό μας.

Όπως ακριβώς λέει ο ποιητής των καυτών ροκ βραδιών του ’60 «Τhe nights we tried to die» ή ο, κατά αντανάκλασή του, επιτυχέστατος στιχουργός «and our love become a funeral pyre». Ο Χάιντεγκερ σημειώνει «Im Sein zum Tode verhält sich das Dasein zu ihm selbst als einem ausgezeichneten Seinkönnen» (Μέσα στο Είναι προς τον θάνατο το Dasein σχετίζεται με τον εαυτό του όπως προς μια έξοχη δυνατότητα ύπαρξης). Ο θάνατος αξίζει να προκαλεί το ενδιαφέρον ως μπαγκέτα μαεστρική της Ζωής. Με χαρακτήρα μάλιστα επενέργειας ανα στιγμήν και μόνο. Για να τινάζει αίμα και παλμό η ζωή. Αλλιώς είναι ανούσια κάθε ενασχόληση μαζί του, αν δεν αποφασίσουμε να το πάρουμε απόφαση, πως ιστάμεθα δια παντός ενώπιον του θανάτου, πως ο θάνατος είναι προ-κείμενος, «ein Bevorstand» (ένα προ-κείμενο) κατά Χάιντεγκερ.

Ο Θάνατος λειτουργεί όπως η Αλήθεια. Κρύβεται. Όπως ακριβώς και η ζωή. Η Ποίηση αυτή την κρυπτική διάθεση της ζωής ξεσκεπάζει. Τελούμε υπό τον ορίζοντα της Κρυπτότητας του Κοσμικού φαινομένου. Αρμονία αφανής. Με άλλα λόγια, τα όντα Κρύβονται διότι επιθυμούν την προσωπική εμπειρία και μετοχή τού θεωρούντος αυτά. Ζούμε σ’έναν προσωπικό κόσμο που κρύβεται. Συνεπώς, επιζητείται η ανάδυσή του από την κρυπτότητα και η «ενεργοποίησή» του, η εργαλειακή χρήση του, ώστε να προκύψει μείζων Αυθεντικότης.-

Στάθης Κομνηνός

Δευτέρα, 3 Μαρτίου 2014

To "Νέο Πλανόδιον" - η αναβίωση ενός έγκριτου λογοτεχνικού περιοδικού

Το έλαβα μαζί με μια συνοδευτική επιστολή από τον Γιάννη Πατίλη:

"...βρίσκομαι στην εξαιρετικά ευχάριστη θέση να σου ανακοινώσω την αναβίωση του περιοδικού υπό νέο τίτλο που υπόσχεται και μπορεί να εγγυηθεί όχι μόνον τη συνέχεια αλλά και την ανανέωσή του: Το Νέο Πλανόδιον με το πρώτο τεύχος του είναι πλέον γεγονός...!"

Εκδότης και διευθυντής, όχι πλέον ο Γιάννης Πατίλης, αλλά ο Κώστας Κουτσουρέλης και στη συντακτική ομάδα οι Γιώργος Βαρθαλίτης, Κωνσταντίνος Πουλής, Έλενα Σταγκουράκη και Λεωνίδας Σταματελόπουλος - οι τρεις πρώτοι γνωστοί μας από το παλιό Πλανόδιον και το ιστολόγιό του Ιστορίες Μπονζάι.

Πρόλαβα, ξεφυλλίζοντας, να σταθώ σε δύο άρθρα της Σεσίλ Ιγγλέση-Μαργέλλου, ένα (κόλαφος για τις μεταφράστριες της έκδοσης) για την ανθολόγηση και μετάφραση στα ελληνικά ποιημάτων της Έμιλυ Ντίκινσον που κυκλοφορεί με τίτλο "χωρίς πυξίδα και χάρτη"  και ένα - φυσικά - για την Κική Δημουλά. Στάθηκα επίσης στον πολύ ενδιαφέροντα και αποκαλυπτικότατο "Φάκελο Λογοκλοπή" που υπογράφει ο διευθυντής του περιοδικού από κοινού με τα τρία από τα τέσσερα μέλη της συντακτικής ομάδας. Στάθηκα τέλος - φυσικά - στις κριτικές, τις οποίες βρήκα εξαιρετικά σύντομες και γι' αυτό απογοητευτικές (άσε που δεν συμφωνώ καθόλου για την κριτική του βιβλίου του Γιάννη Στίγκα, το οποίο μου θύμισε πολλά, Ελύτη όμως, όχι). Περιμένω πάντως πώς και πώς να έρθει το τριήμερο της Καθ. Δευτέρας να προλάβω να διαβάσω το περιοδικό και να εμβαθύνω περισσότερο..

Για περισσότερες πληροφορίες, δείτε τους ιστότοπους:
www.neoplanodion.gr - www.facebook.com/neoplanodion

Χριστίνα Λιναρδάκη