Δευτέρα, 17 Φεβρουαρίου 2014

Κριτική της Χριστίνας Λιναρδάκη στη χθεσινή "Αυγή" - "Καυσοκαλύβης" του Αντώνη Ζέρβα

ΜΙΑ "ΕΝΟΧΛΗΤΙΚΗ" ΣΥΛΛΟΓΗ

ΑΝΤΩΝΗΣ ΖΕΡΒΑΣ, "Καυσοκαλύβης", εκδόσεις Νεφέλη, 2013


Πρόκειται πράγματι για μια συλλογή κοφτερή μέχρι το κόκαλο και άκρως αποκαλυπτική μες στην άγρια γύμνια της. Τι είναι αυτό που αποκαλύπτει; Την αλήθεια του σύγχρονου τρόπου ζωής μέσα από μύχιες σκέψεις και συναισθήματα ή τις πάμπολλες μάσκες και δοκιμές της καθημερινότητας, σε ένα ακόρντο ειλικρίνειας όλο ένταση, σε αναλογία με το Tristan chord του Wagner.

Μακριά από το ομιχλώδες τοπίο του συγκαταβατικού, ο «Καυσοκαλύβης» δεν είναι ένα αμιγώς ποιητικό, δοκιμιακό ή αποφθεγματικό βιβλίο. Είναι όλα μαζί και τίποτε από αυτά συγχρόνως. Ο Ζέρβας περιφρονεί τη φόρμα, δυναμιτίζει το γνωστό έδαφος και λοιδορεί τους συναισθηματισμούς, παραδίδει όμως αλήθεια, καυστικότητα και ατόφιο συναίσθημα.

Όχι πως έχει τον αναγνώστη κατά νου, καθόλου. Είναι σαφές ότι επικοινωνεί εν κενώ, σαν να μιλά στον εαυτό του. Ούτε ισχύει πως δεν του έχει μείνει στάλα ζεστασιάς. Είναι που «στην εποχή του θεωρούσαν αισχρό να επαναλαμβάνουν τους κοινούς τόπους για να μένουν στην επικαιρότητα», όπως ο ίδιος ο Ζέρβας έχει δηλώσει, τασσόμενος κατά της διαιώνισης της αυταρέσκειας στον γραπτό λόγο. Είναι που πίστεψε στον William Butler Yeates, ο οποίος το 1936 είχε πει ότι η ποίηση του μέλλοντος θα είναι η περιγραφή του βιώματος και της στιγμής. Είναι, τέλος, που περιφρονεί τον λυρισμό, πράγμα άκρως ειρωνικό, αφού με την ένταση με την οποία επικοινωνεί τους εσωτερικούς του διαλόγους και τις βαθιές του διαπιστώσεις, καταλήγει να πλησιάζει στον ορισμό του λυρισμού περισσότερο από οποιονδήποτε δηλώνει θεράπων του, αποδεικνύοντας ότι η λυρική συνείδηση δεν είναι τελικά παρά ένα αιματώδες ερώτημα πάνω στις ασύμβατη σχέση μεταξύ ατομικού και συλλογικού, απόλυτου και σχετικού.

Ο Ζέρβας πειραματίζεται, καινοτομεί, ξεδιαλέγει, δεν φοβάται: δεν φοβάται να ψάξει, να βγει έξω από τα όρια, να κοιτάξει πίσω από τα φαινόμενα, να αναλύσει τις αναμνήσεις και τις διαπιστώσεις του μέσα από μια απρόσμενη εναλλαγή ενσταντανέ, συναισθημάτων, ενστίκτων, έλξεων και έξεων. Παραδόξως, μέσα σε όλα αυτά συναντάμε τον εαυτό μας ή, πιο καλά, τη νεοελληνική συνιστώσα της ταυτότητάς μας: σαν τον Καυσοκαλύβη, τον ασκητή Μάξιμο του 14ου αιώνα, έτσι κι εμείς εμφανιζόμαστε να καίμε και να ξανακαίμε τις εστίες μας, όχι για να υπηρετήσουμε κάποιο υψηλό ιδεώδες, αλλά από ανικανότητα, επιπολαιότητα και μια ροπή προς την ανοησία.

Η συλλογή είναι προϊόν προσεκτικής σκηνοθεσίας. Παρότι δομείται σε ενότητες, καθετί κληροδοτεί την ηχώ του στα επόμενα και συνυφαίνεται μαζί τους, την ίδια στιγμή που καινούρια θέματα κάνουν θορυβώδη είσοδο και μπλέκονται στον καμβά, συνθέτοντας ένα πικρό ενίοτε, περιπαικτικό άλλοτε, εξαιρετικό πάντως αποτέλεσμα που προβληματίζει. Η επανάληψη των θεμάτων, η επίσκεψή τους ξανά και ξανά, ολοένα εμβαθύνοντας, καθώς και το κοίταγμά τους από διαφορετικές οπτικές γωνίες που όμως πάντα καταλήγουν σε τρεις-τέσσερις κοινούς παρονομαστές (τη μοναχικότητα, το γήρας, την ασίγαστη επιθυμία, τον θάνατο), παράγουν έναν υπόκωφο ρυθμό που σφυροκοπά τον νου και εντυπώνεται εκεί με τον δικό του, μοναδικό τρόπο.

Προτείνω να διαβάσετε τον «Καυσοκαλύβη». Μην αντιδράσετε αμέσως στον ιονισμό, παραδοθείτε του για λίγο. Αφήστε τον να σας ποτίσει. Η λογοτεχνία επιτάσσει έκθεση στον κίνδυνο και η ανάγνωσή της μπορεί να εξελιχθεί σε πεδίο μάχης ανάμεσα σε ό,τι γνωρίζουμε και στο νέο νόημα. Είναι όμως μια μάχη κόντρα στη βιομηχανία έτοιμων αισθημάτων και, γι’ αυτό, εξαιρετικά σημαντική.

Χριστίνα Λιναρδάκη
Εφημ. "Αυγή", ένθετο "Αναγνώσεις", τεύχος 585, 16.2.2014

1 σχόλιο: