Παρασκευή, 21 Φεβρουαρίου 2014

"φλέβα που σπάει" του Γιώργου Μπουρλή και "πλαστική άνοιξη" της Στέργιας Κάββαλου


Ξεκινώ ομολογώντας ότι είναι άδικη η σύγκριση.  Όμως διάβασα αυτές τις δύο συλλογές τη μία μετά την άλλη και ήταν αναπόφευκτη.



Πρώτα διάβασα την "πλαστική άνοιξη" της Στέργιας Κάββαλου. Είναι ένα συμπαθές ποιητικό βιβλίο. Μια ποιήτρια με δυνατότητες. Αλλά δεν ξετρελλάθηκα. Ας κρύβονται πίσω από τους στίχους της σπασμένα παιδικά παιχνίδια, η παιδική ηλικία (ένα θέμα που πάντα με δονεί), καραμέλες, ζαχαρωτά και δόντια χαλασμένα από τη ζάχαρη. Είναι ο τρόπος που κλείνει τα ποιήματά της με μια, μάλλον άστοχη, ερώτηση (βλ. για παράδειγμα το ποίημα «12 εβδομάδων») ή με έναν στίχο που αντιστρατεύεται το προηγούμενο ποίημα χωρίς να το ανατρέπει ωραία («Α7», «πλαστική άνοιξη», «υπέρ υγείας») ή ίσως είναι το γεγονός ότι τα περισσότερα ποιήματά της είναι τόσο μικρά που δεν προλαβαίνουν να αναπτυχθούν όσο θα έπρεπε και φαίνονται ανολοκλήρωτα. Σίγουρα πάντως κάτι φταίει που το αποτέλεσμα δεν είναι αυτό που θα περίμενε κανείς. Φυσικά, η συλλογή περιλαμβάνει και ορισμένα πολύ ωραία ποιήματα («χρόνια πολλά», “it’s a sin”, «ξανά και πάλι», «της μοίρας σου», καθώς και το «ή να μη ζει;», αν δεν τελείωνε όπως τελειώνει, δηλ. με πολύ φτωχό κι αδύναμο τρόπο γι’ αυτό που επιχειρείνα πει), αλλά δυστυχώς δεν αρκούν για να πει κανείς ότι πρόκειται για ένα πραγματικά καλό ποιητικό βιβλίο.

Και μετά από αυτό, άνοιξα το «φλέβα που σπάει» του Γιώργου Μπουρλή. Και χωρίς να έχω ούτε καν φτάσει στη μέση αναφώνησα: «Επιτέλους!» και ρούφηξα το υπόλοιπο χωρίς δεύτερη σκέψη. Γιατί πράγματι πρόκειται για ποίηση καλή, απόλυτα ανθρώπινη, που – επιτέλους – νιώθω ότι με αφορά. Είναι ποίηση γραμμένη από έναν άνδρα με πολύ υψηλό EQ, ο οποίος γνωρίζει πολλά για την ανθρώπινη κατάσταση, για τον μέσα του κόσμο, για την αρσενική ψυχή και την ψυχή γενικά. Και όλα αυτά που γνωρίζει μας τα φανερώνει με μεγάλη δύναμη και δυναμική, με τόλμη, αποφασιστικότητα, πάθος και...ναι, λοιπόν, μπράβο! Όχι δεν με έχουν ματιάσει, εγώ είμαι που τα λέω όλα αυτά, εγώ που έγραψα και την πιο πάνω παράγραφο. Εξαιρετικά είναι τα ποιήματα για και προς την κόρη του («Γυναίκα πια», «Νανουρίζοντας την κόρη μου»), συγκλονιστικά τα ερωτικά του (ιδίως το «Γέννα είναι... γέννα», “Le vent nous portera”, «Κάποιοι πολύ τυχεροί») και, ακόμη και αν υπάρχουν μερικά όχι τόσο καλά ποιήματα μέσα σε όλα, δεν είναι τόσο «ηχηρά» ώστε να αλλοιώσουν τη συνολική εντύπωση που αφήνει το βιβλίο, η οποία είναι πως πρόκειται για πολύ καλή ποίηση (ψιθυρίζω, ευλαβικά σχεδόν, έναν στίχο του: «να είσαι λάμπα πυρακτωμένη και να ζητάς να σ΄ αγγίξουν»)!

Χριστίνα Λιναρδάκη

Παραθέτω λίγα ποιήματα και από τις δύο συλλογές:



της Στέργιας Κάββαλου

ξανά και πάλι

φιλιά πεσμένα στο πάτωμα.

με χλωρίνη καθάρισα,
τις γλώσσες προσπέρασα.

σε καυτές μασέλες γλιστρίζω.

και με καταπίνουν τα παρελθόντα,
και με θάβει το σπίτι.
και μου τα έλεγε η μαμά,
να μαζεύω τα παιχνίδια μου από κάτω,
μη σκοτωθώ.


της μοίρας σου


τρύπησαν τα σκουπίδια στο σαλόνι,
σημάδι το πήρα κι άρχισα

να πίνω το ληγμένο γάλα
να μασουλάω τα τσόφλια,
να αλείφομαι τηγανισμένο λάδι.
βρήκα και κάτι μικρά ρούχα,
τα φόρεσα κι αυτά
κι έγινα από βάτραχος πριγκίπισσα.

όταν ήρθε το σκουπιδιάρικο,
μάζεψε την άδεια σακούλα.
καθόλου δεν με αναγνώρισε.



του Γιώργου Μπουρλή

Κάποιοι πολύ τυχεροί

Μπήκα σ’αυτόν τον έρωτα
μ’ ένα μπουκάλι κρασί στο χέρι
και τα μαλλιά γεμάτα αγριόχορτα.
Ένας άσχημος κι ασήμαντος ποιητής. Μα ποιητής.
Αυτή; Η πιο όμορφη ιστορία του κόσμου.
Με θυμάμαι να της πλέκω με
τις λέξεις μου σκεπάσματα. Και κρυφά, την ώρα που
κοιμόταν, ν’ αγγίζω φοβισμένος τα χείλια,
τις φλέβες στο λαιμό της, τις ρώγες της,
και να μετρώ τα κόκκαλα στα
πλευρά της να δω αν είναι άνθρωπος.
Ήταν ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ.
Κι ήταν οι πιο μυρωδάτες οι μέρες και οι ώρες κι όλα τα
δευτερόλεπτα τότε. Ένας πλανήτης
χωρίς καμιά ισορροπία.
Θυμάμαι την πόλη να βάζει τα
ξυπνητήρια της πρωί πρωί να μας
χορτάσει. Εμείς τ’ ακούγαμε και γελούσαμε.
Οι δρόμοι αγριεμένοι από τη ζήλεια
κι ο χειμώνας έκανε πως κορόιδευε,
η νύχτα έλιωνε μόνη τ’ αστέρια της,
καθώς μανάδες ξεχνούσαν τα
παιδιά τους στα σούπερ μάρκετ.
Εγώ; Οξειδωμένο μέταλλο
κι ένα ξεθωριασμένο κομμάτι ρούχο,
έτσι τσακισμένος.
Πληγή καλυμμένη με μια βρώμικη γάζα,
έτσι δοσμένος.
Μπήκα σ’ αυτόν τον έρωτα
με την πιο μεγάλη μου ανάσα. Και δεν βγήκα.
Ένας άσχημος κι ασήμαντος ποιητής. Μα ποιητής.

2 σχόλια:

  1. ποια είσαι? έχεις καταλάβει καθόλου τι σημαίνει καλή ποίηση ή μπα?

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αγαπητέ μου, εγώ τουλάχιστον γράφω επώνυμα, οπότε ξέρω σίγουρα ποια είμαι. Το τι σημαίνει δε καλή ποίηση για μένα, επίσης ξέρω. Καμία άλλη απορία; Στη διάθεσή σας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή