Παρασκευή, 17 Ιανουαρίου 2014

Έμπνευση, δίκοπο μαχαίρι

Λίγες ημέρες πριν ξεκινήσω το ταξίδι μου για να επιστρέψω στη Νορβηγία, αποφάσισα να διαβάσω μία ακόμα φορά τη "Μεταμόρφωση" του Franz Kafka.

Δεν ξέρω αν ήταν κάποια ενδόμυχη ανησυχία, παιδί της επικείμενης αλλαγής χώρας ή κάποια καθυστερημένη αντίδραση της ποιητικής μας βραδιάς, όπου η απάντηση ήταν στην ουσία ένα ερώτημα.

Ίσως ήταν αυτή η ρηχή, ακύμαντη καθημερινότητα της Αθήνας, που με χτύπησε όπως ο ξαφνικός αέρας μετά από ενάμιση χρόνο μακριά. Από τη μία η ακινησία, το άρρωστο λάδι της θάλασσας, και από κάτω αμαξοστοιχίες ολόκληρες το μίσος να διασχίζει σχίζοντας τις διαλυμένες μας ράγες.  

Ό,τι και να ήταν, εμένα με ώθησε να διαβάσω ξανά τη Μεταμόρφωση, αναμφίβολα ένα από τα πιο επιθετικά βιβλία που έχουν πέσει στα χέρια μου, ενώ ταυτόχρονα τόσο ανθρώπινο που, από τη μια στιγμή στην άλλη, σου περνάει αυτήν την καρμική ένωση μεταξύ του θύματος και του θύτη, μια εις αεί ταύτιση που, αν την αποδεχόμασταν τόσο φυσικά όσο την περιγράφει ο Kafka, θα γινόμασταν καλύτεροι άνθρωποι σε ένα και μόνο απόγευμα.

Το εντυπωσιακό από αυτή την ανάγνωση, και που θα ήθελα να μοιραστώ, ήταν το αποτέλεσμα. Εκεί που ξεφύλλιζα τις τελευταίες σελίδες, στα πεταχτά λίγο το ομολογώ, μου ήρθε η έμπνευση για μια ποιητική συλλογή. 

Βέβαια, θα μου πείτε, δεν είναι δα και μεγάλο γεγονός κάτι τέτοιο. Και μάλλον έχετε δίκιο. Για μένα, όμως, που σπάνια εμπνέομαι από πεζογραφία (κυρίως μου λειτουργεί ως πυρήνας ιδεών), ήταν μια έκπληξη. Διότι δεν μου έδωσε απλώς μια ιδέα, αλλά μου έδειξε την αρχή, τη μέση και το τέλος της μελλοντικής αυτής συλλογής. 

Μου αποκάλυψε τον τίτλο και το στυλ που πρέπει να γραφτεί, τους ήρωες, τις σκηνές και σε γενικές γραμμές τι ακριβώς πρέπει να επιτευχθεί. 

Όταν κάτι έρχεται τόσο τετελεσμένο (σπάνιο γεγονός είναι αλήθεια), τόσο ολοκληρωμένο στο μυαλό κάποιου που γράφει, το ακολουθεί χλιμιντρίζοντας και ένας τρόμος. Ο τρόμος που προέρχεται από την κατάκτηση μιας νίκης δίχως μάχη. 

Δεν θα ήταν υπερβολικό να πω ότι η έμπνευση, όταν τυγχάνει με αυτόν τον τρόπο, είναι ένα δίκοπο μαχαίρι. Ο ποιητής καλείται να παλέψει, να ιδρώσει πάνω από τη μορφή ενός ποιήματος, να το διαμελίσει και να το ανασυνθέσει, να το ξεκλειδώσει.

Όταν αυτό του προσφέρεται τόσο άμεσα, τόσο αναίμακτα, ο αέρας μυρίζει προδοσία. Και η ποίηση σπάνια συμπεριφέρεται σαν τη μητέρα μας.

Από εκεί και ύστερα, εξαρτάται κατά πόσο ο ποιητής θέλει να αναμετρηθεί και να τιθασεύσει αυτή την «θεία» έμπνευση. Πόσα είναι διατεθειμένος να θυσιάσει για να τη φέρει στα μέτρα του και να εξυπηρετήσει τους δικούς του σκοπούς, το δικό του ποιητικό σύμπαν και ιδέες.

Τότε, ξεκινά μια διαδικασία αποδόμησης που στόχο έχει να φτάσει στο βάθος της πνευματικής αυτής τύχης και να αγγίξει τον πυρήνα της, δίχως να τον χαλάσει.

Οι ποιητές συνήθως φοβούνται να αγγίξουν κάτι έτοιμο από φόβο μήπως το μεταλλάξουν. Έτσι, πολλές φορές, η έμπνευση μένει άγνωστη και στον ίδιο τον ποιητή που τη συνέλαβε, ο οποίος τη μεταφέρει απλά στο χαρτί σαν φερέφωνο. Και αυτό δεν κρύβεται, όσο καλός τεχνίτης και να είναι κάποιος.

Δίκοπο μαχαίρι, λοιπόν, φαίνεται σε μένα κάτι τέτοιο. Και χαραγμένος πάνω σ' αυτό το μαχαίρι, ο ανεξερεύνητος χάρτης του ποιήματος.

Ηλίας Θ. Παππάς


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου