Τετάρτη, 29 Ιανουαρίου 2014

Το βλέμμα του ποιητή

Η θέση του αναγνώστη, του αποδέκτη του λογοτεχνικού μηνύματος ενείχε πάντα μια περίεργη ιδιορρυθμία, μια ιδιότυπη αλληλουχία συναισθημάτων. Αυτό που περιπλέκει τα πράγματα είναι το γεγονός ότι πρόκειται για μια αμφίδρομη σχέση, μια κατά κάποιο τρόπο δυναμική ισορροπία μεταξύ αυτού και του δημιουργού του έργου.

Το σημερινό post μου έχει σκοπό να θέσει ένα ερώτημα, να εκφράσει ένα παράδοξο, την απάντηση δεν την έχω εντοπίσει ακόμα. Το από πού αντλεί την έμπνευσή του ένας ποιητής είναι ένα ερώτημα που έχει τεθεί πολλές φορές και αποτελεί πλέον κοινό τόπο. Αυτό που είναι ίσως πιο δύσκολο να οριοθετηθεί, είναι το σημείο αφετηρίας της προσωπικής αναζήτησης του ποιητή: για να μπορέσει να εκφράσει και τελικά να επικοινωνήσει το στίγμα του στον αναγνώστη-παραλήπτη, θα πρέπει να στρέψει το βλέμμα του πρωτίστως στο δικό του, ατομικό σύμπαν. Σε ποιο σημείο όμως γίνεται αυτή η ένωση ανάμεσα στο προσωπικό σύμπαν του ποιητή και στην ατομική και απόλυτα ξεχωριστή πραγματικότητα του αναγνώστη; Τί συμβαίνει όταν διαβάζουμε ένα κείμενο για να διαπιστώσουμε ότι ακουμπάει τις πιο μύχιες σκέψεις μας;

Ο δημιουργός θα κληθεί να παρατηρήσει και να εξημερώσει τα προσωπικά του φαντάσματα, να βρει μ’αυτό τον τρόπο τη σύνδεση με το κοινό. Ο ποιητής κοιτάζει μέσα του χωρίς φόβο ώστε να στήσει το τοπίο εκείνο που στοιχειοθετεί την πραγματικότητα, τη δική του, αλλά και των άλλων. Η έμπνευση είναι αυτός ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στις δυο άκρες, αυτό που τελικά καθιστά την επικοινωνία του ποιητικού μηνύματος εφικτή: το έργο λειτουργεί, ο αναγνώστης διαβάζοντας τις σκέψεις του άλλου βλέπει τα δικά του προσωπικά συναισθήματα.

Υποθέτω ότι το βλέμμα του ποιητή ακολουθεί μια πορεία από μέσα προς τα έξω: για να μπορέσει ο αναγνώστης να αναγνωρίσει τον εαυτό του στα γραφόμενα ενός άλλου, χρειάζεται να τον δει να εκτίθεται και να εκθέτει αγωνίες και προσωπικούς φόβους, όρια και σημεία αναφοράς. Το στοιχείο που κάνει την ποίηση  οικουμενική υπόθεση είναι ίσως αυτό, το ότι όταν ο ποιητής στρέφει το βλέμμα μέσα του, το κοινό είναι έτοιμο να ακολουθήσει την ίδια πορεία. Είναι ένα παιχνίδι με καθρέφτες, ο ποιητής και ο αναγνώστης  κοιτάζουν στην ίδια κατεύθυνση και ακολουθούν ανάλογη πορεία, ακουμπώντας στις ίδιες λέξεις και σε ανάλογα συναισθήματα. Όταν οι λέξεις γίνουν κοινή περιουσία, τότε είναι η στιγμή που αυτό το άυλο πράγμα που αποκαλούμε έμπνευση ξεδιπλώνεται για να κλειδώσει τον δημιουργό και τον αναγνώστη σε μια σχέση αλληλεξάρτησης.

Δεν πρόκειται πάντα για μια εύκολη πορεία. Ο Νίκος Καββαδίας γράφει στη Βάρδια:

«Φτάνει... Άνοιξε τα μάτια σου. Όσο τα κλείνεις, βλέπεις μέσα σου και δεν κάνει.»[1]


Κρις Λιβανίου




[1] Νίκος Καββαδίας, Βάρδια, εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 1989, σελ. 116.

Κυριακή, 26 Ιανουαρίου 2014

Στο τρένο της ζωής, "ποίηση" της καθημερινότητας

(διαβάσαμε... στο editorial του περιοδικού λόγου και τέχνης Νέα Σκέψη που κυκλοφορεί)

Ταξιδεύουμε στο τρένο της ζωής, συντροφιά με κοπάδια ονείρων. Συνάνθρωποι, φίλοι, γνωστοί, συναγωνιστές και ανταγωνιστές.

Έχουμε αφήσει πίσω μας την οικογενειακή θαλπωρή, την αθωότητα των παιδικών κι εφηβικών φιλικών προσεγγίσεων. Τα μεγάφωνα αναγγέλουν: "Επόμενη στάση "Χτυποκάρδια". Για τη δική σας ασφάλεια όλα τα συμβάντα της διαδρομής καταγράφονται". Ανοιξιάτικα ερωτικά τιτιβίσματα.

Η ταχύτητα βελτιώνεται. Ενώ προχωρούμε στην περιοχή του πρώτου σταθμού ωρίμανσης. "Εκπαίδευση στον ανταγωνισμό".

Προσωπικοί στόχοι πνευματικής ανάπτυξης με παρορμητική επιθετικότητα και επαγγελματική αναγνώριση.

Σταδιακά, μπαίνουμε στο τούνελ κοινωνικής ένταξης και παραγωγικής διαδικασίας.

Στην άκρη του σκοταδιού, ημίφως. Διάφορες έννοιες, ψευδαισθήσεις και πολιτική εξαπάτηση, συνεισφέρουν καθορίζοντας την αφθονία ή την έλλειψη στην ποιότητα των σκέψεων, προσπαθώντας να κατευθύνουν την πνευματική εξέλιξη.

Αναγκαστικές αλλαγές στις αρχικές τοποθετήσεις. [..] Σκέπτομαι: κάποιος μου ληστεύει τη ζωή μου, ενώ την προσφέρω.

Καθημερινές εναλλαγές στο τοπίο, συνεχής εγρήγορση.

Τα μεγάφωνα ακούγονται τώρα να αναγγέλλουν: "Επόμενος σταθμός ωρίμανσης 'επιβίωση'". Εδώ η ελπίδα αναγκαστικά γίνεται δυνατότερη από το φόβο.

Τα μεγάφωνα ανακοινώνουν: "Ακολουθεί ο τερματικός σταθμός ΙΘΑΚΗ. Οι επιβάτες να προετοιμάζονται για την αποβίβαση. Πέρας ηθελημένης ή αναγκαστικής μετάβασης ή επιστροφής".

Και συνεχίζουν... "Οι επιβάτες παρακαλούνται κατά την αποβίβαση να έχουν εγκαταλείψει όλα τα προσωπικά τους αντικείμενα προς χρήση των επιβατών της επόμενης διαδρομής". Όμως, κάθε μετάβαση απαιτεί κάποια προσπάθεια ιδίαιτερη και μια σκέψη από παλιά εξακολουθεί να φωσφορίζει.

Καλότυχοι όσοι, ανάμεσα σε δύο σταθμούς οίδαν, μέσ' απ' του χρόνου τα τζάμια τα θολά, ολοένα να ζυγώνει εκείνη η στιγμή για την επίτευξη ενός ερωτικού ιδανικού.

Κι αν, κάποτε, στην εκκωφαντική σιωπή "κάποιας μοιραίας στιγμής", γνώρισαν, έστω και για λίγο, εκείνο το ουράνιο τόξο, μιας αγάπης αμόλυντης από λέξεις...

Τότε, ίσως και χωρίς μνήμη, να υπάρχει χρόνος για μια καλύτερη μέρα πέρα απ' την άκρη αυτού του ονείρου.

Κώστας Στεφανόπουλος

Παρασκευή, 24 Ιανουαρίου 2014

"Τεχνικές αποτροπής" - στην ποίηση και στους μετανάστες

Ένας από τους πυρήνες της παρουσίασης που έκανε το στίγμαΛόγου αφορούσε και στην ιλιγγιώδη πλέον ελευθερία έκφρασης που έχουν οι ποιητές μέσω των κοινωνικών δικτύων, όπως φυσικά και με την αλόγιστη έκδοση ποιητικών συλλογών δίχως κανένα ποιοτικό -αλλά μόνο οικονομικό- κριτήριο.

Σημάδι των καιρών, σίγουρα, αυτή η πολυφωνία του κενού, όπου χιλιάδες φωνές ωρύονται για το ίδιο ακριβώς θέμα, με απώτερο σκοπό να εισακουστούν, έστω σαν ηχώ, μέσα στο αχανές εκδοτικό διαδίκτυο.

Βέβαια, περισσότερες δυνατότητες έκφρασης σημαίνουν ταυτόχρονα και μεγαλύτερη ελευθερία έκφρασης, κάτι που αναμφισβήτητα είναι θεμιτό. Η άλλη πλευρά του νομίσματος, όμως, σπάνια αναλύεται και επισημαίνεται, το γεγονός δηλαδή ότι αυτή η συγκέντρωση έκφρασης μπορεί να μεταφραστεί και σαν τροχοπέδη όσον αφορά στη δημιουργία.

Αν, π.χ., οι εποχές ήταν άλλες, και για να εκδώσεις ένα βιβλίο θα έπρεπε να παρουσιάσεις κάποια ποιότητα στο έργο σου, η προσπάθεια να την πετύχεις θα ήταν πολλαπλάσια από αυτή που κάνεις σήμερα, ω αγαπητέ ποιητή και πολίτη.

Εντούτοις, το θέμα που θέλω να θίξω δεν σταματάει απλώς και μόνο στη λογοτεχνία. Η μαγεία των κοινωνικών δικτύων, που επαναλαμβάνω είναι σχεδόν ασυναγώνιστη, κρύβει και άλλες σκοτεινές πλευρές, που αφορούν στον πυρήνα της ιδιότητάς ως πολίτες.

Π.χ., είναι πολύ εύκολο να κάνεις επανάσταση γράφοντας την άποψή σου στο Facebook και να αισθανθείς ότι έχεις κάνει πλέον το χρέος σου.

Ή να πιστέψουμε τις θεωρίες συνωμοσίας, ότι τα κοινωνικά δίκτυα αποτελούν τον τέλειο τρόπο αποσιώπησης και ελέγχου του πολίτη; Ή απλά να κοιτάξουμε περισσότερο στα θετικά τους, τη δυνατότητα δηλαδή που προσφέρουν να φέρουν τους ανθρώπους πιο κοντά, με πιο... εύκολο τρόπο;

Δύο πλευρές, όπως είπα, ίδιο νόμισμα. Και στη μέση η πληροφορία, αυτή η χίμαιρα.

Διαβάζοντας σήμερα μερικά άρθρα για τους πνιγμούς στο Φαρμακονήσι, είδα και τις δύο πλευρές αυτού του νομίσματος.

Από τη μία οι κατηγορίες προς το λιμενικό σώμα στα κοινωνικά δίκτυα, τα αναμενόμενα επίσης ρατσιστικά σχόλια των υπανθρώπων και, από την άλλη, η διάψευση του λιμενικού σώματος για τυχόν σφάλμα του και, φυσικά, η αναμενόμενη υποστήριξη από παράσιτα όπως ο κος Βαρβιτσιώτης.

Οι πληροφορίες, όμως, για όποιον θέλει να ψάξει, είναι εκεί. Διότι είναι γνωστό ότι η Ελλάδα χρησιμοποιεί πλέον “τεχνικές αποτροπής” για να… αποτρέψει τους μετανάστες από το να κάνουν σουλάτσο στη χώρα μας.

Πρώτα, βέβαια, τα πολιτικά παράσιτά μας είχαν συνθηκολογήσει τα μετά Βαΐων καλωσορίσματα χιλιάδων μεταναστών, και τώρα χρησιμοποιούν ό,τι τους έχει απομείνει για να τους κρατήσουν έξω.

“Τεχνικές αποτροπής”. Το είχε δηλώσει και ο επαίσχυντος Σαμαράς (δεν του πρέπει το “κύριος”).

Το αποτέλεσμα είναι μια είδηση που σοκάρει και που τα κοινωνικά δίκτυα την μετατρέπουν σε μια ποπ-κορν είδηση και την ξεφορτώνονται γρήγορα με ένα “αστείο” ποστ. Εμείς κάνουμε την επανάστασή μας και προχωρούμε, μασώντας σα γαριδάκια τους δώδεκα νεκρούς.

Όπως και στην ποίηση. Τη διαβάζουμε και προχωρούμε μέχρι το επόμενο ποστ, την επόμενη... ποίηση. Ικανοποιημένοι τη ξεχνάμε αμέσως ή τη βρίσκουμε ύστερα πάλι, ωραιοποιημένη σε κάποιο κάκιστο βιβλίο.

Δώδεκα νεκροί. Δύο πλευρές το νόμισμα. Κι εμείς σερνόμαστε από τη μία πλευρά στην άλλη, λες και δεν μπορούμε απλά να εξαργυρώσουμε λίγη από την ανεκτίμητη αλήθεια, του τι είναι άξιο δηλαδή να είναι αλήθεια και τι όχι.

Ηλίας Θ. Παππάς
Έβγαλα κι ένα βιβλίο










Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2014

"Ένυδρα οροπέδια" της Κωνσταντίνας Κυριαζή

Η ποιητική συλλογή της Κωνσταντίνας Κυριαζή Ένυδρα Οροπέδια εκδόθηκε το 2011 και αποτελείται από 19 ποιήματα. Ο πρώτος λόγος που με κάνει να μιλήσω γι' αυτήν είναι η ευελιξία της γραφής της. Ενώ κινείται σε μια θεματολογία κατά βάση υπαρξιακή, δεν πνίγεται μέσα σ’αυτήν, αλλά αντίθετα καταφέρνει να της αφαιρέσει το εκ φύσεως βάρος της για να τη φέρει κοντά στον αναγνώστη, σε απόσταση αγγίγματος.

Ο θάνατος και η θάλασσα, η απώλεια και η αναζήτηση, η μνήμη και η ανάμνηση, καθώς και το αιώνιο σύμπλεγμα «έρωτας–φόβος–θάνατος» είναι οι πόλοι έλξης της, τα πεδία που επιχειρεί να εξερευνήσει και να ψηλαφίσει με απαλό και φρέσκο άγγιγμα. Είναι γεγονός ότι η θεματολογία της κινείται σε πεπατημένους δρόμους και δεν πρωτοτυπεί, θα περίμενε κανείς η φρέσκια ματιά να διακρίνει και καινούρια σημεία, δεν συμβαίνει όμως κάτι τέτοιο και μας μένει μια αίσθηση ειδωμένου. Από την άλλη μεριά, είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι η θάλασσα μπορεί να είναι ταυτόχρονα πηγή λύτρωσης και αγωνίας σε μια διαρκή εναλλαγή εικόνων. Και ενώ κάποιες από αυτές αποτελούν συνδυασμούς που δεν ξαφνιάζουν, κάποιες άλλες πετυχαίνουν αυτήν ακριβώς την ισορροπία, μεταξύ γνωστού θέματος και καινούριας οπτικής. Ωστόσο,  πρέπει να αναφερθεί ότι υπάρχουν σημεία στα οποία μοιάζει να υιοθετεί το ύφος του Ελύτη.

Αυτό που είναι κυρίως ενδιαφέρον στη συλλογή είναι ο χειρισμός του λόγου: η ποιήτρια προσπαθεί να διακρίνει τα όρια της σκέψης της, αλλά και τα όρια του ίδιου της του κειμένου. Όμως αυτό που μετράει τελικά, αυτό που είναι το πλέον αποτελεσματικό εργαλείο είναι η αμεσότητα μιας ποιητικής γραφής που τελικά δεν έχει ανάγκη από περίπλοκες και βαρύγδουπες εκφράσεις για να αποδώσει τα νοήματα.

Η Κωνσταντίνα Κυριαζή πετυχαίνει αυτή την τόσο εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στην προσωπική γραφή και στην ευρεία θεματολογία, η σύνδεση είναι άμεση και έτσι ο στίχος γίνεται κτήμα του αναγνώστη, τουλάχιστον μέχρι τον βαθμό που τον αφορά προσωπικά. Σε αντίθεση με την πρόζα, που διαθέτει χρόνο και έκταση, η ποίηση πρέπει να αντιμετωπίσει την πρόκληση της ακρίβειας και της συμπύκνωσης: στα Ένυδρα Οροπέδια τα ποιήματα είναι σύντομα και η κάθε λέξη βρίσκεται στην θέση της. Ο αναγνώστης ακολουθεί το βλέμμα της ποιήτριας και καταλήγει όχι μόνο να ιχνηλατεί τις σκέψεις της, αλλά κυρίως να ψηλαφεί τις δικές του.

Κρις Λιβανίου


Ακολουθούν δύο  αντιπροσωπευτικά ποιήματα από τη συλλογή:



ΜΟΝΟ ΕΤΣΙ ΜΠΟΡΩ

Για το σταυρουδάκι στην τσέπη
και τις φρέζες στο λαιμό
γι' αυτό...

Σ’αγαπώ σιωπηλά με παύσεις μακρές
Σ’αγαπώ βαθιά με τις θάλασσες στα μάτια
Σ’αγαπώ ήρεμα με τις λίμνες καθρέφτες
Γιατί αυτό μόνο μπορώ

Να Σ’αγαπώ ήσυχα, με τον χρόνο βουβό



ΠΟΤΕ...

Αιχμάλωτη στο πένθος,
με τ’ οξυγόνο στους κροτάφους να σώνεται
λυγίζω

Φράζουν οι τροχοί την ανατολή, μα ο ζαλισμένος ήλιος
ιστιοδρομεί ξανά τη μέρα

Σε ραγισμένο νερό, ανοίγεται το φως μεθυσμένο
και ο πόνος άπλοος,
με Λευκό τριαντάφυλλο που πληγιάζει τα κύματα
και με θάλασσες που βαθαίνουν κατάσαρκα στο αίμα

Στον Θάνατο, ποτέ ξανά δε θα σ’αφήσω



Κυριακή, 19 Ιανουαρίου 2014

"Οι αρνήσεις μιας ημέρας" του Ηλία Παππά

Το πρώτο ενδιαφέρον σημείο στην καινούρια συλλογή του (δικού μας, εδώ) Ηλία Θ. Παππά Οι αρνήσεις μιας Ημέρας είναι η δομή τους: εικοσιτέσσερα ποιήματα, ένα για κάθε ώρα της ημέρας. Ο αντικειμενικός ρυθμός λοιπόν του ανά μία ώρα ποιήματος έρχεται να συναντήσει τον εσωτερικό ρυθμό των ποιημάτων, την αυθύπαρκτη παρουσία τους στον χώρο και τον χρόνο για να συγχρονιστούν τελικά σε ένα αρμονικό αποτέλεσμα.

Είναι μια ποιητική συλλογή της αγωνίας και του λαβυρίνθου, του εσωτερικού και εξωτερικού χάους, κάποιες φορές σαν ένας εφιάλτης που, ξυπνώντας, ανακαλύπτει κανείς ότι συνεχίζεται και στην εκτός μυαλού πραγματικότητα. Και υπάρχει το εξής παράδοξο: ενώ ο ποιητής διαπιστώνει την πλήρη ανατροπή των δεδομένων του, ακουμπάει πάνω τους ένα διαυγές βλέμμα συνειδητοποίησης, σχεδόν αποστασιοποίησης. Η έννοια του λαβυρίνθου εμφανίζεται σαν μια θεματική που επανέρχεται σε όλη την έκταση της συλλογής, όχι σαν ρεφρέν, αλλά σαν κάτι που εξελίσσεται και ξεδιπλώνεται για να γίνει στο τέλος ένα lightmotiv και μια συνθήκη προσέγγισης: «Ανοίγω την πόρτα χωρίς να ξέρω ποιος είναι ο δρόμος / και ποιος ο λαβύρινθος.»[1], «Μπλέχτηκαν οι λεωφόροι και τα σοκάκια / η νύχτα με τη μέρα»[2], «Άξαφνα τα ανάποδα έχουν γίνει κανονικά / και τα εμμέσως πλην σαφώς δεν βγάζουν νόημα.»[3]

Η προσπάθεια που γίνεται να εξημερωθεί το χάος του χώρου, αλλά και του χρόνου, καταλήγει σε μια έκρηξη αγωνίας που πάει πιο μακριά από την συνήθη αβεβαιότητα. Αυτό που ωστόσο παραμένει είναι η διαύγεια της προσέγγισης του ποιητή: σαν να είναι θεατής της ίδιας του της πραγματικότητας. Το εγώ βρίσκεται στο φόντο, η πρώτη εικόνα είναι μια ποίηση ελάχιστα προσωποκεντρική, σαν να αποβλέπει σε μια οικουμενική διάσταση. Στην συνέχεια όμως και καθώς η μέρα κυλάει και πλησιάζουν τα μεσάνυχτα των προσωπικών δαιμόνων και των φαντασμάτων, το εγώ επανέρχεται στο προσκήνιο, επιχειρεί να γίνει άξονας, να αποτελέσει αυτή τη σταθερά που λείπει για να έχει αυτό το προσωπικό σύμπαν νόημα.

Ο έρωτας δεν υπάρχει ούτε ως υποψία. Δεν είναι προσδοκία, δεν είναι όνειρο, δεν μπαίνει καν στην εξίσωση. Η συναισθηματική φόρτιση προέρχεται από το άγχος της ατομικότητας, την απώλεια σταθερών σε ατομικό επίπεδο: ο άνθρωπος στα ποιήματα αυτά είναι μόνος. Δεν είναι σύνηθες να συναντά κανείς στην ποίηση προσωπική αναζήτηση που να μην εμπεριέχει τον Άλλο είτε ως πραγματικότητα άρρηκτα δεμένη με τον εαυτό, είτε έστω ως υπόθεση, ως μελλοντική συνθήκη. Το αποτέλεσμα είναι μια πρωτόγνωρη γύμνια, ένας άδειος χώρος, ούτε καν κενό αλλά κάτι ακόμα ριζικότερο: μια απουσία σαν διαμελισμός. Ό,τι συμπέρασμα και να προκύπτει από αυτή την αλληλουχία, αρχίζει και τελειώνει στον άνθρωπο, οι απαντήσεις, αν μπορούν να εκληφθούν ως τέτοιες, μπορούν να βρεθούν μόνο στο περίγραμμα του ατόμου: «Μα δεν αρκεί να σφραγίσεις τα αδιέξοδα / για να βγεις από τον λαβύρινθο.»



Κρις Λιβανίου



[1] Ηλίας Παππάς, Οι αρνήσεις μιας Ημέρας, εκδόσεις Στοχαστής, Αθήνα, 2013, σελ. 9.
[2] op.cit. σελ. 10.
[3] op.cit. σελ. 12.


Ακολουθούν τρία ποιήματα από τη συλλογή:

09:00

(άγουρο ξύπνημα, άνευ ονείρου)

Όσο στέκομαι και την κοιτάζω δεν θα βγάλει άχνα
η παλιά, μισοτελειωμένη ζωγραφιά.

Οι σκόρπιες μολυβιές, οι πολύχρωμες μουντζούρες
δε χαρίζουν εικόνα - μόνο πάνω, ψηλά
κάτι σαν ουρανός απλώνεται
την ώρα που κάτω, χαμηλά, κάτι σαν άνθρωπος ή σκύλος
πάει να ξεκινήσει.

Απ'τον ορίζοντα - αν είναι - αχτίδες ή βέλη ρέουν
στην ανοικτή παλάμη της γης
και γύρω τριγύρω στο σπίτι - αν είναι - 
χορεύει ο φαφούτης φράχτης μες στα αγριόχορτα.

Ανοίγω την πόρτα χωρίς να ξέρω ποιος είναι ο δρόμος
και ποιος ο λαβύρινθος.


17:00

(κομπολόι κόμπλεξ, στο βάθος σύνορα)

Χρόνια πολλά μετά μ' άγνωστα δέντρα θα καπνίζουμε
και μ' άρρωστο αέρα θα συζητάμε,
σε ξένη συντροφιά
στα καλντερίμια και στα σταυροδρόμια.

Με καινούριες πραμάτειες και δώρα
άλλοτε γονυπετείς
άλλοτε 'μοβόροι
δεξιά κι αριστερά θα μοιράζουμε ό,τι μας ξέμεινε
απ' την πατρίδα

(ας πούμε ελλάδα την ελλάδα).

Τα βράδια γύρω απ' τις φωτιές του γέλιου
θα δίνουμε άφεση σε όσους πλανεύτηκαν
από το καμπουρόσωμά της
ή το σκαμμένο πρόσωπο της ακμής,
αλλά και σε όσους την κυνήγησαν σαν μια τρέλα εφηβική,
μια επιπόλαιη αλήθεια
που φούσκωσε λαίμαργα το πάθος κι ύστερα, τάχα
ξεμπρόστιασε η εμμονή.


19:00

(επιφοίτηση, τηλεγραφείο εκτός τόπου και χρόνου)

Ίσα που προλαβαίνω να ειδοποιήσω το παρελθόν:

"ΟΛΑ ΠΗΓΑΝ ΣΤΡΑΒΑ. ΣΤΟΠ.
ΣΟΣ ΣΟΣ ΣΤΟΠ.
ΜΗΝ ΕΡΘΕΙΣ ΠΡΟΣ ΤΑ ΕΔΩ. ΣΤΟΠ.
ΚΟΦΤΕΡΑ ΒΡΑΧΙΑ. ΣΤΟΠ.
ΑΦΑΝΗ. ΣΤΟΠ.
ΑΙΧΜΗΡΑ ΝΕΡΑ. ΣΤΟΠ.
ΚΕΝΟ. ΠΟΛΥ ΚΕΝΟ. ΣΤΟΠ.
ΓΕΙΤΟΝΕΣ ΤΟΥ ΚΕΝΟΥ".

Στοπ.


Παρασκευή, 17 Ιανουαρίου 2014

Έμπνευση, δίκοπο μαχαίρι

Λίγες ημέρες πριν ξεκινήσω το ταξίδι μου για να επιστρέψω στη Νορβηγία, αποφάσισα να διαβάσω μία ακόμα φορά τη "Μεταμόρφωση" του Franz Kafka.

Δεν ξέρω αν ήταν κάποια ενδόμυχη ανησυχία, παιδί της επικείμενης αλλαγής χώρας ή κάποια καθυστερημένη αντίδραση της ποιητικής μας βραδιάς, όπου η απάντηση ήταν στην ουσία ένα ερώτημα.

Ίσως ήταν αυτή η ρηχή, ακύμαντη καθημερινότητα της Αθήνας, που με χτύπησε όπως ο ξαφνικός αέρας μετά από ενάμιση χρόνο μακριά. Από τη μία η ακινησία, το άρρωστο λάδι της θάλασσας, και από κάτω αμαξοστοιχίες ολόκληρες το μίσος να διασχίζει σχίζοντας τις διαλυμένες μας ράγες.  

Ό,τι και να ήταν, εμένα με ώθησε να διαβάσω ξανά τη Μεταμόρφωση, αναμφίβολα ένα από τα πιο επιθετικά βιβλία που έχουν πέσει στα χέρια μου, ενώ ταυτόχρονα τόσο ανθρώπινο που, από τη μια στιγμή στην άλλη, σου περνάει αυτήν την καρμική ένωση μεταξύ του θύματος και του θύτη, μια εις αεί ταύτιση που, αν την αποδεχόμασταν τόσο φυσικά όσο την περιγράφει ο Kafka, θα γινόμασταν καλύτεροι άνθρωποι σε ένα και μόνο απόγευμα.

Το εντυπωσιακό από αυτή την ανάγνωση, και που θα ήθελα να μοιραστώ, ήταν το αποτέλεσμα. Εκεί που ξεφύλλιζα τις τελευταίες σελίδες, στα πεταχτά λίγο το ομολογώ, μου ήρθε η έμπνευση για μια ποιητική συλλογή. 

Βέβαια, θα μου πείτε, δεν είναι δα και μεγάλο γεγονός κάτι τέτοιο. Και μάλλον έχετε δίκιο. Για μένα, όμως, που σπάνια εμπνέομαι από πεζογραφία (κυρίως μου λειτουργεί ως πυρήνας ιδεών), ήταν μια έκπληξη. Διότι δεν μου έδωσε απλώς μια ιδέα, αλλά μου έδειξε την αρχή, τη μέση και το τέλος της μελλοντικής αυτής συλλογής. 

Μου αποκάλυψε τον τίτλο και το στυλ που πρέπει να γραφτεί, τους ήρωες, τις σκηνές και σε γενικές γραμμές τι ακριβώς πρέπει να επιτευχθεί. 

Όταν κάτι έρχεται τόσο τετελεσμένο (σπάνιο γεγονός είναι αλήθεια), τόσο ολοκληρωμένο στο μυαλό κάποιου που γράφει, το ακολουθεί χλιμιντρίζοντας και ένας τρόμος. Ο τρόμος που προέρχεται από την κατάκτηση μιας νίκης δίχως μάχη. 

Δεν θα ήταν υπερβολικό να πω ότι η έμπνευση, όταν τυγχάνει με αυτόν τον τρόπο, είναι ένα δίκοπο μαχαίρι. Ο ποιητής καλείται να παλέψει, να ιδρώσει πάνω από τη μορφή ενός ποιήματος, να το διαμελίσει και να το ανασυνθέσει, να το ξεκλειδώσει.

Όταν αυτό του προσφέρεται τόσο άμεσα, τόσο αναίμακτα, ο αέρας μυρίζει προδοσία. Και η ποίηση σπάνια συμπεριφέρεται σαν τη μητέρα μας.

Από εκεί και ύστερα, εξαρτάται κατά πόσο ο ποιητής θέλει να αναμετρηθεί και να τιθασεύσει αυτή την «θεία» έμπνευση. Πόσα είναι διατεθειμένος να θυσιάσει για να τη φέρει στα μέτρα του και να εξυπηρετήσει τους δικούς του σκοπούς, το δικό του ποιητικό σύμπαν και ιδέες.

Τότε, ξεκινά μια διαδικασία αποδόμησης που στόχο έχει να φτάσει στο βάθος της πνευματικής αυτής τύχης και να αγγίξει τον πυρήνα της, δίχως να τον χαλάσει.

Οι ποιητές συνήθως φοβούνται να αγγίξουν κάτι έτοιμο από φόβο μήπως το μεταλλάξουν. Έτσι, πολλές φορές, η έμπνευση μένει άγνωστη και στον ίδιο τον ποιητή που τη συνέλαβε, ο οποίος τη μεταφέρει απλά στο χαρτί σαν φερέφωνο. Και αυτό δεν κρύβεται, όσο καλός τεχνίτης και να είναι κάποιος.

Δίκοπο μαχαίρι, λοιπόν, φαίνεται σε μένα κάτι τέτοιο. Και χαραγμένος πάνω σ' αυτό το μαχαίρι, ο ανεξερεύνητος χάρτης του ποιήματος.

Ηλίας Θ. Παππάς


Τετάρτη, 15 Ιανουαρίου 2014

Πού εξαφανίστηκε η ποίηση - μέρος δεύτερο (και τελευταίο)

Παραθέτω εδώ το... στίγμα του στίγμαΛόγου σχετικά με το ερώτημα που προσπαθήσαμε να εξιχνιάσουμε. Το κείμενο που ακολουθεί είναι το αρχικό της ομιλίας που σκόπευα να εκφωνήσω, στην πορεία βέβαια έκανα δραστικές περικοπές, επειδή  πολλά σημεία τα κάλυψε ο Ηλίας Παππάς στην εισαγωγική του ομιλία. Δίνει όμως μια καλή εικόνα της θέσης μας σχετικά... Έχουμε κάνει επίσης τη σκέψη, σε περίπτωση που επαναλάβουμε την εκδήλωση, να συγκεντρώσουμε τις απόψεις και τις ομιλίες όλων των συμμετεχόντων σε έναν τόμο. Αυτό όμως αφορά τα "προσεχώς"!



"Φίλες και φίλοι, καλησπέρα σας. Το όνομά μου είναι Χριστίνα Λιναρδάκη, είμαι φιλόλογος, επιμελήτρια κειμένων και μεταφράστρια. Η αρχική ιδέα για τη δημιουργία του στίγμαΛόγου ήταν δική μου και ήρθαν έτσι τα πράγματα που, την εποχή που το σκεφτόμουν, συνάντησα τον Ηλία Παππά. Ή μάλλον συνάντησα τις «Αρνήσεις μιας ημέρας» του, το βιβλίο του που κυκλοφόρησε πριν από λίγες ημέρες από τις εκδόσεις Στοχαστής. Με αφορμή αυτό, ξεκινήσαμε μια αλληλογραφία που οδήγησε στη δημιουργία του στίγμαΛόγου. Λίγο καιρό μετά, στην παρέα μας προστέθηκε η Κρις Λιβανίου, παλιά μου γνωριμία από την εποχή που ήμασταν και οι δύο στη συντακτική επιτροπή του λογοτεχνικού περιοδικού «Ομπρέλα», και κάπως έτσι το ιστολόγιο πήρε τη μορφή που έχει σήμερα. Πέρα από εμάς τους τρεις, στο στίγμαΛόγου έχουν γράψει και γράφουν κατά καιρούς άνθρωποι των γραμμάτων όπως ο Γιώργος Καραντώνης, η Ελένη Καρασαββίδου, ο Λουκάς Θεοχαρόπουλος και άλλοι.

Το ερώτημα γύρω από το οποίο περιστρέφεται η αποψινή μας εκδήλωση, στην οποία σας ευχαριστώ ολόψυχα που παρευρίσκεστε, ήταν κεντρικό για τη δημιουργία του blog. «Πού εξαφανίστηκε η ποίηση;». Αυτό είχαμε ξεκινήσει να αναρωτιόμαστε ο Ηλίας κι εγώ έναν χρόνο πίσω που τα λέγαμε εγγράφως και αργότερα κατ’ ιδίαν. Η ποιητική παραγωγή είναι μεγάλη, οι συλλογές πολλές, η ποίηση όμως μοιάζει να διαφεύγει, να παραμένει κάτι το άπιαστο μέσα σε όλη αυτή την πληθώρα. Μοιάζει χαμένη, εξαφανισμένη μέσα στο νεφελώδες τοπίο των «ποιημάτων» και των «ποιητών» που στη συντριπτική πλειονότητα έχουν αγοράσει τον τίτλο τους έναντι καθόλου ευτελούς αντιτίμου. Πού, πάνω σε ποιο στίχο και σε ποιο δημιουργό μπορεί τελικά να ακουμπήσει κανείς την ψυχή του, διαβάζοντας ποίηση στις μέρες μας; Τι είναι εντέλει η ποίηση και ποια είναι η πραγματική φύση του σχήματος ποιητής – εκδοτικός οίκος – κριτικός – αναγνώστης; Ποια είναι τα χαρακτηριστικά της σύγχρονης ποίησης; Αυτά και πολλά άλλα ερωτήματα ήταν η αρχική μας αφετηρία.

Και μπορώ με κάθε ειλικρίνεια να σας πω, έναν χρόνο μετά, ότι δεν έχουμε καταφέρει ούτε καν να πλησιάσουμε προς μιαν απάντηση. Το 2012 κατατέθηκαν στην Εθνική Βιβλιοθήκη 600 ποιητικά βιβλία. Απίστευτος αριθμός, αν αναλογιστεί κανείς τις τρέχουσες συνθήκες. Από αυτά, στο στίγμαΛόγου διαβάσαμε πάνω από 90 ο Ηλίας κι εγώ. Γράψαμε όμως για λιγότερα από 15, γιατί είχαμε αποφασίσει στην αρχή ότι δεν θα γράφουμε αρνητικές γνώμες ή σχόλια για μια συλλογή. Αυτή μας η απόφαση μάς περιόρισε σημαντικά, επειδή δεν βρίσκαμε συλλογές που να έχουν την αρτιότητα που αναζητούσαμε. Τον περασμένο Νοέμβριο, βέβαια, είδαμε ότι δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να γράφουμε την ειλικρινή μας γνώμη για τις συλλογές που διαβάζουμε – εγώ δηλαδή κυρίως να τη γράφω, γιατί ο Ηλίας είναι ενεργός ποιητής και δεν είναι εξίσου εύκολο για κείνον. Προσωπικά δεν σχεδιάζω να εκδώσω κάτι τώρα σύντομα ούτε φυσικά βιοπορίζομαι από αυτή μου την ενασχόληση, ξεκίνησα το blog και γράφω σ’ αυτό μόνο και μόνο επειδή το θέλω, επειδή η ποίηση με έχει εκφράσει καλύτερα από οποιοδήποτε άλλο μέσο, κυλάει στις φλέβες μου κατά κάποιον τρόπο, επομένως είμαι καθ’ όλα ελεύθερη στον τρόπο που θα εκφραστώ. Βρίσκομαι δηλαδή θα λέγαμε στην αντίπερα όχθη.

Πόσες όχθες έχει η ποίηση; Σαν ζωντανό ρεύμα, σαν ορμητικός χείμαρρος που είναι (ή που θα έπρεπε να είναι) έχει οπωσδήποτε δύο. Τα ποιήματα και οι ποιητές κολυμπούν μέσα στα νερά της, πότε με στιλ και πότε καταποντιζόμενοι, πότε κάνοντάς τα θολά και πότε διαυγή και κρυστάλλινα. Στη μία της όχθη στέκονται οι εκδοτικοί οίκοι, αυτοί που καθορίζουν το πλάτος, την καθαρότητα και την ορμητικότητα του ποταμού με τις επιλογές τους. Στην άλλη βρίσκονται οι αναγνώστες και κάπου ανάμεσα στους τρεις (τους ποιητές, τους εκδοτικούς οίκους και τους αναγνώστες) βρίσκονται οι κριτικοί, υπεριπτάμενοι ή καταποντιζόμενοι κι αυτοί. Η κριτική έχει μεγάλη σημασία για την ποίηση. Στην καλή της εκδοχή, όταν δηλαδή είναι σωστή, επικουρεί τους εκδοτικούς οίκους, διαμορφώνει τη γνώμη του αναγνωστικού κοινού και το μορφώνει, αλλά και νουθετεί τους ποιητές. Δυστυχώς στις μέρες μας τέτοιου είδους κριτική έχει εκλείψει. Μιλάω φυσικά για την κριτική που ασκείται στα μεγάλα έντυπα καθημερινής κυκλοφορίας που αναλώνονται σε κούφιους διθύραμβους , υπνοβατώντας όσον αφορά την πραγματική τους λειτουργία και τον ουσιαστικό τους προορισμό. Σημάδι των ημερών μας κι αυτό.

Πριν ολοκληρώσω αυτές τις λίγες σκέψεις που ήθελα να μοιραστώ μαζί σας απόψε, θα μου επιτρέψετε μια παρένθεση. Όταν μοίραζα τις προσκλήσεις μας για την αποψινή εκδήλωση, κάποιοι δεν καταλάβαιναν περί τίνος ακριβώς πρόκειται – είναι και κάπως χιουμοριστικό το κόνσεπτ της πρόσκλησης – και με ρωτούσαν: είναι θεατρική παράσταση; Το ανέφερα λοιπόν στον Ηλία και εκείνος παρατήρησε ότι, πράγματι, θεατρική παράσταση είναι τελικά. Πιάνουμε ένα μικρόφωνο και παριστάνουμε πως ξέρουμε για τι πράγμα μιλάμε. Η αλήθεια βέβαια είναι ότι ολόκληρη τη ζωή μας τη ζούμε έτσι. Παριστάνοντας ότι γνωρίζουμε περί τίνος πρόκειται, ότι αντιλαμβανόμαστε τον αντίκτυπο των πράξεών μας ή το «διά ταύτα» των πραγμάτων. Όσο για την τέχνη, μέσα σε αυτήν και την ποίηση, το έγραψε ωραία ο Μωρίς Μπλανσό στο La part du feu: «η τέχνη είναι ένα σαν να». «Σαν να» ξέραμε λοιπόν τι κάνουμε γράφουμε ένα ποίημα ή προσπαθούμε να το γράψουμε, γράφουμε μια κριτική ή προσπαθούμε να τη γράψουμε, ή δημιουργούμε ένα blog. Τελικά, μόνο ο χρόνος θα κρίνει τι είναι αυτό που προσπαθήσαμε. Αν όμως δημιουργήσουμε μια κρίσιμη μάζα, μια συνείδηση που μέσα στην άγνοιά της είναι ειλικρινής και στοχεύει σε κάτι συγκεκριμένο, θα έχουμε ίσως αρχίσει να προσεγγίζουμε κάτι σημαντικό.

Σας ευχαριστώ πολύ για την προσοχή σας και δίνω τώρα τον λόγο στην Κρις Λιβανίου."

Χριστίνα Λιναρδάκη

Δευτέρα, 13 Ιανουαρίου 2014

Πού εξαφανίστηκε η ποίηση;

(Από αριστερά: Λ. Σπυριούνης, Θ. Τσαλαπάτης, Α. Σιδηρά.  Διαβάζει ο Δ. Παπαδάτος)

(ΣτίγμαΛόγου. Από αριστερά: Η. Παππάς, Κ. Λιβανίου, Χ. Λιναρδάκη)

Μας πήρε κάπου 10 ημέρες να... συνέλθουμε από την εκδήλωση, αλλά να που είμαστε πάλι εδώ! Ας ευχηθούμε πρώτα απ’ όλα καλή χρονιά σε όλους και ας προσπαθήσουμε στη συνέχεια να κάνουμε έναν απολογισμό της πρώτης εκδήλωσης του στίγμαΛόγου.

Την εκδήλωση, την οποία φιλοξένησε ο ζεστός χώρος του βιβλιοκαφέ Έναστρον, άνοιξε ο Ηλίας Παππάς που μίλησε λίγο για το ερώτημα που βάλαμε ως τίτλο της εκδήλωσης και που είναι κεντρικό για το στίγμαΛόγου από την πρώτη στιγμή. Είπε αυτό που όλοι μας νιώθουμε και ξέρουμε, ότι δηλ. μέσα στην πληθώρα της ποιητικής παραγωγής η καλή ποίηση εξαφανίζεται και το αναγνωστικό κοινό απομακρύνεται. Στη συνέχεια πήρε το λόγο η Χριστίνα Λιναρδάκη, η οποία είπε λίγα πράγματα για το πώς ξεκίνησε το ιστολόγιο και για τη λειτουργία του σχήματος ποιητές-εκδοτικοί οίκοι-κριτικοί-αναγνώστες . Tελευταία μίλησε η Κρις Λιβανίου, η οποία αναδίφησε στις απόψεις των προσκαλεσμένων μας ποιητών και στα έργα τους και τα συνταίριασε με το περιεχόμενο της εκδήλωσης.

Κατόπιν, η ομάδα του στίγμαΛόγου έδωσε το λόγο στους προσκαλεσμένους της ποιητές. Πρώτη η Αγγελική Σιδηρά αναρωτήθηκε τι λείπει από τη σημερινή ποίηση και εστίασε στα επιμέρους στοιχεία που κάνουν ένα έργο ποιητικό. Μετά, ο Λάμπρος Σπυριούνης διερεύνησε το ρόλο του μοντερνισμού στην απομάκρυνση του αναγνωστικού κοινού και την αποξένωση της ποίησης από αυτό και, τέλος, ο Θωμάς Τσαλαπάτης έκανε μια επισκόπηση του σύγχρονου ποιητικού τοπίου, αλλά και των τάσεων και αντιστάσεων της ποίησης σήμερα.

Ανάμεσα στις απόψεις των ποιητών ακούσαμε τον Δημήτρη Παπαδάτο να διαβάζει ποιήματα καθενός ξεχωριστά και στο τέλος να διαβάζει ποιήματά τους χωρίς συγκεκριμένη σειρά. Ακολούθησε μια σύντομη συζήτηση, στην οποία παρέμβαση έκανε ο ποιητής της γενιάς του ’70, Αντώνης Παπαδόπουλος. Είχαμε αρκετό κόσμο, καθισμένους και στα σκαλάκια ακόμη, αλλά και ορθίους στο χώρο του βιβλιοπωλείου. Είναι βέβαιο πως τίποτα δεν μπορεί να είναι τέλειο με την πρώτη, όμως μια καλή αρχή μπορεί να είναι σημαντική... Σας ευχαριστούμε όλους πολύ για τη συμμετοχή και την υποστήριξή σας!


Καλή χρονιά!