Παρασκευή, 13 Δεκεμβρίου 2013

"Νέα νυκτιφανή" του Μάρκου Καλεώδη

Για το βιβλίο πρωτοδιάβασα σε ένα άρθρο του Αντώνη Ζέρβα στην Καθημερινή.Κι επειδή δίνω βάρος στη γνώμη του, το προσέγγισα με περιέργεια και μεγάλες προσδοκίες, οι οποίες δεν επαληθεύθηκαν σε μια πρώτη ανάγνωση που του έκανα. Στη συνέχεια, το σκέφτηκα και το ξανασκέφτηκα το θέμα, κυρίως επειδή έχω προϊστορία. Τι θέλω να πω: στο τελευταίο εξάμηνο της Σχολής μου (Αγγλική Φιλολογία Παν/μίου Αθηνών) είχαμε έναν καθηγητή που ζει πια στη Νέα Υόρκη πολλά χρόνια τώρα. Είχε τότε στήσει ένα εργαστήρι λογοτεχνίας με θέμα τον μεταμοντερνισμό. Μελετήσαμε λοιπόν διάφορους συγγραφείς, τον Thomas Pynchon, την Iris Murdoch και πολλούς άλλους, όλους ταγμένους στην απελευθέρωση της γλώσσας και στην περιφρόνηση του ο,τιδήποτε μπορούσε να θεωρηθεί κλισέ ή κατεστημένο. Η εργασία που έγραψα στο τέλος του εξαμήνου είχε τίτλο “Postmodernism stands for love” και κεντρικό επιχείρημα το ότι η κατάφωρη απόρριψη ενός πράγματος καταντά τελικά να το αναδεικνύει. Ήταν, είναι, η προσέγγιση ενός φιλολόγου, ενός θεωρητικού της λογοτεχνίας που ψάχνει και αναδιφεί και δεν ησυχάζει αν δεν ανακαλύψει αυτό που θεωρεί ότι είναι η κρυμμένη πρόθεση του συγγραφέα. Ένα ωραίο mind game.

Τι είναι η ποίηση όμως; Μια θεωρία; Ένα έργο τέχνης που γράφεται προς τέρψιν του συγγραφέα και του ίδιου του έργου (η περίφημη «τέχνη για την τέχνη» δηλαδή); Ένα έργο που απευθύνεται σε φιλολόγους και θεωρητικούς ή μήπως κάτι που ξεκινά να ψαύσει το αθέατο και το άρρητο, να το φέρει στο φως, να το προσδιορίσει και να το εκφράσει, κάτι που απευθύνεται δυνητικά σε όλους;

Και με αυτόν τον προβληματισμό επανέρχομαι στα «Νέα Νυκτιφανή» του κ. Καλεώδη. Η συλλογή διαρθρώνεται σε τέσσερα μέρη. Από αυτά, το τέταρτο δρα πυροσβεστικά των υπολοίπων, αφού έχει κανείς πρώτα αναρωτηθεί, διαδοχικά, αν γράφει κάποιος gay που βιώνει θανάσιμο φθόνο του αιδοίου (στο α΄ μέρος) ή αν πρέπει να κάνει εμετό, ιδίως αν είναι γυναίκα (στο β΄ μέρος – καλά, επιτρέπεται στην εποχή μας να χρησιμοποιείται η διαστροφή ως μέσο δημιουργίας εφέ;) ή τι να κάνει με τους άνευρους διαλόγους μεταξύ Σέρλοκ Χολμς και Γουάτσον του γ΄ μέρους. Η πυρόσβεση λοιπόν του δ΄ μέρους, το οποίο σηματοδοτεί την επιστροφή στην κανονικότητα, τι σκοπό έχει από το να μας δείξει ότι όλα ήταν ένα στημένο έργο και ότι η αναζήτηση του νοήματος είναι τελικά μάταιος κόπος; Απλά να μας επιβεβαιώσει ότι μπορεί ο ποιητής να γράψει και νορμάλ;

Ναι, εντάξει, υπάρχει σχέδιο το οποίο εκτελείται καλά. Ναι, εντάξει, υπάρχει δύναμη, αλλά αυτή μάλλον εξαντλείται στην τεχνική της γρήγορης επικράτησης, στην τεχνική του σοκ. Ναι, εντάξει, κάποια επιμέρους ποιήματα είναι πραγματικά καλά. Όμως, τι μου μένει αφού έχω διαβάσει τη συλλογή; Τι με βοήθησε να κατανοήσω;

Η «απελευθέρωση του στίχου από τη στροφή» που είναι βασικό αίτημα του ποιητή, όπως μας πληροφορεί ο εκδότης του «Περισπωμένη», πώς και δεν μπορεί να συντελεστεί, αφελώς αναρωτιέμαι, απλά με την ανοικείωση (τον βασικό δηλ. ποιητικό μηχανισμό); Τι άλλο (πρέπει να) είναι; Γιατί πρέπει να προσφύγει κανείς σε τεχνικές του σοκ για να την επιτύχει;

Παραείμαι ίσως ρομαντική. Εξακολουθώ να πιστεύω ότι παίρνει κανείς να διαβάσει ποίηση επειδή θέλει να καταλάβει. Επειδή θέλει να ακουμπήσει την ψυχή του πάνω σε ένα άλλο βίωμα, να κατανοήσει μέσα από εκείνο τι είναι αυτό που του συμβαίνει. Επειδή θέλει να αγγίξει κάτι το υψηλό. Κι αυτό είναι δικαίωμα κάθε αναγνώστη, φιλόλογου και μη.

Αυτό που θέλω πραγματικά είναι να ξανασυστηθεί η ποίηση με τον κόσμο και να μπορέσουν να βρουν τα παιδιά μου, οι φίλοι μου, όσο περισσότεροι μπορούν, το δρόμο να την εκτιμήσουν από την αρχή, να εκφραστούν μέσα από κείνη, να βρουν σ’ αυτήν κάτι από τον εαυτό τους. Τι είδους εαυτό θα βρουν σε μια συλλογή σαν τα «Νέα νυκτιφανή» είναι κάτι που θα έπρεπε ίσως να αναρωτιόμαστε.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Ακολουθούν ορισμένα ποιήματα από τη συλλογή:

ΩΣΑΝ

Τὸ ἀγκάθι ἐκεῖνο ποὺ τὴν τρύπησε
Ὃταν ἐπειγόμενη ἡ ὡραία
Ἂθελα τὰ χείλη της πλησίασε
Πολὺ σιμά του

Καὶ δὲν ἢθελες πιὰ νὰ σηκωθεῖς

Μὰ ἂν τὴ μέρα ἐλησμόνησες
Ὓπνωττες - κι ὀνειρευόσουν
Ἀκόρεστα βυζαίνοντας
Μὲς στὸ ἀγκάθι

Τὴν πιὸ βαθειά στοιβάδα τῆς ἁφῆς


Η ΚΕΡΑΥΝΟΧΤΥΠΗΜΕΝΗ

Κοιμισμένη πρέπει νά 'ναι.
Τὴν είδα κι ἂλλοτε να ἰσορροπεῖ
τὴ νύχτα -χρόνια πάνε - ἐπάνω σὲ γυαλιά

γυμνά. Σὰν ἡ σελήνη. - "Ὂχι δά

γυμνή: ξυπόλυτη" διευκρινίζει ἐκείνη
μὰ δὲν ἀκούω: βρέχει, καὶ ἡ λάμψη
τῆς ἀστραπῆς διευκρινίζει λιγότερα

ἀπ' ὃσα προδίνει. Φιλαλήθεια δὲν ἒχει.

Τέτοιο φῶς οὐρανόθεν σὲ χτύπησε
κι ἡ ψυχή σου καπνίζουσα ἀκόμη
τρέχει στριγγλίζοντας νὰ σβήσει τὴν κόμη

νὰ πνίξει τὸ ἒγκαυμα σὲ μελάνι.

Κρύο κάνει. Κι οὒτε ἂνθος

ἀκόμα. Θὰ τρέμει τώρα τὸ σῶμα της
σὰν τὸ σπουργίτι, κι ἡ κρατημένη πνοή της
βουβά τῆς μούσας χνωτίζει

τὸ τζάμι. Χτυπᾶ ποὺ καὶ ποὺ μὲ τὸ ράμφος.

Νύμφη τοῦ ὑγροῦ ποὺ δακρύζεις
μολαταῦτα λιγότερο τώρα
κάθε ποὺ ἀναπολεῖς σὲ καινὴ χώρα

τὸ  πρῶτο σου σπίτι.


ΑΛΛΗΓΟΡΙΑ

Χ

Ἡ ποίηση ἒρχεται ἀπὸ 'κεῖ

Είναι ἓνα αἰώρημα, μιὰ μηχανή
Ἐνάντια στὴν ἀνία - ἓνα παιχνίδι

Ποὺ δίνει τὴν ἐξήγηση χωρὶς νὰ πεῖ
Σὲ ποιὰν ἀνήκει ἀπορία

Καὶ πρέπει ἐσὺ νὰ τὶς ἀντιστοιχίσεις

Γιατί ἡ ποίηση

Ἡ ἀληθινή

Δίνει μονάχα ἀπαντήσεις

ΧΙ

Ἡ ποίηση - σὰν τὸ ρυάκι
Δίνει μονάχα ἀπαντήσεις

Κι ἡ ἐμπειρία είναι ἓνα κοριτσάκι

4 σχόλια:

  1. Μάρκος Καλεώδης10 Ιανουαρίου 2014 - 2:14 π.μ.

    [1 από 3]

    Αγαπητή Κυρία Λιναρδάτου,

    Πρώτα απ’ όλα, χρόνια σας πολλά: εύχομαι η νέα χρονιά να φέρει πολλή χαρά και ό,τι επιθυμείτε σ’ εσάς και τα παιδιά σας.
    Να σάς ευχαριστήσω έπειτα για τον χρόνο που αφιερώσατε αφενός διαβάζοντας την συλλογή μου, αφετέρου μπαίνοντας στον κόπο να γράψετε στο μπλογκ σας μία παρουσίασή της, ακόμη και αν ήταν, ως επί τα πλείστα, αρνητική. Χαίρομαι όμως, πρέπει να σάς πω, ακόμη και γι’ αυτό, καθότι δείχνει πως δεν σάς έκανε τόσο χλιαρή εντύπωση ώστε να μην γράψετε και τίποτε απολύτως.

    Επιτρέψτε μου ωστόσο να σάς επισημάνω, με τις καλύτερες τών προθέσεων, τρία μόνο πράγματα:

    I. Εάν ήμουν γκαίη, δεν θα έπασχα από «φθόνο τού αιδοίου» αλλά (αν δεχτούμε την διάγνωση που επικαλείστε, η οποία είναι αρκούντως παλαιά και, βάσει τών έκτοτε προόδων στην ψυχαναλυτική επιστήμη –απ’ όπου προέρχεται– θεωρείται σήμερα από την συντριπτική πλειοψηφία τής εν λόγω επιστημονικής κοινότητας εξαιρετικά προβληματική και ανεπαρκής)· αν ήμουν γκαίη δεν θα έπασχα, υπό και αυτήν ακόμη την παλαιοψυχαναλυτική σκοπιά, από φθόνο «τού αιδοίου» αλλά «τού πέους», καθότι ο «φθόνος», με την συγκεκριμένη ψυχαναλυτική σημασία στην οποίαν αναφέρεστε, εννοεί την επιθυμία να βάλεις/βάζεις αυτό που φθονείς μέσα σου, να το κάνεις δικό σου για να άρεις/αίρεις την έλλειψή του, την οποία, για διάφορους λόγους, νοιώθεις ότι έχεις. Είμαι σίγουρος όμως πως η ατυχής αυτή διατύπωση οφείλεται σε απλή παραδρομή, ώστε την επισήμανση την κάνω κυρίως για τους αναγνώστες.
    Εντούτοις, θα σάς ήμουν ευγνώμων εάν, όποτε και εφόσον βρείτε λίγον χρόνο, μπορούσατε να μού γράψετε (το ημαίηλ μου θα το βρείτε στην σελίδα ταυτότητος τής συλλογής) από ποιά ακριβώς ποιήματα (τού πρώτου μέρους αν κατάλαβα καλά) αποκομίσατε την αίσθηση αυτήν: ότι γράφει ένας γκαίη, γιατί βρίσκω το γεγονός πολύ ενδιαφέρον, όχι ηθελημένο από μέρους μου αλλά πραγματικά πολύ ενδιαφέρον, ως προς, αίφνης, τις επιπλέον διαστάσεις που εκ τών πραγμάτων προστίθενται στ’ αντίστοιχα ποιήματα έτσι, και σπάω το κεφάλι μου να δώ σε ποιά ποιήματα μπορεί να συμβαίνει κάτι τέτοιο μα δεν τα βλέπω. Πείτε μου αν θέλετε εσείς απλώς σε ποιά, και το γιατί πιστεύω πως, αν ξέρω σε ποιά να το γυρέψω, θα καταφέρω να το βρώ από μόνος μου. Θα μού είναι μάλιστα και πιο διασκεδαστικό να το αναζητήσω.

    [συνεχίζεται]

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μάρκος Καλεώδης10 Ιανουαρίου 2014 - 2:15 π.μ.

    [συνέχεια – 2 από 3]

    ΙΙ. Όταν κάτι σοκάρει τον αναγνώστη δεν σημαίνει κιόλας οπωσδήποτε ότι ο συγγραφέας του το έχει γράψει με σκοπό να σοκάρει. Να σοκάρει, εν προκειμένω, για τί; για να πουλήσει; για να γίνει διάσημος; Μα δεν θα μπορούσε να είναι παρά, το λιγότερο, εξαιρετικά αφελής κανείς εάν πίστευε πως θα μπορούσε ποτέ, στην Ελλάδα τού σήμερα, να γίνει διάσημος γράφοντας... ποίηση, πόσω μάλλον να κάνει και περιουσία πουλώντας τα ποιήματά του... Και τόσο αφελής πια, πιστέψτε με, ούτε καν εγώ δεν είμαι.
    Ωστόσο, ακόμη και όταν ένας συγγραφέας έχει όντως την πρόθεση να σοκάρει, και πάλι δεν σημαίνει αυτό οπωσδήποτε ότι το θέλει απλώς και μόνο για να σοκάρει, από ένα είδος διεστραμμένης χαιρεκακίας μονάχα ας υποθέσουμε, όπως υποθέσατε κι εσείς αν κατάλαβα καλά, αλλά υπάρχουν βέβαια, πριν απ’ αυτό, πολλοί άλλοι λόγοι, «ευγενέστεροι» τρόπον τινά, για τους οποίους μπορεί να θέλει να το κάνει. Παραδείγματος χάριν ώστε, ταρακουνώντας τον αναγνώστη, να τον αφυπνίσει εμπρός σε πραγματικότητες που, θέλουμε δεν θέλουμε, αδιαμφισβήτητα μάς περιβάλλουν και που πόρρω απέχουν απ’ το να είναι ιδανικές και αγγελικές: η πραγματικότητα η ίδια συνίσταται άλλωστε θαρρώ, εξ ορισμού, σε ό,τι είναι ακριβώς κι όχι σε ό,τι θα θέλαμε να είναι (στην θέση αυτού που είναι). Σκοπός μιάς «σοκαριστικής» γραφής μπορεί λοιπόν να είναι εξίσου και το να μάς ανοίξει τα μάτια στην πραγματικότητα την ίδια, όπου δεν βασιλεύουν –υπάρχουν βέβαια αλλά δεν βασιλεύουν δυστυχώς, ή τουλάχιστον όχι παντού, πάντοτε και κατ’ ανάγκην– ωραίοι έρωτες, ευγενικοί ιππότες και μελαγχολίες δειλινών, ρόδα, κήποι με κίωνες και πάσα ρομαντική πανίδα υπό τους ήχους αρχαίας λύρας. Ας σκεφτούμε αίφνης κάποιες εκστρατείες «ευαισθητοποίησης», όπως τής Γιούνισεφ ή τής Διεθνούς Αμνηστίας ή και, σε κάποιες χώρες, επάνω στα κουτιά τών τσιγάρων, που δεν αποσκοπούν στο να σοκάρουν –θα ήταν τρελλό να το υποστήριζε κανείς!– απλά και μόνο για την εξαίσια χαρά τού να μάς έχουνε ταράξει.
    Έτσι κάπως αντιλαμβάνομαι λοιπόν την ποίηση κι εγώ, όχι μόνο ως φυγή και διαφυγή από τον άσχημό μας κόσμο ή, έστω, απ’ το άσχημο κομμάτι τού κόσμου μας –παρ’ ότι είναι ζωτικό να είναι, ένα μέρος της, και αυτό, αναμφιβόλως– αλλά κυρίως, ως αντίδοση στην όλο και πιο δημοφιλή επιλογή τής εθελοτυφλίας, λοιμού επίκαιρου όσο ποτέ στην εποχή τής αύξουσας ευπιστίας απέναντι στην δυνατότητα μιάς υποτιθέμενης, εξ Αμερικής ερχόμενης, αμειγούς θετικότητος, εφικτής τάχα εν τώ βίω, και τής συνεπόμενης αυτοεπιταγής ψυχαναγκαστικού συντονισμού μας με πάσης φύσεως απατηλές «θετικές ενέργειες», μπρός στην ιδέα και μόνο τών οποίων στέκουμε, λόγω τής ανομολόγητης απόγνωσής μας ίσως ακριβώς, όλο και πιο αναντίστατα σαγηνευμένοι.
    Σάς βεβαιώ λοιπόν πως κάπως έτσι συμπεριέλαβα κι εγώ, σε κάποια από τα ποιήματα τής συλλογής, τις εν λόγω «εμετικές», όπως τις λέτε, εικόνες, και χαίρομαι ειλικρινά που εμφανώς λειτούργησαν, τουλάχιστον σ’ εσάς, τολμώ να πώ δημιουργικά (διότι κάνατε «εμετό» όπως τα νεογνά κλαίνε σ’ επαφή με την πραγματικότητα που τούς ανοίγει η γέννα, κλάμα που δεν οφείλεται σε λύπη ασφαλώς). Ώστε οι «εμετικές» μου εικόνες, όπου υπάρχουν και εφόσον βέβαια τις βρεί κανείς εμετικές, σκοπό έχουν να τραβήξουν την προσοχή τού αναγνώστη σε κάποιες πτυχές τής ανθρώπινης ψυχής όσο και τού κοινωνικού μας στίβου εξίσου υπαρκτές με τα ωραία λουλούδια και τα πουλάκια (αν όχι και περισσότερο, δυστυχώς πλέον), και στις οποίες, ενώ υποκείμεθα αναμφισβήτητα, όλοι μας μηδενός εξαιρουμένου, πλην σε διαφορετικόν βαθμό βέβαια ο καθένας, προτιμούμε τις περισσότερες φορές –και υπάρχει εξήγηση γιατί αλλά δεν είναι τού παρόντος– να κάνουμε πως δεν τις βλέπουμε.

    [συνεχίζεται]

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Μάρκος Καλεώδης10 Ιανουαρίου 2014 - 2:18 π.μ.

    [συνέχεια – 3 από 3]

    ΙΙΙ. Το σχόλιό σας σχετικά με την επιδίωξη από μέρους μου τής «απελευθέρωσης τού στίχου από την στροφή» με πρόθεση, καθ’ υπόθεσιν δική σας, την «ανοικείωση» τού αναγνώστη, φοβάμαι πως οφείλεται σε μιά ατυχή μονάχα παρανόηση. Και εξηγώ: Η σχετική μου αναζήτηση, σε σχεδόν όλα τα ποιήματα της συλλογής παρούσα, πράγματι, είναι, και τούτο εξ ορισμού, μία αναζήτηση που αφορά τον μόνο ρυθμό, δηλαδή, αποκλειστικά, την φόρμα, και ως τέτοια δεν θα μπορούσε ποτέ βέβαια να έχει καμμία σχέση με τα δυνάμει περιεχόμενα: με το εάν αυτά θα είναι βίαια, αηδιαστικά, γλυκά, απαλά, οικεία, ανοίκεια, ή όχι. Μπορεί κανείς να μιλά, αίφνης, για εμέσματα εξίσου και για εδέσματα είτε με στίχους απελευθερωμένους είτε υποταγμένους σε στροφές. Τα δύο (από τη μιά, η μορφή τών στίχων κι ο ρυθμός που συνακόλουθα προκύπτει, κι από την άλλη τα περιεχόμενα, οικεία ή ανοίκεια) δεν γίνεται να συναντηθούν ποτέ γιατί εξ ορισμού κυμαίνονται σε διαφορετικά, το κάθε ένα, επίπεδα τής ποιητικής κατασκευής. Ώστε εάν ο ποιητής επιθυμεί να «ανοικειώσει» τον αναγνώστη, τούτο δύναται να το πράξει, πάντοτε, μονάχα δια τών περιεχομένων (τών λέξεων, τών λόγων, τών εικόνων κ.ο.κ.) και διόλου βέβαια δια τής διάταξης τών στίχων. Εξόν και αν επιθυμεί να τον ανοικειώσει τυπογραφικά(!) απλώς, το οποίο προσωπικώς μού φαίνεται υπερβολικά λίγο, και ως ανοικείωση και ως ποιητική φιλοδοξία. Σε κάθε περίπτωση, θα ήταν δυνατόν, πιστεύετε ποτέ, και εάν ακόμη ήθελα να «ανοικειώσω» τον αναγνώστη μου έστω κι έτσι, να πιστεύω με τα καλά μου ότι θα το πετύχω αφήνοντας μόνο ένα... κενό διάστιχο ανάμεσα σε κάθε στίχο;! (το βασικό «ανοικειωτικό» μέτρο τού προγράμματός μου περί απελευθέρωσης τού στίχου από την στροφή). Το δίχως άλλο λοιπόν, τα κενά αυτά διάστιχα αποσκοπούν στο να επιδράσουν αποκλειστικά στον τρόπο ανάγνωσης, στην ανάσα, στις λιγκατούρες τής μελωδικής καμπύλης, με μιά λέξη: στον ρυθμό, και διόλου δεν έχουν βέβαια ως στόχο κάποια υποτιθέμενη «ανοικείωση» τού αναγνώστη αλλά ίσα ίσα, την ευκολότερη (εξ)οικείωσή του με τον ρυθμό εκείνον ο οποίος ενδείκνυται καλύτερα στο ν’ αναδειχτούν τα ποιήματα, αφού έχουν ήδη γραφτεί βάσει αυτού τα ίδια.
    Άλλωστε, όπως είπα και παραπάνω, σκοπός τών επίμαχων ποιημάτων δεν είναι διόλου η απαγωγή εν γένει απ’ την οικεία πραγματικότητα, με όποιον τρόπο και σε όποιο επίπεδο νοουμένη, αλλά τουναντίον, η επαναφορά τού αναγνώστη, στέρεα, στην πραγματικότητα που ντε φάκτο τον περιβάλλει: στην πραγματικότητα την πιο δική του τελικά, αφού πραγματικότατα τον περιβάλλει, την πλέον, υπό αυτήν την έννοια, οικεία σ’ αυτόν, και ας φιλεί ο ίδιος να την αρνείται αποδρώντας αυτοχείρως σε ό,τι είναι μόνο ευχάριστα «οικείο». Όμως και το άλλο οικείο, το λιγότερο άμεσα ευχάριστο, δεν μπορεί νά ’ναι και για τούτο δα λιγότερο οικείο, κάθε άλλο: ίσως είναι και περισσότερο, όπως ακριβώς τα σπλάχνα μας μάς μοιάζουν χώρα τερατώδης και ανοίκεια όταν τ’ αντικρύζουμε σαλεύοντα σε μιά ωμή τομή στο χειρουργείο, κι εντούτοις είναι ό,τι πιο κοντινό σε μάς –πιο κοντινό δεν γίνεται–, ό,τι πιο «δικό μας» ως εκ τούτου. Και πράγματι: χωρίς αυτά, ούτε τα δυσάρεστα μα ούτε καν τα ευχάριστα· ούτε τα ανοίκεια μα ούτε καν τα οικεία δεν θα ήμασταν σε θέση μήτε ν’ αποστραφούμε και μήτε ν’ απολαύσουμε. Πώς θα γινόταν ποτέ λοιπόν να μην είναι ό,τι πιο δικό μας –και, ως τέτοιο, πιο οικείο– κείνο χάρη στο οποίο μόνο μπορούμε να είμαστε κάθε φορά αυτό που είμαστε, και, όντας αυτό που είμαστε, ν’ αποστρεφόμαστε ό,τι αποστρεφόμαστε και ν’ αγαπούμε ό,τι αγαπούμε;
    Χωρίς την συλλογή μου, επί παραδείγματι, ποτέ δεν θα μπορούσατε να την είχατε ούτε καν μισήσει.

    Και πάλι σάς ευχαριστώ.

    Μετά τιμής,

    Μάρκος Καλεώδης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Αγαπητέ μου κ. Καλεώδη,

    Σας ευχαριστώ πολύ που μπήκατε στον κόπο να μου απαντήσετε. Είναι τιμή μου, πόσο μάλλον αφού δεν είμαι κριτικός, αλλά απλός αναγνώστης. Θα μου επιτρέψετε ορισμένες παρατηρήσεις επί των παρατηρήσεών σας (εξυπακούεται ότι η άποψή μου παραμένει η αυτή).

    Ι. Δεν ξέρω αν είστε γκαίη ή όχι, αλλά ως άνδρας πέος οπωσδήποτε έχετε. (Βλέπετε πόσο εύκολο είναι να γράψει κανείς κάτι τέτοιο; Όσο εύκολο είναι να γράψει ένα αντίστοιχο ποίημα. Τι μένει στο τέλος από τέτοιου είδους διατυπώσεις όμως; Μόνο μια κοφτή ανάσα από τον αναγνώστη. Και λοιπόν; Αλλά ας επιστρέψουμε στο προκείμενο). Ένας γκαίη δεν μπορεί να νιώθει «φθόνο του πέους», κάτι άλλο πρέπει να νιώθει αφού θέλει να είναι γυναίκα και δεν μπορεί. Ο φθόνος δεν αφορά την επιθυμία να βάλει κανείς αυτό που φθονεί μέσα του, αλλά να το (κατ)έχει ο ίδιος. Δεν πρόκειται για παραδρομή, αλλά για εσκεμμένη διατύπωση, εν γνώσει μου ότι δεν είναι δόκιμη. Όσο για το θέμα του μισογυνισμού, η αλήθεια είναι ότι με μπέρδεψε αρκετά το θέμα, πόσο μάλλον που έχετε αφιερώσει τη συλλογή στην «Ιωάννα σας». Θα σας γράψω κατ’ ιδίαν για τα ποιήματα που με οδήγησαν στο συμπέρασμα αυτό, αφού έτσι προτιμάτε.

    ΙΙ. Είναι σαφέστατο ότι κάποια ποιήματα τα γράψατε με κάθε πρόθεση να σοκάρετε. Για ποιο λόγο το κάνατε, εσείς μόνο γνωρίζετε. Μην το παίρνετε όμως πίσω. Οι προθέσεις καθαγιάζονται όταν μένει κανείς πιστός σ’ αυτές μέχρι τέλους.

    Όσο για την αφύπνιση του αναγνώστη, δεν ξέρω τι σας έχει οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι πρέπει να τη συντελέσετε με αυτόν τον τρόπο. Το να μη γράφει κανείς λυρικά δεν συνεπάγεται ότι πρέπει να γράφει οπωσδήποτε σκληρά και κυνικά (και το αντίθετο). Ίσα-ίσα που, αν καταφέρει να βρει τον δρόμο ανάμεσα, θα μπορέσει να μιλήσει σε μια γλώσσα πιο κατανοητή και θα αφυπνίσει περισσότερους. Αφήστε που θα μπει στην ιστορία, γιατί θα έχει καταφέρει, μέσα από ένα προσωπικό ιδίωμα, να εκφράσει μια παγκόσμια γλώσσα. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να προσεγγίσει κανείς τον κόσμο, πολύ περισσότεροι από αυτόν του Σιοράν.

    Και μια σημείωση: δεν είμαι ούτε εγώ θιασώτης της ψυχαναγκαστικής πίστης στη θετική ενέργεια, ίσα-ίσα που θα με βρείτε προθυμότερη να προσδώσω τον χαρακτηρισμό «εμετική» σε αυτήν παρά σε ένα ποιητικό έργο με δυνατότητες. Αλλά όταν γράφετε πράγματα σαν το Bukkake, πώς θέλετε να τα χαρακτηρίσω; Ούτε συμφωνώ με τη γνώμη κοινού και προσφιλούς γνωστού μας ότι τα μεγάλα έργα πρέπει να ενοχλούν, που παραπέμπει εντέλει σε μια θεώρηση της τέχνης για την τέχνη. Κάτι άλλο πρέπει να είναι η τέχνη, όχι (μόνο) αυτό.

    ΙΙΙ. Θα με συγχωρέσετε, ελπίζω, αλλά πραγματικά δεν κατάλαβα τίποτα από το την εξήγησή σας για το πώς έχετε προσπαθήσει να απελευθερώσετε τον στίχο από τη στροφή. Ως εκ τούτου, λυπάμαι αλλά δεν μπορώ να σας απαντήσω. Μόνο στο τελευταίο σημείο θα σταθώ: αν δεν είχα διαβάσει τη συλλογή σας, δεν θα μπορούσα να την έχω μισήσει πράγματι (δεν τη μίσησα βέβαια, τη βρήκα όμως ενοχλητική σαφώς), αλλά και τι θα γινόταν στην περίπτωση αυτή; Θα είχα απαλλαγεί από μια (ακόμη) ενόχληση, μέσα στην οποία θάφτηκαν και τα ωραία ποιήματα που έχετε περιλάβει στη συλλογή σας…

    Δεν ξέρω τι άλλο να σας πω, γνωρίζω ότι είναι μια συζήτηση στο κενό γιατί μάλλον δεν θα καταφέρουμε ποτέ να δούμε ο ένας την άποψη του άλλου. Αλλά ξέρετε τι; Δεν πειράζει καθόλου. Η ποίηση θα συνεχίσει να υφίσταται και χωρίς εμάς και τις απόψεις μας κι αυτό είναι το πιο παρηγορητικό απ' όλα.

    Με εκτίμηση,
    Χ.Λ.


    ΥΓ Πρέπει ωστόσο να σας πω ότι είστε πολύ ευγενής στα σχόλιά σας και αυτό σας τιμά ιδιαίτερα – και εμένα. Σας ευχαριστώ πολύ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή