Παρασκευή, 22 Νοεμβρίου 2013

Ένα editorial κι ένα σχόλιο - διαβάσαμε... στο Τεφλόν που κυκλοφορεί (αλλά δεν μας τα λέει καλά!)

Διαβάστε στη σημερινή ανάρτηση το editorial του τελευταίου Τεφλόν (τεύχος 9, καλοκαίρι-φθινόπωρο 2013) και στη συνέχεια κάποια σχόλια:

Εγώ θέλω να μιλάω την πραγματική γλώσσα
Άρης Πορτοσάλτε, ΣΚΑΙ 100,3


Γεννιόμαστε. Εκφέρουμε φθόγγους, αρθρώνουμε συλλαβές, μαθαίνουμε λέξεις, σκαρώνουμε προτάσεις, σκεφτόμαστε, κάνουμε τη σκέψη λόγο, επικοινωνούμε. Απλά καθημερινά πράγματα. Αγνά και παρθένα. Παράγουμε λόγο, τον απευθύνουμε στον/στη δείνα, γινόμαστε αποδέκτριες λόγου και τούμπαλιν. Λέμε τα νέα μας και τα παλιά μας, ανταλλάσσουμε απόψεις, αφηγούμαστε ιστορίες του πριν και του μετά, λογομαχούμε, παρεξηγούμαστε, βρίζουμε, τα βρίσκουμε, εκφράζουμε ιδέες, δικαιολογούμε, προτείνουμε, επιχειρηματολογούμε. Και όλα τα συναφή και τ’ αντίθετα σε ποικίλες περιστάσεις ανεπίσημης ή επίσημης χροιάς. Συχνά αγνοώντας ότι κάθε γλωσσική επιτέλεση είναι μια πράξη κοινωνική.

Σε ποιον ανήκει όμως ο λόγος που αρθρώνουμε; Ποιοι είναι οι «ιδιοκτήται» του λόγου που τίθεται σε κυκλοφορία; Και, για να το κάνουμε πιο λιανά, ποιος κρύβεται πίσω από τις λέξεις, αν όχι ο Αλέξης;

Εν έτει 2013, δίχως περιττά καλολογικά μέσα και φραστικές συστολές, απαντάμε ότι μέσα στη γλώσσα περιπολεί η αστυνομία με αποστολή να πατάξει κάθε αντί-λογο, να καταστείλει την ανυποταξία των λέξεων, να μπουζουριάσει τις μετανάστριες λέξεις, εκείνες που μετοίκησαν στη γλώσσα από μέρη λιγότερο ή περισσότερο μακρινά.

Η εξουσία, λοιπόν, έχει αναθέσει στη γλώσσα τη φροντίδα να διαφυλάξει την τάξη και την κοινωνική ειρήνη, το καθήκον να μεταδίδει τα μηνύματά της και να εκφράζει τις σκέψεις της, ένα διαρκές ψέμα που επιβάλλεται ως καθολική αλήθεια. Πρόκειται για μια γλώσσα φορέα του λόγου των αφεντικών. Μια γλώσσα νοθευμένη. Μια γλώσσα πατριαρχική, σεξιστική, ρατσιστική. Μια γλώσσα αιχμάλωτη των ΜΜΕ, του εκπαιδευτικού συστήματος, της γραφειοκρατίας, της συντηρητικίλας των δημοσιογράφων, των πολιτικάντηδων, των λεφτάδων. Μια γλώσσα που παραμορφώνει εξωραϊστικά – ή, καλύτερα, αντιστρέφει – την πραγματικότητα. Μια γλώσσα μέσο χειραγώγησης, πλύσης εγκεφάλου, αποχαύνωσης, αδιαφάνειας, διαπλοκής, προπαγάνδας, προσηλυτισμού, ελιτισμού. Μια γλώσσα οικονομικής συναλλαγής και αποφοράς κέρδους. Μια γλώσσα κοινωνικά και πολιτικά ένοχη. Μια γλώσσα που μόνο για γλείψιμο κάνει.

Σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον, η αφυπνισμένη ποιήτρια αισθάνεται την καταπίεση από τη γλώσσα ακόμα πιο έντονα. Δέσμια στο ίδιο της το εργαλείο, δεν παραδίδει τα όπλα, περνά στην αντεπίθεση. Απομυθοποιεί τη γλώσσα, την καίει και την αναδομεί, χτίζοντας νέα σημαινόμενα. Ο ποιητικός λόγος στρέφεται ενάντια σε κάθε εξουσία, γλωσσική ή άλλη. Ο Στέφαν Ντέρινγκ ορθώνει το ανάστημά του απέναντι στη γλώσσα-θηρίο, ορμάει να απελευθερώσει τις λέξεις. Υπογραμμίζει τη σχέση του κειμένου με το σώμα, προτείνει μια νέα γραμματική και εισάγει νέα σύμβολα. «Ένας ποιητής είναι εκτελεστής μιας πράξης», γράφει ο Κάι Πολ, γιατί εντέλει η ποίηση είναι πράξη, υποταγής ή εξέγερσης. «Η ποίηση δεν είναι η αλήθεια, είναι η πραγματικότητα που ανατρέπει την αλήθεια».


*

Τι editorial κι αυτό! Πράγματι, η γλώσσα στις μέρες μας χρησιμοποιείται ως μέσο χειραγώγησης, αποχαύνωσης και ό,τι άλλο. Μα πόσοι είναι πια αυτοί που τη χάφτουν έτσι όπως τους δίνεται; Πόσοι από τους σύγχρονους ανθρώπους; Το να διαγράψουμε ολοκληρωτικά τη γλώσσα όπως χρησιμοποιείται, επειδή τάχα μου είναι συμβιβασμένη ή τα έχει κάνει πλακάκια με την εξουσία, συνιστά ανεπίτρεπτο ολίσθημα και στηρίζεται σε μια επιχειρηματολογία που μπάζει νερά. Και συμβαίνει αυτό επειδή όλοι θέλουν να γράψουν ποίηση, χωρίς να έχουν διαβάσει τίποτε άλλο πριν (π.χ. δοκίμιο) και χωρίς να έχουν προβληματιστεί. Καθόλου δεν τους εμποδίζει αυτό από το να επαναστατήσουν, ωστόσο. Όμως, τι σημαίνει επαναστατική γλώσσα εντέλει; Τι σημαίνει ποίηση ως πράξη εξέγερσης; Σημαίνει ότι πετάω όλα τα σκουπίδια μου μέσα; Έτσι εξεγείρομαι; Έτσι την απελευθερώνω;

Παιδιά, σας έχω νέα: η γλώσσα δεν χρειάζεται την κηδεμονία κανενός, γιατί είναι ζωντανή και χωρίς πρόθεση. Τη χρωματίζουν με την πρόθεσή τους αυτοί που τη χρησιμοποιούν, αυτούς πυροβολήστε - όχι τη γλώσσα. Και ακριβώς επειδή είναι ζωντανή οφείλουμε να αποτρέψουμε την κακοποίησή της. Ούτε και μπορούμε, για να αποφύγουμε το συμβιβασμό της να πάμε στο άλλο άκρο και να καταργήσουμε ό,τι αυτή δομεί. Δεν ασπάζομαι την άποψη του Βαγγέλη Κούτση, ούτε είμαι υπέρ του εξαγνισμού του λόγου, αλλά ναι, δεν αντέχω να βλέπω ούρα και άλλες σωματικές απεκκρίσεις ή αναπαραγωγικά όργανα μέσα στα ποιήματα, τα βρίσκω φτηνό τέχνασμα που προσπαθεί να επιτάξει την προσοχή των αναγνωστών. Ε, λοιπόν όχι, δεν το έχουμε ανάγκη! Αρκετή μαυρίλα έχει η ζωή μας, δεν χρειάζεται να την έχει και η ποίησή μας. Ας είναι λίγο πιο φωτεινή, ας είναι το κομμάτι μας που θα περισώσουμε, που θα διαφυλάξουμε.

Ίσως κάποιοι βρουν την παρατήρησή μου ελιτίστικη. Κι όμως. Χρειάζεται να διαφυλάξουμε κάτι - ας είναι η ποίηση αυτό το κάτι - και όσοι δεν κατανοούν την ανάγκη μιας τέτοιας διάσωσης δεν έχουν ιδέα του τι σημαίνει χρονική συνέχεια και ιστορική ευθύνη. Δεν έχουν πιθανώς βρεθεί στη ζωή τους σε στιγμή που ανοίγουν οι ασκοί του Αιόλου και χρειάζεται να επιστρατεύσεις ό,τι είσαι και ό,τι έχεις. Κι αν έχουν βρεθεί, τότε βρυχώνται ορμώμενοι από ένα σημείο θυμού. Χρήσιμος και ο θυμός, όταν όμως κατευθύνεται δημιουργικά, όχι όταν μας καταργεί στο όνομά του.

Το είπε και ο Τάσος Λειβαδίτης στο Βιολί για μονόχειρα: «ακριβώς όπως ένας άνθρωπος, ίσως, μπορεί να παίξει και μ' ένα χέρι βιολί, όταν με τ' άλλο πρέπει να κρατήσει τη ζωή του». Όταν με το ένα χέρι παίζουμε βιολί (γράφουμε ποίηση, μαγειρεύουμε, ερωτευόμαστε ή πάμε στη δουλειά μας), με το άλλο χέρι κρατάμε τη ζωή μας: δεν την φτηναίνουμε, δεν την ξεφτιλίζουμε ούτε την ξεπουλάμε υπέρ μιας ιδέας, ενός συναισθήματος ή για προσωπικό όφελος (κι αυτό καλύπτει όλο το φάσμα, από τη μία άκρη ως την άλλη). Είμαστε πάντα αυτοί που είμαστε: άνθρωποι με όλη τη σημασία της λέξης.


Χριστίνα Λιναρδάκη

2 σχόλια:

  1. Μήπως να ξαναδιαβάσεις το κείμενο; Δεν έχει σχέση με αυτά που γράφεις...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ναι, πιθανώς να μην είχε αν δεν ακολουθούσαν τα ποιήματα του Κάι Πολ (κυρίως). Το editorial δεν είναι μια θεωρητική ανάλυση του ο,τιδήποτε, έχει άμεση σχέση με το περιεχόμενο του τεύχους. Φαίνεται και από την τελευταία παράγραφο εξάλλου.

    Τι σημαίνει εντέλει "η ποίηση ως πράξη εξέγερσης"; Κατάργηση του σύμπαντος κόσμου; Δημιουργία ενός κάτι που απλά ενοχλεί; Ένα έχω να πω: όχι άλλος Σιοράν! Μεγάλη συζήτηση...

    ΑπάντησηΔιαγραφή