Τετάρτη, 20 Νοεμβρίου 2013

Δημοτική ποίηση - στο φως και στο σκοτάδι

Σε μια ανθρωποκεντρική και φυσιολατρική ποίηση όπως η δημοτική είναι αναμενόμενο η μέρα και η νύχτα να κατέχουν ιδιάζουσα σημασία τόσο σε ρεαλιστικό όσο και σε συμβολικό και μεταφυσικό επίπεδο. Η πορεία του ήλιου στον ουρανό οριοθετεί ημέρες και καταστάσεις, κάνει το πέρασμα του χρόνου μετρήσιμο μέγεθος: ο δημοτικός ποιητής στηρίζεται σ’αυτήν για να αποδώσει με την απαραίτητη ακρίβεια το πλαίσιο της ιστορίας.

Το φως και το σκοτάδι ως αυτοτέλειες, αλλά και ως συνδυασμός, αλληλεπιδρούν και αλληλοεξουδετερώνονται, συνυπάρχουν όμως σε μια δυναμική ισορροπία που καθιστά το δημοτικό τραγούδι πιστευτό και λειτουργικό. Η εναλλαγή της μέρας και της νύχτας προδιαθέτει το ακροατήριο για το ύφος του τραγουδιού και του επιτρέπει να ενταχθεί στο σύμπαν της διήγησης. Η παντελής απουσία του ήλιου και του φωτός γενικότερα, στα μοιρολόγια παραδείγματος χάριν, είναι ένα καταλυτικό στοιχείο όχι μόνο ατμόσφαιρας αλλά και συγκεκριμένων συνθηκών, κατατοπίζει τον νεκρό αλλά και όσους μένουν πίσω σχετικά με την νέα πραγματικότητα που τους περιμένει. Στα μοιρολόγια ειδικότερα, το μόνιμο σκοτάδι μετατρέπεται γρήγορα από περιγραφικό στοιχείο σε ένα ισχυρό σύμβολο: όπως δεν υπάρχει πια φως, έτσι δεν υπάρχει πλέον ίχνος ζωής και ελπίδα, η ατέλειωτη νύχτα είναι η νέα πραγματικότητα τόσο εξωτερικά όσο και ψυχολογικά. Η διαρκής νύχτα στον Άδη επιδρά και σε ένα άλλο επίπεδο: παγιώνει τον χρόνο σε μια λυμφατική κατάσταση, οι νεκροί μένουν στάσιμοι σε αυτή τη νέα πραγματικότητα που δεν έρχεται καμία ανατολή για να διαλύσει.

Ο κάτω κόσμος είν’κακός γιατί δεν ξημερώνει
Γιατί δεν κράζει ο πετεινός δεν κελαδεί τ’αηδόνι.
Εκεί νερό δεν έχουσι και ρούχα δε φορούσι,
Μόνο καπνό μαειρεύουσι και σκοτεινά δειπνούσι.[1]

Στα κλέφτικα τραγούδια η νύχτα είναι συνυφασμένη με την αβεβαιότητα και την αγωνία. Ο ύπνος είναι κατά κανόνα προάγγελος κακών και τα όνειρα των πολεμιστών δεν είναι η ανάπαυλα της μέρας, αλλά το αντίθετο: τα όνειρα και η νύχτα μεταφέρουν αμφίσημα μηνύματα, δεν καταλαγιάζουν τον φόβο της μάχης και καθιστούν έναν ούτως ή άλλως επικείμενο θάνατο μια σχεδόν αναπόφευκτη πραγματικότητα. Από την άλλη μεριά το κιβούρι του κλέφτη, ο μοναδικός τάφος στο νεοελληνικό φαντασιακό που βρίσκεται πάνω στη γη και όχι μέσα στο χώμα, δίνει την δυνατότητα στον νεκρό να συνεχίσει έστω και πλασματικά να έχει μια ζωή κατά τη διάρκεια της μέρας, όπως οι σύντροφοι που άφησε πίσω: μια κίνηση που συνδέει το φως του ήλιου με την μόνη δυνατή και έστω κατ’επίφαση εφικτή υπέρβαση του θανάτου. Είναι λοιπόν ο άνθρωπος των δημοτικών τραγουδιών καταλυτικά «ηλιοκεντρικός», και παρόλο που περιμένει το σκοτάδι της νύχτας ως συνέπεια της μέρας, του αναγνωρίζει ιδιότητες θανάτου και φόβου: το σκοτάδι έρχεται να αλλοιώσει τα περιγράμματα και να δώσει μια πρόγευση του Άδη.

Είδα απόψε στον ύπνο μουκ’είδα και στ΄όνειρό μου,
είχα μια γούνα κόκκινη κ’ένα πισλί γαλάζιο.
- «Ξήγα το Γιώργη μ’, ξήγα το, τί’ναι τ’όνειρό μου;»
- «Τί να σού ειπώ, Αντώνη μου, τι να σου μολοήσω.
Το κόκκινο είναι αγλήγορο και το πισλί φαρμάκι!»[2]

Κρις Λιβανίου

[1] Guy Saunier, Ελληνικά δημοτικά τραγούδια. Τα μοιρολόγια.εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 1999, σελ. 324.
[2] Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια (εκλογή), εκδ. Ακαδημία Αθηνών, σελ. 202.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου