Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου 2013

"Μερησαήρ, Μερησαήρ" του Αντώνη Ζέρβα

Πήραμε μια σημαντική απόφαση εδώ, στο στίγμαΛόγου. Από δω και στο εξής θα γράφουμε τη γνώμη μας για όλες τις συλλογές που πιάνουμε στα χέρια μας, όποια κι αν είναι αυτή. Βέβαια, το α΄ πληθυντικό πρόσωπο στην περίπτωση αυτή είναι ευφημισμός, μια και ο Ηλίας Παππάς, ως ενεργός ποιητής ο ίδιος, είναι πράγματι αδύνατο να γράφει κριτικές για άλλους ποιητές και η Κρις Λιβανίου είναι περισσότερο θεωρητικός της λογοτεχνίας, οπότε… ποιος μένει;



Η απόφαση αυτή αναπόφευκτα θα οδηγήσει σε κάποια αναδιαμόρφωση του ιστολογίου. Για παράδειγμα, δεν θα μπορούμε πια να έχουμε κατηγορία «συλλογές που μας άρεσαν» μόνο, όπως πέρυσι που ξεκινήσαμε το ιστολόγιο και σκεφτόμασταν πως θα είχαμε να γράψουμε για αρκετές συλλογές, προτού ανακαλύψουμε στην πορεία ότι επρόκειτο για ελπίδες φρούδες…

Κι ενώ σκεπτόμουν ότι θα πρέπει, κατ’ ανάγκην, να δημιουργηθεί μια νέα κατηγορία στο ιστολόγιο «συλλογές που δεν μας άρεσαν» ή κάτι τέτοιο ώστε να ξεχωρίσουμε την ήρα από το σιτάρι, έπιασα να διαβάσω το «Μερησαήρ, Μερησαήρ» του Αντώνη Ζέρβα και άρχισα να σκέφτομαι πως οι αυστηρές κατηγοριοποιήσεις τελικά δεν είναι εύκολο πράγμα.

Ήξερα ότι το «Μερησαήρ, Μερησαήρ» έχει ήδη συζητηθεί και έχει φανατικούς αναγνώστες, αλλά αυτός ήταν απλά ένας λόγος παραπάνω για μένα να το πλησιάσω με καχυποψία. Αυτό που τράβηξε την προσοχή μου στα ποιήματα του πρώτου μέρους (η συλλογή διαρθρώνεται σε τρία μέρη και αριθμεί 70 ποιήματα συν επίλογο συν επίμετρο) ήταν ο πεζολογικός χαρακτήρας τους – σε βαθμό που σκέφτηκα πως θα ήταν πιο έντιμο αν δεν υπήρχαν κοψίματα στίχων και το κείμενο ήταν ενιαίο, μια μικρή παράγραφος που θέλει να πει κάτι. Χρειάστηκε να διαβάσω τα πρώτα 36 ποιήματα, να ολοκληρώσω δηλ. τα δύο από τα τρία μέρη της συλλογής, για να αφήσω οριστικά πίσω μου οποιεσδήποτε σκέψεις τεχνικής φύσης.

Κι αυτό γιατί το τρίτο μέρος (ιδίως) είναι ο γνήσιος, ειλικρινέστατος θρήνος ενός ανθρώπου που έχασε τη σύντροφο της ζωής του και έχει μείνει αντιμέτωπος με το απόλυτο κενό και με την καρδιά του να σπαράζει. Δεν πρόκειται για persona, όχι, ο άνθρωπος που μιλάει και ο ποιητής είναι το ίδιο πρόσωπο κι αυτό το πρόσωπο ξεγυμνώνεται και μας δείχνει την απώλεια που έχει εισχωρήσει μέχρι το μεδούλι του και τον τρώει. Την ένταση των λόγων επιτείνουν οι φωτογραφίες του εξωφύλλου που δείχνουν μια νέα γυναίκα σε δύο ενσταντανέ και σε ένα τρίτο την ίδια σε μεγαλύτερη ηλικία, εμφανώς ταλαιπωρημένη από την ασθένεια και αναίσθητη ή ίσως νεκρή. Δεν νομίζω ότι θα υπάρξει άνθρωπος που είχε στη ζωή του μια σημαντική απώλεια αγαπημένου ανθρώπου και δεν θα νιώσει ότι το έργο αυτό τον αφορά. Επίσης, είμαι σίγουρη ότι θα κλάψει οπωσδήποτε σε κάποιο του σημείο.

Ποιος ο λόγος όμως να δημοσιεύσει κανείς έναν τέτοιο έργο, τόσο προσωπικό; Προφανώς ο ίδιος που έκανε τον Ινδό αυτοκράτορα Μουγκάλ Τζαχάν να χτίσει το Ταζ Μαχάλ: για να δημιουργήσει ένα μαυσωλείο που θα διατηρήσει την αγάπη του ζωντανή. Προσωπικά δεν πιστεύω ότι τόσος πόνος και μάλιστα δοσμένος με τόση αξιοπρέπεια (ακόμη και στο τρίτο μέρος που το συναίσθημα αναλαμβάνει εμφανώς τα ηνία και η εξομολόγηση βαθαίνει) θα άφηνε περιθώριο σε σκέψεις εκμετάλλευσης για προσωπικό όφελος.

Κι αφού διαρκώς επανέρχομαι στο τρίτο μέρος της συλλογής, γεννάται η εύλογη απορία: μήπως θα έφτανε μόνο το τρίτο μέρος και η υπόλοιπη συλλογή είναι περιττή; Πιστεύω πως όχι, γιατί τα άλλα δύο συνθέτουν ένα συγκείμενο βασικό για τη δημιουργία της σωστής ατμόσφαιρας και την κλιμάκωση της έντασης που βιώνουμε στο τρίτο. Ίσως όμως τα άλλα δύο θα μπορούσαν να είναι πιο μικρά.

Η συλλογή «Μερησαήρ, Μερησαήρ» είναι η δεύτερη που διαβάζω φέτος και ασχολείται με τον θάνατο. Η πρώτη ήταν του Σάκη Σερέφα «Γιάννης Μαρία Χένριξ» από τις εκδόσεις Ίκαρος. Ο κ. Σερέφας έγραψε ποιήματα για απροσδόκητα περιστατικά θανάτου που σημειώθηκαν στη Θεσσαλονίκη το δεύτερο μισό του 20ού αι. και καταγράφηκαν από την εφημερίδα Μακεδονία. Οι δύο συλλογές δεν έχουν καμία ομοιότητα, μολονότι η θεματική τους είναι φαινομενικά η ίδια. Η μία (Μερησαήρ) είναι μια κατάθεση ψυχής που συγκλονίζει, η δεύτερη (Γιάννης Μαρία Χένριξ) μια εγκεφαλική υπόθεση που προσωπικά αμφισβητώ ότι πρόκειται για ποίηση και μάλιστα το έγραψα και δημοσία (στο facebook).

Διαβάζοντας το «Μερησαήρ, Μερησαήρ», υπήρξαν στιγμές που ένιωσα αμηχανία, σαν να κοιτούσα μέσα από μια κλειδαρότρυπα τα άδυτα της σχέσης ενός ζευγαριού και το «γράψιμό» τους στην ψυχή του άνδρα. Παρά το βάθος και την έντασή της, πάντως, η συλλογή αντιστέκεται στην αποθησαύριση: μέσα σε σύνολο 70+ ποιημάτων δεν νομίζω ότι θα μπορέσει κανείς να βρει περισσότερους από 15 στίχους-αποφθέγματα που να στέκονται αυτόνομα και να είναι δυνατή η απομόνωσή τους. Τεχνικά, υπάρχουν αρκετά σημεία στα οποία η συλλογή θα μπορούσε να είναι καλύτερη. Όχι όμως ότι αυτό έχει μεγάλη σημασία όταν κανείς θρηνεί με τον τρόπο του Αντώνη Ζέρβα:
Τι είναι απουσία; Η κατάργηση της πλησιότητας,
η εισβολή της αμεσότητας χωρίς παράδειγμα,
το έξω απέναντι στο έξω, ο φόβος απέναντι στον φόβο
ώστε μόνο η κόλαση να δικαιώνει. (26)
Απουσία είναι να μην έχεις κοντά σου την αγάπη σου, να ψάχνεις την αμεσότητα της επαφής έτσι όπως την ήξερες και να μη μπορείς να τη βρεις σε κανέναν, να είσαι έξω, έξω από τη ζωή, έξω κι από τον θάνατο και να φοβάσαι και τα δύο, έτσι ώστε μόνο η κόλαση να δικαιώνει…


Χριστίνα Λιναρδάκη

ΥΓ: Θα ήθελα να προσθέσω δύο σημεία που μου έθιξε ο κ. Ζέρβας, αφού πρώτα διορθώσω τη λέξη "πεζολογικός" χαρακτήρας σε "αφηγηματικός", μια και η λέξη "πεζολογικός" έχει αρνητική συνεκδοχή την οποία δεν είχα πρόθεση να υπαινιχθώ όταν έγραφα τη φράση. Προσθέτω λοιπόν ότι: (α) το Μερησαήρ είναι ουσιαστικά μοιρολόι, είδος κατ' εξοχήν - και ιστορικά - αφηγηματικό. (β) Με τη λέξη Μερησαήρ τέλειωνε η "Ανάσταση της Κυρά Τσίνης" (Καστανιώτης 1983) του Αντώνη Ζέρβα. Εκεί το παρατσούκλι ταυτιζόταν με την ανατολή του ελληνικού λόγου στη συνείδηση ενός νέου άνδρα. Ύστερα από τριάντα τόσα χρόνια, με την τελευταία συλλογή, η ίδια λέξη γίνεται η δύση του...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου