Τετάρτη, 2 Οκτωβρίου 2013

Κλέφτικα τραγούδια: μια ιδιάζουσα περίπτωση ατομικής συνείδησης

Τα κλέφτικα τραγούδια αποτελούν μια ξεχωριστή κατηγορία στην ελληνική λαϊκή ποίηση, τόσο λόγω ιστορικών περιστάσεων όσο και γεωγραφικών ιδιαιτεροτήτων. Δημιουργήθηκαν στη λαϊκή συνείδηση ως απάντηση σε συγκεκριμένες συνθήκες και διαδόθηκαν για να καλύψουν τις καινούριες ανάγκες που προήλθαν από αυτές τις ανατροπές.

Σε αντίθεση με τις άλλες κατηγορίες δημοτικών τραγουδιών όπως τα μοιρολόγια, οι παραλογές ή τα τραγούδια της ξενιτιάς των οποίων οι ρίζες χάνονται στον χρόνο, τα κλέφτικα θα έλεγε κανείς πως είναι νεαρά σε ηλικία: εμφανίστηκαν επί Τουρκοκρατίας και περιορίστηκαν σχεδόν αποκλειστικά στην ηπειρωτική Ελλάδα. Ένα από τα βασικά δομικά χαρακτηριστικά τους είναι η συγκεκριμένη αναφορά σε τοποθεσίες, χωριά και ονόματα αγωνιστών, κάτι που τους προσδίδει μια ιδιόμορφη αύρα ρεαλισμού: τα κλέφτικα έχουν συγκεκριμένο αντικείμενο και υπάρχουν για να διηγηθούν μια ορισμένη ιστορία. Εκεί που στις παραλογές και στα μοιρολόγια αναφέρεται ένας Γιάννης ή κάποιος Κωνσταντής, που θα μπορούσε ουσιαστικά να είναι οποιοσδήποτε δεδομένου ότι πρόκειται για συμβολικό πρόσωπο, τα κλέφτικα αφορούν συγκεκριμένες οικογένειες που αναφέρονται ονομαστικά: είναι φανερό ότι η διαδικασία της μυθοποίησης αλλάζει για να καλύψει νέες ανάγκες.

Ο κύριος λόγος για τον οποίο τα κλέφτικα τραγούδια παίρνουν έναν ξεκάθαρα προσωποκεντρικό χαρακτήρα είναι επειδή την δεδομένη χρονική στιγμή οι Έλληνες θεμελιώνουν ατομική και πολιτική συνείδηση. Οι ιστορικές συγκυρίες αλλά και οι κοινωνικές δομές της συγκεκριμένης εποχής ωθούν το ακροατήριο του δημοτικού ποιητή σε μια συνειδητοποίηση της ελληνικότητάς του ως στοιχείο ταυτόχρονα ατομικής και συλλογικής ταυτότητας: η Επανάσταση αρχίζει να παίρνει σάρκα και οστά τουλάχιστον στο συλλογικό φαντασιακό. Τραγουδώντας τα κατορθώματα και τη γενναιότητα των κλεφτών αρχικά και των αρματολών αργότερα, ο λαϊκός ποιητής ιχνογραφεί ένα νέο είδος ήρωα: ενός υπαρκτού προσώπου, ακόμα εν ζωή την στιγμή που φτιάχνεται το τραγούδι, με οικογένεια και καταγωγή, σήμερα θα λέγαμε με διεύθυνση κατοικίας. Είναι το πρότυπο του ήρωα που θα αποτελέσει την έμπνευση για τον Αγώνα, του ανθρώπου που συνειδητά επιλέγει τον θάνατο από τη σκλαβιά.

Και αυτό είναι μια βαθιά αντιφατική αντίληψη για την ουμανιστική φιλοσοφία των δημοτικών τραγουδιών, τουλάχιστον κατ’επίφαση. Ο κλέφτης λαμβάνει συνειδητές αποφάσεις για το προσωπικό του μέλλον σε ατομικό επίπεδο, διαγράφει την δική του πορεία, οριοθετεί τους δικούς του κανόνες ηθικής και επιλέγει να πεθάνει από το να τους προδώσει: στο σημείο αυτό έχουμε μια αποφασιστική καμπή στην φιλοσοφία της δημοτικής ποίησης, περνάμε από το καθαρά συλλογικό επίπεδο στην ατομική διάσταση του ήρωα.

Η ανάγκη του κλέφτη για ελευθερία και  αυτοδιάθεση είναι αυτό που του δίνει τελικά την πολιτική συνείδηση που είναι απαραίτητη σε κάθε επανάσταση: ορίζει τον εαυτό του κατά την κρίση του, πολεμάει μέχρις εσχάτων για να εξασφαλίσει αυτό το δικαίωμα και πληρώνει τις συνέπειες με τη ζωή του. Είναι η μόνη περίπτωση στην δημοτική ποίηση όπου ο θάνατος είναι προτιμότερος από μια ζωή κενή από ιδανικά και, παραδόξως, η μοναδική φορά που είναι απογυμνωμένος από τον φόβο: ο κλέφτης δεν θα έχει τάφο στο χώμα αλλά ένα κιβούρι με παράθυρο για να πολεμάει τους εχθρούς και να χαίρεται την άνοιξη και τη φύση. Η αναπόφευκτη σήψη και η αλλοίωση που φέρνει ο θάνατος στα μοιρολόγια μετατρέπεται εδώ σε ελπίδα: ο νεκρός πολεμιστής έχει ένα θάνατο κατ’εικόνα της ζωής του, όπως του αξίζει.
Τριάντα χρόνια αρματολός κι είκοσι έχω κλέφτης
και τώρα μ’ ήρθε θάνατος και θέλω να πεθάνω.
Κάμετε το κιβούρι μου πλατύ, ψηλό να γένη,
να στέκω ορθός να πολεμώ και δίπλα να γεμίζω.
Κι από το μέρος το δεξί αφήστε παρεθύρι,
τα χελιδόνια νά ‘ρχονται, την άνοιξη να φέρνουν,
και τ’αηδόνια τον καλό τον Μάη να με μαθαίνουν.[1]

Κρις Λιβανίου


[1] «Ο τάφος του Δήμου» in: Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια, εκδ. Βασική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, σελ. 184.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου