Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2013

Ο Τάσος Λειβαδίτης, σήμερα, 25 χρόνια από το θάνατό του

Ο Τάσος Λειβαδίτης ήταν και είναι ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές μας, όχι μόνο λόγω της πολιτικής του δράσης αλλά και λόγω της αντοχής του μέσα στο χρόνο, παρά την ολοκληρωτική ποιητική του παράδοση στην ανισόρροπη χίμαιρα της ευαισθησίας.

Δεν είμαι οπαδός των παραδοσιακών αναλύσεων ή αφιερωμάτων που μπορείτε να διαβάσετε καρμπόν από τον ένα ιστότοπο στον άλλο ή από το ένα περιοδικό στο επόμενο. Πληροφορίες για την ημερομηνία γέννησής του, το θάνατό του, τη δράση του με την αριστερά, τον εξορισμό του στη Μακρόνησο, στο Μούδρο και στον Αι Στράτη, τη φυλάκισή του και λοιπά πολλά, μπορείτε να εντοπίσετε εύκολα στη Wikipedia ή στο YouTube. Εγώ τα προτιμώ κάπως... αλλιώς.

Τον Λειβαδίτη τον πρωτοδιάβασα σχεδόν τυχαία, έφηβος ακόμη, καθώς προσπαθούσα να εξαπλώσω τους ποιητικούς μου ορίζοντες (τρομάρα μου). Εκεί, δίπλα κυρίως από τον Ρίτσο, σε ένα «αριστερό» ράφι, αν μου επιτρέπετε, την εποχή που η Πρωτοπορία στη Γραβιάς, πάνω από την Κάνιγγος, γνώριζε ωραίες δόξες, το μάτι μου έπεσε στο «Βιολί για Μονόχειρα».

Το πνιχτό καφέ του εξωφύλλου, το μικρό του σχήμα, το λιτό έως λιποθυμίας στήσιμο μου κέντρισαν το ενδιαφέρον και το ξεφύλλισα. Άρχισα να γυρίζω τις σελίδες μία μία, με στόχο να πετύχω κάποιο από τα διάσημα «μπλόκα» των ποιητών, όπου ενεργοποιούνται όταν η ποίησή τους γίνεται πολύ… απλή, κατανοητή, καθημερινή αν θέλετε, δίχως όμως επιτυχία.

Είχα στα χέρια μου ένα ποιητικό βιβλίο, έναν ποιητή, όπου δεν έκρυβε τίποτα. Δεν ωραιοποιούσε τίποτα. Δεν μπέρδευε τίποτα.

Παρένθεση - να σας πω ένα μυστικό: το μεγαλύτερο ποσοστό των ποιητών, όταν δεν έχουν τι να πουν ή τι να γράψουν, γίνονται «πολυσύνθετοι», «πολυσήμαντοι», «πολυλεξικοί» και χρησιμοποιούν την ποιητική α(η)δεία για να κρύψουν τις αδυναμίες τους. Που σημαίνει, κάνουν τον αναγνώστη να αισθάνεται ηλίθιος για να τη γλυτώνουν - κλείνει η παρένθεση.

Ο Λειβαδίτης δεν είχε πουθενά τέτοια ψήγματα. Και αυτό είναι το πρώτο χαρακτηριστικό που τον κάνει μεγάλο ποιητή. Δεν φοβάται να αναμετρηθεί με τους πιο πεζούς συναισθηματισμούς, ένα ξεραμένο γαρύφαλλο, ένα παιδί χλωμό, ένα σταυροδόμι κ.α., με σκοπό να μεταμορφώσει τις πιο βασανιστικά κλισέ εικόνες σε εργαλεία εξορκισμού. Επειδή ο Λειβαδίτης στην ουσία δεν είναι ποιητής, αλλά εξορκιστής.

Το πρόβλημα, βέβαια, απ’ όταν άρχισα να τον διαβάζω βαθύτερα, και αφού τα χρόνια πέρασαν σωρό, ήταν μεγάλο. Και λέω μεγάλο γιατί όταν κλείσεις ένα βιβλίο του ή τελειώσεις έναν στίχο του, αυτός χρειάζεται σημαντική εργασία για να αποκολληθεί από μέσα σου. Που σημαίνει ότι κουβαλάς τη λύπη που τον γέννησε, αυτή την οραματική μελαγχολία που ούτε ο συν-ποιητής του Ρίτσος κατάφερε να φτάσει.

Με άλλα λόγια, αν δεν είσαι έτοιμος να ακολουθήσεις τον Λειβαδίτη εκεί ακριβώς που πηγαίνει, τότε μην ξεκινήσεις καν να τον ακολουθείς.

Αυτό είναι το δεύτερο χαρακτηριστικό της αξίας του, η «βιωματικότητά» του. Ακριβώς επειδή η ευαισθησία που τον διέπει έχει ρίξει όλες τις ασφαλιστικές του δικλείδες, αντιμετωπίζει τα πάντα, πρώτα από το προσωπικό του φίλτρο και έπειτα από το κοινωνικό, ως συνθέσεις μιας ευρύτερης ευαισθησίας, που περιλαμβάνει και καταπίνει τον αναγνώστη.

Έτσι, η ελπίδα, η αγάπη, η λύτρωση, π.χ. δεν είναι έννοιες που συλλαμβάνονται μυστικιστικά, μέσω μιας πανοραμικής σοφίας, αλλά έννοιες που αποκαλύπτονται μόνο στο τέλος του ταξιδιού και αφού το πικρό ποτήρι έχει αδειάσει.

Σε περίπτωση που ο αναγνώστης βρίσκεται σε ιδιαίτερη συναισθηματική φόρτιση, εξ εμπειρίας μιλώ, τότε η ποίηση του Λειβαδίτη είναι ικανή να γεννήσει μιαν αδέσποτη λύπη, ικανή να στραγγίσει κάθε γραμμάριο χαράς και αισιοδοξίας.

Το δεύτερο αυτό στάδιο είναι το πιο δύσκολο. Ο εν λόγω ποιητής δεν προστατεύει καθόλου τον αναγνώστη. Ποτέ:

«Γι’ αυτό σου λέω. Μην κοιμάσαι: είναι επικίνδυνο. Μην ξυπνάς: Θα μετανιώσεις», συμβουλεύει ο Λειβαδίτης και θρυμματίζει όποιον τον διαβάζει.

Εντούτοις, έχει λόγο που το κάνει.

Η ζωή του Λειβαδίτη ακολούθησε μια κακοτράχαλη ανηφόρα, ξεκινώντας από ευκατάστατη οικογένεια (που δεν είχε μάλιστα «αριστερά» πιστεύω), για να βρεθεί ξεγυμνωμένος και φτωχότερος, υλικά και πνευματικά, από τα κομματικά τέρατα όλων των δυνατών κατευθύνσεων, που κατατρώνε τις σάρκες μας μέχρι και σήμερα.

Ξέρει ακριβώς τι σημαίνει η καταστροφή παιδικών ονείρων, η προδοσία των ιδεών, η πολιτική ευτέλεια που μετατρέπεται σε κοινωνική ένδεια και όλα αυτά που διαμορφώνουν μια ποιητική προσωπικότητα. Δεν κάνει πουθενά σκόντο κι έτσι είναι λογικό να θέλει να πάρει μαζί του και τον αναγνώστη, χέρι χέρι, κι όπου βγει.

Εκεί όμως που βγαίνει, το ξέφωτο αυτό που καταλήγει, είναι το τρίτο και ύψιστο στάδιο της ποίησης του Λειβαδίτη. Όσοι δεν κάνουν πίσω, όσοι τον ακολουθούν μέχρι τέλος, ανταμείβονται με μια πνευματική δεύτερη ζωή, σχεδόν φαντασμαγορική, όπου η καθημερινότητα και η πάλη, οποιαδήποτε πάλη, γίνεται όχημα διαφυγής.

Η νοσταλγία νικιέται γιατί οικειοποιείται, ο πόνος ενσωματώνεται διότι γίνεται αποδεκτός, η αγάπη κατατροπώνει επειδή ακριβώς είναι πεθαμένη και η δύναμη της πράξης, του σκοπού και του στόχου αποκτά σάρκα και οστά, δίχως φρου φρου και αρώματα:

«Γατί το πρόβλημα, φίλοι μου, δεν είναι να σώσεις τον κόσμο, αλλά να τον σώσεις την ερχόμενη Πέμπτη.»

Είναι το σημείο όπου ο άνθρωπος βρίσκει πάλι τον εαυτό του και οι μικρές ιδέες, έστω για μια φορά, νικάνε κατά κράτος τις μεγάλες. 

Ηλίας Θ. Παππάς


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου