Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2013

Ο Τάσος Λειβαδίτης, σήμερα, 25 χρόνια από το θάνατό του

Ο Τάσος Λειβαδίτης ήταν και είναι ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές μας, όχι μόνο λόγω της πολιτικής του δράσης αλλά και λόγω της αντοχής του μέσα στο χρόνο, παρά την ολοκληρωτική ποιητική του παράδοση στην ανισόρροπη χίμαιρα της ευαισθησίας.

Δεν είμαι οπαδός των παραδοσιακών αναλύσεων ή αφιερωμάτων που μπορείτε να διαβάσετε καρμπόν από τον ένα ιστότοπο στον άλλο ή από το ένα περιοδικό στο επόμενο. Πληροφορίες για την ημερομηνία γέννησής του, το θάνατό του, τη δράση του με την αριστερά, τον εξορισμό του στη Μακρόνησο, στο Μούδρο και στον Αι Στράτη, τη φυλάκισή του και λοιπά πολλά, μπορείτε να εντοπίσετε εύκολα στη Wikipedia ή στο YouTube. Εγώ τα προτιμώ κάπως... αλλιώς.

Τον Λειβαδίτη τον πρωτοδιάβασα σχεδόν τυχαία, έφηβος ακόμη, καθώς προσπαθούσα να εξαπλώσω τους ποιητικούς μου ορίζοντες (τρομάρα μου). Εκεί, δίπλα κυρίως από τον Ρίτσο, σε ένα «αριστερό» ράφι, αν μου επιτρέπετε, την εποχή που η Πρωτοπορία στη Γραβιάς, πάνω από την Κάνιγγος, γνώριζε ωραίες δόξες, το μάτι μου έπεσε στο «Βιολί για Μονόχειρα».

Το πνιχτό καφέ του εξωφύλλου, το μικρό του σχήμα, το λιτό έως λιποθυμίας στήσιμο μου κέντρισαν το ενδιαφέρον και το ξεφύλλισα. Άρχισα να γυρίζω τις σελίδες μία μία, με στόχο να πετύχω κάποιο από τα διάσημα «μπλόκα» των ποιητών, όπου ενεργοποιούνται όταν η ποίησή τους γίνεται πολύ… απλή, κατανοητή, καθημερινή αν θέλετε, δίχως όμως επιτυχία.

Είχα στα χέρια μου ένα ποιητικό βιβλίο, έναν ποιητή, όπου δεν έκρυβε τίποτα. Δεν ωραιοποιούσε τίποτα. Δεν μπέρδευε τίποτα.

Παρένθεση - να σας πω ένα μυστικό: το μεγαλύτερο ποσοστό των ποιητών, όταν δεν έχουν τι να πουν ή τι να γράψουν, γίνονται «πολυσύνθετοι», «πολυσήμαντοι», «πολυλεξικοί» και χρησιμοποιούν την ποιητική α(η)δεία για να κρύψουν τις αδυναμίες τους. Που σημαίνει, κάνουν τον αναγνώστη να αισθάνεται ηλίθιος για να τη γλυτώνουν - κλείνει η παρένθεση.

Ο Λειβαδίτης δεν είχε πουθενά τέτοια ψήγματα. Και αυτό είναι το πρώτο χαρακτηριστικό που τον κάνει μεγάλο ποιητή. Δεν φοβάται να αναμετρηθεί με τους πιο πεζούς συναισθηματισμούς, ένα ξεραμένο γαρύφαλλο, ένα παιδί χλωμό, ένα σταυροδόμι κ.α., με σκοπό να μεταμορφώσει τις πιο βασανιστικά κλισέ εικόνες σε εργαλεία εξορκισμού. Επειδή ο Λειβαδίτης στην ουσία δεν είναι ποιητής, αλλά εξορκιστής.

Το πρόβλημα, βέβαια, απ’ όταν άρχισα να τον διαβάζω βαθύτερα, και αφού τα χρόνια πέρασαν σωρό, ήταν μεγάλο. Και λέω μεγάλο γιατί όταν κλείσεις ένα βιβλίο του ή τελειώσεις έναν στίχο του, αυτός χρειάζεται σημαντική εργασία για να αποκολληθεί από μέσα σου. Που σημαίνει ότι κουβαλάς τη λύπη που τον γέννησε, αυτή την οραματική μελαγχολία που ούτε ο συν-ποιητής του Ρίτσος κατάφερε να φτάσει.

Με άλλα λόγια, αν δεν είσαι έτοιμος να ακολουθήσεις τον Λειβαδίτη εκεί ακριβώς που πηγαίνει, τότε μην ξεκινήσεις καν να τον ακολουθείς.

Αυτό είναι το δεύτερο χαρακτηριστικό της αξίας του, η «βιωματικότητά» του. Ακριβώς επειδή η ευαισθησία που τον διέπει έχει ρίξει όλες τις ασφαλιστικές του δικλείδες, αντιμετωπίζει τα πάντα, πρώτα από το προσωπικό του φίλτρο και έπειτα από το κοινωνικό, ως συνθέσεις μιας ευρύτερης ευαισθησίας, που περιλαμβάνει και καταπίνει τον αναγνώστη.

Έτσι, η ελπίδα, η αγάπη, η λύτρωση, π.χ. δεν είναι έννοιες που συλλαμβάνονται μυστικιστικά, μέσω μιας πανοραμικής σοφίας, αλλά έννοιες που αποκαλύπτονται μόνο στο τέλος του ταξιδιού και αφού το πικρό ποτήρι έχει αδειάσει.

Σε περίπτωση που ο αναγνώστης βρίσκεται σε ιδιαίτερη συναισθηματική φόρτιση, εξ εμπειρίας μιλώ, τότε η ποίηση του Λειβαδίτη είναι ικανή να γεννήσει μιαν αδέσποτη λύπη, ικανή να στραγγίσει κάθε γραμμάριο χαράς και αισιοδοξίας.

Το δεύτερο αυτό στάδιο είναι το πιο δύσκολο. Ο εν λόγω ποιητής δεν προστατεύει καθόλου τον αναγνώστη. Ποτέ:

«Γι’ αυτό σου λέω. Μην κοιμάσαι: είναι επικίνδυνο. Μην ξυπνάς: Θα μετανιώσεις», συμβουλεύει ο Λειβαδίτης και θρυμματίζει όποιον τον διαβάζει.

Εντούτοις, έχει λόγο που το κάνει.

Η ζωή του Λειβαδίτη ακολούθησε μια κακοτράχαλη ανηφόρα, ξεκινώντας από ευκατάστατη οικογένεια (που δεν είχε μάλιστα «αριστερά» πιστεύω), για να βρεθεί ξεγυμνωμένος και φτωχότερος, υλικά και πνευματικά, από τα κομματικά τέρατα όλων των δυνατών κατευθύνσεων, που κατατρώνε τις σάρκες μας μέχρι και σήμερα.

Ξέρει ακριβώς τι σημαίνει η καταστροφή παιδικών ονείρων, η προδοσία των ιδεών, η πολιτική ευτέλεια που μετατρέπεται σε κοινωνική ένδεια και όλα αυτά που διαμορφώνουν μια ποιητική προσωπικότητα. Δεν κάνει πουθενά σκόντο κι έτσι είναι λογικό να θέλει να πάρει μαζί του και τον αναγνώστη, χέρι χέρι, κι όπου βγει.

Εκεί όμως που βγαίνει, το ξέφωτο αυτό που καταλήγει, είναι το τρίτο και ύψιστο στάδιο της ποίησης του Λειβαδίτη. Όσοι δεν κάνουν πίσω, όσοι τον ακολουθούν μέχρι τέλος, ανταμείβονται με μια πνευματική δεύτερη ζωή, σχεδόν φαντασμαγορική, όπου η καθημερινότητα και η πάλη, οποιαδήποτε πάλη, γίνεται όχημα διαφυγής.

Η νοσταλγία νικιέται γιατί οικειοποιείται, ο πόνος ενσωματώνεται διότι γίνεται αποδεκτός, η αγάπη κατατροπώνει επειδή ακριβώς είναι πεθαμένη και η δύναμη της πράξης, του σκοπού και του στόχου αποκτά σάρκα και οστά, δίχως φρου φρου και αρώματα:

«Γατί το πρόβλημα, φίλοι μου, δεν είναι να σώσεις τον κόσμο, αλλά να τον σώσεις την ερχόμενη Πέμπτη.»

Είναι το σημείο όπου ο άνθρωπος βρίσκει πάλι τον εαυτό του και οι μικρές ιδέες, έστω για μια φορά, νικάνε κατά κράτος τις μεγάλες. 

Ηλίας Θ. Παππάς


Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

Διαβάσαμε... στο «φάρμακο» - νέο εξαμηνιαίο περιοδικό για τη διερεύνηση του ποιητικού φαινομένου

Το αλίευσα σε ένα ωραίο νέο βιβλιοπωλείο στην Πλατεία Καρύτση, τον Μωβ Σκίουρο. Ιδού το editorial:

Το ανοιχτό πεδίο
Τι συμβαίνει στην καλλιτεχνική και ειδικότερα την ποιητική σκηνή μιας χώρας που βρίσκεται σε καθεστώς κρίσης; Αν σκεφτούμε τις ιστορικές συνθήκες μέσα στις οποίες οι Έλληνες ποιητές του προηγούμενου αιώνα δημιούργησαν το έργο τους, από τις αρχές του μέχρι την αποκατάσταση της δημοκρατίας το 1974, θα δούμε ότι έδρασαν σε αλλεπάλληλες εποχές κρίσης: δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, δύο πτωχεύσεις, εμφύλιος πόλεμος και επταετής δικτατορία. Ο καλλιτέχνης έτσι κι αλλιώς βρίσκεται σε σύγκρουση με το περιβάλλον του. Μπορεί να μη συμβαδίζει πάντα με την εποχή του,γιατί δεν την ερμηνεύει απλά, τη διαμορφώνει εσωτερικά, και τα αποτελέσματα της επιρροής του μπορεί να χρειαστούν πολλά χρόνια να αναφανούν. Η Ελλάδα είναι ένας τόπος έντονων αντιφάσεων, που εντείνονται ακόμα περισσότερο μέσα στις συνθήκες της κρίσης. Αν το αντέχει κανείς, παρακολουθεί ένα τοπίο που μεταμορφώνεται διαρκώς, όπου τίποτα δεν είναι ακόμα πλήρως διαμορφωμένο, και αυτό δίνει την αίσθηση (ψευδαίσθηση;) ότι μπορεί και ο ίδιος να είναι μέρος του γίγνεσθαι, ότι η θέση του δεν είναι καθορισμένη, ότι ο κόσμος δεν είναι αποπερατωμένο έργο, αλλά πεδίο δράσης.

Πώς θα μπορέσουμε να βρούμε τα ερμηνευτικά εργαλεία για να κατανοήσουμε τη θέση μας και τις ιδιαιτερότητες της εποχής μας; Είναι δυνατόν ένας καλλιτέχνης να περιγράψει τον πόνο του, ενώ ακόμα πονάει; Ως πολίτης μπορεί να εκφράσει τη γνώμη του ή να δράσει ανταποκρινόμενος στην επείγουσα φύση των γεγονότων,αλλά ως καλλιτέχνης οφείλει να ακολουθήσει τους όρους της τέχνης του, η οποία απαιτεί την απόσταση και την επεξεργασία των συνθηκών, χρειάζεται χρόνο για βαθύτερη κατανόηση, για να δια-κρίνει κανείς μέσα από τους κοινούς τόπους και τις προφανείς δια-πιστώσεις που προβάλλουν ως αλήθειες.«…το να αντιλαμβάνεται κανείς το βάρος των γεγονότων, χωρίς να υποκύπτει στον πειρασμό να μετατραπεί σε απλό καταγραφέα, είναι από τους δυσκολότερους γρίφους που αντιμετωπίζει κάποιος που ασκεί την τέχνη της ποίησης. Απαιτεί δεξιοτεχνία στην επιλογή των μέσων κι ένα είδος απόσταξης του υλικού για να κερδηθεί η απόσταση που χρειάζεται προκειμένου να αναστοχαστεί κανείς για τα ζητήματα του κόσμου όπως έχουν, χωρίς ψευδαισθήσεις», γράφει ο Τσέσλαβ Μίλοζ.

Αυτό που προβάλλει σήμερα ως εξαιρετικά επείγον είναι ότι εδώ αντιμετωπίζουμε μια κρίση ταυτότητας και ιδεών περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Πρόκειται για μία κατάσταση που εγείρει πολλά ερωτήματα σχετικά με το τι θεωρούμε αποδεκτό στο πολιτικό πεδίο ή σε τι είδους κοινωνία θέλουμε να ζούμε. Η ποίηση δεν ανήκει μόνο σε αυτούς που τη διαβάζουν και τη γράφουν,είναι συστατικό του κόσμου και συμπλέκεται μαζί του με τρόπους που μπορεί να μη γίνονται ευρέως και άμεσα αντιληπτοί, αν όμως εξαφανιζόταν, οι συνέπειες θα ήταν ανυπολόγιστες. Ας μην ανησυχούμε λοιπόν αν οι καιροί, όπως λέγεται, είναι αντιποιητικοί,αν οι άνθρωποι εμφορούνται αποκλειστικά από την επείγουσα ανάγκη της επιβίωσης. Οι λέξεις είναι επιβίωση, όπως και το ψωμί. Ο ποιητής είναι ένας ιδιαίτερος δέκτης και γι’ αυτό μπορεί να γίνει ένας ιδιαίτερος, ευαίσθητος πομπός. Προσοχή όμως: σε δύσκολες εποχές όπως αυτές που ζούμε, εγείρεται η απαίτηση προς την τέχνη να δώσει απαντήσεις. Η τέχνη, η ποίηση, είναι το πεδίο του πολλαπλασιασμού των ερωτήσεων, αλλιώς χάνει το κρίσιμο χαρακτηριστικό της που είναι η ελευθερία. Αυτή η έκκληση για απαντήσεις είναι μια συγκεκαλυμμένη καχυποψία που η κοινωνία προτάσσει απέναντι στην ποίηση: ότι, δηλαδή, οφείλει να αποδείξει τη χρησιμότητά της, να γίνει μετρήσιμο μέγεθος.

Ο λόγος της ποίησης οργανώνεται ως τομή, αναστοχασμός και ανάδραση, δηλαδή γλώσσα που είναι πρόσκληση για σκέψη. Στον μετακαπιταλιστικό κόσμο η γλώσσα λειτουργεί σαν κυριαρχική δομή, χρησιμοποιείται ευρέως σαν εργαλείο και αξιολογείται με βάση τις εφαρμογές της. Ακόμα χειρότερα, ο κόσμος αυτός διαστρεβλώνει τις ίδιες τις έννοιες χρησιμοποιώντας τη γλώσσα προς όφελός του, κλέβει τον μεταφορικό λόγο και τον μεταχειρίζεται για να αποσιωπήσει ή να συγκαλύψει τον ολοκληρωτισμό που λανθάνει στον πυρήνα του. Η ποίηση, αποδίδοντας στις λέξεις το καθαρό τους νόημα και εξαρθρώνοντας την εργαλειακή γλώσσα,φέρνει μαζί της τη δυνατότητα να αρνηθούμε την τάξη των πραγμάτων ως έχουν. Επαναφέροντας την πίστη στην ιερότητα των πραγμάτων που ονομάζει, με άλλα λόγια στο δικαίωμά τους να υπάρχουν, μας βοηθάει να διατηρήσουμε την ανθρωπιά μας.

Σε πιο απροκάλυπτα ολοκληρωτικά καθεστώτα ένα ποίημα μπορούσε να αποτελέσει απειλή για την τάξη. Σήμερα, ο τρόπος που επιβάλλεται η εξουσία είναι πιο εκλεπτυσμένος και ύπουλος, αλλά και εσωτερικευμένος, έτσι ώστε τις περισσότερες φορές δεν καταλαβαίνουμε καν ότι βρισκόμαστε υπό έλεγχο. Η γλώσσα της ποίησης δεν ακουμπά σε παγιωμένες βεβαιότητες, είναι γλώσσα της δυνατότητας, της αμφιβολίας και της διερεύνησης, ένας χώρος κινδύνου που θέτει υπό αμφισβήτηση τις ιδέες και τα διαμορφωμένα πιστεύω μας, ακόμα και την αντίληψή μας. Δεν ισχυρίζεται ότι γνωρίζει αλλά μάλλον ανα-γνωρίζει τα πράγματα γι’ αυτό που είναι. Διατυπώνει έτσι, λοιπόν, μια πολιτική στάση απέναντι στο άγνωστο, το μη κατανοητό, το ξένο. Η ποίηση είναι άσκηση στην ετερότητα και για τον συγγραφέα και για τον αναγνώστη, γιατί μέσα στην ποίηση ακούμε τα βήματα των άλλων, το ποίημα είναι πέρασμα, και εξαιτίας του διασχίζουμε σύνορα, γένη, δομές, καταστροφές και μεταμορφώσεις. Το να διαβάζεις ή να γράφεις ένα ποίημα είναι μια συνειδητή, ενεργητική πράξη που μπορεί να σε αλλάξει. Γι’ αυτό η ανάγνωση και η γραφή της ποίησης είναι από μόνη της πολιτική πράξη.
Στις μέρες μας προκρίνεται με κάθε τρόπο μία και μοναδική αφήγηση του κόσμου: η οικονομική. Χρειαζόμαστε όμως εναλλακτικές αφηγήσεις για να ζήσουμε, γιατί όποιος μπορεί να δεχτεί τη ζωή του σαν χρήσιμη παράθεση αριθμών, μπορεί να δεχτεί και πάλι την αβυσσαλέα φρίκη.

Η ποίηση είναι μια τέτοια αφήγηση ζωτικής σημασίας. Δημιουργώντας νέες μεταφορές, νέα οχήματα νοήματος, διευρύνει τον ζωτικό μας χώρο, αναγεννά το πνεύμα, μας βοηθάει να αναπτύξουμε κριτική σκέψη για να περιγράψουμε τον εαυτό μας, να ερμηνεύσουμε τη ζωή μας με περισσότερο περίπλοκους όρους, διανοίγοντας έναν χώρο α-δυνατοτήτων μέσα σε αυτό που θεωρούμε ως πραγματικότητα. Επιπλέον, υποβάλλει το γεγονός πως ίσως χρειάζεται να σκεφτούμε πιο προσεκτικά για το απραγματοποίητο ή ακόμα και το ανέφικτο, προκειμένου να διατηρήσουμε το υπαρκτό.

Το Φάρμακο, γιατρειά και δηλητήριο του λόγου και των εικόνων,συντίθεται στη βάση ενός διαλόγου μεταξύ ποιητών αλλά και θεωρητικών και εικαστικών, ενός διαλόγου που είναι ενεργός με διάφορους τρόπους, ιδιωτικούς ή δημόσιους επί σειρά ετών. Πρόκειται, δηλαδή, για ένα εγχείρημα που συγκροτείται από ένα ανοιχτό και διαρκώς ανανεούμενο δίκτυο. Το δίκτυο μπορεί να μην είναι ομάδα, συγκρότηση δηλαδή, όπου όλα τα μέλη υπακούν σε έναν κοινό κώδικα, είναι όμως ένα είδος συλλογικότητας που αρθρώνει με την ίδια του την ύπαρξη και έναν πολιτικό λόγο. Η ίδια η ανάγκη συγκρότησης του δικτύου επιβεβαιώνει την πεποίθηση ότι τα έργα και οι σκέψεις που τα γεννούν δεν είναι προϊόν ατόμων απομονωμένων, αλλά μάλλον αποτέλεσμα κοινωνικών διεργασιών και κυκλοφορίας πολλών και συχνά αντικρουόμενων αντιλήψεων.

Αυτές τις αντιλήψεις και τα έργα που είναι απόρροιά τους, θέλουμε να ανιχνεύσουμε στη σύγχρονη ποιητική και εικαστική παραγωγή στην Ελλάδα, χωρίς τη φιλοδοξία του χαρτογράφου, αλλά με την ανάγκη του πεζοπόρου που χρειάζεται έδαφος για να προχωρήσει. Ο θεωρητικός λόγος, εγχώριος και διεθνής, και οι μεταφράσεις καθιερωμένων αλλά και άγνωστων ή αποσιωπημένων ποιητών από πολλές γλώσσες, συμβάλλει στη διάνοιξη αυτού του πεδίου. Δεν υπάρχει διαδρομή, όμως ο χώρος είναι εκεί και χρειάζεται να κατοικηθεί.

Θεωρώντας την τέχνη ως ενιαίο πεδίο, περιλαμβάνουμε στο περιοδικό ένα τμήμα αμιγώς εικαστικό, που δεν θα λειτουργεί διακοσμητικά ή περιγραφικά, αλλά σαν αυτόνομη έντυπη έκθεση. Ταυτόχρονα θέλουμε να διερευνήσουμε τη σχέση του λόγου με την εικόνα, την καλλιτεχνική πρόθεση, και τους όρους της ποιητικής, στις ποικίλες και πολύτροπες εκφάνσεις της σύγχρονης καλλιτεχνικής έκφρασης που διαμορφώνει τη φυσιογνωμία του καιρού μας.

Παρασκευή, 25 Οκτωβρίου 2013

Κάθαρση στην ποίηση, στη θάλασσα, στη γυναίκα: Νίκος Καββαδίας

Είναι σχεδόν ενστικτώδες να αναρωτιέται κανείς για τον προορισμό όταν αναλογίζεται ένα ταξίδι, πώς αλλιώς...; Δεν οφείλει το τέρμα να διαφαίνεται σε κάποιον ορίζοντα, έστω και σαν αυταπάτη, σαν υπόνοια;

Η πρώτη ανατροπή στην ποίηση του Νίκου Καββαδία, ποιητή της αναχώρησης, του ταξιδιού και του μπάρκου, έγκειται εκεί ακριβώς: ο προορισμός του εκάστοτε ταξιδιού είναι οριακά προς... αποφυγήν. Αυτός ο δημιουργός που ταξιδεύει τη θάλασσα, τις λέξεις και τους φόβους μέσα από τους στίχους του, αποφεύγει να σκιαγραφήσει τον προορισμό με θετικά χρώματα: στην καλύτερη περίπτωση είναι γι’ αυτόν μια σύντομη στάση μέχρι το επόμενο μπάρκο, λιγότερο τέρμα και περισσότερο αφετηρία, μια επανεκκίνηση με έντονο το συμβολισμό του ανικανοποίητου.

Το θέμα της κάθαρσης τόσο στην καββαδιακή ποίηση όσο και στην πρόζα είναι πολυδιάστατο, σχεδόν αχαρτογράφητο. Η κατ’επανάληψη αναχώρηση, η απόπειρα απόδρασης από τη στεριά και τις σκέψεις, από τις αναμνήσεις και τα λάθη είναι ο καμβάς πάνω στον οποίο αναπτύσσεται το έργο του Καββαδία στο σύνολό του. Και δεν πρόκειται μόνο για την προφανή διάσταση του ταξιδιού ως γεγονός αλλά και για τα ταξίδια που προσφέρουν οι ουσίες: στην ποίηση του Καββαδία η κάθαρση δεν συντελείται ποτέ όσες φορές και να επιχειρηθεί, είναι κλειδωμένη στη σφαίρα του φαντασιακού. Κάθε αναχώρηση σηματοδοτεί μια καινούρια αρχή, αλλά και κάτι ακόμα σημαντικότερο, θεμελιώδες: παρέχει μια καινούρια ευκαιρία. Ευκαιρία να γίνουν όλα καλύτερα, να αποφευχθούν λάθη του παρελθόντος, να φτάσει επιτέλους ο ήρωας στον προορισμό του. Το γεγονός ότι το ταξίδι τελικά αποδεικνύεται αέναο, ότι κάθε άφιξη μετατρέπεται αυτόματα σε επικείμενη αναχώρηση καθιστά την ποιητική κάθαρση ανέφικτη: ο ποιητής είναι αναγκασμένος να ξεκινά κάθε φορά από την αρχή, να αναζητά τη λύτρωση, και να αποτυγχάνει πάλι.

Παράλληλα συντελείται και μια αναπάντεχη, σχεδόν παράδοξη αναλογία με το ταξίδι προς την κάθαρση: η αναζήτηση και η συνάντηση με τη γυναίκα. Άρρηκτα συνδεδεμένη με τη στεριά και το λιμάνι, η γυναίκα κατέχει κεντρικό ρόλο τόσο σε ρεαλιστικό όσο και σε συμβολικό επίπεδο, παρέχει πρόσφορο έδαφος για πολλές αναγνώσεις. Πόλος ταυτόχρονα έλξης και φόβου, απελευθέρωσης αλλά και βαθειάς ανασφάλειας, η γυναίκα ως μέρος του ταξιδιού συντελεί κι εκείνη στο ανέφικτο της κάθαρσης. Ο ποιητής διασταυρώνεται με κάθε λογής γυναίκες και η επαφή κρατάει λίγο, για όσο μένει το καράβι δεμένο στο λιμάνι: κάθε απόπειρα να ρίξει άγκυρες και να στεριώσει είναι καταδικασμένη, σαν άλλος ιπτάμενος Ολλανδός βλέπει κάθε ευκαιρία για μια σταθερή ζωή να χάνεται σε κάθε αναχώρηση. Όπως κάθε λιμάνι, έτσι και κάθε γυναίκα αποτελεί την ενσάρκωση της ελπίδας για τον ποιητή, ελπίδα ότι οι ενοχές θα σβήσουν, η ανασφάλεια θα νικηθεί, η ζωή του θα πάρει άλλη τροπή. 
Με το καράβι του Θησέα σ’αφήσαμε στη Νάξο.
Γυμνή, μ’ένα στα πόδια σου θαλασσινό σκουτί.
Σε ποιές σπηλιές εκρύφτηκες και πώς να σε φωνάξω;
Κοστάρω κι όλο με τραβάει μακρία το καραντί.[1]
Παρόλα αυτά η αναχώρηση θα είναι πάντα η καταλυτική δύναμη και η κατ’εξοχήν διέξοδος για αυτόν, ταυτόχρονα κατάληξη κι αφετηρία, ναυάγιο ελπίδων και λίκνο όλων των καινούριων: το ταξίδι ξαναρχίζει, το κοντέρ μηδενίζεται, τα ενδεχόμενα είναι και πάλι ανοιχτά, τουλάχιστον μέχρι το επόμενο λιμάνι όπου θα καταρρεύσουν και πάλι. Η λύτρωση στην ποίηση του Νίκου Καββαδία είναι τελικά άπιαστη, άυλη, η κάθαρση και το τέλος δεν έρχονται ποτέ, τόσο στο συμβολικό όσο και στο μυθολογικό πλαίσιο. Είναι τελικά μια ποίηση καταδικασμένη να τροφοδοτείται από ένα ταξίδι χωρίς τέλος, χωρίς κάθαρση αλλά και χωρίς αυταπάτες: ο ποιητής γνωρίζει και αποδέχεται την μοίρα του, σχεδόν την προκαλεί, είναι όμως στο τέλος απόλυτα συμφιλιωμένος μαζί της. Ένα άλλο είδος κάθαρσης.

Κρις Λιβανίου


[1] Νίκος Καββαδίας, «Fresco», in. Τραβέρσο, εκδ. Άγρα, Αθήνα, 1990, σελ. 14, στ. 21-24.

Τετάρτη, 23 Οκτωβρίου 2013

«Όταν περνούν οι γερανοί» του Αυγερινού Μαυριώτη

Πρόκειται για μια όμορφη, σωστής έκτασης συλλογή που κάποιοι μπορεί να χαρακτηρίσουν γλυκερή, όχι τόσο επειδή διαπνέεται από γλαφυρότητα και τρυφερότητα, όσο για την πρόδηλη αίσθηση αθωότητας που τη διαπερνά, μια αίσθηση που όλοι μας νιώθουμε να έχει προδοθεί από την πραγματικότητα.

Η αλήθεια είναι ότι η γραφή του Μαυριώτη παραπέμπει μάλλον σε παλαιότερες ποιητικές γενιές, αφού απάδει από τη γενικότερη απαξίωση και τον υποκείμενο σαρκασμό που είναι στις μέρες μας χαρακτηριστικά όσων συλλογών ασχολούνται με τα κοινά και όχι αποκλειστικά με την προσωπική κατάσταση των γραφόντων. Από την άλλη, σε σύγκριση με τις συλλογές που εξαντλούνται στην προσωπική κατάσταση του ποιητή και τα συναισθήματά του, το βιβλίο «Όταν πετούν οι γερανοί» είναι πολύ επιτυχημένο, αφού καταφέρνει να αναγάγει κάτι ατομικό σε κάτι μεγαλύτερο που αφορά την ανθρώπινη κατάσταση γενικά.

Αυτό συμβαίνει επειδή ο ποιητής καταφέρνει να αναδείξει στοιχεία «πίσω από τις κουρτίνες», τα οποία μοιράζεται με τους αναγνώστες του με αφορμή την προσωπική του εμπειρία, στοιχεία όπως η υποβόσκουσα μελαγχολία, η αναπόδραστη αίσθηση του αναπόφευκτου, η δύναμη της μνήμης. Ο Μαυριώτης μιλά κυρίως μέσα από τις εικόνες που δημιουργεί, δηλ. τα γλωσσικά εφέ του δεν είναι τόσο αξιομνημόνευτα όσο η συγκίνηση που προκαλεί καθεμία από τις εικόνες που πλάθει. Η συλλογή έτσι δίνει την αίσθηση μιας έκθεσης φωτογραφίας που συν-κινεί και τελικά κερδίζει τον αναγνώστη.

Τα ποιήματά του θα μπορούσαν να είναι άκρως δραματικά – το υλικό που μετέρχεται έχει μεγάλη δυναμική, ωστόσο έχω την εντύπωση ότι ο ποιητής αποφεύγει αυτή τη δραματικότητα εσκεμμένα, χάριν μιας υπόσχεσης ειρήνης στην οποία φαίνεται να πιστεύει ακράδαντα και να την υιοθετεί ως προσωπικό γνώμονα που καθορίζει και την ποιητική του – αυτή είναι που ευθύνεται για τη διάσωση μέσα του της αθωότητας που ανέφερα στην αρχή.

Ο Αυγερινός Μαυριώτης έχει ακόμη 10 ποιητικές συλλογές στο ενεργητικό του. Δεν γράφει σε όλες με τον ίδιο τρόπο και αυτό είναι προς τιμήν του, γιατί δηλώνει μια διάθεση πειραματισμού. Για παράδειγμα «Το δόντι του σκύλου», που δημοσιεύθηκε ένα χρόνο νωρίτερα, περιλαμβάνει δύο μακροσκελή ποιήματα-ιστορίες, τη στιγμή που το «Όταν πετούν οι γερανοί» προτιμά τις μικρές και σύντομες φόρμες.



Ας δούμε μερικά ποιήματα από αυτή την τελευταία συλλογή του:

Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2013

Απάντηση του ποιητή Βαγγέλη Κούτση στην ανάρτηση της Χ. Λιναρδάκη περί γλώσσας στην ποίηση

,
Κυρία Λιναρδάκη,

Διάβασα με προσοχή την πρόσφατη ανάρτησή σας "Περί γλώσσας στην ποίηση". Επειδή είναι ένα πολύ ευαίσθητο θέμα η γλώσσα στις μέρες μας, δεν μπορώ να μην υπερασπιστώ κάποια σημεία στα οποία διαφωνώ με όσα σχετικά υποστηρίξατε.

Αρχικά να καταθέσω τη δική μου αντίληψη σχετικά με την προτροπή να φέρουμε περισσότερο κόσμο κοντά στην ποίηση. Αυτή η επαναπροσέγγιση του ευρέος κοινού προσκόπτει κυρίως στη θέσμιση της κατανάλωσης και του βιοτικού επιπέδου που αυτή επιφέρει, ως πυλώνα της κοινωνικής μας διάδρασης, και όχι σε μια άγνωστη λέξη σε ένα ποίημα. Η ίδια η γλωσσική επικοινωνία έχει υποβαθμιστεί πολύ οδυνηρά. Απόρροια των πολλαπλών τηλεοπτικών και τεχνολογικών ερεθισμάτων, της δυναστείας της εικόνας και του θεάματος στη διαμόρφωση αντιλήψεων και του περιορισμού της καλλιέργειας της γλώσσας στο σχολείο με τη συρρίκνωση των ωρών και τη μηχανιστική διδασκαλία των Αρχαίων ελληνικών και των Κειμένων λογοτεχνίας.

Η ποίηση καθαυτή υποχωρεί παγκοσμίως επειδή απαιτεί σκέψη, παίδεμα και μια ενδοσκόπηση που απάδει με τη σημερινή επικράτηση της φαινομενικότητας.

Αν επισκοπήσουμε τι έχει προσεγγίσει εσχάτως το κοινό αναγνωστικά, θα παρατηρήσουμε τις μαζικές πωλήσεις παραλογοτεχνικών μυθιστορημάτων της κλειδαρότρυπας και έναν Τύπο σε απελπιστική ποιοτική φθήνια, σε σημείο να έχει απεμπολήσει ακόμα και τον εγγενή αστικό του χαρακτήρα.

Αν ισορροπήσουμε το λόγο στις προσλαμβάνουσες αυτού του κοινού, θα είμαστε ένα βήμα εγγύτερα στον καταναλωτή, αλλά όχι και στην αγάπη του για την ποίηση. Και ελπίζω η ποίηση που αγαπάτε να ήταν πάντα θύλακας αντίστασης στη φτήνια.

Θα συμφωνήσω μαζί σας, εφόσον η συζήτηση τίθεται επί της ατελέσφορης εμμονικής παράθεσης απολιθωμένων τύπων προς τέρψη ναρκισσισμού ή ενός λανθάνοντος ελιτισμού. Άλλωστε, παρόμοια σχήματα οδηγούν αναπόφευκτα σε ρυθμικές χασμωδίες, αν δεν είναι αρμονικά εντεταγμένα σε ένα νοηματικό σύνολο. Αντίθετα, η αποσπασματική χρήση λέξεων που δεν ακούγονται στις καθημερινές συνομιλίες ή έχουν περάσει σε αχρησία - με κίνδυνο να καταργηθούν από την κυρία Ρεπούση - μπορεί να είναι η εντελέχεια που ενώνει τον Όμηρο με το αρχαίο δράμα, με το δημοτικό τραγούδι, τον Παπαδιαμάντη και τη σύγχρονη ποίηση, λειτουργώντας σαν γέφυρα κοντά 30 αιώνων. Απαραίτητη προϋπόθεση της δόκιμης χρήσης τους, είναι η συνέργεια για την επίτευξη δύο σκοπών. Του ρυθμού και της Αλήθειας, δηλαδή του "μύθου" που κατεργάζεται ο δημιουργός.

Αυτή η Αλήθεια όπως υποστήριζε ο Καστοριάδης[1] πρέπει να διαυγαστεί μέσα από το σημασιακό σμήνος των αρχαιοελληνικών λέξεων που επέζησαν στη νεοελληνική με ταυτόσημη ή διαφορετική έννοια. Αν την παραγνωρίσουμε, έχουμε υποπέσει σε ένα κεφαλαιώδες ατόπημα έναντι της ποιητικής Αλήθειας που έκαστος επιδιώκει. Πόσο μάλλον όταν αυτό έχει συντελεστεί στα πλαίσια της Ελληνικής γλώσσας – που έχουμε την τύχη να μιλάμε – και η οποία περιέχει πλείστα σπέρματα μιας πρωτογενούς γλώσσας. Αυτός ο γλωσσικός πλούτος που επιφέρει το πρωτογενές, έχει απολεσθεί από τη νεωτερική χρήση της γλώσσας, καθώς και ο ρυθμός αυτής από τον τρόπο που επιβάλλει το σύγχρονο modus Vivendi. Αυτός ο πλούτος που σε καμία περίπτωση δεν είναι μόνο λόγιος αλλά κατεξοχήν βιωματικός -τα πρωτογενή σπέρματα γαρ- επιτρέπει τον ακριβή σημασιολογικό προσδιορισμό, θέτοντας γλωσσικά σχήματα που εφαρμόζουν στη στενή νοηματική σχισμή που καθιέρωσε η λαϊκή θυμοσοφία από την αρχαία κιόλας έκφανσή της. Ας πάρουμε για παράδειγμα ένα στίχο του W.B. Yeats, "...Drowning love's lonely hour in deep twilight of rest"[2]. Στην Ελληνική, η λέξη “love” θα μπορούσε να ανταμώσει με λέξεις όπως "έρωτας", "αγάπη", "πόθος", "ίμερος", με μια περισσότερο φιλοπαίγμονα διάθεση "μικρός φτερωτός θεός" – από την Ελληνική Μυθολογία - ανάλογα με το πνεύμα και το μήνυμα ή τη φόρτιση που θέλει να μεταδώσει ο γράφων. Και στις ανωτέρω λέξεις υπάρχουν διαφορές που μπορούν να εκληφθούν από μικρές έως χαώδεις. Η ομογενοποίηση χάριν άμεσης κατανόησης θα στερούσε μέρος του ποιητικού μηνύματος.

Σχετικά με το ρυθμό, η ποίησή μας βρίθει από παραδείγματα που η χρήση μίας λέξης υπηρετεί καλύτερα το μετρικό και ρυθμικό αρχέτυπο συγκριτικά με μία πιο εύπεπτη συνώνυμή της, συμβάλλοντας και στο αναφερθέν φαινόμενο της ανοικείωσης χωρίς την "εξαιρετική συμφραστική αντίσταση". Αρκεί να επικαλεστεί κανείς μόνο τον "ηδυσμένο λόγο" από τον Αριστοτελικό ορισμό[3].

Αν υποθέσουμε ότι αποτυγχάνει η επιδιωκόμενη προσέγγιση, το επόμενο βήμα είναι η θεματική διαφοροποίηση σε πιο ευεπίφορα καταναλωτικά πεδία. "Να έχει θέμα/ με έρωτα και αίμα"[4] όπως έλεγε και ένας παλιός αλλά καίριος στίχος.

Το να ανοίγουμε δικλίδες πρόσληψης στην αγορά – με τη νεοελληνική σημασία αυτής – για το αιώνιο φαινόμενο με το οποίο καταπιάνεται το blog σας, φαντάζει σαν προσπάθεια προσεταιρισμού της εντροπίας, ιδωμένης σε ένα ευρύτερο πολιτισμικό πλαίσιο. Η πιο δόκιμη αντιπαράθεση σ' αυτή είναι με τη σκευή του παρελθόντος που μας συνέχει έστω γλωσσικά.

Τέλος να επισημάνω ότι κανείς δεν εκδίδει για τον εαυτό του όπως σημειώσατε, ωστόσο δέκτης της απεύθυνσης δεν μπορεί να είναι μόνο ο καταναλωτής και οι λοιπές αστικές επιβραβεύσεις, αλλά και το προγονικό-μελλοντικό παρελθόν[5] ή ένας "σκοτεινός εταίρος"[6] κατά τα ρηθέντα υπό των ποιητών, όχι αμιγώς λογοτεχνικά αλλά και στην ευρύτερη κοινωνική πρακτική.

Ολοκληρώνω αυτή τη μακροσκελή παρέμβαση με τη σύνοψη του Σεφέρη επί του γλωσσικού ζητήματος με ένα εξαίσιο παράδειγμα στον Πρόλογο για μια έκδοση των "Ωδών". Αναρωτιέμαι αν η αναφορά του σε έναν ποιητή που δεν προσεγγίζει πια το ευρύ κοινό, παρόλη την τέχνη του, καταυγάζει μέρος όσων προηγήθηκαν.

Η σχέση του ποιητή με τη γλώσσα είναι σαν τον άνθρωπο με τον ήλιο, που παρασταίνει σε μια έξοχη στροφή του ο Κάλβος: "Ο ήλιος κυκλοδίωκτος,/ως αράχνη, μ' εδίπλωνε/και με φως και με θάνατον/ακαταπαύστως (ΙΙΙ, κ΄)"[7]".

Με εκτίμηση,

Βαγγέλης Κούτσης



1 Κ. Καστοριάδη, "Εκφραστικά μέσα της ποιήσεως. Μερικές σημειώσεις", μτφρ: Κ. Σπαντιδάκης, Ν. Εστία, τ. 1722.
2 W.B. Yeats Selected Poems, Everyman Paperbacks, 1997, σ.13.
3 "Αριστοτέλους Περί Ποιητικής", εκδ. Πάπυρος,μτφρ: Α. Γαληνού, σ.34, στ.29.
4 Ν. Άσιμου, “Μηχανισμός”
5 Octavio Paz,"Ο Γραμματικός Πίθηκος", εκδ. Παρατηρητής, μτφρ. Β.Ιβάνοβιτς, σ.113.
6 Δ. Καψάλη, "Αισθηματική Αγωγή", εκδ. Άγρα, σ.55.
7 “Εισαγωγή στην Ποίηση του Κάλβου”, εκδ. ΠΕΚ, σ.65.

Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου 2013

Καβάφης στο τζάμι με γραμματοσειρά "εδώ τα καλά καρπούζια"

Έγινε χαμός και ακούστηκε οδυρμός τις τελευταίες ημέρες με την πρωτοβουλία του "Αρχείου Καβάφη" που έχει περιέλθει πια στο Ίδρυμα Ωνάση (ή ήταν πρωτοβουλία του Ιδρύματος Ωνάση, μιας και το "Αρχείο Καβάφη" είναι απλά ένα αρχείο;)

Μπα, δεν με νοιάζει. Επιλέγω την πρώτη μου τοποθέτηση.

Ποιητές και ποιηταράδες έφριξαν, facebook ήρωες που δεν έχουν ιδέα τι εστί Καβάφης απηύδησαν, βούιξαν τα twitter και τα λοιπά και τα λοιπά.

Καλά, δεν έγινε και τόσος χαμός, δεν μιλάμε για κάποιο ξεβράκωτο ποπ είδωλο, απλά για έναν από τους μεγαλύτερους ποιητές παγκοσμίως και, για μας εδώ, στους μαυροφορεμένους, τον πιο διάσημο εκτός έδρας ποιητή μας.

Ο λόγος για τον πανικό ήταν η αποσπασματική επιλογή ορισμένων στίχων του κορυφαίου ποιητή, έτσι όπως τους συνέλαβε η... διάνοια του "Αρχείου Καβάφη".

Φυσικά, ακόμα και για κάποιον που δεν έχει ιδέα από ποίηση, το εμφανές παραμένει εμφανές επί πόνου επίμονου:
"Δεν έχω σήμερα κεφάλι για δουλειά" γράφει ο μεγάλος Αλεξανδρινός και απολαμβάνουμε εμείς στο οπίσθιο μέρος του τρόλεϊ κολλημένοι, υποφέροντας μια γραμματοσειρά φαναρτζή και, ακριβώς από κάτω, ένα μεταμοντέρνο σχέδιο που θυμίζει τον Peter Sellers στον Ροζ Πάνθηρα:

"Δεν έχω σήμερα κεφάλι για δουλειά".

Είναι εμφανές σε όλους ότι, σήμερα ειδικά, δεν έχω κεφάλι για δουλειά. Επειδή τις υπόλοιπες ημέρες πετάγονται σκούφιες.

Η αποτυχία αυτού του εγχειρήματος, που ποιος ξέρει από ποια φοροεισπρακτική πισώτρυπα (συγνώμη, παρασύρθηκα) κατέστη δυνατό, είναι πέρα για πέρα κρυστάλλινη.

Η ποίηση του Καβάφη δεν είναι αποσπασματική, την πίνεις ολόκληρη και μεμιάς σαν φάρμακο. Μέχρι και τα τούβλα το ξέρουν αυτό, έλεος. Αν τη διαλύσεις σε γουλιές δυσκολεύεσαι να την καταπόσεις (αμ πώς) και χάνει την ιαματική της επενέργεια.

Θα περίμενε κάποιος να το ξέρει αυτό το "Αρχείο Καβάφη" ή όποιος ανέλαβε να φέρει εις πέρας αυτή την πνευματική μουντζούρα.

Εκτός και αν πρόκειται για ειρωνεία, την περίφημη "Καβαφική Ειρωνεία", αλλά από την ανάποδη.

Αυτή είναι η μόνη εξήγηση που μπορώ να σκεφτώ. Έχουμε πέσει όλοι θύματα μιας αντίστροφης "Καβαφικής Ειρωνείας", ανίκανοι να εντοπίσουμε το υψοβαθές πνεύμα του ηγέτη της καμπάνιας.

Διότι περί καμπάνιας πρόκειται.
Ντιν. Νταν.





Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2013

Σατιρικά δημοτικά τραγούδια: ένας μοχλός αποσυμπίεσης

Ιδιαίτερη κατηγορία ομολογουμένως, τα σατιρικά δημοτικά σπάνια τραβούν την προσοχή και το ενδιαφέρον των σύγχρονων μελετητών. Είναι γεγονός ότι δεν έχουν ούτε την απήχηση αλλά ούτε και το ειδικό βάρος άλλων ομάδων όπως τα μοιρολόγια, οι παραλογές ή τα τραγούδια της ξενιτιάς. Στην πραγματικότητα, όμως, μια πιο κοντινή ματιά στο αντικείμενο θα δείξει χωρίς αμφιβολία πως δεν στερούνται ενδιαφέροντος, το αντίθετο μάλιστα.

Τα σατιρικά τραγούδια συναντώνται σε συγκεκριμένες περιστάσεις, στις γιορτές, τα πανηγύρια και τους γάμους. Και αν ο πρώτος σκοπός τους είναι να διασκεδάσουν το ακροατήριο, δεν είναι σίγουρα ο μοναδικός: η εφήμερη νομιμότητα που τους προσδίδουν οι συνθήκες που τραγουδιώνται, ο έντονος αυτοσχεδιασμός, η κατ’επίφαση τουλάχιστον ελαφρότητα των θεμάτων μας δίνουν σημαντικές πληροφορίες για τις ανομολόγητες σκέψεις του κοινωνικού συνόλου. Τι συμβαίνει όταν οι άνθρωποι έχουν την ευκαιρία να εκφράσουν ό,τι ειλικρινά σκέφτονται...; Ποιο ή ποια είναι τα αντικείμενα που προκαλούν και καλλιεργούν τη σκωπτική διάθεση του δημοτικού ποιητή και του ακροατηρίου;

Η σάτιρα, το χιούμορ όπως θα λέγαμε σήμερα με μια τάση αναχρονισμού, είναι ένα κατ’εξοχήν εργαλείο αλήθειας, αλλιώς δεν υπάρχει ταύτιση με το κοινό, δεν γελάει κανείς. Ο παπάς και ο καλόγερος, αλλά και η παπαδιά με τις κόρες της είναι οι πλέον χαρακτηριστικοί πόλοι σάτιρας στο νεοελληνικό φαντασιακό. Αυτό συμβαίνει κατά κύριο λόγο επειδή έχουν επιλέξει έναν τρόπο ζωής διαφορετικό από αυτόν της συντριπτικής πλειοψηφίας της κοινότητας και έτσι αναγκαστικά ξεχωρίζουν, τραβούν την προσοχή και αποτελούν πρόσφορο έδαφος για σχόλια, τα οποία προφανώς μένουν κρυφά και ανομολόγητα τις συνηθισμένες μέρες, αλλά δεν λείπουν από τα τραγούδια που λέγονται χάριν αστειότητος, χορεύοντας και... με τον οίνο να ρέει.

Η μοναστική ζωή που χαίρει κατά κανόνα σεβασμού από όλους, δεν παύει να αποτελεί ένα είδος πρόκλησης απέναντι στις κοινωνικές δομές. Είναι γνωστό ότι η κοινωνία των δημοτικών τραγουδιών είναι θεμελιωμένη στις αξίες της οικογένειας, τόσο σε πρακτικό όσο και σε συμβολικό επίπεδο. Η απομόνωση του μοναχού, η συνειδητή αποχή του από τις χαρές αλλά και τις υποχρεώσεις της οικογένειας αποτελούν μυστήριο για τα υπόλοιπα μέλη της κοινωνικής ομάδας, έστω και αν ο μοναχισμός είναι ένα συνηθισμένο φαινόμενο και απολύτως αποδεκτό στο σύνολό του. Ευκαιρίας δοθείσης λοιπόν, στα γλέντια και στους γάμους, στις απόκριες επίσης, οι άντρες, κατ’εξοχήν τραγουδιστές σατιρικών ασμάτων, δεν χάνουν την ευκαιρία να... κοροϊδέψουν λίγο ή πολύ τον καλόγερο και τη μοναχή: τι αξία άλλωστε έχει η ζωή χωρίς την χαρά της γυναικείας συντροφιάς και του καλού κρασιού που ειδικά οι μοναχοί φαίνεται ότι απαρνήθηκαν..; Η απάντηση είναι προφανής: στην πραγματικότητα οι μοναχοί έχουν στερηθεί τις χαρές του κόσμου και φυσικά το έχουν μετανοιώσει:

Πάνω σ’ένα βουναράκι
έχει ένα μοναστηράκι
έχει μέσα καλογριές,
άσπρες και μελαχρινές.
Έχει μέσα μια ξαθθή,
που δανείζει το φιλί.
Τό’μαθε ο ‘γούμενος,
κ’έτρεχε ξεσκούφωτος.
«Βρε μικρέ καλόγερε,
πού ‘ν’ το καλημαύκι σου;
- Στο κελλί μου τ’άφησα
για μια τρελλή π’αγάπησα»[1]

Αντικείμενο των σατιρικών τραγουδιών αποτελούν επίσης οι άπιστες γυναίκες, οι ηλικιωμένοι ζηλιάρηδες σύζυγοι, οι τεμπέληδες: όσοι δηλαδή ξεφεύγουν από τα στενά πλαίσια της κοινωνικής ομοιομορφίας, τραβούν την προσοχή και αποτελούν πηγή γέλιου χωρίς να διαταράσσονται οι ισορροπίες. Στο τέλος του γλεντιού, όταν η διασκέδαση τελειώσει και όλοι επιστρέψουν στους κανονικούς ρυθμούς της ζωής τους, δεν έχει μείνει χώρος για παρεξηγήσεις: ό,τι ειπώθηκε, ειπώθηκε, πάνω στο κέφι και στο κρασί όλα ξεχνιούνται, οι αξιοπρέπειες παραμένουν άθικτες τουλάχιστον μέχρι το επόμενο γλέντι.


Κρις Λιβανίου


[1] «Καλογριά που δανείζει φιλί», in. Ήμελλου Στέφ. Τα σατιρικά δημοτικά τραγούδια, εκδ. Σύλλογος Προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, Αθήνα, 2000, σελ. 191.

Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2013

Περί γλώσσας στην ποίηση

Τα τελευταία χρόνια σημειώνεται στον ποιητικό λόγο μια τάση χρήσης λέξεων που θα χαρακτηρίζαμε λόγιες, η οποία κατά τη γνώμη μου δεν οφείλεται σε μια προσπάθεια να ενδυθεί η ποίηση με μια καθώς πρέπει χροιά, αλλά μάλλον σε μιαν αντίδραση στην επικράτηση της «γλώσσας του συρμού» στη λογοτεχνία, αλλά και στο (οφειλόμενο σε άγνοια και αμορφωσιά) λάθος. Παραμένει όμως μια επιλογή που ξενίζει τον αναγνώστη.

Κάποιος που έχει τη δυνατότητα να γράψει με νέους τρόπους και στη γλώσσα της εποχής του, αλλά από επιλογή υιοθετεί παλαιότερους τύπους, διατρέχει τον κίνδυνο να γίνει δυσνόητος. Και τη στιγμή που ένας από τους κεντρικούς στόχους της ποίησης είναι η επικοινωνία (διαφορετικά δεν θα προβαλλόταν μέσα στον ποιητή το αίτημα της έκδοσης, να δημοσιεύσει δηλ. τα ποιήματά του αντί να τα αφήσει στο συρτάρι), το αποτέλεσμα μοιάζει οξύμωρο, αφού ο ποιητής με αυτή του την επιλογή φαίνεται σαν να γυρίζει την πλάτη στον αναγνώστη.

Για όλους εμάς που αγαπάμε την ποίηση, το στοίχημα στις μέρες μας νιώθω ότι πρέπει να είναι πώς θα φέρουμε περισσότερο κόσμο κοντά της και αυτός ο στόχος πολύ φοβάμαι ότι δεν θα επιτευχθεί με τη λογιότητα. Άλλωστε, η έλλειψη γλωσσικής παιδείας της εποχής δεν θα γιατρευτεί με τα τσιρότα ενός ποιήματος ή δυο. Ο λόγος της ποίησης, στις μέρες μας περισσότερο από ποτέ, πρέπει – κατά την άποψή μου πάντα – να είναι κατανοητός και να συντελεί σε ένα «ξαναβάπτισμα» των λέξεων της καθομιλουμένης μέσα σε νέα σχήματα λόγου, σε νέα πλαίσια, που θα εκβαθύνουν τις διαστάσεις τους και θα προκαλέσουν νέους συνειρμούς (χωρίς φυσικά να αποκλείουμε τη γλωσσοπλαστική δυνατότητα).

Πρόκειται βέβαια για ένα στοίχημα εκ προοιμίου χαμένο. Το στοίχημα, ακόμη και αν πρόκειται απλώς για ένα blog που ασχολείται με την ποίηση, είναι όντως χαμένο. Τουλάχιστον στην περίπτωση ενός blog που θέλει να είναι ειλικρινές και συνεπές με κάποιες βασικές αρχές. Δεν υπάρχει τίποτε ευκολότερο για ένα ιστολόγιο από το να δημοσιεύει 1-2 ωραία ποιήματα από κάθε συλλογή που λαμβάνει υπόψη. Όλες σχεδόν οι συλλογές περιλαμβάνουν δυνατά ποιήματα – μάλιστα, είναι μάλλον δύσκολο να βρεις μια συλλογή που πάει άπατη συλλήβδην. Το δύσκολο είναι να μην ενδίδεις σε αυτή την τάση και να εξετάζεις τη συλλογή ως ένα σύνολο που προσπαθεί να αρθρώσει κάτι. Γιατί η ποίηση πρέπει και αυτή να διηγείται μια ιστορία, πρέπει να έχει κάτι να πει. Κλείνει η παρένθεση.

Οπωσδήποτε η υιοθετούμενη γλώσσα είναι μάλλον το μικρότερο από τα δεινά που απομακρύνουν την ποίηση από το κοινό. Το μεγαλύτερο και σοβαρότερο είναι η κακή και άστοχη χρήση της ανοικείωσης, του βασικού δηλ. μηχανισμού μέσω του οποίου λειτουργεί η ποίηση. Γιατί στην ποίηση, όπως και σε καθετί, πρέπει να τηρούνται ορισμένοι κανόνες. Για παράδειγμα, θα πρέπει να υπάρχει συμβατότητα μεταξύ των λέξεων σε έναν στίχο, αλλά και μεταξύ του νοήματος διαδοχικών στίχων, διαφορετικά οδηγούμαστε σε αυτό που ο Γιώργος Αράγης έχει αποκαλέσει «εξαιρετική συμφραστική αντίσταση», με το να μη δένουν δηλ. οι λέξεις μεταξύ τους απογυμνώνονται από κάθε νόημα και πέφτουν τελικά στο κενό. Οδηγούμαστε σε ένα αποτέλεσμα που δεν είναι καν ποίηση, θα έλεγα ακόμη πιο αυστηρά, αλλά αυτό είναι μάλλον το θέμα μιας άλλης ανάρτησης…

Χριστίνα Λιναρδάκη


Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2013

Η ματιά ενός μη αναγνώστη


- Μα, μπες στο blog να διαβάσεις!, ήταν η ατάκα.
- Μα, δεν διαβάζω ποίηση!, ήταν η άλλη ατάκα.

Να εξηγηθώ... Αγαπώ την ύπαρξη της ποίησης και τη λέξη αυτή καθαυτή, αγαπώ που υπάρχουν ανθολόγια και βιβλία, αφιερώματα και συλλογές και κυρίως άνθρωποι που κτύπησαν την πόρτα της, τους άνοιξε και μέσα στα φωτεινά ή τα σκιερά τους είδαν να ξεπηδούν τρομεροί συνδυασμοί λέξεων…εκεί αισθάνομαι δέος.

Εγώ όμως δεν διαβάζω ποίηση, γιατί εκεί που καταλαβαίνω...το χάνω! Εκεί που το πιάνω με αφήνει ή καλύτερα γλιστρά και πάει κάπου αλλού κι εγώ δεν μπορώ πια να μπω στο mood του ποιητή να δω τι εννοεί! Θα μου πεις όλη η ζωή είναι να μπαίνεις στο mood του άλλου, της ίδιας της ζωής εν τέλει  έτσι όπως κυλάει για να δεις τι εννοεί…

Έχω βρεθεί σε βραδιές ποίησης και η προσπάθεια μου ήταν τόοοοοση, ώστε η ευγένειά μου να καλύψει τη βαρεμάρα μου και η διακριτικότητά μου να κρύψει την υποβόσκουσα αγένειά μου… Δεν έφταιγε ο ποιητής, ποτέ δεν φταίει κανείς, ίσως φταίνε τα φεγγάρια που λέει και το τραγούδι, ίσως πάλι φταις εσύ! Προφανώς φταίω "εσύ", εγώ δηλαδή, γιατί αν θέλω κάτι από την ποίηση, αυτό είναι αισιοδοξία, με ή χωρίς ρίμα, χαρά, χρώματα, φρεσκάδα και εικόνες! Θέλω να «βλέπω» την ποίηση, δεν θέλω να σπαζοκεφαλιάζομαι για το ποια λέξη ταιριάζει με το ταγέρ που φοράω και αν η πρόταση είναι αρκετά δυνατή και ανεξίτηλη σαν τη μάσκαρα. Θέλω, με άλλα λόγια, να τη «βλέπω» την ποίηση και να είναι πολύχρωμη και ζωντανή.

Όμως, όσο κι αν λατρεύω τις προσωπικότητες που γράφουν ποίηση, έχω καταλάβει - από τα λίγα που έχω διαβάσει - ότι μερικές φορές η ποίησή τους δεν αντανακλά τον εαυτό τους και μέσα από τις λέξεις τους είναι σαν να μας ζητούν να γίνουμε εμείς ο εαυτός τους, μα πώς να το κάνουμε αυτό όταν δεν μπορούν να το κάνουν οι ίδιοι;

Ένα έχω πάντως να πω: δεν είμαι αιρετική της ποίησης! Ας πούμε καλύτερα ότι δεν είμαι δουλεμένη της ποίησης, ίσως γιατί σ’ αυτό η Χριστίνα με καλύπτει τόσο όταν μιλώ μαζί της για τα πάντα όλα, για μια ιδέα, μια έμπνευση, έναν ειρμό, ένα blog… και όχι μόνο. Υπερβολή; Μπορεί! Κάτι σαν την ποίηση, ας πούμε!



Λίλλιαν Μαδένα*



* Η Λίλλιαν Μαδένα είναι στέλεχος ξενοδοχειακών και τουριστικών επιχειρήσεων και ρεφλεξολόγος.

Δευτέρα, 7 Οκτωβρίου 2013

Συν τω χρόνω: Γιάννης Ντεγιάννης, ο ποιητής–εθνικός δικαστής των Απριλιανών

Ο Γιάννης Ντεγιάννης έχει συνυφάνει το όνομά του με τη νεότερη ελληνική ιστορία. Ως πρόεδρος του Εφετείου Αθηνών, δίκασε τους πρωταίτιους του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου για έσχατη προδοσία και στάση, όταν το Εφετείο κλήθηκε να αξιολογήσει – και να τιμωρήσει – πράξεις προδοσίας της ιεράς υποχρέωσης πίστης στη δημοκρατία.

«Ο καλύτερος τρόπος ζωής», είχε πει σε συνέντευξή του (στην εφημ. «Ελευθεροτυπία» στις 31.6.2006), «είναι να σέβεται καθένας πριν απ’όλα τον εαυτό του. Αν το πετύχει αυτό, ανοίγεται εμπρός του δρόμος που οδηγεί και σε άλλα ιδανικά». Και το ιδανικό του Γιάννη Ντεγιάννη ήταν να γίνει συγγραφέας.

Η ποιητική του διαθήκη γράφτηκε το 1992 στην Αθήνα όταν εξέδωσε το ποιητικό βιβλίο με τίτλο «Επιλογή πρώτη και μόνη» (εκδ. Φιλιππότη). Το βιβλίο αυτό περιλάμβανε κάποια ποιήματα από τις προηγούμενες ποιητικές συλλογές του (στις οποίες είχε χρησιμοποιήσει το ψευδώνυμο Γιάννης Μυράλης). Στην εισαγωγή του βιβλίου ενημέρωνε τον αναγνώστη για τα προηγούμενα έργα του («Κλεψύδρα» - 1961, «Το απόγευμα» - 1963, «Επιστροφή» - 1978 και τα «Προλεγόμενα κάθε μελλοντικής ευτυχίας» - 1981) και τον πληροφορούσε ότι κάποια ποιήματά του βρίσκονταν σκόρπια σε περιοδικά (χωρίς να τα καθορίζει), καθώς και ότι το πρώτο του ποίημα το έγραψε σε ηλικία 18 ετών (δηλ. το 1932, αφού γεννήθηκε στη Χαλκίδα το 1914), ενώ όλα τα άλλα από το 1960 έως το 1990.

Στο λογοτεχνικό περιοδικό «Ομπρέλα» είχαμε κάνει ένα μικρό αφιέρωμα στον Γιάννη Ντεγιάννη, το οποίο είχε επιμεληθεί ο Σέφης Αναστασάκος. Αντιγράφω από κει ένα κομμάτι από το κείμενο του Δημήτρη Πιστικού: «Η πρώτη παρατήρησή μου, όταν ήρθα σε επαφή με το έργο του, είναι πως πρόκειται αλήθεια για μικρή σοδειά για την οποία και ο ίδιος αισθανόταν την ανάγκη να απολογηθεί και ζητούσε από τους αναγνώστες να μη ρωτήσουν τι έκανε τον άλλο καιρό που δεν έγραφε και να πουν πως έλειπε σε ταξίδι και παραμέρισε το φτωχό κήπο του. Δεύτερη παρατήρηση, η έντονη ελληνική του ιθαγένεια με κάποιους αναγκαίους σεφερικούς φωτοσκιασμούς. Τρίτη, η επιμονή του στην καβαφική πρόταση, με το λιτό αφηγηματικό, δραματικό και ιστορικό υπόβαθρο. Τέταρτη, και τη θεωρώ βασική παρατήρηση, είναι η σταθερή απομάκρυνσή του από τα ιδιωτικά τοπία και η στροφή του προ τα δημόσια πράγματα. Ακολουθούν κι άλλες, όπως η εμμονή στην παράδοση και το λογοτεχνικό κεκτημένο και η εμμονή στην πρώτη ποιητική γραφή. Να προσθέσω ότι είναι εμφανείς οι χαμηλοί μεταφυσικοί τόνοι, που προδίδουν μια ριγηλή (σίγουρη πάντως για τον εαυτό της) θρησκευτική διακύμανση, η προσπάθειά του να δαμάσει τη γλώσσα και η αδογμάτιστη προσκόλληση στην πρόσφατη ποιητική παράδοση (περιεχόμενο και φόρμα)

Παραθέτω δύο ποιήματά του, ένα από τη συλλογή «Προλεγόμενα κάθε μελλοντικής ευτυχίας»:

Οι τρεις μάγοι

Ι

Άστραψε ξαφνικά στο λογισμό μας το μεγάλο Αστέρι,
το ακολουθήσαμε –διαψασμένοι τις παραισθήσεις,
σκληρά πατήσαμε μονοπάτια –τις χώρες που ορίζουν τα φίδια,
την επαρχία αψηφήσαμε των λεπρών – πέσαμε σε ληστές
τα σμύρνα κράτησαν, το χρυσάφι,
πέταξαν το λιβάνι,
δούλους μας πούλησαν.

Γνωρίσαμε πολλούς κυρίους και μαστίγια
πριν φθάσουμε στα νύχια του άπληστου Ηγεμόνα.
Δεν χρειαζόταν μάγους – κόβαμε ξύλα
γυρίζαμε τη μυλόπερα,
μουχλιάζαμε στη νύχτα του ορυχείου.
Όταν γεράσαμε πολύ μας ελευθέρωσε,
έλαμπε ακόμη πάντα νέο το Αστέρι.
Το ακολουθήσαμε ψυχές που κύρτωσε η υπακοή.
Σε τόπο φθάσαμε σκυθρωπό
δε φύτρωνε βρύο,
μονάχα τρεις σταυροί αδειανοί στην κορυφή.

Αναζητήσαμε τ’ αστέρι – είχε χαθεί.

Κατόπιν μεθυσμένοι μισθοφόροι
με τη λόγχη ανάποδα μακριά μας διώξαν.


και άλλο ένα από τη συλλογή «Επιλογή πρώτη και μόνη»:

Μονομαχία

Στην πλατεία
κονταροχτυπήθηκαν
η Πίστη κι η Απιστία.
Έπεσε η μια νεκρή. Το σώμα της
απόμεινε στην άμμο, στο λιοπύρι,
απόμεινε στην καταφρόνια,
φοβέρα και διδαχή.

Όμως πληγώθηκε βαρειά κι η Πίστη
κι ανάπηρη στριφογυρίζει ανάμεσά μας
χολή γεμάτη κι υποψία.
Τρέμει το φως, τον ήχο των βημάτων,
τ’ αφανισμένα πρόσωπα και τα θλιμμένα
μάτια,
περνά τις νύχτες άγρυπνη, παλεύει
τον εφιάλτη που τη βασανίζει ν’ αποδιώξει,
εκείνη η μάχη πως δεν τέλειωσεν ακόμη,
εκείνη η μάχη πως δεν θα τελειώσει.



Εργογραφικό Γ. Ντεγιάννη:
1. "Κλεψύδρα" (ποιήματα), εκδ. Δίφρος, Αθήνα, 1961
2. "Απόγευμα" (ποιήματα), εκδ. Δίφρος, Αθήνα, 1961
3. "Επιστροφή" (ποιήματα), εκδ. Εστία, Αθήνα, 1978
4. "Προλεγόμενα κάθε μελλοντικής ευτυχίας" (ποιήματα), εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1981
5. "Η Δίκη" (μαρτυρίες), εκδ. Γνώση, Αθήνα, 1990
6. "Παράλληλες εποχές" (διηγήματα),  εκδ. Φιλιππότης, Αθήνα, 1991
7. "Επιλογή πρώτη και μόνη" (στίχοι),  εκδ. Φιλιππότης, Αθήνα, 1992

Χριστίνα Λιναρδάκη

Παρασκευή, 4 Οκτωβρίου 2013

"What's in a name"

Και εκεί που ονομάζεσαι "κάποιος", σκέφτεσαι να ονομαστείς "κάποιος άλλος".

Όλα για την ανάγκη της τέχνης, βέβαια, όχι για κάποιο καπρίτσιο. Κοιτάς την ταυτότητά σου και αποφασίζεις πως δεν σου κάνεις πια, για κάποιον απροσδιόριστο αλλά γνωστό, στην ουσία, λόγο.

Κι έτσι, δίχως δεύτερη σκέψη, αποφασίζεις να χρησιμοποιήσεις ψευδώνυμο για να γράφεις και να εκδίδεις τα βιβλία σου.

Δεν είσαι ο πρώτος, σίγουρα, ούτε ο τελευταίος. Εντούτους, αν κάτσεις να το δημοσκοπήσεις εσωτερικώς, δεν είναι ποτέ σίγουρο τι απάντηση θα λάβεις.

Από τη μία υπάρχει η ανάγκη της περσόνας, του "σούπερ-ήρωα". Βάζοντας ένα νέο όνομα στη θέση του παλιού νιώθεις ικανός να πεις και να γράψεις δίχως αλυσίδες, ό,τι και να σημαίνει αυτό για τον καθένα.

Από την άλλη υπάρχει η ανάγκη της αποστασιοποίησης. Φοβάσαι τόσο πολύ την ταύτιση με τον εαυτό σου, με αυτό που πραγματικά είσαι, δηλαδή, κι έτσι το μόνο που σου μένει είναι να τα ρίξεις αλλού, στο άλλο μισό σου, τρόπον τινά.

Παλαιότερα, δε, που ήταν ντροπή για την οικογένεια να είσαι συγγραφέας και όχι εργατοπατέρας (ή ήταν απλά της μόδας), η χρήση ενός ψευδωνύμου επιβαλλόταν ως "καλοί τρόποι".

Υπάρχουν και περιπτώσεις, βέβαια, όπου η αλλαγή κρύβει κάτι βαθύτερο, όπως π.χ. το "Ελύτης" από το "Αλεπουδέλης" ή απλά μια παραφωνία ή μακρύσυρτο μαρτύριο που επιβάλει την τράμπα, όπως από "Σεφεριάδης" σε "Σεφέρης" και από "Νταράλας" σε "Νταλάρας".

Μπορεί να είναι πολλοί οι λόγοι που κάποιος θέλει να χρησιμοποιήσει ψευδώνυμο, δημιουργώντας έτσι έναν αντίλαλο στην ύπαρξή του, ικανό να προκαλέσει τις μούσες με νέους, απερίγραπτους τρόπους.

Η δύναμη που ασκεί η μάσκα, όπως μας έχουν δείξει οι σούπερ-ήρωες, είναι ένα δίκοπο μαχαίρι, αφού κρύβοντας την αλήθεια από τον εαυτό σου η αυθυποβολή διαπερνάει κάθε σου σπιθαμή, αλλάζοντας εκ των πραγμάτων τα όριά σου.

Την ίδια ώρα φυσικά τα υπονομεύει, αφού το είδωλο, ο αντίλαλος, αναμενόμενα, δεν θέλει αντιζηλίες με την πραγματικότητα.

Εν τέλει, πιστεύω, ότι η χρήση ενός ψευδώνυμου λέει περισσότερα από όσα μπορεί να πει το κανονικό όνομα κάποιου όσον αφορά, φυσικά, το λόγο που γράφει.

Λέτε να αποκτήσω κι εγώ ένα μήπως και μάθω γιατί γράφω;

Για να κάνω δοκιμή.

Ηλίας Πρεβέζης

Τετάρτη, 2 Οκτωβρίου 2013

Κλέφτικα τραγούδια: μια ιδιάζουσα περίπτωση ατομικής συνείδησης

Τα κλέφτικα τραγούδια αποτελούν μια ξεχωριστή κατηγορία στην ελληνική λαϊκή ποίηση, τόσο λόγω ιστορικών περιστάσεων όσο και γεωγραφικών ιδιαιτεροτήτων. Δημιουργήθηκαν στη λαϊκή συνείδηση ως απάντηση σε συγκεκριμένες συνθήκες και διαδόθηκαν για να καλύψουν τις καινούριες ανάγκες που προήλθαν από αυτές τις ανατροπές.

Σε αντίθεση με τις άλλες κατηγορίες δημοτικών τραγουδιών όπως τα μοιρολόγια, οι παραλογές ή τα τραγούδια της ξενιτιάς των οποίων οι ρίζες χάνονται στον χρόνο, τα κλέφτικα θα έλεγε κανείς πως είναι νεαρά σε ηλικία: εμφανίστηκαν επί Τουρκοκρατίας και περιορίστηκαν σχεδόν αποκλειστικά στην ηπειρωτική Ελλάδα. Ένα από τα βασικά δομικά χαρακτηριστικά τους είναι η συγκεκριμένη αναφορά σε τοποθεσίες, χωριά και ονόματα αγωνιστών, κάτι που τους προσδίδει μια ιδιόμορφη αύρα ρεαλισμού: τα κλέφτικα έχουν συγκεκριμένο αντικείμενο και υπάρχουν για να διηγηθούν μια ορισμένη ιστορία. Εκεί που στις παραλογές και στα μοιρολόγια αναφέρεται ένας Γιάννης ή κάποιος Κωνσταντής, που θα μπορούσε ουσιαστικά να είναι οποιοσδήποτε δεδομένου ότι πρόκειται για συμβολικό πρόσωπο, τα κλέφτικα αφορούν συγκεκριμένες οικογένειες που αναφέρονται ονομαστικά: είναι φανερό ότι η διαδικασία της μυθοποίησης αλλάζει για να καλύψει νέες ανάγκες.

Ο κύριος λόγος για τον οποίο τα κλέφτικα τραγούδια παίρνουν έναν ξεκάθαρα προσωποκεντρικό χαρακτήρα είναι επειδή την δεδομένη χρονική στιγμή οι Έλληνες θεμελιώνουν ατομική και πολιτική συνείδηση. Οι ιστορικές συγκυρίες αλλά και οι κοινωνικές δομές της συγκεκριμένης εποχής ωθούν το ακροατήριο του δημοτικού ποιητή σε μια συνειδητοποίηση της ελληνικότητάς του ως στοιχείο ταυτόχρονα ατομικής και συλλογικής ταυτότητας: η Επανάσταση αρχίζει να παίρνει σάρκα και οστά τουλάχιστον στο συλλογικό φαντασιακό. Τραγουδώντας τα κατορθώματα και τη γενναιότητα των κλεφτών αρχικά και των αρματολών αργότερα, ο λαϊκός ποιητής ιχνογραφεί ένα νέο είδος ήρωα: ενός υπαρκτού προσώπου, ακόμα εν ζωή την στιγμή που φτιάχνεται το τραγούδι, με οικογένεια και καταγωγή, σήμερα θα λέγαμε με διεύθυνση κατοικίας. Είναι το πρότυπο του ήρωα που θα αποτελέσει την έμπνευση για τον Αγώνα, του ανθρώπου που συνειδητά επιλέγει τον θάνατο από τη σκλαβιά.

Και αυτό είναι μια βαθιά αντιφατική αντίληψη για την ουμανιστική φιλοσοφία των δημοτικών τραγουδιών, τουλάχιστον κατ’επίφαση. Ο κλέφτης λαμβάνει συνειδητές αποφάσεις για το προσωπικό του μέλλον σε ατομικό επίπεδο, διαγράφει την δική του πορεία, οριοθετεί τους δικούς του κανόνες ηθικής και επιλέγει να πεθάνει από το να τους προδώσει: στο σημείο αυτό έχουμε μια αποφασιστική καμπή στην φιλοσοφία της δημοτικής ποίησης, περνάμε από το καθαρά συλλογικό επίπεδο στην ατομική διάσταση του ήρωα.

Η ανάγκη του κλέφτη για ελευθερία και  αυτοδιάθεση είναι αυτό που του δίνει τελικά την πολιτική συνείδηση που είναι απαραίτητη σε κάθε επανάσταση: ορίζει τον εαυτό του κατά την κρίση του, πολεμάει μέχρις εσχάτων για να εξασφαλίσει αυτό το δικαίωμα και πληρώνει τις συνέπειες με τη ζωή του. Είναι η μόνη περίπτωση στην δημοτική ποίηση όπου ο θάνατος είναι προτιμότερος από μια ζωή κενή από ιδανικά και, παραδόξως, η μοναδική φορά που είναι απογυμνωμένος από τον φόβο: ο κλέφτης δεν θα έχει τάφο στο χώμα αλλά ένα κιβούρι με παράθυρο για να πολεμάει τους εχθρούς και να χαίρεται την άνοιξη και τη φύση. Η αναπόφευκτη σήψη και η αλλοίωση που φέρνει ο θάνατος στα μοιρολόγια μετατρέπεται εδώ σε ελπίδα: ο νεκρός πολεμιστής έχει ένα θάνατο κατ’εικόνα της ζωής του, όπως του αξίζει.
Τριάντα χρόνια αρματολός κι είκοσι έχω κλέφτης
και τώρα μ’ ήρθε θάνατος και θέλω να πεθάνω.
Κάμετε το κιβούρι μου πλατύ, ψηλό να γένη,
να στέκω ορθός να πολεμώ και δίπλα να γεμίζω.
Κι από το μέρος το δεξί αφήστε παρεθύρι,
τα χελιδόνια νά ‘ρχονται, την άνοιξη να φέρνουν,
και τ’αηδόνια τον καλό τον Μάη να με μαθαίνουν.[1]

Κρις Λιβανίου


[1] «Ο τάφος του Δήμου» in: Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια, εκδ. Βασική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, σελ. 184.