Παρασκευή, 5 Ιουνίου 2015

O ξεχασμένος ρόλος της ποιητικής φόρμας

Αναδημοσιεύουμε σήμερα ένα κείμενο του Ηλία Θ. Παππά που είχαμε πρωτοδημοσιεύσει τον Σεπτέμβριο του 2015 γιατί παραμένει ενδιαφέρον και πάντα επίκαιρο:

Τον τελευταίο καιρό αναρωτιέμαι αν η φόρμα παίζει ακόμα ενεργό ρόλο στη ποίηση. Πολύ συχνά βρίσκω ότι τα ποιητικά βιβλία που διαβάζω στερούνται φόρμας, όχι απαραίτητα λόγω έλλειψης ικανότητας του ποιητή, αλλά λόγω μιας εξαναγκαστικής στροφής προς τη λέξη, περισσότερο, στη μονάδα, και λιγότερο στο σύνολο. 

Αναμφίβολα η έννοια της ακριβείας που πρέπει να υπηρετεί κάθε ποίημα, κατά τη γνώμη μου, ξεκινάει από τη λέξη. Η σωστή τοποθέτηση μίας λέξης μέσα σε έναν στίχο είναι ικανή να του δώσει νόημα ή να τον τοποθετήσει στη λειτουργική του θέση, δίχως να ταράξει το οικοδόμημα. 

Παρόλα αυτά η λέξη είναι μόνο η αρχή. 

Η ακρίβεια που επιτυγχάνει η σωστή χρήση της επεκτείνεται καθώς το ποίημα ξεδιπλώνεται, ζητώντας έτσι νέα σημεία για να στηριχτεί και να σταθεροποιήσει τη ραχοκοκαλιά του. Πρόκειται για μια οργανική διαδικασία που η μικροσκοπική της αφετηρία, η λέξη, ομοιάζει με ένα μικροκοσμικό «bing bang». 

Αυτά, βέβαια, στην κλίμακα του στίχου. Διότι λίγο πιο πριν, στην κλίμακα της έμπνευσης, πιστεύω ισχύουν διαφορετικοί κανόνες. 

Όντας χαοτική στη φύση της, η έμπνευση είναι σχεδόν αδύνατο να συγκεκριμενοποιηθεί όπως ένα νόημα που εκβάλει ένας επιτυχημένος στίχος. Η εμφάνισή της είναι τυχαία και η προσαρμογή της στο ποίημα εξαιρετικά δύσκολη, τόσο που ωθούμαι να πιστέψω ότι η ανάδειξή της βασίζεται αποκλειστικά και μόνο στην καθολική εικόνα του ποιήματος και καθόλου στα επιμέρους κομμάτια του. 

Που σημαίνει ότι ο ποιητής πρέπει (τουλάχιστον) να πετάξει με αεροπλάνο πάνω από το ποίημα, αν καταλαβαίνετε τι θέλω να πω. 

Ακριβώς εκεί είναι που κάνει την εμφάνισή της η ποιητική φόρμα, σε μια προσπάθεια να κρατήσει μέσα στα όρια του ποιήματος την έμπνευση. Ένα ποίημα μπορεί να φαίνεται τελειωμένο μετά την πρώτη ή δεύτερη γραφή, αλλά στην πραγματικότητα μπορεί να έχει πολλά περισσότερα να πει, καθώς η αρχική έμπνευση μεταβάλλεται και γίνεται εκ νέου κατανοητή από τις αλλαγές στην ποιητική φόρμα.  

Διαμορφώνοντας την τελευταία, έτσι, το ποίημα συχνά αποκτά ένα απρόσμενο πρόσωπο, που ο ποιητής μάλλον δεν είχε καν φανταστεί αρχικά. 

Ως φόρμα, φυσικά, δεν εννοώ απλώς τη σύνθεση των στροφών, την έκταση των στίχων ή άλλα δομικά εργαλεία όπως η ανάδειξη ενός συγκεκριμένου σημείου στο ποίημα, η σημασία της παύσης και τα λοιπά. Αν και τα εργαλεία αυτά είναι σημαντικά στο να μπορέσουν να οδηγήσουν την έμπνευση με ασφάλεια μέσα στο ποίημα, αποτελούν μόνο το τεχνικό κομμάτι της ποιητικής φόρμας. 

Το άλλο κομμάτι αφορά στο πώς η ίδια η διάταξη του ποιήματος, μόλις ιδωθεί από κάποια χρονική απόσταση, έχει τη δυνατότητα να χαλιναγωγήσει την έμπνευση βοηθώντας τον ποιητή να γίνει πιο συγκεκριμένος, πιο ακριβής. Αποτέλεσμα μιας τέτοιας επίπονης διαδικασίας είναι μέχρι και η αφαίρεση ολόκληρων κομματιών ενός ποιήματος, που μπορεί να είναι όντως εξαιρετικά, αλλά αταίριαστα στην εξελισσόμενη μορφή. 

Η χαλιναγώγηση της έμπνευσης μεταφέρεται στη λέξη, αυτή γεμίζει το στίχο και αυτός απλώνεται και διαμορφώνεται βάσει της φόρμας, η οποία σα δοχείο δίνει σχήμα αλλά και συγκρατεί τη ρευστότητα του ποιήματος. Πρόκειται φυσικά για ένα κυκλικό σχήμα αφού η ποίηση, το κάθε ποίημα ξεχωριστά, έχει σκοπό να επιστρέψει στην έμπνευση με τον πιο ανώδυνο και ολοκληρωτικό τρόπο.

Αυτά τα όρια της ποιητικής φόρμας και «ως πού θα φτάσει το νυστέρι», φυσικά, τα βάζει ο ίδιος ο ποιητής και μπορεί να χρειαστεί αρκετός χρόνος μέχρι να καταφέρει να δώσει πάλι ισορροπία στο ποίημα. 

Στη σύγχρονη ποίηση, όμως, η φόρμα είναι ένα σκαλοπάτι που φαίνεται να υπερπηδάμε. Τα ολιγόστιχα ποιήματα, που αποτελούν και την πλειοψηφία της ποίησής μας σήμερα, είναι εύκολα στη σύλληψη και στην απόδοσή τους διότι δεν χρειάζεται να ασχοληθούν με την φόρμα, η οποία δεν αλλάζει σχεδόν ποτέ.

Πρόκειται για ένα ποιητικό καλούπι, με άλλα λόγια, που ό,τι παράγει καταφέρνει να ακούγεται σαν ποίημα, αλλά στην ουσία είναι... γραμμές. 

Όταν η λέξη και όχι η φόρμα αναλαμβάνει να οδηγήσει το ποίημα, αυτό ζει και πεθαίνει μέσα σε ένα περιορισμένο πεδίο, αποτυγχάνοντας να εντοπίσει αυτό που έψαχνε, πιθανώς, η έμπνευση που το γέννησε. 

Το αποτέλεσμα είναι διττά απογοητευτικό. 

Ο ποιητής όχι μόνο επικεντρώνεται με εμμονή στη δύναμη της λέξης, αλλά εγκιβωτίζεται εύκολα σε μια αυτοματοποιημένη φόρμα που του ορίζει, ύπουλα, και το ποιητικό του εύρος. Είναι εύκολο έτσι κάποιος να καταφύγει σε ένα αποφθεγματικό ύφος με υποτιθεμένη, συμπυκνωμένη σοφία ή να χαθεί σε λαβύρινθους νοημάτων που δεν αφορούν τον αναγνώστη επ’ ουδενί.

Και εκεί το παιχνίδι της ποίησης έχει ήδη χαθεί.

Ηλίας Θ. Παππάς

3 σχόλια:

  1. Η αλήθεια είναι ότι το bog Πατάρι Λογοτεχνών το δημιούργησα με μόνη φιλοδοξία να προβάλλω τα έργα των φίλων της συντροφιάς μας της Τετάρτης για να αναδείξω αυτήν που νομίζω καλή ποίηση (και σαν διδαχτικό υπόδειγμα στους επίδοξους νέους ποιητές !!)
    Σας συγχαίρω για την καλή δουλειά με τις διδαχές σας σε αυτόν τον τομέα .
    Λεωνίδας Ορφανουδάκης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Καλημέρα. Θα γίνω πεζός (που δεν έχει καμιά σχέση με το "πεζογράφος". Η φόρμα στην ποίηση, είναι σαν τη φόρμα για το κέικ. Δεν πα να 'χεις την καλύτερη συνταγή, τα καλύτερα υλικά! Μέσα σε φόρμα θα τα βάλεις, μέσα στη φόρμα θα τα ψήσεις κι από τη φόρμα θα τα σερβίρεις. Φόρμα κουλούρα (αυτή με τη μεγάλη τρύπα) φόρμα στενόμακρη, ταψί τετράγωνο ή στρογγυλό. Φόρμα πάντως. Εκεί μέσα θα ομογενοποιηθούν τα καλά υλικά, τα καλά συστατικά, θα μοσκομυρίσει το αποτέλεσμα, θα τρέξουνε τα σάλια, θα μεγαλώσει η λαχτάρα για το γευστικό το όμορφο (εύμορφο!) και το "χρηστικό", αυτό που κάτι μέσα σου διορθώνει, τακτοποιεί, ηδονίζει και σε κάνει να θες κι άλλο.
    Μου άνοιξα την όρεξη...
    Και για κέικ και για "εύμορφα" ποιήματα.
    Ευχαριστώ και για την αφορμή και για τη φιλοξενία.

    ΑπάντησηΔιαγραφή