Δευτέρα, 9 Σεπτεμβρίου 2013

"Δηθενισμός" και ο "Ρόλος του Ποιητή"

Διαβάζοντας πρόσφατα ορισμένα σκόρπια κείμενα για το ρόλο του ποιητή στη σύγχρονη εποχή, ένιωσα μια απογοήτευση και ένα πάγωμα, από αυτά που σου φέρνει ο τρόμος του αναπόφευκτου.

Ο παραλογισμός ή ακόμα και η ρηχότητα των απόψεων, βέβαια, δεν με ενόχλησε τόσο, όσο, ας πούμε, το πάθος για το «δηθενισμό». 

Συχνά, σήμερα, μου δίνεται η εντύπωση ότι ο καθένας ορίζει το ρόλο του ποιητή σύμφωνα με τις προσωπικές ποιητικές κορυφές (ή βουναλάκια) που έχει κατακτήσει, με σκοπό να δικαιολογήσει, στην ουσία, όλα όσα δεν έχει υπερπηδήσει ή όλα όσα ξέρει ότι δεν μπορεί καν να σκαρφαλώσει.

Είναι ένα σκοτεινό, εγωιστικό παιχνίδι, εγκλωβισμένο μέσα στην ανασφάλεια και τη ματαιοδοξία, δύο στοιχεία που, ούτως ή άλλως, ανέκαθεν πλήττουν (και συχνά-πυκνά ορίζουν) αυτόν που καταπιάνεται με την ποίηση.  

Η έλλειψη ουσιαστικής κριτικής και τα επαναλαμβανόμενα, μεγάλα (βλ. «κούφια») λόγια για την αξία μέτριων ή κάκιστων ποιητικών βιβλίων είναι μόνο η αρχή. Η δεύτερη αρχή. Η πρώτη είναι η απόλυτη και φονικά επικίνδυνη ελευθερία που δίνει το μότο «ποίηση είναι, γράψτε ό,τι θέλετε και… ανθίστε». 

Ψάχνοντας εδώ κι εκεί μπορεί κάποιος να συναντήσει απόψεις που αναιρούν την ανάγκη της «εθνικής ποίησης», ό,τι και να σημαίνει αυτό, για να επικεντρωθούμε σε πιο προσωπικές στιγμές της ανθρώπινης ύπαρξης, ό,τι και να σημαίνει αυτό.

Άλλοτε πέφτουμε επάνω σε έμμεσες «διακηρύξεις» για την ανάγκη του «διανοούμενου» ποιητή, ο οποίος δεν ασχολείται με τα προβλήματα των συμπολιτών του, την κατάπτωση της χώρας του ή του κόσμου, όχι άμεσα τουλάχιστον, αλλά απέριττος και κρυστάλλινος στέκεται σε μια άλλη σφαίρα ύπαρξης, προσπαθώντας να συλλάβει τα «υψηλά νοήματα» και να χωρέσει, σε μία παράγραφο 5 γραμμών, όση περισσότερη σαλάτα αναφορών και διάσημων ονομάτων μπορεί, με σκοπό να προσδώσει κύρος στα γραφόμενά του. 

Λες και η ποίηση υπήρξε ποτέ ξεκομμένη από το κοινωνικό ή εθνικό πλαίσιο, όπως αυτό ανάγεται μέσω της διαμόρφωσης του προσωπικού ποιητικού οράματος σε μια έμμεση, συχνά κρυφή, αφετηρία για λύτρωση.

Γιατί αυτή η προσπάθεια, λέω εγώ, να αποφεύγουμε αυτό που είναι πραγματικά μπροστά μας; Από πότε ο ποιητής δεν χρειάζεται να φτάνει ως τις μάζες, αλλά είναι ευχαριστημένος να ποιεί ανάμεσα σε αυλοκόλακες, τους facebook φίλους του και τα κίβδηλα μπράβο των περισσότερων εκδοτικών οίκων;

Από πότε η ποιητική ακεραιότητα αντικαταστάθηκε από την ευτελή μας ανάγκη για άμεση αναγνώριση;

Από πάντα, θα μου πείτε. Και μάλλον θα έχετε δίκιο, αφού και το εν λόγω άρθρο έχει αρχαίες, σχεδόν, ρίζες και δεν διεκδικεί δάφνες πρωτοτυπίας.

Παρόλα αυτά, κάπως, κάποιος, θα μπορέσει να εντοπίσει το λάθος στην πορεία αυτή και να
απελευθερωθεί, με συνέπεια ίσως να ελευθερώσει και εμάς, από αυτή την επίπονη διαδικασία του ποιητικού ευτελισμού.

Θα ισχυριστείτε και, μάλλον, θα έχετε για μια ακόμη φορά δίκιο, ότι κάτι τέτοιο είναι αδύνατον να γίνει. Δεν είναι στη φύση μας η ειλικρίνεια και μπορεί, κάθε μεγάλη ποιητική στιγμή, ευαίσθητη σαν το φυλλαράκι στον άνεμο, να είναι εντέλει τυχαία.

Τόσο τυχαία που η αβεβαιότητα που προκύπτει να ευθύνεται, ακόμα και υποσυνείδητα, για το κακομαθημένο και τρομαγμένο ποιητικό εγώ μας.  

Το βράδυ, όμως, όταν κοιτιόμαστε στον καθρέφτη και ντυνόμαστε τον ποιητικό εαυτό μας, με όποιο τίτλο θέλουμε (ή μας έχουνε δώσει), ξέρουμε, ω πόσο ξέρουμε, την πραγματική μας αξία και το πραγματικό μας κενό.

Και τι χρειάζεται να παρακάμπτουμε, κάθε φορά, για να αποδεχόμαστε το ψέμα που μας κοιμίζει. 


Ηλίας Θ. Παππάς

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου