Τετάρτη, 25 Σεπτεμβρίου 2013

Συνέντευξη με τον Κώστα Στεφανόπουλο, διευθυντή του περιοδικού "νέα σκέψη"

(με παρεμβάσεις της κόρης του και συνδιευθύντριας του περιοδικού, Φοίβης Στεφανοπούλου-Μπαλατσούρα)

Χριστίνα Λιναρδάκη: Πείτε μας λίγα λόγια για σας κ. Στεφανόπουλε.

Φοίβη Στεφανοπούλου: Στον πατέρα μου δεν αρέσει να μιλά για τον εαυτό του, οπότε θα το κάνω εγώ, αν δεν σας πειράζει. Από παιδί ακόμα – απ’ ό,τι ξέρω από τη γιαγιά μου κυρίως – έβρισκε «καταφύγιο» στην τέχνη: λογοτεχνία και μουσική με ένα φιλοσοφικό υπόβαθρο υπαρξιακής αναζήτησης που άλλωστε χαρακτηρίζει και το έργο του. Στα 18, μαθητής στη σχολή του εμπορικού ναυτικού στην Ύδρα, ίδρυσε, εξέδιδε και διηύθυνε το ναυτικό/λογοτεχνικό περιοδικό «Ναυτίλος». Αργότερα, επιστρέφοντας στην Αθήνα για τη στρατιωτική του θητεία, συνδέθηκε με μια ομάδα νεαρών λογοτεχνών, τους Παντελή Κολιότσο, Πέτρο Αμπατζόγλου, Νίκο Καμπάνη και άλλους, και υπήρξε ο αρχισυντάκτης του λογοτεχνικού περιοδικού «ο δρόμος». Λόγω, όμως, της επαγγελματικής του καριέρας, σαν πλοίαρχος που ήταν, αναγκάστηκε να λείψει από την Ελλάδα για πολλά χρόνια. Επιστρέφοντας για στεριανή πια επαγγελματική πορεία στις αρχές του ΄80, άρχισε να εκδίδει δουλειές από τα χρόνια των ταξιδιών αλλά και νέες. Έχει εκδώσει ποιητικές συλλογές, νουβέλες, διηγήματα και θεατρικά έργα, παράλληλα με τη ναυτιλιακή του αρθογραφία και τα διδακτικά του κείμενα/βιβλίο για το Κέντρο Ανωτέρας Εκπαίδευσης πλοιάρχων Εμπορικού Ναυτικού, όπου δίδασκε για μια δεκαετία.

Χ.Λ.: Πώς αποφασίσατε να αναλάβετε ένα περιοδικό όπως η «νέα σκέψη», κα Στεφανοπούλου;

Φ.Σ.:  Μετά το θάνατο του αείμνηστου Χρήστου Κουλούρη, η σύζυγος του ανέθεσε στον δικηγόρο, φίλο, ποιητή και συγγραφέα Δημήτρη Καραμβάλη να αναλάβει τη συνέχιση του περιοδικού. Το 2008, όμως, οι επαγγελματικές του υποχρεώσεις δεν του επέτρεψαν να συνεχίσει, οπότε και πρότεινε στον πατέρα μου – με τον οποίο γνωρίζονται από το 1983, είναι μέλη και οι δύο της ΕΕΛ. – να το αναλάβει.

Παρ’ όλα αυτά ήταν, όντως, μια δύσκολη απόφαση, για τον πατέρα μου αλλά και για μένα, μιας και καθένας εύκολα μπορεί να αντιληφθεί το μόχθο και το κόστος που συνεχώς καταβάλλεται για να διατηρεί το περιοδικό την ποιότητά του. Το λυπηρό για μένα που δεν αποτελώ μέλος του κύκλου των λογοτεχνών είναι η στενότητα αντίληψης ορισμένων «ανθρώπων του πνεύματος» που αδυνατούν να συν-χαρούν με την επιτυχία συναδέλφων τους. Nα προσφέρουν λίγο από τον χρόνο τους,, ίσως και από την προβολή τους, για να βοηθήσουν εκείνους τους νέους που προσπαθούν και θέλουν να βελτιωθούν. Και έτσι μένουν να αναλώνονται στην προσωπική τους προβολή αδιαφορώντας για το περιεχόμενο του υπόλοιπου περιοδικού, χάνοντας ένα υπέροχο δάσος επειδή αγναντεύουν και ποτίζουν το δέντρο του κήπου τους και μόνο. Αλλά, καθένας έχει την πορεία που επιλέγει.

Χ.Λ.: Μια ερώτηση και για τους δυο σας: Τι χρειάστηκε να καταθέσετε από το προσωπικό σας απόθεμα για να διατηρήσετε την ποιότητα του περιοδικού; Δεδομένων των θυσιών που απαιτούνται για την έκδοσή του, κ. Στεφανόπουλε, θα επιθυμούσατε να το αναλάβει μια μέρα εξ ολοκλήρου η κόρη σας, η Φοίβη;

Φ.Σ.: Ακούω συχνά τον πατέρα μου να λέει: Στη ζωή όλοι μας έχουμε μια έμφυτη κατεύθυνση που στην πορεία την προσαρμόζουμε, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο θετικά, στον τελικό προορισμό που διακρίνουμε στο βάθος του χρόνου.

Πιστεύω πως όλα στη ζωή μας συμβαίνουν ανεξάρτητα από το ποιος τα προκαλεί ή δίνει τη δυνατότητα να συμβούν. Αν δεν είσαι εσύ, θα είναι κάποιος άλλος – αλλά κάποιος θα τους δώσει τη δυνατότητα – γιατί έτσι πρέπει να συμβεί σε εκείνη τη καμπή της «υδάτινης διαδρομής». Ως τότε, έχουμε καθήκον να χρησιμοποιούμε το όποιο μας τάλαντο προσφέροντάς το σε όποιον τύχει να ενδιαφέρεται ν’ ακούσει και να βοηθηθεί, παρακινούμενος να δράσει ή να αντιδράσει επωφελώς για τη δική του διαδρομή στην εσωτερική εξέλιξη του άυλου εαυτού του, αφού κάθε αλλαγή είναι και αυτή μια επιλογή.

Κώστας Στεφανόπουλος: Η Φοίβη έχει εδώ και δύο χρόνια περίπου αναλάβει την επιλογή της ύλης και την επιμέλεια της έκδοσης με τη δική μου συμβουλευτική καθοδήγηση και στόχευση των επιλογών. Θεωρώ ότι θα αποτελέσει την αποκλειστική δημιουργό για τη συνέχιση του έργου της «νέας σκέψης» για το οποίο εργάζεται ανελλιπώς από την ανάληψη της διεύθυνσής του. Άλλωστε, δεν ξεκινάς να συμμετέχεις σε κάτι που δεν αγαπάς αρκετά ώστε να του δώσεις ό,τι μπορείς από τον πολύτιμο χρόνο της ζωής σου.

Χ.Λ.: Ο τίτλος του ποιητή στις μέρες μας αγοράζεται, αφού μόνον όσοι έχουν τη δυνατότητα να πληρώσουν μπορούν να εκδώσουν μια συλλογή. Τι επιπτώσεις έχει αυτό στη σύγχρονη ποιητική παραγωγή κατά τη γνώμη σας, κ. Στεφανόπουλε;

Κ.Σ.: Η αναγνώριση ενός ποιητή γίνεται από τους αναγνώστες του. Πιστεύω πως το marketing δεν μπόρεσε ποτέ να επιβάλλει το συναίσθημα, τη συγκίνηση και χωρίς αυτό δεν υπάρχει ποίηση. Βέβαια, αν δεν τύχει ν’ ακουστεί το κελάηδημα ενός πουλιού κανείς δεν μπορεί να ξέρει αν αυτό είναι άλλο ένα πουλί ή ένα αηδόνι. Γι αυτό πιστεύω πως χρειάζονται εμπνευσμένοι κι ελεύθεροι άνθρωποι για να μεθοδεύσουν την παιδεία της νέας γενιάς και τις βασικές ιδέες της δημιουργίας, των ίσων ευκαιριών, και της άμιλλας, όχι του ανταγωνισμού. Υπάρχουν τρόποι, ζητείται βούληση. Κι αυτό προσπαθεί να προσφέρει η «νέα σκέψη».

Χ.Λ.: Πιστεύετε ότι πρέπει να δίδεται βήμα σε όλους όσους γράφουν ποίηση στις μέρες μας; Η «νέα σκέψη», για παράδειγμα, φιλοξενεί ποιήματα από όλους όσους της στέλνουν συλλογές ή ανέκδοτα έργα τους;

Κ.Σ.:   Στις μέρες μας όλοι όσοι θέλουν μπορούν να έχουν βήμα – μεγάλο ή μικρό. Με τόσα μέσα, έντυπα και κυρίως ηλεκτρονικά, είναι πια πολύ εύκολο για τον καθένα να παρουσιάσει τη γνώμη ή το πόνημά του. Το ποιά θα είναι η αναγνώριση του έργου του θα εξαρτηθεί από την απήχηση που τούτο το έργο θα έχει. Και αυτό εξαρτάται από το αν θα επιλέξει να στηρίξει αυτούς που διαπνέονται από αγάπη για την τέχνη και για αυτό θυσιάζουν το πολυτιμότερο αγαθό της ζωής, τον χρόνο τους, για τη δική τους συνεισφορά σε μια κοινωνία συμμετοχική.

Στο μηνιαίο περιοδικό «Πλοιαρχική ηχώ», διατηρούσα για χρόνια μια μόνιμη στήλη τριών σελίδων με τίτλο «Αναζητώντας ένα νέο Ν. Καββαδία». Πολλοί ναυτικοί πρωτοεμφανίστηκαν σε αυτήν με ποιήματα που σταδιακά βελτιώθηκαν, έτσι ώστε όταν το 2012 στην αίθουσα της Ε.Ε.Λ. οργανώθηκε μια βραδιά αφιερωμένη στους λογοτέχνες της θάλασσας, παρουσιάστηκαν 46 ναυτικοί με 4-5 ποιητικές συλλογές έκαστος – κάποιοι έως και 12-15 βιβλία. Πολλοί από αυτούς είχαν βραβευτεί σε πανελλήνιους διαγωνισμούς, ενώ άλλοι είχαν μελοποιηθεί.

Αυτή η εμπειρία μάς οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπάρχει ταλέντο και θέληση για πνευματική ανάπτυξη. Όλοι όμως στην αρχή χρειαστήκαμε ενθάρρυνση για να το τολμήσουμε – ίσως χωρίς αυτήν το αποτέλεσμα τόσο για τους ίδιους τους λογοτέχνες όσο και για το κοινωνικό σύνολο να ήταν τελείως διαφορετικό. Κι έχουμε τόσο πολύ την ανάγκη για πνευματικά ενδιαφέροντα, ειδικά στις μέρες μας.

Η «νέα σκέψη» εξακολουθεί σ’ αυτό το πνεύμα να φιλοξενεί αλλά και να επιμελείται εκδόσεις που δείχνουν σημάδια εξελικτικής διαδρομής, προσφέροντας τις σελίδες της σε όσους το επιθυμούν με μόνες προϋποθέσεις την ευπρέπεια του λόγου και την παντελή έλλειψη κομματικής ή άλλης προσηλυτιστικής επιρροής. Είμαστε περήφανοι για κάποιους λογοτέχνες που πρωτο-παρουσιάσαμε στο περιοδικό και τώρα έχουν να επιδείξουν Πανελλήνια βραβεία και βιβλία. Γιατί η «νέα σκέψη» παρουσιάζει ακόμα και λογοτέχνες που δεν την αγοράζουν αφού δεν έχει στόχο της την κυκλοφοριακή επιτυχία με οποιοδήποτε τίμημα. Δεν επιδιώκει και δεν έχει ανάγκη τέτοιας επιτυχίας. Αρκείται να κυκλοφορεί στον κύκλο της ευαισθησίας των ανεξάρτητων ποιητών και εν γένει λογοτεχνών αυτής της ταραγμένης εποχής.

Πιστεύω ότι στη «νέα σκέψη» γίνεται ένα αθόρυβο αλλά ουσιαστικό έργο στήριξης, ενθάρρυνσης, και καλλιέργειας νέων λογοτεχνών και εικαστικών καλλιτεχνών. Γιατί, αν η πολύβουη νιότη έχει τόλμη περισσή για αντίδραση, η ωριμότητα έχει τη βούληση για δράση κι η δημιουργική μοναξιά θέλει τόλμη και σεβασμό σε κάθε ηλικία.

Χ.Λ.: Ποια πιστεύετε ότι είναι τα συστατικά της καλής ποίησης; Αν δεν γράφατε ποίηση ο ίδιος, θεωρείτε ότι θα είχατε τα ίδια κριτήρια;

Κ.Σ.: Πάντοτε σκέφτομαι την ποίηση ως ένα προϊόν μιας εσωτερικής διεργασίας που φουσκώνει και ξεχειλίζει όπως ο καφές, με αφορμή το συναίσθημα και αιτία την έκφραση μιας διαισθαντικής προσέγγισης του ανέκφραστου που περιβάλλει το άγνωστο της προέλευσης και του προορισμού του ανθρώπου. Με κεντρομόλο δύναμη την κοινωνική ευαισθησία και την αγάπη γι’ αυτόν τον ίδιο τον άνθρωπο. Άλλωστε ο Πλάτων αναφέρει ότι «η τέχνη χωρίς την έμπνευση δεν αρκεί για να καταστεί κανείς ποιητής».

Αν δεν έγραφα ποίηση … τι να σας πω; Γράφω, και αυτό χαρακτηρίζει έναν άνθρωπο. 

Χ.Λ.: Ποιο είναι το προσωπικό στίγμα που θα θέλατε να αφήσετε τόσο στην ποίηση όσο και στον εκδοτικό χώρο;

Κ.Σ.: Καλότυχοι όσοι γεννήθηκαν χωρίς φτερά και μόνοι τους τα κατάφεραν να πετάξουν ψηλά, χωρίς να καταβάλουν κάποιο τίμημα από την αξιοπρέπεια τους. Κι εκεί να γνωρίσουν την ανάγκη της αγάπης για τους νέους ανθρώπους. Ο εγωκεντρισμός κι ο ευδαιμονισμός είναι μεγάλα βαρίδια για όποιο πέταγμα, γιατί προκαλούν την πτώση που γίνεται μοιραία και αναπόφευκτη.

Χ.Λ.: Υπάρχει στα μελλοντικά σας σχέδια η σκέψη για επέκταση της «νέας σκέψης» στην έκδοση ποιητικών συλλογών ή/και ανθολογιών;

Φ.Σ.: Πριν ακόμα αναλάβουμε την ευθύνη της «νέας σκέψης» είχαμε δημιουργήσει τον εκδοτικό οίκο «Ποντοπόρεια Εκδοτική» (Ποντοπόρεια, ο τίτλος βραβευμένης από το ΥΕΝ – Νίκος Καββαδίας – ποιητικής συλλογής) με γνώμονα κυρίως την έκδοση βιβλίων ποιοτικού περιεχομένου και αξιόλογης εμφάνισης, με ιδιαίτερα χαμηλό κόστος. Χωρίς όμως να αναλαμβάνουμε την εμπορική τους διάθεση.

Το 2012, διακόψαμε τη λειτουργία της για δύο λόγους – φορολογικούς (χωρίς κέρδη φόρους) και μιας προτίμησης διαφόρων λογοτεχνών σε άλλους οίκους, των υποσχέσεων και της κολακείας. Υπάρχουν βέβαια κάποια σχέδια για επαναλειτουργία της εκδοτικής, όταν βελτιωθούν οι οικονομικές συνθήκες και κυρίως όταν και αν οι συγγραφείς καταφέρουν να λειτουργήσουν συλλογικά και όχι ανταγωνιστικά προς το σύνολο της πνευματικής δημιουργίας, προάγοντας έτσι την παιδεία και την προσφορά. Βλέπετε, η μεγαλύτερη τιμωρία στην εποχή μας είναι ότι δεν εμπιστευόμαστε κανέναν και δεν πιστεύουμε τίποτα. Αφού μετά από κάποιο όριο ικανοποίησης των βασικών ενστίκτων, φυσιολογικά προκύπτει στο άτομο η ανάγκη για μια συνεισφορά στα κοινωνικά δρώμενα μιας εκλεπτυσμένης κοινωνίας ανάπτυξης του ορθού λόγου. Και τότε, αυτό δικαιώνει την ύπαρξη του.

Όσο για τις εμπορικές ανθολογίες δεν είναι καθόλου στις προτιμήσεις μας. Προτιμούμε, ενδεχομένως, τις τριετείς βιβλιοδετημένες εκδόσεις του περιοδικού «νέα σκέψη». Για αυτούς που γνωρίζουν, επιθυμούν και στηρίζουν τις πεποιθήσεις τους «εν τοις πράγμασι».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου