Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2013

Δουλεύοντας ένα ποίημα


Προσπαθώντας να τελειώσω εδώ και μερικούς μήνες ένα ποίημα έφτασα στο απόγειο της παραίτησης. Δεν μπορούσα να βρω τη λύση, ό,τι και να έκανα. 

Και το πρόβλημα φαινόταν απλό. Το μόνο που είχα να κάνω ήταν να βρω τη σωστή λέξη ή, πιο σωστά, να επιλέξω ανάμεσα σε δύο, για να ολοκληρώσω μία τρίστιχη ενότητα στο κλείσιμο του ποιήματος.

Το πρόβλημα ήταν νοηματικό και όχι τεχνικό. Οι λέξεις που είχα στη διάθεσή μου ήταν «αποτυχία» και «αδυναμία». Καμία άλλη λέξη δεν γινόταν να ταιριάξει, εκτός και αν ήθελα φυσικά να αλλάξω ολόκληρο το ποίημα, κάτι που δεν ήμουν διατεθειμένος να κάνω σε καμία περίπτωση.

Προσπάθησα πολλές παραλλαγές, αλλαγές ενός ή δύο στίχων από την ενότητα, τομές και παραγωγή ημιστιχίων, παιχνίδια με τα σημεία στίξης, τις παύσεις, εκθλίψεις, κράσεις, συναιρέσεις, ό,τι μπορούσα να σκεφτώ πως θα μου έδινε τη λύση. 

Μάταια, όμως. Διαβάζοντας το τρίστιχο (που ενίοτε γινόταν και τετράστιχο κατά την πειραματική διαδικασία) ήταν εμφανές πως λειτουργούσε και με τις δύο λέξεις, ενώ έδενε, παραδόξως, νοηματικά και με το συνολικό ποίημα, άσχετα με το ποια ήταν η εκάστοτε επιλογή:

«Τα μάτια πρέπει ν’ ανοίξουν μόνο από την ευτυχία
όπως γεννιέται και θεριεύει πάλι – κοίτα
μες στην πλανόδια αυτή αδυναμία»

ή

«Τα μάτια πρέπει ν’ ανοίξουν μόνο από την ευτυχία
όπως γεννιέται και θεριεύει πάλι – κοίτα
μες στην πλανόδια αυτή αποτυχία.»

Σε πρώτη ανάγνωση η λέξη «αδυναμία» ταιριάζει περισσότερο ηχητικά και ρυθμικά, ενώ προσδίδει μια λυπημένη ευγένεια στο ποίημα που, στο μυαλό μου τουλάχιστον, προσκαλεί και δεν αποκλείει τον αναγνώστη. Μετά από αρκετές αναγνώσεις, όμως, η λέξη «αποτυχία» προσδίδει ένα αξιακό φινάλε, αν θέλετε, έναν τερματισμό που ολοκληρώνει το ποίημα και το σφραγίζει ερμητικά, έστω κι αν το αίσθημα της κατάρρευσης που απομένει δεν είναι από τα αγαπημένα μου.

Φυσικά, δίχως να διαβάσετε το προηγούμενο μέρος του ποιήματος δεν είναι εύκολο να γίνει κατανοητό ακριβώς τι λέω, αλλά, πιστέψτε με, το πρόβλημά μου ήταν πέρα για πέρα υπαρκτό.

Αποφασίζοντας να πάρω άλλο δρόμο, με κίνδυνο να δημιουργήσω ανεπανόρθωτα προβλήματα στον κορμό του ποιήματος, ξεκίνησα να ασχολούμαι με το ρυθμό των προηγούμενων στροφών.

Αιτία για αυτή μου τη μεταστροφή ήταν το φαινομενικά απλό αλλά εξαίσια περίτεχνο ποίημα του Κωνσταντίνου Καβάφη, «Τείχη». Διαβάζοντας το εν λόγω ποίημα κατάλαβα, σχεδόν αμέσως για να είμαι ειλικρινής, ότι έψαχνα την εστία του προβλήματός μου σε λάθος μέρος.

Τα «Τείχη» είναι ένα εκπληκτικό δίδαγμα στον έλεγχο του ρυθμού, της φόρμας και, πάνω απ’ όλα, του συναισθήματος. Ο Καβάφης κρατάει το ποίημα ακριβώς εκεί που επιθυμεί, δίχως να ξεφεύγει ούτε μία συλλαβή προς χάριν κάποιου δραματικού βερμπαλισμού, που μπορεί μεν να έδινε στο σύνολο μια ενορατική διάσταση, όχι όμως δίχως να θυσιάσει την έκπληξη που προκαλεί η απλή συνειδητοποίηση της πραγματικότητας.

Προσέξτε πώς το εισαγωγικό δίστιχο είναι καταληκτικό και μπορεί ακόμα να λειτουργήσει και ως απόφθεγμα. Ο πρώτος στίχος δεν έχει τελεία, μόνο ο δεύτερος, δημιουργώντας την αίσθηση ότι ο αναγνώστης ξεκινά το ποίημα από το τέλος:

 «Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.»

Εν συνεχεία ο τρίτος στίχος δηλώνει το αποτέλεσμα του προηγούμενου δίστιχου και η χρήση της τελείας αποκαλύπτει το τετελεσμένο της κατάστασης, που δεν επιδέχεται παράφρασης ή παρανόησης:
   
«Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ
 
Ο τέταρτος στίχος επιβεβαιώνει την αιτία της απελπισίας του ποιητή αλλά, πανέξυπνα, στο τέλος του ο Καβάφης χρησιμοποιεί άνω τελεία και όχι τελεία:

«Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·»

Με αυτόν τον τρόπο αφήνει χώρο για μια ελάχιστη στιγμή ενδοσκόπησης μέσω του λιγότερου αυστηρού ρυθμού στο δίστιχο που ακολουθεί. Αξιοπρόσεκτο είναι επίσης το γεγονός ότι χρησιμοποιεί και στους δύο στίχους τελείες, λέγοντάς μας στην ουσία ότι και και οι δύο αυτές καταστάσεις ισχύουν ως ισοζύγια. 

Ταυτόχρονα, οι παύσεις από τις τελείες επιτρέπουν και μια ιδέα αδιαφορίας για ό,τι έχει πλέον χάσει την ευκαιρία του να πραγματωθεί:

 «διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.»
A όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.»

Το τέλος έρχεται με ένα ακόμα δίστιχο, όπου κάθε στίχος σταματάει ξανά σε τελεία. Τόσο η απορία που πηγάζει από τον πρώτο στίχο όσο και η σιωπηρή απελπισία του δεύτερου, δεν θα είχαν την απαιτούμενη βαρύτητα αν ο ρυθμός δεν ήταν τόσο απόλυτος μέσω των σημείων στίξης:

«Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.»

Αυτή η αυστηρή χρήση της φόρμας, η τιθάσευση του νοήματος και του συναισθήματος, μου έδωσε να καταλάβω ότι το δικό μου πρόβλημα δεν ήταν η επιλογή λέξης αλλά η λυμένη ραχοκοκαλιά του ποιήματός μου, που δεν οδηγούσε με ακρίβεια στο τέλος που επιθυμούσα.

Δουλεύοντας πάνω στη φόρμα και θέτοντας μια πιο αυστηρή ροή μέσω απλών σημείων στίξης, κατάφερα στο τέλος να μετατρέψω το πρόβλημα από νοηματικό σε τεχνικό, μιας και το ποίημα απεκάλυψε από μόνο του μια «αδυναμία», περισσότερο, παρά μια «αποτυχία».

Ακολούθως, η σωστή λέξη επιλέχτηκε και «κούμπωσε» αυτόματα, μιας και τα τεχνικά προβλήματα δεν είναι ιδιαίτερα σημαντικά όταν έχουν μπει οι νοηματικές βάσεις.

Φαίνεται ότι, πολλές φορές, η λύση σε ένα ποίημα δεν βρίσκεται στο σημείο απ’ όπου φαίνεται να πηγάζει το πρόβλημα.

Ηλίας Θ. Παππάς

 


2 σχόλια:

  1. Πρέπει να "ξαναδω" τα Τείχη.
    Καλημέρα σας!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Καλησπέρα.

    Πιστεύω ότι είναι εξαιρετικό ποίημα από πολλές απόψεις. :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή