Παρασκευή, 13 Σεπτεμβρίου 2013

Η ξενιτιά στα δημοτικά τραγούδια - υπόθεση γένους θηλυκού

Τα δημοτικά τραγούδια της ξενιτιάς είναι γενικά νεότερα κείμενα, μπορούν να τοποθετηθούν ανάμεσα στον 15ο και τον 18ο αιώνα. Αυτό σημαίνει ότι έχουν δεχθεί ισχυρές επιρροές στα μοτίβα τους από αρχαιότερα είδη όπως τα μοιρολόγια και οι παραλογές, επιρροές που εξέλιξαν και επέστρεψαν με μορφή αντιδανείου στα υπόλοιπα είδη τραγουδιών. Οι κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες που οδήγησαν τους ανθρώπους στον δρόμο της ξενιτιάς τους πρώτους αιώνες μετά την πτώση της βυζαντινής αυτοκρατορίας είναι σε γενικές γραμμές γνωστές, είναι περιττό να επικεντρωθεί κανείς σ’αυτές, άλλωστε τα δημοτικά τραγούδια δεν προσφέρουν επαρκή επιστημονικά στοιχεία για μια μελέτη καθαρά ιστορικού-κοινωνιολογικού χαρακτήρα.

Το σημαντικότερο ίσως χαρακτηριστικό των τραγουδιών της ξενιτιάς είναι ο ρόλος της γυναίκας. Ισχυρός και ιδιάζων, πολύπλευρος και συχνά σκοτεινός, διαφοροποιείται αισθητά από ό,τι συναντάμε συνήθως σε άλλες κατηγορίες κειμένων. Μια πρώτη προσέγγιση σε πρακτικό επίπεδο δείχνει ότι αυτό είναι αναμενόμενο, δεδομένου ότι εκείνος που ξενιτεύεται είναι κατ’εξοχήν ο άντρας. Η γυναίκα, είτε ως μάνα, είτε ως σύζυγος είναι αυτή που μένει πίσω για να αντιμετωπίσει την καινούρια κατάσταση και να προσπαθήσει να διατηρήσει τον ιστό της οικογένειας ανέπαφο: είναι μια διαδικασία δύσκολη τόσο σε προσωπικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Και ενώ σε μια πρώτη ματιά ο ρόλος της γυναίκας φαίνεται παθητικός δεδομένου ότι είναι αναγκασμένη να υποστεί την αναχώρηση του άντρα της χωρίς δικαίωμα λόγου, στην πραγματικότητα είναι ιδιαίτερα ισχυρός, αφού είναι εκείνη που θα ασκήσει τελικά κριτική: τα τραγούδια της ξενιτιάς είναι ένα κατ’εξοχήν γυναικείο πεδίο σκέψης.

Η γυναικεία παρουσία στα τραγούδια της ξενιτιάς έχει παρόλα αυτά και μια σκοτεινή διάσταση, μπορεί να γίνει μια ανησυχητική ή ακόμα και επικίνδυνη φιγούρα. Η γυναίκα που θα συναντήσει ο ξενιτεμένος στα ταξίδια του είναι η μάγισσα που σαν άλλη ομηρική Κίρκη, θα τον κρατήσει δέσμιό της στον ξένο τόπο, για πάντα μακριά από το σπίτι και την οικογένειά του. Στο μυαλό του δημοτικού ποιητή η γυναίκα αυτή στερείται κάθε θετικού χαρακτηριστικού και γίνεται το σύμβολο του ανέφικτου της δημιουργίας οικογενειακού δεσμου στα ξένα. Ο ξενιτεμένος βλέπει τις πιθανότητες για μια επιστροφή στην πατρίδα να εξαφανίζονται χρόνο με τον χρόνο και ξέρει ότι θα είναι παγιδευμένος στον ξένο τόπο μέχρι το τέλος της ζωής του. Υποταγμένος σε αυτή τη μοίρα, ενημερώνει την σύζυγό του να μην τον περιμένει πια και να συνεχίσει τη ζωή της. Ο δημοτικός ποιητής διακρίνει δυο θύματα της ξενιτιάς: τον άντρα που είναι καταδικασμένος να στερηθεί το σημαντικότερο αγαθό όλων, την οικογένειά του και την φροντίδα της, αλλα και την γυναίκα, που βλέπει την ζωή της να αλλάζει και να βουλιάζει στη ανασφάλεια και την αβεβαιότητα. Η μοναξιά είναι ο κοινός παρονομαστής και των δύο, ο λαϊκός ποιητής εξισώνει τελικά την απώλεια της ξενιτιάς με αυτήν του θανάτου.

Μισέψαν τα καράβια με τη σιγανεμιά,
εμίσεψε ο καλός μου τσαί πάει στην Αρμενιά.
Μηδέ χαρτί μου πέβει, μηδέ πολογιά
τσαι στους δώδεκα χρόνους πέβει πολογιά,
μου πέβει μαντιλάκι με δεκαωχτώ φλουριά:
- Θέλεις, κόρη, παντρέψου θέλεις μη παντρευτείς,
θέλεις καλόγρια γίνου, τα μαύρα να ντυθείς,
και μένα με παντρέψαν κάτου στην Αρμενιά
μου δώσανε γυναίκα μιας μάγισσας παιδί
μαγεύει τα καράβια, μαγεύει τον καιρό,
μαγεύει με κ’εμένα και δεν μπορώ να ‘ρθω.[1]


Ο ρόλος της μάνας στα τραγούδια της ξενιτιάς αποκτά σε κάποιες περιπτώσεις σκοτεινές διαστάσεις, κι αυτό επειδή σε πολλές παραλλαγές βρίσκεται πίσω από την απόφαση του γιού της να ξενιτευτεί. Οι ενοχές, το παράλογο αυτής της στάσης στηλιτεύεται από τον δημοτικό ποιητή, παρόλο που δεν εξισώνει όλες τις μητέρες: οι περισσότερες είναι καλές, αλλά υπάρχουν κι εκείνες που στέλνουν το παιδί τους στα ξένα, κάτι που στο λαικό φαντασιακό ισοδυναμεί με θάνατο:

Όλες οι μάνες ειν’καλές, πονούν για τα παιδιά τους
και μια μανά, κακή μανά, τον γιό της καταριέται:
- Σύρε γιόκα μ’ στην ξενιτιά που παν τα αρμοπούλια
Να φέρεις τ’άσπρα στην ποδιά, τα γρόσια στη σακκούλα.[2]


Η μάνα είναι λοιπόν ο φορέας της κοινωνικής πίεσης, αυτή απαιτεί να συμμορφωθεί ο γιός της, αυτή τον «διώχνει». Όπως τονίζει ο Guy Saunier στην συλλογή του με τραγούδια της ξενιτιάς, «είναι φυσικό ο ρόλος αυτός να της ανήκει, λόγω της φροντίδας της για την κοινωνική εμφάνιση της οικογένειας, και ειδικά λόγω της πλήρους απουσίας του πατέρα στα τραγούδια της ξενιτιάς.»[3]

Είναι λοιπόν ταυτόχρονα θύτης και θύμα η γυναίκα στα τραγούδια της ξενιτιάς. Είτε χάνει τον άντρα της, είτε διώχνει τον γιό της, θα κληθεί να ισορροπήσει σε καταστάσεις τελικά αναπόφευκτες και να σηκώσει το βάρος της απώλειας, των τύψεων, της μοναξιάς, ακόμα και του θανάτου.

Κρις Λιβανίου



[1] Guy Saunier, Το δημοτικό τραγούδι. Της ξενιτιάς.εκδ. Ερμής, Αθήνα, 1990, σελ. 173.
[2] Ήπειρος, Ύλη Πολίτη 2654, Π. Λάμπρος. in. Guy Saunier, Το δημοτικό τραγούδι. Της ξενιτιάς.εκδ. Ερμής, Αθήνα, 1990, σελ. 132.
[3] Guy Saunier, Το δημοτικό τραγούδι. Της ξενιτιάς.εκδ. Ερμής, Αθήνα, 1990, σελ. 135.

2 σχόλια: