Τετάρτη, 4 Σεπτεμβρίου 2013

"Αναπάντεχα κοντά" της Αγγελικής Σιδηρά

Το βιβλίο «Αναπάντεχα κοντά» της Αγγελικής Σιδηρά είναι μία από τις συλλογές που ειλικρινά θα ήθελα να δω προτεινόμενες για κρατικό βραβείο ποίησης. Μολονότι η ποιήτρια άργησε να εμφανιστεί στα γράμματα (εξέδωσε την πρώτη της συλλογή σε ηλικία 45 ετών), ακολούθησε έκτοτε μια ολοένα βελτιούμενη πορεία όσον αφορά τον στίχο, την τεχνική και τη γενικότερη διαχείριση των ιδεών της. Έτσι φθάσαμε στο «αναπάντεχα κοντά», μια συλλογή με άρτιο και μεστό στίχο, την οποία διαπνέουν μια λεπτή θλίψη κι ένας υπόκωφος θρήνος, υπό τη σκιά ενός χρόνου φευγαλέου που δεν μπορεί ποτέ να ανακτηθεί.

Ο χρόνος και ο θάνατος είναι δύο από τις βασικές θεματικές της συλλογής. Και οι δύο κινούνται αμείλικτοι: ο πρώτος φεύγοντας και ο δεύτερος πλησιάζοντας, γι’ αυτό ίσως η ποιήτρια προσπαθεί να τους αγκαλιάσει με κάθε τρόπο. Ιδίως τον θάνατο, με τον οποίο περιμένει να αναμετρηθεί (γνωρίζοντας φυσικά ότι θα χάσει) τον συναντά παντού: μέσα από την ανάμνηση αγαπημένων προσώπων που έφυγαν, μέσα από τα όνειρα που ονειρεύεται ξύπνια, αλλά και μέσα από τα λογάκια των εγγονιών της, που εκείνη ερμηνεύει πως κρύβουν τον πόνο του ενδεχόμενου αποχωρισμού τους. Είναι αξιοσημείωτο, ωστόσο, ότι η βεβαιότητα του θανάτου δεν τη συνθλίβει: αντίθετα, η ποιήτρια τον περιμένει να λειτουργήσει για κείνη ως τόπος συνάντησης με τους αγαπημένους της που έχουν περάσει στην άλλη όχθη και την περιμένουν τώρα εκεί.

Αναπάντεχα κοντά, λοιπόν, μας φέρνει η συλλογή με τα συναισθήματα που μας κατακλύζουν, με τη ζωή που μας υπερβαίνει, με την αλήθεια όπως την πιστεύουμε και, κυρίως, με τον εαυτό μας, ενώ την ίδια στιγμή μας βάζει αναπάντεχα απέναντί του, να υψώνουμε το ανάστημά μας μπροστά στην απώλεια, στο «τι θα γινόταν αν», τον λυγμό και τον θυμό που μπορεί να μας κατακλύζουν.

Η συλλογή περιλαμβάνει έξι ενότητες, καθεμία με διαφορετική θεματική αλλά πλήρη συνοχής. Στην πρώτη, τις «μικρές αιωνιότητες», που περιλαμβάνει οκτώ τρυφερά ποιήματα, η ποιήτρια ξανα-επισκέπτεται τον κόσμο μέσα από τα μάτια των παιδιών, νιώθοντας έκπληξη για τα συναισθήματα που εγείρουν μέσα της τα λόγια τους. Στη δεύτερη, το «λούνα παρκ», ο κόσμος γίνεται ένα μεγάλο πάρκο παιχνιδιών, κάποιων τρομακτικών και άλλων απλά γελοίων – όπως τα παιχνίδια που παίζει η ίδια η ζωή. Η ενότητα αυτή δρα μεταβατικά ανάμεσα στην πρώτη και την τρίτη, «Ηλί ηλί» η οποία περιλαμβάνει τέσσερα μόλις ποιήματα: εδώ ο τόνος αλλάζει δραματικά και το θεϊκό στοιχείο γίνεται έντονο.

Ακολουθεί ο «καύσωνας», άλλη μια ενότητα τεσσάρων ποιημάτων, που μεταφέρει την παραζάλη μιας ακραίας συνθήκης, εν προκειμένω του καύσωνα, αν και φυσικά ο καύσωνας εδώ είναι μια αλληγορία και λειτουργεί ως αφορμή προκειμένου να περιγράψει η ποιήτρια την αντίδραση ενός ανθρώπου σε ο,τιδήποτε ακραίο του συμβαίνει, όπως π.χ. την απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου.

Η πέμπτη ενότητα, «Trop tard», αντανακλά μια διακειμενική σύλληψη της ζωής, αφού η ποιήτρια εδώ στήνει διάλογο με τραγούδια, πεζά, ποιήματα και λογοτεχνικούς χαρακτήρες. Είναι ο τρόπος της να ξορκίσει τον θάνατο αφού όλα αυτά μένουν άφθαρτα στον χρόνο, αντίθετα με τους ανθρώπους, όπως η ποιήτρια, που μένουν για πάντα θνητοί. Η τελευταία ενότητα, «ο γλάρος χρόνος» είναι και η μεγαλύτερη, αφού περιλαμβάνει 13 ποιήματα τα οποία συνθέτουν ένα καλειδοσκόπιο ονείρων που, όπως και τα διαλείμματα αϋπνίας της, συνθέτουν μια άλλη πραγματικότητα η οποία διαπερνά την αντικειμενική.

Η βασικότερη – και ευρηματικότερη – τεχνική της Σιδηρά είναι ότι μιλάει για πρόσωπα και γεγονότα μέσα από τα ίχνη που αφήνουν πίσω τους και μόνο. Παίρνει δηλ. κάτι που φορούν ή μια συνήθεια, ένα μεμονωμένο χαρακτηριστικό, αντί να τα περιγράφει με λεπτομέρεια ή στην ολότητά τους. Μην αποκαλύπτοντας πλήρως αυτό στο οποίο αναφέρεται, δημιουργεί μια αχλή γύρω του που το μισοκρύβει και που κάνει κι εμάς να αναρωτιόμαστε τι ακριβώς είναι (ή τι δεν είναι), αυξάνοντας το υπαρκτικό βάθος της συλλογής.

Παρά τα θέματα που κυρίως διαχειρίζεται στο «αναπάντεχα κοντά» (τον έρωτα, μέσα από την απουσία του κυρίως, τον χρόνο και τον θάνατο, την απώλεια και τη συνακόλουθη μοναξιά, την καθημερινή φθορά στο πέρασμα του χρόνου, το ανικανοποίητο και την ματαίωση, την αναζήτηση του θείου), η ποιήτρια δεν αποδεικνύεται ηττοπαθής ή απαισιόδοξη, αλλά μάλλον κυνική κι αυτό ακριβώς είναι που κάνει τους στίχους να κόβουν με την ακρίβεια χειρουργικού νυστεριού.

Χριστίνα Λιναρδάκη

(Αναδημοσίευση από το περιοδικό «νέα ευθύνη», τεύχος 18, Ιούλιος-Αύγουστος 2013)

Ακολουθούν μερικά ποιήματα από τη συλλογή:


Μικρή αυθαιρεσία

(Για την Αγγελικούλα)

Το ωμέγα με όμικρον.
Άναρχο «σ’αγαπό»
δίχως κανόνες.
Πρωτάκι εξάλλου
μόλις που ‘μαθε να συλλαβίζει.
Στο ίδιο χαρτί
λουλούδια δικής της επινόησης
δυσεύρετα, με μυρωδιά
σαπούνι παιδικό
και μια καρδούλα τόση δα
με μαρκαδόρο κόκκινο
χωρίς παλμούς
να την αναστατώνουν.
Απ’ όλα όμως πιο πολύ
θαυμάζω
το αυθαίρετό της όμικρον
που η στρογγυλή του τόλμη
κατάργησε αρχή και τέλος
διαιωνίζοντας
εκείνη τη μικρή μεγάλη
ανορθόγραφη αγάπη της.


Μπαλόνια

Κίτρινα μπαλόνια
που νομίζουνε
ότι ανταγωνίζονται τον ήλιο
και που μισούν τον σπάγκο
και την αγάπη των μικρών παιδιών
που δεν τ’ αφήνουν να πετάξουν
όπου θέλουν.

Τα όνειρα των μπαλονιών
τελειώνουν μ’ έναν ήχο εκκωφαντικό
κι οι κίτρινες μεμβράνες που απομένουν
αρχίζουν ν’ αγαπούν τον σπάγκο
όπως ο γέρος που ακουμπάει στη γριά του
όταν πια δεν μπορεί
τον ήλιο να διεκδικήσει.


Λογγά

Καύσωνας. Ανεβαίνω τα πυρωμένα
τσιμεντένια σκαλιά.
Αυτό λοιπόν είναι το σπίτι
που δεν γνώρισες.
Ψάχνω μια κουπαστή να στηριχτώ.
Είναι όπως στ’ όνειρο. Ο ίλιγγος,
και πέφτω πάλι στο κενό.
Συνέρχομαι και βρίσκομαι στη μπροστινή βεράντα.
Εσύ βολεύεσαι σε μία πολυθρόνα πλαστική
και πώς θυμώνω
όταν κάνουν να καθίσουνε σ’ αυτήν
και δεν σε υπολογίζουν.
Ακούς ευφρόσυνα τα γέλια
των παιδιών που ήρθαν μετά…
να πολλαπλασιάζονται στην ησυχία
της ώρας. Εκείνο το παιδί
με τ’ όνομά σου έχει μπανταρισμένο
το μικρό του χεράκι.
Του χάρισα μια πυροσβεστική
για να δαμάζει τις φωτιές
που δεν σταμάτησαν στα δάση
κι εκείνο μου χάρισε μια ακόμη ρυτίδα
στο πανωχείλι.
Είναι πάντα μεσημέρι.
Οι δείχτες κολλήσανε απ’ τη ζέστη
και δεν προχωρούν
εσύ όμως φεύγεις μέσα στην αχλύ
του καύσωνα του αυγουστιάτικου
μένοντας πάντα πλάι μας
καθώς σκορπίζεσαι στα μάτια τους,
στα χείλη, στις φωνές τους.


Da…te*

Da te. Η αφαιρετική. Ablativo.
Πτώση τόσο πολύτιμη
όσο κι η μοναξιά που απλόχερα μου χάρισες
κι αφουγκράζομαι κιόλας τον δισταγμό
ανάμικτο με την απόφαση
στα βήματά σου που όλο ξεμακραίνουν
την τρικυμία στο χρώμα της φωνής σου
που κάθε λίγο ξεθωριάζει
και μόνο το άρωμά σου επιμένει έσχατο
σε κάποιο ξέφτι μιας παλιάς μου ρόμπας.
Η αφαιρετική μια πτώση απούσα
στη γραμματική Τζαρτζάνου
ίσως για να ξορκίσει ολότελα
αυτή τη μοναξιά
που δεν θ’ αντάλλαζα με τίποτα
ούτε μ’ εκείνη την παρουσία σου ακόμα
που η απουσία σου, την εξιδανικεύει.

Μείνε λοιπόν μακριά μου.
Θέλω πάντα να σε περιμένω.


* Vorrei.



Αϋπνία

Χιόνια και στην οθόνη.
Ακόμα κι η τηλεόραση κουράστηκε
να σε τροφοδοτεί με εικόνες. Ξημέρωσε
κι εσύ με μάτια γυάλινα, ορθάνοιχτα
όπως της κούκλας σου
που χάλασε ο μηχανισμός
κι όλο σε κοίταζε να κλαις
που δεν μπορούσες πια να την κοιμίσεις.
Γκρεμίζω όλους τους τοίχους γύρω μου
κι αναγνωρίζω σ’ όλες τις γλώσσες
τα ροχαλητά του κόσμου ίδια.
Μπαίνω και βγαίνω
στα παράλογα όνειρά τους και τους βρίζω.
Εισβάλλω και στα δωμάτια των εραστών.
Μ’ αυτούς θυμώνω πιο πολύ
γιατί έρχεται άνοιξη
και δεν μπορώ ξανά να ερωτευθώ.
Ύστερα τα βάζω με τους πεθαμένους
που με ξεχάσανε εδώ
να τους θυμάμαι.

Οι τοίχοι συνωμοτήσαν τώρα
υψώνονται, σ’ απομονώνουν
στον συμβατικό σου χώρο.
Μετά στενεύουνε, στενεύουν
σε απειλούν
κι η κούκλα εκείνη η παλιά
σκύβει πάνω από την αγρύπνια σου
σα να ρουφάει στις άδειες κόχες
των ματιών της τα όνειρα
που απόψε δεν είδες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου