Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2013

Η γενιά του '70 και το σήμερα

Η γενιά της αμφισβήτησης ή της άρνησης ή απλά «γενιά του ΄70», σύμφωνα με την κατάταξη που πρότεινε ο Αλέξανδρος Αργυρίου και ακολούθησαν διάφοροι κριτικοί και ανθολόγοι, περιλαμβάνει ποιητές που γεννήθηκαν μεταξύ 1941 και 1955.

Στη γενιά αυτή βρίσκεται η απαρχή πολλών από τα φαινόμενα που χαρακτηρίζουν την ποίηση σήμερα. Ήταν η εποχή που, παρά τα νέα στοιχεία που προσέδωσε, σήμανε την έναρξη μιας πορείας ελεύθερης πτώσης που από τότε δυστυχώς παρέμεινε συνεχής και απρόσκοπτη μέχρι τις μέρες μας. Ας δούμε, όμως, από πιο κοντά μερικά βασικά χαρακτηριστικά της:

Θεματικές - Συναισθήματα

Οι ποιητές που παρήγαγαν ποιητικό έργο από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 και τη δεκαετία του ’70 άντλησαν την πρώτη τους ύλη από την ψυχροπολεμική περίοδο στην οποία μεγάλωσαν και την οποία βίωσαν ως ακαθόριστη απειλή, με τον συνακόλουθο φόβο που αυτή γεννούσε. Την ίδια εποχή, η οικονομία άρχισε να καταγράφει άνοδο και να εισέρχεται στο στάδιο του καταναλωτισμού, δημιουργώντας την απαρχή της πλασματικής μας ευημερίας. Στις εμπειρίες της γενιάς δεν θα πρέπει να λησμονήσουμε τη δικτατορία που ενίσχυσε την τάση για αντίσταση και το πνεύμα αγωνιστικότητας που τη διακατείχε και το οποίο διαπραγματεύτηκε με εριστική συνήθως διάθεση, στην οποία άλλωστε οφείλει και το προσωνύμιο «γενιά της αμφισβήτησης».

Επρόκειτο όμως για μια εριστικότητα που, ελλείψει κοινής ιδεολογικής συνιστώσας, δεν στόχευε πουθενά συγκεκριμένα. Με άλλα λόγια, η επιθετικότητα είναι επιδερμική και – όπως υπογράμμισε η Έλσα Λιαροπούλου σε ομιλία της που δόθηκε στην Εταιρεία Διαπολιτισμικών Σπουδών στις 3 Μαρτίου 2012 – οδηγεί τελικά στην επανάληψη και την κοινοτοπία. Όπως γράφει και ο Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος στο «Η γενιά του ’70 και η μεταπολεμική ποίηση» («Δοκίμια», εκδ. Ρέω, Αθήνα 2010): «η δυσπιστία φαίνεται να είναι η αυτοματοποιημένη κίνηση συνηθισμένης καθημερινής στάσης και όχι απόρροια οξυμένης κριτικής διεργασίας. Γι’ αυτό και, διοχετευμένη μέσα στους στίχους των ποιητών της γενιάς αυτής, περνά και χάνεται…».

Η ασάφεια και η αμηχανία με την οποία πραγματεύθηκαν τα συναισθήματα που τους κατέκλυζαν, είχε αποτέλεσμα οι ποιητές της γενιάς του ’70 να μην καταφέρουν να στηρίξουν με ποιητική γνησιότητα την αντιπαράθεσή τους στον νέο κόσμο που τελούσε τότε υπό δημιουργία, έναν κόσμο που υποψιάζονταν, αλλά δεν είχαν ακόμη αρχίσει να ζουν.

Σήμερα βέβαια τον ζούμε αυτόν τον κόσμο. Κι όχι μόνο αυτόν: έχουμε ήδη περάσει στο επόμενο στάδιο, αυτό της κατάρρευσής του. Κι ενώ περιμένουμε εναγωνίως τα πρώτα δείγματα του αντίκτυπου αυτής της κατάρρευσης στον ποιητικό λόγο, εξακολουθούμε να κατακλυζόμαστε από ποιήματα που φαίνονται να έλκουν επίμονα από την προσωπική εμπειρία, κάτι που δεν μπορώ παρά να ερμηνεύσω ως κατάλοιπο του καταναλωτισμού και της πλαστής αφθονίας στην οποία τεχνηέντως μας βούτηξε η ευρωπαϊκή μας συγκυρία την τελευταία δεκαετία. Η παλινδρόμηση στο θέμα των αιώνιων προσωπικών αδιεξόδων τα οποία αντιμετωπίζει κανείς καθώς αλληλεπιδρά με τον Άλλον συνδέεται ευθέως με την αντιμετώπιση της σχέσης μαζί του ως είδους προς κατανάλωση.

Ο κόσμος στην Ελλάδα την τελευταία δεκαετία είχε μετατραπεί σε ένα κολοσσιαίο σούπερ μάρκετ με κάθε λογής προϊόντα που υπόσχονταν ευτυχία ή ένα γιγαντιαίο Jumbo με παιχνίδια ρόλων και σχέσεων - τα περισσότερα ελαττωματικά. Η θεματική του θανάτου είναι εν πολλοίς απαγορευμένη, αφού, σε έναν κόσμο «πειραγμένο» στο photoshop, όπου τα πρότυπα ομορφιάς είναι κυρίαρχα κι αν δεν τα ακολουθείς δεν έχεις θέση, η φθορά και η ασχήμια του θανάτου έχουν γίνει θέματα ταμπού. Τι μένει λοιπόν; Έρωτες λοιπόν, επιθυμίες και συνακόλουθες απογοητεύεις – κάπου-κάπου τα προσχήματα πέφτουν και βλέπουμε ποιήματα με ευθύτατες σεξουαλικές αναφορές: έχοντας αναλώσει τα ποιητικά τους πυρομαχικά και ελλείψει πρωτότυπης θεματολογίας, οι ποιητές ενίοτε επιλέγουν την εύκολη τεχνική της επικράτησης μέσω του σοκ – αναπόφευκτα, με εντελώς πρόσκαιρο και αμελητέο αποτέλεσμα.

Σαρωτική παρουσία

Τη δεκαετία του ’70, οι λογοτεχνικές συντροφιές, τα περιοδικά, οι παρέες και μια γενικότερη καλλιτεχνική ευφορία έδωσαν τη θέση τους στη διακριτικότητα και το συνειδητό αποτράβηγμα της προηγούμενης ποιητικής γενιάς, εκείνης του ’60. Την ευφορία αυτή ευνόησε και η περιρρέουσα ατμόσφαιρα: οι μελοποιήσεις ποιημάτων, οι μπουάτ της Πλάκας, το Νέο Κύμα, όλα αυτά συνέβαλαν στη δημιουργία κλίματος παρέας, ενώ παράλληλα ενίσχυαν την ανάγκη συσπείρωσης γύρω από περιοδικά, εκδόσεις και ανθρώπους του πνεύματος. Ενδεικτική της γενικότερης βεβαιότητας ότι κάτι νέο κομίζει αυτή η ποιητική γενιά ήταν και η δημιουργία πολλών λογοτεχνικών περιοδικών. Κάποια από αυτά επιβιώνουν – με πολλές απώλειες είναι η αλήθεια – και στις μέρες μας.

Υπάρχει πάντως σήμερα μια υφέρπουσα μα στέρεη βεβαιότητα μεταξύ όλων όσων ασχολούνται με την ποίηση ότι οι κλίκες διαφεντεύουν τον ποιητικό κόσμο. Πρόκειται για μια κατάσταση ευνοιοκρατίας ανάλογα με τις γνωριμίες, η οποία ελάχιστα κοινά έχει με την (ασύστατα) θριαμβευτική διάθεση της γενιάς του ’70. Πιστεύω όμως ότι σε εκείνη τη γενιά ήταν που ξεκίνησε το κακό. Η παρεΐστικη διάθεση, η ενθάρρυνση όλων να γράψουν, οι άκαιροι θρίαμβοι έστρωσαν τον δρόμο για την πελατειακή μεταχείριση των ποιητών από τους εκδοτικούς οίκους σήμερα, το βλόγημα των γενιών του καθενός από τους ημετέρους αδιακρίτως, καθώς και την έλλειψη ειλικρινούς κριτικής από την οποία θα ωφελούνταν τόσο το κοινό όσο και οι ίδιοι οι ποιητές.

Πάντως, στις μέρες μας, η ποίηση πόρρω απέχει από το να είναι σαρωτική. Αντίθετα, είναι παραγκωνισμένη – αποτέλεσμα της μεγάλης και κατά κανόνα κάτω του μετρίου ποιητικής παραγωγής που οδήγησε στην αποστροφή του αναγνωστικού κοινού (απτή απόδειξη του «ουκ εν τω πολλώ το ευ»).

Ιδεολογικό κενό

Και φθάνουμε έτσι στο τέταρτο γνώρισμα, το ιδεολογικό κενό της γενιάς του ’70. Ίσως η λέξη «κενό» να είναι κάπως τραβηγμένη, αφού, παρά την έλλειψη κοινής ιδεολογικής στόχευσης, οι ποιητές της γενιάς του ’70 είναι έντονα πολιτικοποιημένοι. Αντίθετα, στις επόμενες γενιές, όπως παρατηρεί η Λένα Κωνσταντέλλου στο δοκίμιό της «Ποίηση της γενιάς του ‘70» («Δοκίμια», εκδ. Μαυρίδη, Αθήνα 2006), οι ποιητές στερούνται στην πλειοψηφία τους πολιτικού οράματος. Ο αντίκτυπος αυτής της έλλειψης στην ποιητική παραγωγή συνίσταται στην επικέντρωση και ανάλωσή της στην προσωπική εμπειρία χωρίς να βρίσκει τον τρόπο να προσφέρει μια ιδεολογική πυξίδα που, ιδίως στις μέρες μας, θα ήταν πολύ χρήσιμη.

Γλωσσική ανανέωση

Η γλώσσα που χρησιμοποίησαν οι ποιητές της γενιάς του ’70 έφερε τη «ρηξικέλευθη ανανέωση του ποιητικού λεξιλογίου», σύμφωνα με τον Γιώργο Δ. Καραντώνη (βλ. «Μετά είκοσι έτη – Η γενιά του ’70 στη δεκαετία του ’90» από το «Η κατάσταση των πραγμάτων», εκδ. Αλεξίσφαιρο, Αθήνα 1994 – πρώτη δημοσίευση του κειμένου στο λογοτεχνικό περιοδικό «Ομπρέλα», τ. 15, Νοέμβριος 1991), ο οποίος γράφει ακόμη ότι «με την εισδοχή και την παραδοχή στην ποίηση πολλών λέξεων που μέχρι τότε δεν είχαν βρει τη θέση τους παρά σπάνια στα ποιήματα των προγενέστερων ποιητών, καθώς και μια ριζική αναδιάρθρωση της ποιητικής γραφής, φτάνουμε σε μια ‘άλλη’ ποιητική γλώσσα».

Η γλώσσα αυτή δεν είναι, στις περισσότερες περιπτώσεις, επιτηδευμένη αλλά έλκει από την καθημερινή ομιλία. Τα πάμπολλα στοιχεία που ενσωματώνει (από την ποπ κουλτούρα, τα κόμικς ή τα νέα βιομηχανικά δεδομένα αποδίδονται με εριστικό τόνο, τολμηρές μεταφορές, οξεία γλώσσα, αλλά και ασύνδετες εικόνες), τα οποία εισέβαλαν ορμητικά στην ποίηση και έχουν παραμείνει εκεί μέχρι σήμερα, στρέφονται τελικά εναντίον του ίδιου τους του εαυτού, καθώς υπονομεύουν σημαντικά την προσπάθεια ανίχνευσης νοήματος από τον αναγνώστη. Σε αυτό το τελευταίο σημείο, μοιάζουν βέβαια με το ποιητικό αποτέλεσμα του σήμερα.

Στις μέρες μας, ο ποιητικός λόγος τα διαθέτει όλα. Και οξεία γλώσσα και μη, και εριστικό τόνο και μαλθακό, και τολμηρότητα και πλαδαρότητα, κυριολεκτικά όλα. Παρατηρείται επίσης μια παλινδρόμηση σε γλωσσικές επιλογές παλαιότερων περιόδων από τους αγανακτισμένους για τον βιασμό της γλώσσας ποιητές. Απομένει να δούμε ποιήματα στην ελληνιστική κοινή ή μεσαιωνική ελληνική, ανάλογα των κοντακίων και απολυτίκιων της εκκλησίας μας – δεν μπορεί, κάποιος θα το σκεφτεί κι αυτό για να πρωτοτυπήσει! Γιατί, ενώ στο θέμα της φόρμας η πρωτοτυπία είναι κάτι το ζητούμενο πανταχόθεν, στο θέμα του περιεχομένου είναι δυστυχώς χαμένη υπόθεση: γα την πλειονότητα των ποιητών έχει εξοβελιστεί στη σφαίρα του ανέφικτου. Γι’ αυτό άλλωστε κυριαρχούν η ασημαντότητα, η τιποτολογία και η αδιάκοπη περιττολογία.

Χριστίνα Λιναρδάκη

2 σχόλια:

  1. Ενδιαφέρον και χρήσιμο κείμενο. Χαίρομαι, γιατί ήμουνα μάλλον ο πρώτος, που ήδη από το 1990 αμφισβήτησα τον όρο "ποίηση της αμφισβήτησης" για τη λεγόμενη "γενιά του ' 70", αλλά και με άλλα κείμενά μου εκείνης της εποχής (βλ. περ. "Νέα Σκέψη", τεύχ. 362, καλοκαιρι 1995, σελ.241) αμφισβήτησα ακόμα και τον όρο "γενιά", που κάποιοι προσπαθούσαν αφελώς να καθιερώσουν ανά δεκαετία (όπως η ...γενιά του '80 και πάει λέγοντας (τώρα μάλιστα κάποιοι μιλούν και για ...."μεταολυμπιακή γενιά"), γράφοντας τότε τα εξής: " ΄Εχω τη άποψη ότιι, όταν κάποιοι μιλούν για "γενιά", χρησιμοποιούν απλά ένα πολύ βολικό σχήμα και το θεωρώ βολικό, γιατί ταιριάζει γάντι σε τυχάρπαστες παρεούλες και όχι σε σοβαρά πνευματικά ρεύματα, που απηχούν με υπευθυνότητα πραγματικές ανάγκες "του καιρού και του τόπου". ΄Οσοι χρησιμοποιούν σήμερα αυτό το σχήμα της λεγόμενης "Γενιάς", ισοπεδώνουν τα όποια ποιητικά αναστήματα, εξαφανίζοντας την "προσώπικότητα" του κάθε ποιητή, ενώ χρέος κάθε φιλότιμης κριτικής σκέψης είναι ίσα - ίσα να ανιχνεύει μ' επιμέλεια τα ιδιαίτερα στοιχεία που τη συνιστούν και την κάνουν διακριτή από τις άλλες. Και δε θα δίσταζα να πω, ότι ακριβώς η ύπαρξη τέτοιων στοιχείων στο ποιητικό corpus ενός ποιητή, που να σηματοδοτούν την ιδιαίτερη προσωπικότητά του, αποτελεί τον κύριο και εκ των "ων ουκ άνευ" παράγοντα για τον υπολογισμό της όποιας αξίας της προσφοράς του.". Μπορεί τότε να αρνήθηκα ...τη δική μου γενιά, (μια που μου είχαν κάνει την τιμή να με περιλαμβάνουν και μένα στη γενιά του '70 και μάλιστα στην ανθολογία "Νέα γενιά" των εκδ. "Κεδρος" των Μπεκατώροτ-Φλωράκη, αλλά, βλέποντας την εξέλιξη όσων αρχικά περιλαμβάνονταν σ' αυτή τη "γενιά" αιστάνθηκα προδρομικά ίσως την υποχρέωση να τα πω. Σ' ένα μόνο σημείο του ενδιαφέροντος αυτού άρθρου της Κας Λιναρδάκη θα μπορούσαν να παρατηρηθούν τα εξής: Ο κατακλυσμός της ποίησης και της "ποίησης"στο διαδίκτυο δεν νομίζω ότι βλάπτει. Πρόκειται να μια πλημμυρίδα αναγκαία, πριν από την αμπώτιδα, που θα συνεπάγεται με τον καιρό και το αναγκαίο ξεκαθάρισμα. Οι πραγματικοί ποιητές δεν αποθαρρύνονται μέσα στο σωρό και εξαιτίας του. Οι άλλοι που προσμένουν δάφνες, χωρίς να τις δικαιούνται ή και που, χωρίς να τις δικαιούνται, τις αποκτούν κύριος οίδε με ποιά μέσα, αυτοί θα απογοητευτούν αργά ή γρήγορα και θα σιωπήσουν. Υπάρχουν πάμπολλα γιαυτή την περίπτωση παραδείγματα και από τις δύο "γενιές" του '70 και του '80, και μάλιστα πρόκειται για περιπτώσεις "τρανταχτές", που είτε αξαφανίστηκαν είτε συνειδητά εσιώπησαν.Αςε το έχουν αυτό υπόψη τους πολλοί σημερινοί επίδοξοι διαδικτυακοί ποιητές, για μην μην απογοητευτούν αργότερα. Τώρα κανείς δεν μπορεί να τους αρνηθεί να κάνουν το κέφι τους.
    Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος(*)

    (*) Το σχόλιο δεν γράφτηκε από τον Θεοχάρη Παπαδόπουλο, αλλά από τον υπογράφοντα ΑΝΤΩΝΗ Θ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟ και από κάποιο λάθος θεωρήθηκε ότι το ανήρτησε ο Θεοχάρης. Αλλωστε ό φερόμενος ώς αναρτήσας το σχόλιο δε θα μπορούσε να το έχει γράψει αφού δε συγκαταλέγεται, ως ευτυχώς πολύ νεώτερος, από τη γερασμένη έτσι κι αλλιώς "γενιά του '70".

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ευχαριστούμε για το πολύ ενδιαφέρον σχόλιο. Ωστόσο η "γενιά του '70" έδωσε ποιητές που, αν μη τι άλλο, είναι γνωστοί, όπως ενδεικτικά ο Βασίλης Στεριάδης, ο Γιάννης Πατίλης, ο Αντώνης Φωστιέρης, ο Αργύρης Χιόνης, ο Λευτέρης Πούλιος, ο Γιάννης Βαρβέρης, η Νατάσα Χατζιδάκι, ο Νάσος Βαγενάς, ο Αναστάσης Βιστωνίτης, ο Γιώργος Βέης, ο Μιχάλης Γκανάς, η Παυλίνα Παμπούδη και πολλούς άλλους...

    ΑπάντησηΔιαγραφή